Legislator Case Law & Legislation
1305/2025 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against second defendant's liability, remands case for retrial on contributory negligence.

Case Number 1305/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal regarding the second defendant, Multipart, but allowed the appeal against the first defendant, A.T. of V., finding the lower court's reasoning insufficient. The court held that the first defendant's liability for the accident and the second defendant's contributory negligence required further examination. Consequently, the case was remanded for retrial on these specific issues while the appellant was ordered to pay costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 108, 110, 498, 568, 576, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially allow an appeal when the lower court fails to adequately address substantive issues of liability and contributory negligence, remanding the case for further examination while dismissing other grounds.

Keywords

AI generated
contributory negligence partial appeal allowance remittal for retrial insufficient reasoning joint liability civil procedure code costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Articles 108, 110, 498, 568, 576, 580 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 180 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1305 / 2025 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1305/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Αριστείδη Βαγγελάτο, Προεδρεύοντα Αντιπρόεδρο (σύμφωνα με την 187/2024 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου Δήμητρας Ζώη), Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Βάϊα Ζαρχανή, Παρασκευή Γρίβα και Στυλιανό Κακαβιά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 1 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Β. ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΝΕΛΚΥΣΤΗΡΩΝ" και τον δ.τ. "Β. Α.Τ.Ε.Α.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στον Πειραιά και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Βασιλικής Τσίνα, η οποία κατέθεσε προτάσεις καθώς και προτάσεις κατέθεσε ο πληρεξούσιος δικηγόρος που δεν παραστάθηκε, Αλέξανδρος Κατσιφός.

Των αναιρεσίβλητων: 1)A. T. του V., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Γεωργίου Λουκέρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, 2) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "MULTIPART ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το δ.τ. "MULTIPART Α.Ε." που εδρεύει στην Ελευσίνα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε και 3) της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "GENERALI HELLAS ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αθανάσιου Λάμπρου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-5-2018 αγωγή του 1ου ήδη αναιρεσίβλητου, την από 13-9-2018 ανακοίνωση-προσεπίκληση-παρεμπίπτουσα αγωγή της 2ης ήδη αναιρεσίβλητης, καθώς και την από 19-9-2018 πρόσθετη παρέμβαση της 3ης ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1674/2019 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεων, η 1004/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 28-6-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Στυλιανός Κακαβιάς. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 και 576 παρ. 1-3 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ` αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και, αν μεν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή όχι της ερημοδικίας του απολειπόμενου διαδίκου, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήση, εκτός αν πρόκειται για απλή ομοδικία, οπότε κατά το άρθρο 576 παρ. 3 του ΚΠολΔ, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί παραδεκτά, ως προς όσους από τους διαδίκους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν νόμιμα κλητευθεί, ενώ κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΑΠ 1878/2023, 638/2018).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 εδ. γ' και δ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδάφ. β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως ή εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσης του κατά την αρχική δικάσιμο (ΑΠ 310/2024, 500/2022, 638/2018, 458/2015).

Εξάλλου, αν ο μη εμφανισθείς διάδικος είναι αναιρεσίβλητος, δεν αρκεί για το νόμιμο της κλήτευσής του η προς αυτόν επίδοση μόνο της κλήσεως προς συζήτηση, αλλ' απαιτείται να του έχει επιδοθεί και αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης (ΑΠ 992/2022, 1021/2021).

Στην προκείμενη περίπτωση τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης επισπεύδει ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων, ARIAN TOPI του VLADIMERI. Η συζήτηση, δε, της, κρινόμενης αίτησης αναίρεσης προσδιορίστηκε αρχικώς για τις 5.12.2023 και ακολούθως, μετά από αναβολή, για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή αυτής της απόφασης, δηλαδή για την 1.10.2024.

Τόσο κατά την αρχική δικάσιμο όσο και κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε μετ' αναβολή για τη συζήτηση αυτής της αίτησης αναίρεσης, οπότε η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα από τη σειρά της στο πινάκιο, η δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "MULTIPART ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (και τον δ.τ. "MULTIPART A.E."), δεν εμφανίστηκε ούτε και εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ούτε υποβλήθηκε ως προς αυτήν η από το άρθρο 242 ΚΠολΔ σχετική δήλωση, ενώ παρέστησαν η αναιρεσείουσα εταιρεία και οι λοιποί αναιρεσίβλητοι, ήτοι ο επισπεύδων τη συζήτηση - πρώτος των αναιρεσιβλήτων, A.

T. του V.", και η τρίτη των αναιρεσιβλήτων, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "GENERALI HELLAS ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ". Από τα στοιχεία όμως της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται ότι η απολειπόμενη δεύτερη αναιρεσίβλητη κλητεύθηκε να παραστεί κατά την αρχική δικάσιμο της 5.12.2023 και, συνεπώς, η κατά τη δικάσιμο αυτή αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή αυτής της απόφασης (1.10.2024) δεν ισχύει ως κλήτευση της απολειπόμενης εταιρείας.

Επομένως, εφόσον η άνω απολειπόμενη δεύτερη αναιρεσίβλητη δεν επέσπευσε νομίμως τη συζήτηση αυτής της αίτησης αναίρεσης ούτε κλητεύθηκε νομίμως κατά τη συζήτηση αυτής, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτήν, η οποία συνδέεται με σχέση απλής ομοδικίας με τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, ενώ για τους παριστάμενους προσηκόντως λοιπούς αναιρεσιβλήτους πρέπει ο Άρειος Πάγος να χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης. 2.

Από τις διατάξεις των άρθρων 558 και 566 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται εναντίον εκείνων, οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη στην οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και αντίδικοι του αναιρεσείοντος, και μάλιστα όχι εναντίον όλων αυτών, αλλά μόνον εναντίον εκείνων από αυτούς οι οποίοι νίκησαν και από τους οποίους επιδιώκεται με αυτήν και είναι δυνατή με βάση τις επικαλούμενες πλημμέλειές της η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 74/2024, 57/2023, 932/2018).

Έτσι, ο εκκαλών του οποίου απορρίφθηκε η έφεση και, συνεπώς, ηττήθηκε, θα απευθύνει την αίτηση αναίρεσης κατά των εφεσίβλητων στη δίκη στην οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και μόνο κατ' εκείνων ως προς τους οποίους έχει έννομο συμφέρον να εξαφανιστεί αυτή (ΑΠ 941/2022, 932/2018).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 566 παρ. 1 ΚΠολΔ, το έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τα άρθρα 118 έως 120 και να αναφέρει, εκτός άλλων, και τους λόγους της αναίρεσης. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης πρέπει να αναγράφεται ένας τουλάχιστον λόγος αναίρεσης από εκείνους που περιοριστικά αναφέρονται στο άρθρο 559 ΚΠολΔ και να καθορίζονται σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν το σφάλμα που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 286/2023, 941/2022, 932/2018, 290/2017). Αν η αναίρεση δεν περιέχει τουλάχιστον έναν τέτοιο λόγο, το αναιρετήριο είναι αόριστο και ως εκ τούτου απαράδεκτο και απορριπτέο και αυτεπαγγέλτως (ΑΠ 286/2023, 1660/2022, 932/2018). Επίσης στην περίπτωση που η αναίρεση στρέφεται κατά περισσότερων αναιρεσιβλήτων και οι προτεινόμενοι λόγοι δεν αφορούν κάποιον αναιρεσίβλητο, η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη ως προς αυτόν που οι λόγοι δεν αρμόζουν στο πρόσωπό του, αφού δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί η απόφαση ως προς αυτόν και αν ακόμη ευδοκιμήσουν οι προταθέντες λόγοι (ΑΠ 1144/2021, 932/2018, 47/2016).

Στην συγκεκριμένη περίπτωση με την ένδικη από 28.6.2022 (με αριθ. εκθ. 5281/589/5.7.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 1004/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την απόφαση αυτή εξέδωσε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο συνδεκδικάζοντας την από 27.11.2019 (με αριθ. καταθ. 104353/8262/2019) έφεση της ήδη αναιρεσείουσας, την από 27.11.2019 (με αριθ.

