Legislator Case Law & Legislation
1306/2010 AI generated

1306/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1306/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1306/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Οι σχετικές δηλώσεις βούλησης και οι πράξεις των μερών που περιέχονται στην πρόταση και την αποδοχή αποτελούν πραγματικά περιστατικά, η συνδρομή των οποίων κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας. Το εάν όμως τα πραγματικά αυτά περιστατικά αποτελούν ή όχι πρόταση συμβιβασμού, δηλαδή ο νομικός χαρακτήρας των περιστατικών αυτών, αποτελεί κρίση που υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Ολ.

Keywords

AI generated
expatriation and foreign residence allowances order for uncontested claims principle of accession transition indemnity conflict-of-laws statute uninterrupted residence
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1306 / 2010 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1306/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακο-πούλου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, (επειδή κωλύεται ο Αντιπρόεδρος) Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη, Αθανάσιο Κουτρομάνο και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Αντώνιο Ρουπακιώτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-9-1996 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 7494/1997 μη οριστική, 460/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7914/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 29-7-2008 αίτησή του και τους από 18-2-2010 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ρένα Ασημακοπούλου ανέγνωσε την από 11-3-2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔικ αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα προχωρεί τη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη υπ' αριθ. ... έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ... προκύπτει ότι πιστό κεκυρωμένο αντίγραφο της κρινόμενης από 29-7-2008 αίτησης αναιρέσεως, μαζί με την κάτω από αυτή πράξη προσδιορισμού δικασίμου για την σημειούμενη στην αρχή της παρούσας και κλήση προς συζήτηση, επιδόθηκε με επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου, νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσείοντα. Επομένως, εφ' όσον αυτός (αναιρεσείων) δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, πρέπει, παρά την απουσία του να προχωρήσει η συζήτηση της υποθέσεως σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔικ.

Κατά το άρθρο 871 ΑΚ με τη σύμβαση του συμβιβασμού οι συμβαλλόμενοι διαλύουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις μια φιλονικία τους ή μία αβεβαιότητα για κάποια έννομη σχέση. Με αβέβαιη σχέση εξομοιώνεται και η επισφαλής απαίτηση. Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι προϋπόθεση του συμβιβασμού είναι, πλην άλλων, και η συμφωνία των ενδιαφερομένων για τον τερματισμό της μεταξύ τους φιλονικίας ή αβεβαιότητας ως προς κάποια έννομη σχέση με αμοιβαίες υποχωρήσεις.

Αν δεν υπάρχει φιλονικία ή αβεβαιότητα ή η υπάρχουσα λύεται με υποχώρηση μόνο του ενός εκ των μερών, τότε δεν πρόκειται για συμβιβασμό, αλλά για άλλου είδους σύμβαση, όπως είναι η αναγνώριση απαιτήσεως, άφεση χρέους, παραίτηση, δωρεά κλπ. Εξάλλου για τη σύναψη σύμβασης συμβιβασμού απαιτείται πρόταση από το ένα συμβαλλόμενο μέρος με περιεχόμενο την διάλυση της έριδας ή αβεβαιότητας, με αμοιβαίες υποχωρήσεις και αποδοχή της πρότασης από το άλλο μέρος.

Οι σχετικές δηλώσεις βούλησης και οι πράξεις των μερών που περιέχονται στην πρόταση και την αποδοχή αποτελούν πραγματικά περιστατικά, η συνδρομή των οποίων κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας. Το εάν όμως τα πραγματικά αυτά περιστατικά αποτελούν ή όχι πρόταση συμβιβασμού, δηλαδή ο νομικός χαρακτήρας των περιστατικών αυτών, αποτελεί κρίση που υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Ολ.

ΑΠ 578/1980, ΑΠ 741/2004 και 42/2006). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο αναιρεσείων από το έτος 1964 ασχολείτο, μαζί με τους αδελφούς του Ζ και Θ, μέσω ενός ομίλου επιχειρήσεων ανωνύμων εταιρειών και κοινοπραξιών με εργολαβίες δημοσίων έργων.

