Legislator Case Law & Legislation
1306/2008 AI generated

1306/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1306/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1306/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. δ', 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1306 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1306/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2) Χ2 και 3) Χ3, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Μόσχο.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τεχνικής, εμπορικής και βιομηχανικής εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑ ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ΟΛΥΜΠΙΑ ΕΛΛΑΣ ΑΤΕΒΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ζαχαρία Παπαδόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-3-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 29-11-2004 προσεπίκληση - αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2238/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 2830/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-10-2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη, διάβασε την από 21-4-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ο πρώτος λόγος αναιρέσεως και να γίνει δεκτός ο δεύτερος. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 671 παρ. 1 εδ. 3 Κ.Πολ.Δ που εφαρμόζεται και στην κατ` έφεση δίκη (άρθρ. 674 παρ. 2 ΚΠολΔ), ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκου ή συμβολαιογράφου λαμβάνονται υπόψη μόνο αν έγιναν ύστερα από προηγούμενη κλήτευση του αντιδίκου, πριν από είκοσι τέσσερις τουλάχιστον ώρες. Από τη διάταξη αυτή που αναφέρεται στα αποδεικτικά μέσα που λαμβάνονται υπόψη κατά τη διαδικασία των άρθρων 664-676 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η ένορκη βεβαίωση αποτελεί διαφορετικό αποδεικτικό μέσο από τους μάρτυρες ή από τα έγγραφα.

Γι` αυτό όταν προσκομίζεται τέτοιο αποδεικτικό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, πρέπει ειδικώς να αναφέρεται στην απόφασή του ότι αυτό έχει ληφθεί υπόψη. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν.

Κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ. δ', 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του. Μπορεί δε η επίκληση αυτή να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προτάσεων προηγούμενης συζητήσεως, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου, κατ' ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 240 ΚΠολΔ.

Η διάταξη αυτή αναφέρεται στον τρόπο επαναφοράς "ισχυρισμών" έχει όμως εφαρμογή και για την επίκληση αποδεικτικών μέσων. Δεν είναι συνεπώς νόμιμη η κατ' έφεση επίκληση εγγράφου, προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, όταν στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου περιέχεται γενική μόνον αναφορά σε όλα τα έγγραφα τα οποία ο διάδικος είχε επικαλεσθεί και προσαγάγει πρωτοδίκως, χωρίς παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των επανυποβαλλομένων πρωτόδικων προτάσεων, όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου (Ολ.

ΑΠ 9/2000, 14/2005). Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 του Κ.Πολ.Δ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τις αναφερόμενες υπ' αριθμ. 16.070-16.067/22-3-2005 και 17.390/15-12-2004 ένορκες βεβαιώσεις των ...., .... και ..... αντίστοιχα, τις οποίες είχε προσκομίσει και επικαλεστεί με τις προτάσεις του ενώπιον του.

Όμως όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσειόντων ενώπιον του Εφετείου, κατά τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, των ενόρκων αυτών βεβαιώσεων δεν είχε γίνει ειδική επίκληση και προσκομιδή από τους αναιρεσείοντες. Το γεγονός δε ότι με τις προτάσεις τους αυτές, απλώς επικαλέστηκαν τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου προτάσεις (με τις οποίες κατά τα αναφερόμενα στον κρινόμενο λόγο εφέσεως γινόταν επίκληση των εν λόγω ενόρκων βεβαιώσεων) ως αναπόσπαστο τμήμα των ενώπιον του Εφετείου προτάσεων, χωρίς όμως να γίνεται παραπομπή σε συγκεκριμένα μέρη των προτάσεων αυτών, όπου περιέχεται σαφής και ορισμένη επίκληση των πιο πάνω αποδεικτικών εγγράφων, δεν συνιστά νόμιμη επίκληση αυτών και ως εκ τούτου το Εφετείο το οποίο δεν έλαβε υπόψη τις παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 11 του Κ.Πολ.Δ.

και απορριπτέος ως αβάσιμος είναι ο αντίθετος πρώτος λόγος της αναιρέσεως.

ΙΙ. Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περ. γ' του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια αυτής της διάταξης, νοείται αφενός μεν κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, δηλαδή κάθε αίτηση με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής και η οποία δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης, τέτοια δε αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, κάθε ενδίκου μέσου, της ανακοπής, της τριτανακοπής, όχι όμως και εκείνη της ένστασης, της αντένστασης και γενικά εκείνη της απόφανσης πάνω σε κάθε άλλου είδους "πράγματα" υπό την έννοια του άρθρου 559 αρ. 8 του Κ.Πολ.Δ., Με το δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αρ. 9 του Κ.Πολ.Δ., δεδομένου ότι αντιπαρήλθε σιωπηρώς το αίτημα των δύο πρώτων αναιρεσειόντων για επιδίκαση αποδοχών και επιδόματος αδείας για το έτος 2003.

Ο λόγος αυτός είναι βάσιμος, αφού όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, οι δύο πρώτοι ενάγοντες (αναιρεσείοντες) μεταξύ των άλλων αξιώσεων τους, ζητούσαν να επιδικαστεί στον καθένα από αυτούς το ποσό των 3.377,04 ευρώ ως αποδοχές αδείας και το ποσό των 1.688,52 ευρώ ως επίδομα αδείας για το έτος 2003.

Όμως το Εφετείο, το οποίο εξαφάνισε ενόλω την πρωτόδικη απόφαση και δίκασε εκ νέου την αγωγή άφησε αδίκαστη την εν λόγω αίτηση, δεδομένου ότι τόσο στο αιτιολογικό, όσο και στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ουδόλως γίνεται μνεία για τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα ή μη, των εν λόγω αυτοτελών αιτήσεων των πιο πάνω αναιρεσειόντων Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως αληθώς από το άρθρο 559 αρ. 9 του Κ.Πολ.Δ.

και όχι και από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Μετά από αυτά, πρέπει κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τους πρώτο και δεύτερο εκ των αναιρεσειόντων και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που την εξέδωσε, αφού είναι δυνατή η συγκρότηση του από άλλους δικαστές, μόνο για το κεφάλαιο της αγωγής που αφορά την τις αποδοχές και το επίδομα αδείας για το έτος 2003 των πιο πάνω αναιρεσειόντων και να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως ως προς τον τρίτο αναιρεσείοντα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-10-2007 αίτηση του Χ3 για αναίρεση της 2830/2007 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον πιο πάνω αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης την οποία ορίζει στο ποσό των επτακοσίων (700) ευρώ.

Αναιρεί εν μέρει την 2830/2007 απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς του δύο πρώτους εκ των αναιρεσειόντων, Χ1 και Χ2, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο της αγωγής.

Παραπέμπει την υπόθεση προς εκ νέου εκδίκαση κατά το άνω κεφάλαιο στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των δύο πρώτων αναιρεσειόντων την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων πεντακοσίων (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Ιουνίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