καταθ. 10492/8249/2019) έφεση της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων και την από 20.2.2020 (με αριθ. καταθ. 16647/1181/2020) έφεση της τρίτης των αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθ. 1674/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 14.5.2018 (με αριθ. 46573/1473/2018) αγωγής του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή του τελευταίου για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση εξαιτίας εργατικού ατυχήματος κατά της πρώτης αναιρεσπιείουσας, επιχείρησης κατασκευής, εμπορίας και συντήρησης ανελκυστήρων, και κατά της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων, εργοδότριαας του ενάγοντος, και με την οποία, ειδικότερα, επιδικάστηκαν σε βάρος της αναιρεσείουσας και της δεύτερης των αναιρεσιβλήτων ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των ογδόντα χιλιάδων (80.000) ευρώ και ως αποζημίωση τα κατά περίπτωση αναφερόμενα χρηματικά ποσά, νομιμοτόκως.

Επίσης, στην πρωτοβάθμια δίκη και κατόπιν της ασκήσεως εκ μέρους της πρώτης εναγόμενης και ήδη δεύτερης αναιρεσίβλητης (εργοδότριας) προσεπικλήσεως - παρεμπίπτουσας αγωγής κατά της νυν τρίτης αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας η τελευταία άσκησε πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της πρώτης εναγομένης. Με τη δε ως άνω πρωτόδικη απόφαση έγινε δεκτή εν μέρει η παρεμπίπτουσα αγωγή και υποχρεώθηκε η παρεμπιπτόντως εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία να καταβάλει στην παρεμπιπτόντως ενάγουσα-πρώτη εναγόμενη της κύριας αγωγής το ποσό των ογδόντα χιλιάδων (80.000) ευρώ, νομιμοτόκως.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών έγιναν τυπικά δεκτές και απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν οι εφέσεις της δεύτερης και της τρίτης των αναιρεσιβλήτων κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης, ενώ έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η έφεση της δεύτερης των εναγομένων και ήδη αναιρεσείουσας κατά της ίδιας πρωτόδικης απόφασης, κατά το μέρος που στρεφόταν κατά του πρώτου των αναιρεσιβλήτων και απορρίφθηκε τυπικά η έφεση της αναιρεσείουσας κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της δεύτερης και της τρίτης των αναιρεσιβλήτων.

Ειδικότερα, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η έφεση της αναιρεσείουσας καθ' ό μέρος στρεφόταν κατά των νυν δεύτερης και τρίτης των αναιρεσιβλήτων (εργοδότριας και ασφαλιστικής εταιρείας), απορρίφθηκε ως απαράδεκτη, ως στρεφόμενη κατά της ομοδίκου της πρώτης των εναγομένων (εργοδότριας) και της υπέρ αυτής προσθέτως παρεμβάσας, που δεν τελούσαν σε αντιδικία με αυτήν, επιπροσθέτως δε και επειδή ούτε η εκκαλούσα επικαλείτο με την έφεσή της αυτή ούτε η πρωτόδικη - εκκαλουμένη απόφαση περιείχε κάποια διάταξη επιβλαβή για την ίδια και υπέρ των εν λόγω εφεσιβλήτων.

Η ένδικη αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, διότι κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 5.7.2022 και η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, της οποίας δεν προκύπτει η επίδοση, δημοσιεύθηκε στις 28.2.2022, δηλαδή κατατέθηκε εντός της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο (2) ετών (άρθρα 552, 553, 556, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1, 144 και 145 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ), καθ' ο μέρος στρέφεται κατά του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, A. T. του V., και πρέπει, κατά το μέρος της αυτό, να ερευνηθεί, περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Αντιθέτως, καθό μέρος στρέφεται κατά της τρίτης των αναιρεσιβλήτων, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "GENERALLI HELLAS ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η αίτηση αναίρεσης είναι απαράδεκτη, σύμφωνα με όσα στις αμέσως προηγηθείσες νομικές σκέψεις εκτίθενται, διότι ναι μεν, έναντι της συγκεκριμένης αναιρεσίβλητης η αναιρεσείουσα ηττήθηκε στη δευτεροβάθμια δίκη, κατά τα άνω εκτιθέμενα, όμως ως προς την ίδια αναιρεσίβλητη δεν περιέχεται στο αναιρετήριο κάποιος λόγος, ακόμη και απαράδεκτος ή αόριστος ή και αβάσιμος (που να μπορεί να υπαχθεί στο άρθρο 559 ΚΠολΔ), με τον οποίο να βάλλεται η προσβαλλόμενη απόφαση που απέρριψε τυπικά την έφεση της νυν αναιρεσείουσας κατά της εν λόγω αναιρεσίβλητης (ΑΠ 932/2018, 612/2017, 1510/2017).

Επιπροσθέτως, με τους ως άνω λόγους αναίρεσης δεν διατυπώνονται αιτιάσεις που να αφορούν την τρίτη των αναιρεσιβλήτων, και ως εκ τούτου δεν είναι δυνατόν να αναιρεθεί η απόφαση ως προς αυτήν, ακόμη και αν οι λόγοι αυτοί ευδοκιμήσουν. Άλλωστε, ενόψει της αιτίας για την οποία κατά τα ανωτέρω απορρίφθηκε η έφεση της αναιρεσείσουσας κατά της τρίτης των αναιρεσιβλήτων, αυτή δεν θα είχε έννομο συμφέρον να εξαφανιστεί η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την εν λόγω αναιρεσίβλητη (βλ.

και ΑΠ 1314/2021).

Συνεπώς, καθ' ο μέρος στρέφεται κατά της τρίτης των αναιρεσιβλήτων, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, κατά παραδοχή και του οικείου, περί απαραδέκτου ως προς την ίδια της αίτησης αναίρεσης, ισχυρισμού της τελευταίας, ο οποίος περιέχεται στις από 10.9.2024 προτάσεις της, που κατατέθηκαν στις 10.9.2024 [δηλαδή είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο (άρθρ. 570 παρ. 1 ΚΠολΔ)].

Η δε αναιρεσείουσα πρέπει να καταδικαστεί, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της τρίτης των αναιρεσιβλήτων, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος της τελευταίας, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό (άρθρ. 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ). 3. Από την επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτουν τα εξής :

Ο ενάγων και ήδη πρώτος των αναιρεσιβλήτων με την από 14.5.2018 (με αρ. εκθ. κατ. 46573/1473/2018) αγωγή του ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξέθεσε ότι, στις 13.4.2016, ενώ εργαζόταν στην πρώτη των εναγομένων και ήδη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων ανώνυμη εταιρία, και δη στην αποθήκη της επιχείρησης της τελευταίας, όταν εισήλθε στο χρησιμοποιούμενο στο χώρο αυτό αναβατόριο - ελκυστήρα, συνέβη εργατικό ατύχημα με αιφνιδιαστική πτώση του εν λόγω μηχανήματος από τον πρώτο όροφο στο ισόγειο και πρόσκρουσή του στο δάπεδο της αποθήκης, εξαιτίας του οποίου ο ίδιος, τραυματίστηκε, σύμφωνα με όσα ειδικότερα περιγράφονται.

Ότι για το ατύχημα αυτό και τον συνακόλουθο τραυματισμό του ευθύνονται, για τους λόγους που ειδικότερα στην αγωγή ιστορούνται, η άνω εργοδότριά του εταιρία καθώς και η δεύτερη των εναγομένων και ήδη αναιρεσείουσα εταιρία, που είναι επιχείρηση κατασκευής, εμπορίας και συντήρησης ανελκυστήρων και είχε αναλάβει την τοποθέτηση και συντήρηση των ανελκυστήρων στις εγκαταστάσεις της πρώτης εναγομένης.

Ζήτησε, δε, να αναγνωριστεί η υποχρέωση των εναγομένων εταιριών προς αποζημίωση και χρηματική ικανοποίησή του λόγω ηθικής βλάβης, σύμφωνα με τα κατά περίπτωση αναγνωριστικά και καταψηφιστικά αιτήματά του, ευθυνομένων αυτών (εναγομένων), κατά την προσδιοριζόμενη στην αγωγή έκταση, και αλληλεγγύως και εις ολόκληρον.