Επικεφαλής του ομίλου αυτού, του οποίου βασική εταιρεία αποτελούσε η ανώνυμη εταιρεία "ΑΤΕΡΜΩΝ ΑΕ", ήταν ο αναιρεσείων ο οποίος, το 1973 με την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της εταιρείας "ΑΤΕΡΜΩΝ ΑΕ" προσέλαβε τον αναιρεσίβλητο δικηγόρο, προκειμένου ο τελευταίος να προσφέρει τις νομικές του υπηρεσίες με πάγια αντιμισθία στην παραπάνω εταιρεία, καθώς και στις άλλες εταιρείες του ίδιου ομίλου, απασχολούμενος κυρίως με υποθέσεις εργατικών διαφορών.

Το 1971 ο αναιρεσείων και ο αδελφός του Ζ με το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Μητρέλη αγόρασαν από κοινού από την εταιρεία με την επωνυμία "Γαλλοελληνική Εταιρεία Κατασκευής Εκρηκτικών Υλών και Χημικών Προϊόντων" μία έκταση 50 περίπου στρεμμάτων, που βρίσκεται στη θέση ..., μέρος της οποίας έκτασης εχρησιμοποιείτο από την εταιρεία "ΑΤΕΡΜΩΝ ΑΕ" και τις άλλες εταιρείες του ομίλου επιχειρήσεων του αναιρεσείοντα ως εργοτάξιο και ως χώρος αποθήκευσης υλικών και μηχανημάτων.

Το ιδιοκτησιακό όμως καθεστώς του εν λόγω ακινήτου αμφισβητούσε το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο θεωρούσε την έκταση αυτή ως δημόσια και μάλιστα και δασική έκταση. Για τον λόγο αυτό στις 28-12-1974 ο Δασάρχης Πάρνηθας εξέδωσε σε βάρος του αδελφού του ενάγοντος Ζ πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής από έκταση 900 τ.μ., που συμπεριλαμβανόταν στο παραπάνω αγορασθέν από τον τελευταίο και τον αναιρεσείοντα ακίνητο.

Μετά την έκδοση του ως άνω πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής, ο αναιρεσείων και ο αδελφός του Ζ, ανέθεσαν στον αναιρεσίβλητο δικηγόρο την εντολή, την οποία αυτός αποδέχθηκε, να ενεργήσει ο τελευταίος όλες τις ενδεικνυόμενες δικαστικές και εξώδικες πράξεις προκειμένου να αποχαρακτηριστεί το αγορασθέν από αυτούς ακίνητο ως δημόσια δασική έκταση.

Λόγω του ότι η υπόθεση αυτή ήταν προσωπική υπόθεση του αναιρεσείοντα και του αδελφού του και όχι υπόθεση των εταιρειών του ομίλου επιχειρήσεων του αναιρεσείοντα, ρητώς συμφωνή-θηκε μεταξύ των διαδίκων και του αδελφού του αναιρεσείοντα ότι ο αναιρεσίβλητος δικηγόρος σε περίπτωση επιτυχούς αποτελέσματος, ήτοι αποχαρα-κτηρισμού του ακινήτου ως δημόσιας δασικής έκτασης, θα ελάμβανε ως δικηγορική αμοιβή ποσοστό 10% επί της πραγματικής αγοραίας αξίας του εν λόγω ακινήτου, ενώ σε περίπτωση αποτυχίας ουδεμία θα ελάμβανε αμοιβή.

Για τη συμφωνία αυτή των διαδίκων και του αδελφού του αναιρεσείοντα δεν συντάχθηκε έγγραφο, λόγω της ιδιαίτερης φιλικής σχέσης που συνέδεε τον αναιρεσίβλητο με τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα. Πράγματι, ο εναγόμενος δικηγόρος άσκησε ανακοπή κατά του ως άνω πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής και επί της ανακοπής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθ. 117/1975 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αχαρνών, με την οποία ακυρώθηκε το εν λόγω πρωτόκολλο.

Επί της έφεσης δε που άσκησε το Ελληνικό Δημόσιο κατά της απόφασης αυτής, εκδόθηκε η υπ' αριθ. 10889/1975 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την έφεση. Μεταγενέστερα, τα έτη 1983 και 1986 κατά του αδελφού του αναιρεσείοντα Ζ, ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών ποινική δίωξη για παράνομη κατάληψη δημόσιας δασικής έκτασης και στις ποινικές δίκες που επακολούθησαν αυτός κηρύχθηκε αθώος, δυνάμει των υπ' αριθ. 104839/1984 και 17406/1988 αποφάσεων του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου και Τριμελούς Πλημμελει-οδικείου Αθηνών αντιστοίχως.