Επί της αγωγής αυτής, κατά τα ανωτέρω αναφερόμενα, εκδόθηκαν, σε πρώτο βαθμό η υπ' αριθ. 1674/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και, ύστερα από άσκηση των άνω εφέσεων που ασκήθηκαν κατ' αυτής, η αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθ. 1004/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία οι εφέσεις απορρίφθηκαν. 4.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία είναι: α)η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η δέουσα στις συναλλαγές προσοχή και επιμέλεια, που κάθε συνετός άνθρωπος, κατά κρίση αντικειμενική, όφειλε και μπορούσε, κάτω από τις συγκεκριμένες περιστάσεις, να καταβάλει, β)το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτών.

Η παράνομη, έναντι του ζημιωθέντος, συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση, ο υπαίτιος ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει, η υποχρέωσή του δε αυτή σε πράξη μπορεί να επιβάλλεται από δικαιοπραξία, από το νόμο ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, και γ)η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης και της επελθούσας ζημίας.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), ικανή (πρόσφορη) και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα, το οποίο και πράγματι επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΑΠ 1131/2023, 1564/2017, 683/2013).

Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, καταρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 ΑΚ.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν, αντικειμενικώς, ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας, στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας (ΑΠ 1131/2023, 1060/2020).

Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι, στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη πράγματι αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος περί του ότι, δηλαδή, το ζημιογόνο γεγονός, σε σχέση με τη ζημία, βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1131/2023, 367/2020, 1787/2014).

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση το δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος, κατά την επέλευση της ζημίας ή την έκτασή της (το οποίο πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, μαζί με τα άλλα στοιχεία, για τον προσδιορισμό του ύψους της "εύλογης" χρηματικής ικανοποίησης), δηλαδή ως προς το αν τα περιστατικά που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανέλεγκτα, ως αποδειχθέντα, συγκροτούν ή όχι την έννοια της συνυπαιτιότητας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1131/2023, 252/2020, 160/2021, 188/2015).

Ειδικότερα, ελέγχεται αναιρετικά η κρίση του δικαστηρίου για το αν τα πραγματικά περιστατικά που το δικαστήριο δέχεται, ανέλεγκτα, ότι αποδείχθηκαν, καθεαυτά αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας, συγκροτούν ή όχι την έννοια της υπαιτιότητας ή συνυπαιτιότητας (ΑΠ 1131/2023, 213/2017). Εκφεύγει, όμως, του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προ το βαθμό, τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 1131/2023, 551/2020, 1176/2019).

Τέλος, από τις ως άνω διατάξεις του ΑΚ προκύπτει ότι, εάν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος ή τρίτου, δεν οφείλεται σε αυτόν αποζημίωση και, συνακόλουθα, χρηματική ικανοποίηση προς αποκατάσταση της ηθικής του βλάβης, ενώ, εάν διαπιστωθεί συντρέχον πταίσμα του παθόντος στην πρόκληση της ζημίας ή την έκτασή της, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής (ΑΠ 1131/2023, 600/2020, 1389/2018).

Περαιτέρω, κατ' άρθρο 1 παρ. 2 του Π.Δ. 57/2010 ("Μηχανήματα - εξάλειψη των κινδύνων από τη χρήση αυτών: Προσαρμογή Οδηγ. 2006/42"), σκοπός του οποίου είναι η προσαρμογή της Ελληνικής Νομοθεσίας προς την οδηγία του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και Συμβουλίου 2006/42/ΕΚ/175.2006 "σχετικά με τα μηχανήματα και την τροποποίηση της οδηγίας 95/16/ΕΚ" (ΕΕ L157/24 της 9.6.2006), για την εξάλειψη και ελαχιστοποίηση των κινδύνων από τη χρήση αυτών (παρ. 1), "2.

Το παρόν εφαρμόζεται στα ακόλουθα προϊόντα: α)μηχανήματα ....δ)ανυψωτικά μηχανήματα...". Κατ' άρθρο 4 παρ. 1 του ιδίου Π.Δ. "Τα μηχανήματα επιτρέπεται να διατίθενται στην αγορά ή/και να αρχίζουν να χρησιμοποιούνται μόνον αν συμμορφώνονται προς τις σχετικές διατάξεις του παρόντος και δεν θέτουν σε κίνδυνο την υγεία και την ασφάλεια των προσώπων .....

εφόσον εγκαθίστανται και συντηρούνται καταλλήλως και χρησιμοποιούνται σύμφωνα με τον προορισμό τους ή υπό ευλόγως προβλέψιμες συνθήκες", ενώ σύμφωνα με το άρθρο 22 ("Παραρτήματα της Οδηγίας"), με το οποίο προσαρτώνται και αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του Π.Δ. τα παραρτήματα της Οδηγίας 2006/42/ΕΚ, και δη κατά τα οριζόμενα στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ 1, "ΓΕΝΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ 1..... 2.

Οι υποχρεώσεις που θεσπίζονται από τις βασικές απαιτήσεις υγείας και ασφάλειας εφαρμόζονται μόνον όταν ο αντίστοιχος κίνδυνος υφίσταται για το συγκεκριμένο μηχάνημα όταν αυτό χρησιμοποιείται υπό τις συνθήκες που προβλέπονται από τον κατασκευαστή ή τον εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπό του, αλλά επίσης υπό προβλέψιμες μη κανονικές συνθήκες.

Εν πάση περιπτώσει, ισχύουν τόσο η αρχή της ενσωμάτωσης της ασφάλειας που μνημονεύεται στο σημείο 1.1.2 ....", ενώ περαιτέρω, όπως προβλέπεται στην παρ. 1.1.2. του ιδίου Παραρτήματος, "α)Το μηχάνημα πρέπει να σχεδιάζεται και να κατασκευάζεται έτσι ώστε να είναι κατάλληλο για την προβλεπόμενη λειτουργία του και να έχει εκ κατασκευής τη δυνατότητα να χρησιμοποιείται, να ρυθμίζεται και να συντηρείται χωρίς τα πρόσωπα να εκτίθενται σε κίνδυνο κατά την εκτέλεση των εν λόγω εργασιών υπό τις προβλεπόμενες συνθήκες, αλλά λαμβάνοντας επίσης υπόψη ευλόγως αναμενόμενη κακή του χρήση.

Τα λαμβανόμενα μέτρα πρέπει να έχουν ως στόχο την εξάλειψη του κινδύνου κατά την προβλεπόμενη διάρκεια ζωής του μηχανήματος ....". Στο πλαίσιο δε της παρ. 1.2.4. του Παραρτήματος Ι, που επιγράφεται "Διακοπή λειτουργίας", και δη κατά την παρ. 1.2.4.3., που αφορά σε "Διακοπή λειτουργίας σε περίπτωση ανάγκης", "Κάθε μηχάνημα πρέπει να είναι εξοπλισμένο με μία ή περισσότερες διατάξεις διακοπής της λειτουργίας σε περίπτωση ανάγκης, ώστε να μπορούν να αποφεύγονται επικείμενες ή εν εξελίξει επικίνδυνες καταστάσεις....Η εν λόγω διάταξη πρέπει: - ......- να διακόπτει την εγγενώς επικίνδυνη διαδικασία, στο μικρότερο δυνατό χρόνο, χωρίς να δημιουργούνται επιπλέον κίνδυνο - όπου απαιτείται, να ενεργοποιεί ή να επιτρέπει την ενεργοποίηση ορισμένων κινήσεων διασφάλισης ....Η δυνατότητα διακοπής της λειτουργίας σε περίπτωση ανάγκης πρέπει να είναι διαθέσιμη και λειτουργική πάντοτε, ανεξάρτητα του τρόπου λειτουργίας.

Οι διατάξεις διακοπής της λειτουργίας σε περίπτωση ανάγκης πρέπει να αποτελούν εφεδρείες άλλων μέτρων ασφαλείας και να μην τα υποκαθιστούν ......". Στη δε παρ. 1.3.3. του εν λόγω Παραρτήματος, που εντάσσεται στα μέτρα προστασίας έναντι των μηχανικών κινδύνων, ορίζεται ότι "Πρέπει να λαμβάνονται προφυλάξεις ώστε να αποφεύγονται κίνδυνοι από πτώσεις ....

αντικειμένων". Ακόμη, ειδικώς ως προς τα ανυψωτικά μηχανήματα, ορίζεται στην παρ. 4.3.3. ότι "......Τα μηχανήματα που προορίζονται αποκλειστικά για την ανύψωση φορτίων, που είναι εξοπλισμένα με φορέα φορτίου που επιτρέπουν την πρόσβαση προσώπων, πρέπει να φέρουν σαφή και ανεξίτηλη ένδειξη που να απαγορεύει την ανύψωση προσώπων.

Η ένδειξη αυτή πρέπει να είναι ορατή από όλα τα σημεία από όπου είναι δυνατή η πρόσβαση".. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ("έλλειψη αιτιολογίας") ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ("ανεπαρκής αιτιολογία") ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ("αντιφατική αιτιολογία") (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικώς, δε, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (ΟλΑΠ 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΟλΑΠ 1/1999, 24/1992, ΑΠ 1464/2022, ΑΠ 1283/2021).

Στην προκείμενη περίπτωση ειδικώς όσον αφορά την από 27.11.2019 (με αρ, εκθ. κατ. 104353/8362/2019) έφεση της δεύτερης των εναγομένων και ήδη αναιρεσείουσας, καθ' ο μέρος αυτή στρεφόταν κατά του ενάγοντος και ήδη πρώτου των αναιρεσιβλήτων, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο απορρίπτοντας αυτήν κατ' ουσίαν, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον για τον αναιρετικό έλεγχο τα εξής:

Ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος: ".....Δυνάμει έγκυρης συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας αορίστο[]υ χρόνου και ιδιωτικού δικαίου, που καταρτίστηκε στην Αθήνα στις 14-11-2016" (ενν. 14-11-2006) "μεταξύ του ενάγοντος (ήδη εφεσιβλήτου ....) ως εργαζόμενου και της ενταύθα εδρεύουσας πρώτης εναγόμενης εταιρείας (ήδη εκκαλούσα στην υπό στοιχείο Α' κρινόμενη έφεση και πρώτη εφεσίβλητη στην υπό στοιχείο Β' συνεδικαζόμενη κρινόμενη έφεση) η οποία δραστηριοποιείται στην εισαγωγή, εμπορία και διανομή ανταλλακτικών αυτοκινήτων και έχει τις αποθήκες της εγκατεστημένες στην Ελευσίνα, ο πρώτος προσλήφθηκε και έκτοτε εργάστηκε στη δεύτερη έναντι σταθερού μηνιαίου μισθού, προκειμένου να προσφέρει τις υπηρεσίες του στον προαναφερθέντα τόπο με κύριο αντικείμενο εργασίας τη διαχείριση, επιλογή, αφαίρεση, τοποθέτηση ή επανατοποθέτηση των ανταλλακτικών αυτοκινήτων είτε στους κατάλληλους φωριαμούς της αποθήκης, είτε στις παλέτες προκειμένου να μεταφερθούν για παράδοση, μαζί με το τροχήλατο επί του οποίου είχαν πρότερα αποτεθεί και να μεταφερθούν στο ισόγειο ή αντίστοιχα να μεταφερθούν με τον ίδιο τρόπο από το φορτηγό στους ορόφους και στη συνέχεια να τοποθετηθούν χειρονακτικά στα ράφια της αποθήκης.

Η εργασία αυτή απαιτούσε επίσης και την ανάγνωση κωδικών και αγγλικών όρων και περιγραφών από τα έγγραφα της εταιρείας και συνεπώς ο ενάγων αφενός έπρεπε να επιμελείται τη φόρτωση των παραγγελιών στο τροχήλατο αμαξίδιο μεταφοράς με τιμόνι ώστε αυτά να τοποθετηθούν σε υδραυλικό ανυψωτικό μηχανισμό (εφεξής αναβατόριο), που λειτουργούσε εντός των κτιριακών εγκαταστάσεων της αποθήκης της πρώτης εναγομένης και αφετέρου να προβαίνει στην ανάγνωση των συνταχθέντων στην αγγλική γλώσσα παραγγελιών, επίσης να εντοπίζει και να κάνει επαλήθευση της ποσότητας και ταυτότητας εκάστης παραγγελίας και συγχρόνως να εξασφαλίζει τη μεγαλύτερη δυνατή ταχύτητα χωρίς λάθη στην εργασία του, στην οποία ευχερώς ανταποκρινόταν καθόσον τυγχάνει απόφοιτος ελληνικού σχολείου και ιδιωτικού κολλεγίου διοίκησης επιχειρήσεων γνωρίζοντας ευχερώς την Αγγλική γλώσσα σε επίπεδο Β2 Cambridge.

Η πρώτη εναγομένη προκειμένου να μεταφέρονται φορτία και εμπορεύματα από το ισόγειο στα λοιπά επίπεδα της αποθήκης είχε εγκαταστήσει σε αυτήν υδραυλικό ανυψωτικό μηχάνημα εμπορευμάτων και φορτίων, ήτοι αναβατόριο εμπορευμάτων τύπου OMER MONO 15 .....ανυψωτικής ικανότητας 1500 κιλών, ισχύος κινητήρα 3 kw και ταχύτητας 0,15 m/sec, τριών στάσεων, τριών εξόδων και διαδρομής 7 μέτρων περίπου το οποίο, έχοντας τις ανωτέρω τεχνικές προδιαγραφές και τρία επίπεδα λειτουργίας εξυπηρετούσε τους τρεις ορόφους της αποθήκης, ήτοι το ισόγειο (0), τον πρώτο όροφο - πρώτο επίπεδο (+1) καθώς και το δεύτερο όροφο - δεύτερο επίπεδο (+2).

Το ως άνω αναβατόριο αποτελούνταν από μία πλατφόρμα, διαστάσεων 2362 mm Χ 1843 mm, με θύρες ανοιγόμενες σε κάθε ένα από τα ανωτέρω επίπεδα της αποθήκης με χειροκίνητο σύρτη ο οποίος έπρεπε να τοποθετείται εξωτερικά από τους εργαζόμενους κάθε φορά που αναχωρούσε η πλατφόρμα του. Ο συγκεκριμένος σύρτης όμως δεν αποδείχθηκε ότι συνδυαζόταν με κάποιο σύστημα διακοπής της κίνησης της πλατφόρμας οπότε υπήρχε δυνατότητα να φύγει η πλατφόρμα από τον όροφο, χωρίς να έχει τοποθετηθεί ο χειροκίνητος σύρτης ή να ανοίξει ο σύρτης της θύρας κάποιου επιπέδου, ενώ η πλατφόρμα βρίσκονταν σε άλλο επίπεδο.

Εντός δε του αναβατορίου δεν υφίσταντο ηλεκτρικά πλήκτρα, αλλά για να τεθεί αυτός σε θέση ανόδου ή καθόδου έπρεπε κάποιος να πιέσει τα ευρισκόμενα εξωτερικά μπουτόν. Η ανάρτηση δε της μεταλλικής πλατφόρμας του αναβατορίου γινόταν με δύο μεταλλικές αλυσίδες που βρίσκονταν στο πίσω μέρος αυτής, προκειμένου δε αυτό (αναβατόριο) να μετακινείται κατακόρυφα όπως απαιτείται κάθε φορά οι αλυσίδες ανασηκώνονταν ή χαμήλωναν με τη βοήθεια ενός υδραυλικού εμβόλου.

Εκ κατασκευής δε η ενδεδειγμένη χρήση του αναβατορίου ήταν αποκλειστικά η μεταφορά φορτίων και εμπορευμάτων, μη επιτρεπομένης της χρήσης αυτού για μεταφορά προσώπων, γεγονός που επισημαίνετο διά της τοποθετήσεως, κατά το χρόνο της εγκατάστασής τους, σχετικής σήμανσης (ταμπέλα) στην επιφάνεια των εξωτερικών θυρών στην οποία (ταμπέλα), με κεφαλαία μεγάλα γράμματα, αναγραφόταν "ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΑ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΣΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ" (...).