Στις ποινικές αυτές δίκες ως συνήγορος του κατηγορούμενου Ζ παραστάθηκε ο αναιρεσίβλητος δικηγόρος. Καθ' όλη τη διάρκεια των ετών αυτών ο αναιρεσίβλητος δικηγόρος δεν προέβη σε κάποια δικαστική ενέργεια εναντίον του Ελληνικού Δημοσίου, όπως άσκηση αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής, διότι συμμορφώθηκε προς τούτο στις μεταγενεστέρως δοθείσες οδηγίες και υποδείξεις των εντολέων του, να περιορίζεται μόνο στην απόκρουση των τυχόν διοικητικών και άλλων δικαστικών ενεργειών του Δημοσίου, καθώς και στη συγκέντρωση και συλλογή εγγράφων στοιχείων που θεμελίωναν το δικαίωμα κυριότητάς τους επί του εν λόγω ακινήτου.

Στο τέλος του 1994, λόγω των υποχρεώσεων της εταιρείας "ΑΤΕΡΜΩΝ ΑΕ" έναντι τρίτων, οι οποίες υπερέβαιναν το ποσό του 1.650.000.000 δραχμών, ο αναιρεσείων και οι αδελφοί του Ζ και Θ, μοναδικοί μέτοχοι της εταιρείας "ΑΤΕΡΜΩΝ ΑΕ", άρχισαν να διαπραγματεύονται με τους Ξ1 και Ξ2 την προς αυτούς πώληση μετοχών τους στην τελευταία αυτή εταιρεία, προκειμένου, στη συνέχεια, με αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας να αντιμετωπισθούν τα χρέη αυτής προς τρίτους.

Βάση των διαπραγματεύσεων αυτών αποτέλεσε η εκ μέρους του αναιρεσείοντα και του αδελφού του Ζ μεταβίβαση στην εταιρεία "ΑΤΕΡΜΩΝ ΑΕ" της κυριότητας του ως άνω ακινήτου, των 50 στρεμμάτων, το οποίο ήταν απαραίτητο για την συνέχιση των εργασιών της εταιρείας, αφού μέρος της έκτασης αυτής εχρησιμοποιείτο ως εργοτάξιο και ως χώρος αποθήκευσης υλικών και μηχανημάτων.

Όταν ο αναιρεσίβλητος δικηγόρος, που δεν συμμετείχε στις διαπραγματεύσεις αυτές, πληροφορήθηκε τους όρους της επικείμενης συμφωνίας πωλήσεως μετοχών και συγκεκριμένα την επικείμενη μεταβίβαση της κυριότητας του ως άνω ακινήτου από τους εντολείς του στην εταιρεία "ΑΤΕΡΜΩΝ ΑΕ", θεώρησε ότι με την μεταβίβαση της κυριότητας θα επήρχετο σιωπηρά ανάκληση της εντολής που του είχε δοθεί και για το λόγο αυτό και μόνο αξίωσε από τον αναιρεσείοντα και τον αδελφό του Ζ να του καταβληθεί ως δικηγορική αμοιβή του ποσό των 50.000.000 δραχμών, αφού εκτίμησε ότι η αγοραία αξία του ακινήτου ανερχόταν κατά το χρόνο τούτο στο ποσό των 500.000.000 δραχμών.

Μετά την άρνηση όμως των εντολέων του να ικανοποιήσουν την αξίωση αυτή του αναιρεσιβλήτου, ο τελευταίος στις 24-1-1995 κατέθεσε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών αίτηση κατά την εντολέων του (αναιρεσείοντα και αδελφού του Ζ), με την οποία ζητούσε προς εξασφάλιση της απαιτήσεώς του από δικηγορική αμοιβή τη συντηρητική κατάσχεση του προαναφερόμενου ακινήτου.

Κατά την κατάθεση της εν λόγω αιτήσεως λήψεως ασφαλιστικών μέτρων ο αναιρεσίβλητος ζήτησε και πέτυχε την έκδοση προσωρινής διαταγής περί απαγορεύσεως μεταβολής της νομικής και πραγματικής κατάστασης του ακινήτου αυτού. Μετά την κοινοποίηση της αίτησης λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, ο αναιρεσείων ζήτησε να διαπραγματευθεί το ύψος της αξιώσεως του εναγομένου και για το λόγο αυτό επισκέφθηκε τον τελευταίο στην οικία του εκ μέρους του αναιρεσείοντα και ως απεσταλμένος από τον ίδιο (αυτόν) ο τότε Γενικός Διευθυντής της εταιρείας "ΑΤΕΡΜΩΝ ΑΕ" και υποψήφιος αγοραστής των μετοχών της εταιρείας αυτής Ξ2.