Ωστόσο, όπως αποδείχθηκε και παρά το σχετικό απαγορευτικό σήμα .... οι εργαζόμενοι στην ανωτέρω αποθήκη χρησιμοποιούσαν το αναβατόριο όχι μόνο για τη μεταφορά των εμπορευμάτων αλλά και για τη μετακίνησή τους από το ένα επίπεδο της αποθήκης στο άλλο. Το προπεριγραφόμενο αναβατόριο, καθώς και έτερο όμοιο, δυνάμει του από 10-12-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού εγκατάστασης αναβατορίων, είχε παραγγείλει και παραλάβει, η πρώτη εναγομένη από τη δεύτερη εναγομένη πιστοποιημένη Τεχνική Εταιρεία Ανελκυστήρων ...

η οποία και εγκατέστησε αυτούς στους ευρισκόμενους στην Ελευσίνα Αττικής χώρους αποθηκών της πρώτης εναγομένης στις αρχές του έτους 2019. Σε αυτήν δε είχε ανατεθεί από την πρώτη εναγομένη εργοδότρια εταιρεία η τακτική συντήρηση του αναβατορίου, καθώς και η επισκευή των βλαβών που αυτό κατά καιρούς εμφάνιζε.

Στις 13-4-2016 και περί ώρα 12:20 ο ενάγων εργαζόταν στην πρώτη εναγομένη και συγκεκριμένα στο ισόγειο της αποθήκης της, ήτοι στο επίπεδο 0 όπου εκτελούσε την φόρτωση - εκφόρτωση ανταλλακτικών εμπορευμάτων, προκειμένου αυτά να μεταφερθούν στους άλλους ορόφους της αποθήκης. Κατά τον ίδιο χρόνο έτερος εργαζόμενος της πρώτης εναγομένης, ο Α.

Α., παρέχοντας παρόμοια εργασία και ευρισκόμενος στο δεύτερο επίπεδο (+2) της ίδιας αποθήκης, έδωσε εντολή διά των εξωτερικών κομβίων του επίσης ευρισκόμενου στο ίδιο με αυτόν επίπεδο αναβατορίου να κατέλθει αυτό από το επίπεδο που εργαζόταν (+2) στο επίπεδο του ισογείου (0) όπου εκείνη τη στιγμή βρισκόταν εργαζόμενος ο ενάγων προκειμένου να το παραλάβει ο τελευταίος και να συνεχιστεί η φόρτωση των εμπορευμάτων.

Πράγματι μετά την εντολή που δόθηκε στο αναβατόριο η πλατφόρμα του άρχισε να κινείται καθοδικά πλην όμως αν και είχε δοθεί η εντολή στο αναβατόριο να κατέλθει στο επίπεδο του ισογείου (0) η πλατφόρμα του ακινητοποιήθηκε στο πρώτο επίπεδο της αποθήκης (+1). Όπως αποδείχθηκε, ο λόγος που η πλατφόρμα του αναβατορίου σταμάτησε στο πρώτο επίπεδο (+1) ήταν διότι .... "φράκαρε" στο κατωκάσι της θύρας του φρεατίου του επιπέδου +1 το οποίο ήταν παραμορφωμένο με αποτέλεσμα να εμποδίζεται η κίνηση της (πλατφόρμας).

Ειδικότερα ....η κίνηση της πλατφόρμας φαίνεται να εμποδίστηκε από το παραμορφωμένο και μετακινημένο προς το εσωτερικό του φρεατίου κατωκάσι με αποτέλεσμα να μην μπορεί να ολοκληρωθεί η κίνησή της προς την επιλεγμένη στάση, ήτοι στο επίπεδο του ισογείου και να διακοπεί στο επίπεδο +1. Επειδή ωστόσο το αναβατόριο είχε λάβει την εντολή να κατέβει η πλατφόρμα του (η κίνηση της οποίας διακόπηκε στο επίπεδο +1), στο επίπεδο 0 το υδραυλικό έμβολο κίνησης της πλατφόρμας που συγκρατούσε την τελευταία συνέχισε να κινείται φυσιολογικά προς τα κάτω, φτάνοντας στη θέση που έχει όταν η πλατφόρμα του αναβατορίου βρίσκεται στο επίπεδο 0.

Με τον τρόπο αυτό η πλατφόρμα του αναβατορίου είχε "φρακάρει" στο επίπεδο +1 και το μόνο που τη συγκρατούσε για να μην πέσει ήταν το παραμορφωμένο κατωκάσι της θύρας. Επίσης, επειδή η εντολή που είχε λάβει το αναβατόριο ήταν να κατέβει στο επίπεδο 0 δεν είχε ασφαλίσει ο πήρος που σταθεροποιούσε την πλατφόρμα στο επίπεδο +1.

Αντιληφθείς ο Α. Α. την αντικανονική στάση της πλατφόρμας στο πρώτο επίπεδο (+1) μέσω του κλιμακοστασίου που συνδέει τους ορόφους της αποθήκης κατέβηκε από το επίπεδο +2 στο επίπεδο +1 και συγχρόνως κάλεσε τον ενάγοντα να ανέβει στο επίπεδο αυτό, όπως και ο τελευταίος έπραξε επίσης μέσω του κλιμακοστασίου και διαπιστώνοντας εν τέλει αμφότεροι την αντικανονική στάση της πλατφόρμας του αναβατορίου επιχείρησαν να συνεχίσουν την καθοδική της κίνηση, αγνοώντας όμως ότι το υδραυλικό έμβολο που κινεί την πλατφόρμα έχοντας λάβει την εντολή από τον ίδιο τον Α.

να κατέβει στο ισόγειο, θα συνέχιζε να κινείται προς τα κάτω ανεξάρτητα από την πλατφόρμα, καθώς και ότι η πορεία της τελευταίας είχε εμποδιστεί από την προαναφερόμενη προεξοχή που είχε δημιουργηθεί από το κατωκάσι του 1ου ορόφου και είχε μείνει αιωρούμενη χωρίς το κάτωθι αυτής έμβολο να την στηρίζει, γεγονός που επίσης δεν γνώριζαν, όπως δεν όφειλαν και να γνωρίζουν ότι η κίνηση του υδραυλικού εμβόλου του αναβατορίου υπάρχει πιθανότητα να συνεχίζει την κίνησή του ανεξάρτητα από την πλατφόρμα, σε περίπτωση που η τελευταία συναντήσει κάποιο εξωτερικό εμπόδιο εντός του φρεατίου.

Θεωρώντας ο εργαζόμενος Α. ότι η εξωτερική θύρα του επιπέδου +1 έχει μπλοκάρει το αναβατόριο, αυτοβούλως ξεμανδάλωσε τον χειροκίνητο σύρτη που κρατούσε κλειστή την θύρα και ακολούθως τράβηξε αυτήν ασκώντας επ' αυτής δύναμη περί της τάξης των 25 κιλών (kg) και την άνοιξε. Στη συνέχεια μπήκε ο ίδιος στο χώρο της πλατφόρμας (Α.) και ακολούθως ο ενάγων, οπότε και με την είσοδό του η πλατφόρμα υποχώρησε από το βάρος του και όλως αιφνιδιαστικά κινήθηκε απότομα και με ταχύτητα προς τα κάτω πέφτοντας βίαια από το επίπεδο +1 στο επίπεδο 0 και προσέκρουσε στο έδαφος του φρεατίου στο ισόγειο, έχοντας παρασύρει μαζί της και τους δύο ευρισκομένους εντός του αναβατορίου εργαζομένους της εναγομένης με αποτέλεσμα λόγω του συμβάντος αυτού να τραυματιστούν σοβαρά και ειδικότερα ο ενάγων υπέστη λόγω της πτώσης και της πρόσκρουσης της κεφαλής του στο πάτωμα την περιγραφόμενη κατωτέρω σωματική βλάβη.....αποδεικνύεται ότι οι θύρες του επιδίκου αναβατορίου άνοιγαν εύκολα με τη χρήση ενός σύρτη ακόμη και όταν ο τελευταίος ήταν εν κινήσει.

Ειδικότερα .... κάθε εργαζόμενος στην αποθήκη της πρώτης εναγομένης απλώς κατεβάζοντας το σύρτη εξωτερικά της θύρας του αναβατορίου σε ένα όροφο, μπορούσε να παρακάμψει την εντολή που είχε δώσει άλλος συνάδελφός του ο οποίος είχε προηγουμένως πατήσει το μπουτόν του αναβατορίου από άλλο όροφο και έτσι να επιτύχει ο πρώτος να εισφέρει και νέο τροχήλατο όχημα με εμπορεύματα εντός αυτού.

Όσον αφορά δε τη φόρτωση των τροχήλατων οχημάτων εντός του αναβατορίου, οι οδηγίες που είχαν δοθεί στους εργαζομένους της αποθήκης, ήταν σε περίπτωση που ήθελαν να φορτώσουν τροχήλατο έμφορτο εντός του αναβατορίου, το τοποθετούσαν στο βάθος του και παράλληλα έστριβαν αυτό ώστε να εφάπτεται στο πίσω μέρος του ώστε σε άλλο όροφο να φορτωθεί και δεύτερο τροχήλατο σε επαφή με το πρώτο.

Ο λόγος δε που γινόταν η φόρτωση των τροχήλατων εντός του αναβατορίου με πλάγιο τρόπο και όχι στην ευθεία, ήταν διότι στην φανοποιεία τα τροχήλατα (καρότσια) και τα εμπορεύματα ήταν πολύ μεγαλύτερα και δεν υπήρχε χώρος για να φορτωθούν κάθετα, ήτοι κατά τη φορά της κίνησής τους προς τα εμπρός. Ο προαναφερόμενος τρόπος φόρτωσης μάλιστα είχε υποδειχθεί από τους υπεύθυνους της πρώτης εναγομένης.

Έτσι, όμως, οι εργαζόμενοι της αποθήκης παραβίαζαν συστηματικά, εν γνώσει της πρώτης εναγομένης, με την ανοχή και καθ' υπόδειξη της τελευταίας, την προαναφερόμενη πινακίδα απαγόρευσης της εισόδου εντός του αναβατορίου που υπήρχε πράγματι, όπως προαναφέρθηκε, έξωθεν της θύρας του σε κάθε επίπεδο λειτουργίας του, αφού εισέρχονταν εντός αυτού για να φορτώσουν τα έμφορτα τροχήλατα.....

προκύπτει σαφώς ότι η φόρτωση με πλάγιο τρόπο διευκόλυνε και την φόρτωση περισσότερων του ενός τροχήλατων, εξυπηρετώντας τις ανάγκες για ταχύτητα στη διεκπεραίωση των εργασιών, απελευθέρωνε περισσότερο χώρο εντός της πλατφόρμας ενώ εμποδιζόταν η προς πίσω ή προς τα εμπρός ελεύθερη κίνησή τους, ολισθαίνοντας πάνω στην πλατφόρμα του αναβατορίου .......

Περαιτέρω επιβεβαιώθηκε .... οτι οι συγκεκριμένες πρακτικές φόρτωσης των τροχήλατων στο αναβατόριο και του ανοίγματος των θυρών του αναβατορίου ενώ αυτό ήταν εν κινήσει ήταν εν γνώσει τόσο του .... Διευθυντή όσο και του .... υπεύθυνου αποστολών της αποθήκης της πρώτης εναγομένης οι οποίοι ουδόλως επιτηρούσαν τους εργαζομένους σχετικά με τη χρήση του αναβατορίου και ανέχονταν την είσοδο των τελευταίων σε αυτό στην επιχείρηση της πρώτης εναγομένης, καθώς οι εργαζόμενοι εισέρχονταν εντός αυτού και κινούμενοι στην πλατφόρμα προκειμένου να τακτοποιήσουν τα τροχήλατα προς εξοικονόμηση χρόνου και χώρου, παρά τη ρητή απαγόρευση του κατασκευαστή, αφού ο κατά χρήση προορισμός του ήταν αυτός της μεταφοράς εμπορευμάτων και εν γένει φορτίων και όχι ανθρώπων και ειδικότερα εργαζομένων στην επιχείρηση, μάλιστα δε σε αυτό εισέρχονταν τόσο ο ενάγων, όσο και ο συνάδελφός του Α.

Α., ο οποίος ήταν νεοπροσληφθείς όσο και ο ... , ουδείς όμως τούτων είχε ενημερωθεί ειδικά για την επικινδυνότητα από την είσοδό τους στο αναβατόριο, πέραν της λήψης υπόψη των προαναφερθεισών προειδοποιητικών πινακίδων. ..... Από την προπεριγραφείσα πρόσκρουση της πλατφόρμας αναβατορίου στο έδαφος τραυματίστηκαν σοβαρά και οι δύο εργαζόμενοι, ο μεν Α.

που είχε προλάβει να ισορροπήσει κάπως, καθώς είχε εισέλθει νωρίτερα εντός του αναβατορίου υπέστη σωματικές βλάβες στα άκρα, ο δε ενάγων ο οποίος επειδή αμέσως με την είσοδό του στο αναβατόριο δεν κατάφερε να αγκιστρωθεί από κάποιο σημείο εντός αυτού, προσέκρουσε βίαια με την δεξιά κροταφική πλευρά του κρανίου του στο πάτωμα της πλατφόρμας με αποτέλεσμα τη διάλυση αυτού και τη βαρύτατη κάκωση του εγκεφάλου του...".

Ως προς δε την ευθύνη της δεύτερης των εναγομένων - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας για το ατύχημα και τον τραυματισμό του ενάγοντος - εφεσιβλήτου και ήδη πρώτου των αναιρεσιβλήτων, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε τα ακόλουθα: ".....Από τα ανωτέρω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά προέκυψε ότι για το επίδικο ατύχημα, το οποίο χαρακτηρίζεται ως εργατικό ....

υπαίτιες τυγχάνουν η πρώτη εναγομένη ως εργοδότρια του ενάγοντος και των προστηθέντων της όσο και η δεύτερη εναγομένη ανώνυμη εταιρεία η οποία είναι εταιρεία κατασκευής, εμπορίας και συντήρησης ανελκυστήρων και είχε αναλάβει την τοποθέτηση και τη συντήρηση του συγκεκριμένου αναβατορίου της πρώτης εναγομένης δυνάμει των από 10-12-2008 και 10-6-2010 ιδιωτικών συμφωνητικών εγκατάστασης και εργολαβικού συντήρησης και επισκευής ανελκυστήρων.