Στις συζητήσεις που έγιναν και δη κατόπιν αμοιβαίων υποχωρήσεων των διαδίκων μερών ο αναιρεσίβλητος δέχθηκε τελικώς να περιορίσει την αμοιβή του στο ποσό των 32.000.000 δραχμών, εφόσον εγίνετο άμεση καταβολή του τελευταίου αυτού ποσού. Τις επόμενες ημέρες επακολούθησαν νέες διαπραγματεύσεις μεταξύ των διαδίκων, οι οποίες δεν έγιναν απευθείας μεταξύ τους, διότι πλέον είχαν διαταραχθεί οι προηγούμενες μεταξύ τους φιλικές σχέσεις .

Στις διαπραγματεύσεις αυτές τον μεν αναιρεσείοντα εκπροσώπησε ο δικηγόρος του Βασίλειος Σκουλής, τον δεν αναιρεσίβλητο εκπροσώπησε ο δικηγόρος του Αναστάσιος Μίντζιας. Τελικά επιτεύχθηκε συμφωνία μεταξύ των διαδίκων συμβιβαστικού χαρακτήρα, δυνάμει της οποίας ειδικότερα α) ο αναιρεσείων ανέλαβε την υποχρέωση να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το συνολικό ποσό των 32.000.000 δραχμών, τμηματικά σε τέσσερις ισόποσες δόσεις των 8.000.000 δραχμών καθεμίας, της πρώτης καταβλητέας στις 28-10-1996 και των επόμενων τριών, μετά την πάροδο δύο μηνών από την καταβολή της προηγουμένης, αποδεχόμενος προς τούτο τέσσερις ισόποσες συναλλαγματικές, εκδόσεως του αναιρεσιβλήτου με ρήτρα "ουχί εις διαταγήν", χάριν εξοφλήσεως των απαιτήσεων του τελευταίου για όλες τις δικαστικές και εξώδικες ενέργειες του ως δικηγόρου που αφορούσαν υποθέσεις του ιδίου του αναιρεσείοντος, των αδελφών του Ζ και Θ, των ανωνύμων εταιρειών "ΑΤΕΡΜΩΝ ΑΕ", "ΗΧΟΠΛΑΣΤ ΑΕ" και "ΕΛΛΑΣ ΕΛΕΚΤΡΙΚ ΑΕ", οιωνδήποτε άλλων εταιρειών και κοινοπραξιών στις οποίες συμμετέχουν τα παραπάνω φυσικά ή νομικά πρόσωπα, καθώς και τις απαιτήσεις του για τις δικαστικές και εξώδικες ενέργειες, που αφορούσαν τον αποχαρακτηρισμό του παραπάνω ακινήτου ως δημόσιας δασικής έκτασης επί της συμφωνηθείσας εργολαβικής αμοιβής του, σε ποσοστό επί της αξίας του ακινήτου αυτού, β) ο αναιρεσίβλητος περιόρισε το ύψος της συμφωνηθείσας αμοιβής του, που αφορούσε την υπόθεση του αποχαρακτηρισμού του παραπάνω ακινήτου ως δημόσιας δασικής έκτασης και από το ποσό των 50.000.000 δραχμών, που αρχικά ζητούσε, δέχθηκε να του καταβληθεί τμηματικά το ποσό των 32.000.000 δραχμών, στο οποίο ποσό περιόρισε και τις τυχόν άλλες απαιτήσεις, που είχε από την παροχή των νομικών του υπηρεσιών στα προαναφερόμενα φυσικά και νομικά πρόσωπα, χωρίς να δικαιούται ούτε και να απαιτεί οποιαδήποτε αμοιβή στο μέλλον, για τις τυχόν δικαστικές ή εξώδικες ενέργειες στις οποίες θα προέβαινε, αναφορικά με το παραπάνω ακίνητο, εφόσον τέτοιες ενέργειες του εζητούντο μέχρι τη λήξη της τελευταίας συναλλαγματικής, ενώ εκ παραλλήλου ανέλαβε την υποχρέωση να παραιτηθεί από το δικόγραφο και το δικαίωμα της αίτησης λήψης ασφαλιστικών μέτρων κατά την ημέρα της συζητήσεώς της, δεδομένου ότι, με την εκ μέρους του αναιρεσείοντα ανάληψη της εκ των συναλλαγματικών υποχρεώσεως, επιλύθηκε συμβιβαστικά η αναφερόμενη στην αίτηση λήψεως ασφαλιστικών μέτρων διαφορά καθώς και κάθε άλλη διαφορά από την απασχόλησή του και γ) με την παράδοση των προαναφερόμενων τεσσάρων συναλλαγματικών θα επήρχετο απόσβεση όλων των απαιτήσεων του αναιρεσιβλήτου κατά όλων των παραπάνω φυσικών ή νομικών προσώπων, πλην του αναιρεσείοντα, για το οποίο τέτοια απόσβεση θα αποτελούσε η πληρωμή των τεσσάρων συναλλαγματικών.

Σε εκτέλεση της συμφωνίας αυτής ο αναιρεσίβλητος στις 14-2-1995 εξέδωσε τέσσερις συναλλαγματικές με ρήτρα "ουχί εις διαταγήν", ποσού 8.000.000 δραχμών της καθεμίας, λήξεως στις 28-10-1996, 28-12-1996, 28-2-1997 και 28-4-1997 αντιστοίχως, τις όποιες και αποδέχθηκε ο αναιρεσείων, την ίδια ημέρα υπογράφηκε από τους διαδίκους η από 14-2-1995 έγγραφη απόδειξη παραλαβής των συναλλαγματικών από τον εναγόμενο, στην οποία καταχωρήθηκε συνάμα και η ως άνω συμβιβαστικού χαρακτήρα συμφωνία των διαδίκων, ενώ ο αναιρεσίβλητος στις 21-2-1995, οπότε είχε προσδιορισθεί η συζήτηση της αίτησής του λήψεως ασφαλιστικών μέτρων στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών παραιτήθηκε, ανταποκρινόμενος στην προαναφερόμενη υπόσχεσή του, από το δικόγραφο και το δικαίωμα της αίτησης αυτής.

Έκρινε δε το Εφετείο ότι η προαναφερόμενη συμφωνία των διαδίκων, ερμηνευόμενη κατά τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ προς αναζήτηση της αληθινής βουλήσεως των συμβαλλομένων διαδίκων, σύμφωνα δηλαδή με την καλή πίστη και λαμβανομένων υπόψη των συναλλακτικών ηθών, δεν αποτελούσε αιτιώδη αναγνώριση χρέους εκ μέρους του αναιρεσείοντα, αλλά αποτελούσε σύμβαση εξώδικου συμβιβασμού και μάλιστα, στη συγκεκριμένη περίπτωση, προκύπτει έστω και σιωπηρώς ότι συνέπεσαν απολύτως οι εκατέρωθεν δηλώσεις βουλήσεως των διαδίκων στο να δημιουργήσουν καινούργια σχέση καταργώντας την άνω παλαιά, αφού δηλαδή με τη συμφωνία αυτήν οι συμβαλλόμενοι διάδικοι εκδήλωσαν την πρόθεσή τους να διαλύσουν με αμοιβαίες υποχωρήσεις τους τη φιλονικία και την αβεβαιότητά τους, αναφορικά με τη γένεση, τη βασιμότητα και το ύψος της απαιτήσεως του αναιρεσιβλήτου δικηγόρου από τη συμφωνηθείσα δικηγορική αμοιβή του στην υπόθεση του αποχαρακτηρισμού του παραπάνω ακινήτου ως δημόσιας δασικής έκτασης, καθώς και των τυχόν άλλων αξιώσεων που διατηρούσε ο τελευταίος από την παροχή των νομικών του υπηρεσιών στα αναφερόμενα στη συμφωνία αυτή φυσικά και νομικά πρόσωπα.