Δυνάμει δε του τελευταίου συμφωνητικού - συμβάσεως έργου αορίστου χρόνου, η δεύτερη εναγομένη εταιρεία ανέλαβε την υποχρέωση να διενεργεί μία φορά το μήνα εργασίες συντήρησης των συστημάτων ανέλκυσης της πρώτης εναγομένης από ειδικευμένους τεχνικούς της ....., οι οποίες εργασίες περιελάμβαναν εκείνες που είναι απαραίτητες (όρος 2.2.1) ώστε να διατηρούνται σε καλή κατάσταση και να εξασφαλίζεται η ασφαλής λειτουργία τους, οι οποίες περιλαμβάνουν τον έλεγχο των ηλεκτρικών και μηχανικών διατάξεων ασφαλείας τους, καθώς και των υπολοίπων εξαρτημάτων τους για την εξακρίβωση και εκτίμηση μιας τυχόν ανασφαλούς λειτουργίας, στην οποία μπορεί να οδηγηθεί η εγκατάστασή τους εξαιτίας μιας φθοράς, βλάβης ή και απορρύθμισης των μηχανικών ή και ηλεκτρικών διατάξεων ασφαλείας και των λοιπών εξαρτημάτων τους, την αποκατάσταση των βλαβών από ειδικευμένο επιστημονικό προσωπικό .....το επίδικο εργατικό ατύχημα οφείλεται σε υπαιτιότητα και της δεύτερης εναγομένης διότι α)αν και όφειλε σύμφωνα με το από 10-6-2010 ιδιωτικό συμφωνητικό να μεριμνά για την ορθή συντήρηση του προαναφερόμενου αναβατορίου, είχε δε η ίδια προβεί ...στην εγκατάστασή του και είχε τοποθετήσει το συγκεκριμένο κατωκάσι, και παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς της, και τούτο προκειμένου να καλυφθεί το κενό μεταξύ της πλατφόρμας και του δαπέδου του ορόφου, ωστόσο απέτυχε να συγκολλήσει αυτό σε όλο το μήκος του δαπέδου του ορόφου (+1), ώστε να μην αποκολλάται και να εξέρχεται το τελευταίο δημιουργώντας εξοχή εντός του φρέατος και φρακάροντας τη λειτουργία της πλατφόρμας σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 4 του β.δ. 37/23.12.1965/17-1-1966 περί κατασκευής και λειτουργίας ηλεκτροκίνητων ανελκυστήρων και β)δεν είχε μεριμνήσει ώστε οι θύρες του αναβατορίου που έκλειναν με σύρτη ο τελευταίος να συνδυάζεται με κάποιο σύστημα διακοπής της κίνησης της πλατφόρμας οπότε να αποκλείεται η δυνατότητα της πλατφόρμας να φύγει από τον όροφο, χωρίς να έχει τοποθετηθεί ο χειροκίνητος σύρτης ή να ανοίξει ο σύρτης της θύρας κάποιου επιπέδου ενώ η πλατφόρμα βρίσκεται σε άλλο επίπεδο κατά το άρθρο 23 παρ.

Β2 περιπτώσεις 2, 3 και 4 του β.δ. 37/23.1.2.1965/17.01.1966 (ΦΕΚ Α' 10) "περί κατασκευής και λειτουργίας ηλεκτροκίνητων ανελκυστήρων" (οι οποίες παρέμειναν σε ισχύ και δεν καταργήθηκαν με την παρ. 3 του άρθρου 22 του Ν. 1682/1987 (ΦΕΚ Α' 14), από την έκδοση των αποφάσεων που προβλέπονται από την παρ. 1 του άρθρου 22 του προαναφερόμενου νόμου, καθώς δεν αντίκεινται με τις διατάξεις των αποφάσεων αυτών (βλ.

την με αριθμό ΥΑ οικ. Φ.ΑΥ9.2/οικ. 28425 ΦΕΚ Β 2604/22.12.2008) σύμφωνα με τις οποίες "αι θύραι του φρέατος δέον να φέρουν επαφάς ασφαλείας ώστε να αποκλείεται η λειτουργία της κινητηρίου μηχανής, εφόσον δεν είναι κλειστοί όλαι αι θύραι εισόδου του φρέατος, εκάστη θύρα εισόδου του φρέατος, δέον να ασφαλίζεται δι' ειδικού μανδάλου, ώστε να μην είναι δυνατόν να ανοιχθή εφόσον το δάπεδο του θαλαμίσκου δεν ευρίσκεται εντός ζώνης διαδρομής 15 εκ.

του μέτρου άνωθεν ή κάτωθεν του επιπέδου στάσεως αυτού, εάν η στάθμη της θύρας ευρίσκεται εις την στάθμην δαπέδου του ορόφου, δέον όπως το εν παρ. 3 μάνδαλον φέρει και επαφήν προμανδαλώσεως). Το γεγονός δε, όπως ισχυρίζεται η εναγομένη αυτή, ότι για το συγκεκριμένο αναβατόριο υπήρχε βεβαίωση του ανεξάρτητου πιστοποιημένου φορέα με την επωνυμία TUV HELLAS περί καταλληλότητας του αναβατορίου, όπως πράγματι αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο ευρισκόμενο σε ισχύ κατά το χρόνο του εργατικού ατυχήματος ως έχοντος διάρκεια μέχρι 3 Ιουνίου 2018 με αριθ. .../2016 πιστοποιητικό Βεβαίωσης Ελέγχου της 2 Φεβρουαρίου 2016, δεν αναιρεί τα όσα διαπίστωσε ο Επιθεωρητής Ασφάλειας και Υγείας του Τμήματος Επιθεώρησης στην με Αριθ.

Πρωτ. .../2016 έκθεση έρευνας σχετικά με τα αίτια του ένδικου ατυχήματος και στην οποία ρητά αναφέρει ότι το ατύχημα θα είχε αποφευχθεί αν υπήρχε ασφαλιστική διάταξη που θα εμπόδιζε πλήρως το άνοιγμα της θύρας κάθε επιπέδου, αφού όπως αποδείχθηκε ανωτέρω η τοποθέτηση ηλεκτρομαγνήτη στη θύρα του επιπέδου +1 του επίδικου αναβατορίου στην προκειμένη περίπτωση δεν απέτρεψε το άνοιγμά της από μία άσκηση δύναμης 25 kg και συνακόλουθα δεν καθιστούσε ασφαλή τη χρήση του καθώς και στην ελλιπή κατασκευή ή επισκευή στο κατωκάσι της θύρας του επιπέδου +1, έλλειψη για την οποία η δεύτερη εναγόμενη ισχυρίζεται ότι δεν ευθύνεται εφόσον δεν το κατασκεύασε και δεν το τοποθέτησε η ίδια, ισχυρισμός ο οποίος όμως αντικρούσθηκε βάσιμα ......Εξάλλου, στα πλαίσια της απορρέουσας από το προαναφερόμενο από 10-6-2010 συμβατικής υποχρέωσής της έναντι της πρώτης εναγομένης περί τακτικού ελέγχου και συντήρησης του αναβατορίου και μάλιστα έναντι αμοιβής μηνιαίως, θα έπρεπε, ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία πράγματι δεν είχε τοποθετήσει η ίδια το κατωκάσι, έγκαιρα να είχε διαπιστώσει διά των προστηθέντων της την ως άνω πλημμέλεια ως όφειλε σύμφωνα με τον προαναφερθέντα 2.2.1 όρο και είχε αποκαταστήσει αυτήν....".

Τέλος, ως προς την ένσταση της δεύτερης των εναγομένων και ήδη αναιρεσείουσας περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντος και νυν πρώτου των αναιρεσιβλήτων στην πρόκληση του ατυχήματος και την επέλευση του τραυματισμού του - ένσταση που πρόβαλε πρωτοδίκως και επανέφερε με την έφεσή της παραπονούμενη για την απόρριψή της από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο -, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο αποφάνθηκε ως ακολούθως: ".....Όσον δε αφορά στον ενάγοντα, κρίνεται ότι τον τελευταίο δεν βαρύνει οιαδήποτε υπαιτιότητα, αντίθετα με τα όσα ισχυρίζονται αμφότερες οι εναγόμενες, για τους ακόλουθους λόγους:

α)τις θύρες του αναβατορίου οι εργαζόμενοι τις άνοιγαν ακόμη και όταν το τελευταίο ήταν εν κινήσει, αφού δεν εμποδιζόταν το άνοιγμά τους κατά τη λειτουργία του αναβατορίου από κάποια ασφαλή διάταξη ούτε και εξάλλου αποδείχθηκε ότι κάποιος από τους υπεύθυνους της πρώτης εναγομένης τους είχε ρητά δώσει οδηγίες όσον αφορά την λειτουργία του αναβατορίου και το πότε θα έπρεπε να ανοίγουν ή να κλείνουν τις θύρες αυτού.

Επιπλέον, μολονότι υπήρχε η πινακίδα σήμανσης απαγόρευσης εισόδου εντός του αναβατορίου, η πρώτη εναγομένη ανεχόταν την είσοδο των εργαζομένων εντός αυτού, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι είχε δώσει κατηγορηματική εντολή για την απαγόρευση χρήσης του. Αντίθετα η εναγομένη γνώριζε, αποδεχόταν και επικροτούσε το γεγονός ότι ο παθών όπως άλλωστε και άλλοι εργαζόμενοι με τα ίδια ή παρόμοια καθήκοντα χρησιμοποιούσαν κατά συνήθη τακτική, το αναβατόριο προκειμένου να μεταφέρουν τα εμπορεύματα που τοποθετούσαν εντός αυτού, τα δε αντιθέτως ισχυριζόμενα από αυτήν δεν αποδείχθηκαν.