Επομένως, ο αναφερόμενος στην αγωγή ισχυρισμός του αναιρεσείοντα περί ελλείψεως της αιτίας εκδόσεως των προαναφερόμενων τεσσάρων συναλλαγματικών δεν αποδείχθηκε αλλά αντίθετα αποδείχθηκε ότι η σύμβαση του εξώδικου αυτού συμβιβασμού αποτέλεσε την αιτία εκδόσεως των παραπάνω τεσσάρων συναλλαγματικών, με αποτέλεσμα να μην υφίσταται πλέον περιθώριο προβολής ενστάσεων από τη βασική σχέση κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, διότι την αιτία διατήρησης του τυχόν πλουτισμού αποτελεί η σύμβαση εξώδικου συμβιβασμού που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, καταλήγει το Εφετείο, η ένδικη αγωγή είναι κατά την κύρια βάση της ουσιαστικά αβάσιμη και απορριπτέα επικυρώνοντας έτσι την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως, Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 871 ΑΚ, ούτε στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση του νόμιμης βάσης ως προς την ύπαρξη θέλησης των μερών προς σύναψη σύμβασης συμβιβασμού και με αυτήν κατάργηση της παλαιάς ενοχής και δημιουργίας νέας τοιαύτης, αφού στο αιτιολογικό της αναφέρονται με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της θέλησης αυτής των διαδίκων μερών.

Περαιτέρω δε αναφέρονται στην προσβαλλόμενη απόφαση με σαφήνεια και πληρότητα, η έριδα μεταξύ των διαδίκων μερών, ως προς τις αξιώσεις του αναιρεσιβλήτου α)από παροχή νομικών υπηρεσιών προς τον αναιρεσείοντα, τους αδελφούς του και τις εταιρίες ΑΤΕΡΜΩΝ ΑΕ, ΗΧΟΠΛΑΣΤ ΑΕ και ΕΛΛΑΣ ΕΛΕΚΡΙΚ ΑΕ και β) για δικαστικές και εξώδικες ενέργειες προς αποχαρακτηρισμό του περιγραφόμενου σε αυτήν (προσβαλλόμενη) ακινήτου του αναιρεσείοντα ως δημόσιας έκτασης οι εκατέρωθεν απαιτήσεις των οποίων επιδιώχθηκε η κατάργηση με τον συμβιβασμό, το συνολικό ύψος των αμοιβών του αναιρεσιβλήτου για τις προαναφερθείσες νομικές υπηρεσίες και οι υποχωρήσεις στις οποίες προέβησαν οι διάδικοι για την επίτευξη του συμβιβασμού.

Δεν ήταν δε αναγκαία και η αναφορά της ειδικότερης αιτίας γέννησης κάθε μίας από τις νομικές αυτές υπηρεσίες. Επομένως ο μοναδικός λόγος του κυρίου δικογράφου αναίρεσης και οι πρώτος έως και τρίτος λόγοι του δικογράφου των προσθέτων, με τους οποίους, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔικ προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης λόγω μη αναφοράς σε αυτή των παραπάνω στοιχείων συμβιβασμού, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Η ενοχή από τη συναλλαγματική είναι μεν αναιτιώδης, υπό την έννοια ότι η αιτία, η οποία έδωσε αφορμή για την έκδοσή της, δεν αποτελεί, κατ' αρχήν προϋπόθεση του κύρους της, ο εναγόμενος, όμως, εκ συναλλαγματικής οφειλέτης για την πληρωμή του ποσού αυτής και ειδικώς ο αποδέκτης μπορεί να αποκαλύψει την αιτιώδη σχέση (υποκείμενη αιτία), η οποία τον συνδέει με τον εκδότη της συναλλαγματικής, αντιτάσσοντας κατ' αυτού την ένσταση ότι δεν υπάρχει υποκειμένη αίτια για την έκδοσή της ή ότι εκείνη που υπάρχει είναι παράνομη ή ανήθικη ή έχει λήξει ή δεν επακολούθησε, οπότε, αν αποδειχθεί η ένσταση αυτή, καθίσταται ανενεργός η αξίωση από τη συναλλαγματική (ΑΠ 904/2006, ΑΠ 903/2006).

Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17 του ν. 5325/1932, 22 του ν. 5960/1933, 904 του ΑΚ και 70 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι, ο φερόμενος ως εκ συναλλαγματικής ή τραπεζικής επιταγής οφειλέτης, εγείροντας αγωγή κατά του κομιστή του αξιόγραφου, με αίτημα την αναγνώριση ότι δεν οφείλει να πληρώσει σ' αυτόν το αναφερόμενο στο αξιόγραφο ποσό, μπορεί, αποκαλύπτοντας τη μεταξύ αυτού και του εναγομένου αιτιώδη σχέση, να στηρίξει την αγωγή στο γεγονός ότι, με την εκ μέρους του ανάληψη της ως άνω υποχρεώσεως ο εναγόμενος κατέστη πλουσιότερος από την περιουσία εκείνου χωρίς νόμιμη αιτία, βαρύνεται δε τότε κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 216 παρ. 1α, 335 και 338 παρ.1 του ΚΠολΔ, με την απόδειξη των πραγματικών γεγονότων που στοιχειοθετούν την αγωγική αυτή βάση.

Στην περίπτωση αυτή ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι συνέτρεξε νόμιμη αιτία του πλουτισμού του από την περιουσία του αντιδίκου του (όπως η ύπαρξη σχετικής συμφωνίας), αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής. (ΑΠ 417/2000). Τέτοια αιτιολογημένη άρνηση αποτελεί και ο ισχυρισμός του εναγομένου ότι η αιτία εκδόσεως των προαναφερόμενων αξιόγραφων αποτελεί σύμβαση εξώδικου συμβιβασμού που καταρτίσθηκε μεταξύ αυτού και του εκ συναλλαγματικής ή τραπεζικής επιταγής οφειλέτη.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε ότι ο αναιρεσίβλητος προς αντίκρουση της αγωγής ισχυρίσθηκε πρωτοδίκως ότι συνέτρεξε νόμιμη αίτια του πλουτισμού του αναιρεσείοντα με την από αυτόν ανάληψη της εκ των επιδίκων συναλλαγματικών υποχρεώσεως συνολικού ποσού 32.000.000 δραχμών, καθόσον υπήρχε σχετική συμφωνία εργολαβίας δίκης μεταξύ αφενός αυτού και αφετέρου του αναιρεσείοντα και του αδελφού του Ζ και ότι για τις αξιώσεις του από τη σύμβαση αυτή, συνολικού ύψους 50.000.000 δραχμών, επήλθε συμβιβασμός για το ποσό των 32.000.000 δραχμών για το οποίο ποσό εκδόθηκαν οι παραπάνω τέσσερις συναλλαγματικές και αποδέχθηκε ο αναιρεσείων.

Έκρινε δε το Εφετείο ότι ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσιβλήτου αποτελούσε αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και όχι ένσταση, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων έφερε το βάρος της απόδειξης της ελλείψεως αιτίας για την έκδοση και αποδοχή των παραπάνω τεσσάρων συναλλαγματικών και ότι το τελευταίο αυτό θέμα απόδειξης, που βάρυνε τον αναιρεσείοντα εμπεριεχόταν στο θέμα αποδείξεως που τάχθηκε σε βάρος του με την προδικαστική απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, δηλαδή στο θέμα της απόδειξης της διαπραχθείσης εναντίον του απειλής από τον αναιρεσίβλητο.

Με τις σκέψεις δε αυτές απέρριψε ως αβάσιμους τους σχετικούς λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντα, με τους οποίους παραπονέθηκε ότι εσφαλμένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε ορισμένο και παραδεκτό τον ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου ότι συνέτρεξε νόμιμη αιτία του πλουτισμού του από την περιουσία του αναιρεσείοντα με την από αυτόν αποδοχή των επίμαχων συναλλαγματικών, μολονότι ο ισχυρισμός αυτός που αποτελούσε ένσταση, κατά την άποψη του αναιρεσείοντα, δεν προτάθηκε παραδεκτώς, στην πρωτόδικη δίκη.

Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο, το μεν έλαβε υπόψη και απέρριψε τον παραπάνω ισχυρισμό του αναιρεσείοντα για απαράδεκτο προβολής του προαναφερομένου αρνητικού ισχυρισμού του αναιρεσι-βλήτου, το δε δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει απαράδεκτο τον αρνητικό αυτό ισχυρισμό του αναιρεσι-βλήτου και ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 ΚΠολΔικ τέταρτος πρόσθετος λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, αφού επί αρνητικών της αγωγής ισχυρισμών δεν ιδρύονται οι από τις διατάξεις αυτές λόγοι αναιρέσεως, αλλά και ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-7-2008 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθ. 7914/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και τους από 18-2-2010 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Απριλίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 30 Ιουνίου 2010.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