Περαιτέρω δε ούτε και ο ισχυρισμός της πρώτης εναγομένης ότι δήθεν ο ενάγων δεν κάλεσε τον εργοδηγό Α. Μ. ή τον διευθυντή Ι. Γ. όταν το αναβατόριο σταμάτησε στον πρώτο όροφο, αποδεικνύεται βάσιμος, καθώς ουδέποτε αποδείχθηκε ότι είχε δοθεί ανάλογη οδηγία στον ενάγοντα ή σε άλλο εργαζόμενο, σε περίπτωση ακινητοποίησής του.

Αντιθέτως, ο ενάγων προσκληθείς υπό του συναδέρφου του Α. Α. ανεβαίνοντας από το ισόγειο που εργαζόταν στο επίπεδο +1 διαπίστωσε ότι η πλατφόρμα του αναβατορίου βρισκόταν ακινητοποιημένη στο ίδιο επίπεδο με το δάπεδο του πρώτου ορόφου, οπότε και βάσιμα υπέλαβε ότι το αναβατόριο λειτουργούσε κανονικά αφού με το συνάδερφό του έβλεπαν την πλατφόρμα μπροστά τους και όχι αντί γι' αυτήν ένα κενό φρεάτιο στον όροφο, χωρίς ωστόσο να γνωρίζουν ότι η τελευταία αιωρείτο, αφού δεν γνώριζαν τα ειδικότερα με τη λειτουργία του υδραυλικού ανυψωτικού μηχανήματος και ότι ενώ έβλεπαν την πλατφόρμα, εκείνο που δεν έβλεπαν και δεν όφειλαν να γνωρίζουν ότι δεν στήριξε τη συγκεκριμένη στιγμή αυτήν, ήταν ότι αυτή κινείται σε υδραυλικό έμβολο το οποίο είχε συνεχίσει να κινείται προς τα κάτω και είχε φτάσει στο επίπεδο του ισογείου (0), όπως προαναφέρθηκε.

Εξάλλου, δεν αποδείχθηκε βάσιμα ότι ο ενάγων έδωσε οιαδήποτε εντολή καθόδου του αναβατορίου από το επίπεδο +2 στο επίπεδο), αλλά ο συνάδελφός του, όταν δε το αναβατόριο σταμάτησε στον πρώτο όροφο και ανεβαίνοντας για να δει για ποιο λόγο το τελευταίο σταμάτησε εκεί, είδε δε τον τελευταίο να εισέρχεται εντός αυτού και να στέκεται με ασφάλεια επάνω στην πλατφόρμα, με αποτέλεσμα δικαιολογημένα δημιουργήθηκε στον ενάγοντα η εντύπωση ότι δεν υπήρχε πρόβλημα λειτουργίας του αναβατορίου και επομένως και ο ίδιος είχε τη δυνατότητα να εισέλθει στο αναβατόριο όπως και έπραξε, αφού επανειλημμένα και υπό την ανοχή της εναγομένης τόσο ο ίδιος όσο και οι λοιποί εργαζόμενοι έπρατταν και στο παρελθόν.

Επομένως, δεν τον βαρύνει υπαιτιότητα ως προς την ανάληψη του εγχειρήματος να εισέλθει στην πλατφόρμα του αναβατορίου καθόσον αφενός δεν υπήρχε πρόθεση να προβεί σε χρήση ή επιδιόρθωση του ακινητοποιημένου αναβατορίου, το γεγονός δε ότι αμφότεροι οι εργαζόμενοι εισήλθαν εντός αυτού, δεν μπορεί να αποδοθεί σε αμέλειά τους ως προς την μη λήψη υπόψη της απαγορευτικής πινακίδας έξωθεν αυτού, καθόσον δεν τους είχε απαγορευθεί ρητά από την πρώτη εναγομένη (παρά τη σήμανση) να εισέρχονται εντός αυτού, αλλά η τελευταία ανεχόταν την είσοδο εργαζομένων για τη διευκόλυνση της ροής των εργασιών, αφετέρου γιατί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής οι δύο παθόντες εργαζόμενοι ευρισκόμενοι έμπροσθεν της πλατφόρμας έβλεπαν ότι δεν υπήρχε πρόβλημα με το αναβατόριο αφού αντίκριζαν μπροστά τους την πλατφόρμα του.

Επομένως, δεν επέδειξε αμέλεια όταν επιβιβάστηκε σε αυτή δοθέντος ότι δικαιολογημένα και όχι από έλλειψη προσοχής υπελάμβανε ότι το αναβατόριο λειτουργούσε κανονικά εφόσον υπήρχε το δάπεδο του αναβατορίου μπροστά του το οποίο μάλιστα σταμάτησε στο ίδιο ύψος με το δάπεδο του πρώτου ορόφου, ούτε κάποια εκατοστά πιο πάνω ή πιο κάτω, γεγονός που θα ήταν ένδειξη την οποία θα έπρεπε να λάβουν υπ' όψη τους αμφότεροι οι εργαζόμενοι και να μην εισέλθουν εντός του αναβατορίου, ούτε διέθεταν προς τούτο ειδικές γνώσεις, δοθέντος ότι και άλλες φορές στο παρελθόν όπως αποδείχθηκε η πλατφόρμα του αναβατορίου είχε ....

σταματήσει στο επίπεδο +1 αλλά επαναλειτούργησε χωρίς πρόβλημα ....δηλαδή όταν το αναβατόριο παρουσίαζε πρόβλημα οι εργαζόμενοι διαπίστωναν εάν το πρόβλημα οφειλόταν στο ελάττωμα των ηλεκτρομαγνητών της θύρας ανοιγοκλείνοντας το σύρτη και δίδοντας εκ νέου την εντολή κίνησης από τα κομβία έξωθεν των θυρών του αναβατορίου, το τελευταίο επαναλειτουργούσε, ενέργεια από την οποία δεν αποδείχθηκε ότι η εναγομένη τους είχε αποτρέψει ρητά.

Επομένως ... ακόμη και υπό την υπόθεση ότι είχε διαπιστωθεί βλάβη την ημέρα του ατυχήματος από τον ενάγοντα και τον συνάδελφό του η αναμενόμενη ενέργειά τους ήταν να ανοίξουν τη θύρα του αναβατορίου προκειμένου να ελέγξουν εάν υπάρχει πρόβλημα στους ηλεκτρομαγνήτες εκτελώντας με αυτό τον τρόπο τις συνήθεις εντολές της πρώτης εναγομένης ή έστω κατόπιν ανοχής αυτής. .....

Στη συγκεκριμένη όμως περίπτωση ο ενάγων δεν διαπίστωσε, ούτε και ο συνάδελφός του ότι υπήρχε βλάβη στο αναβατόριο αλλά αφού έβλεπαν την πλατφόρμα μπροστά τους πίστευαν (έστω και εσφαλμένα) αφού δεν είχαν εξειδικευμένες γνώσεις στην λειτουργία των μερών του αναβατορίου, ότι το τελευταίο λειτουργούσε κανονικά.

Η άγνοια του κινδύνου που διέτρεχαν με το να εισέλθουν στο αναβατόριο, δεν μπορεί να αποδοθεί επομένως σε δική τους αμελή συμπεριφορά, καθώς υπήρχε ήδη εκ κατασκευής πρόβλημα στο αναβατόριο το οποίο δεν μερίμνησαν οι εναγόμενες εταιρείες να αποκατασταθεί ως όφειλαν και το οποίο δεν ήταν εμφανές ώστε να αποτρέψουν έναν μέσο συνετό άνθρωπο από τις κατά τα ανωτέρω ενέργειες, ούτε και μπορούσε ο ενάγων και ο συνάδελφός του να διαπιστώσουν τη δεδομένη στιγμή, σε συνδυασμό με την εικόνα τη στιγμή που εμφάνισε την ως άνω βλάβη το αναβατόριο, καθώς φαινόταν να λειτουργεί κανονικά παρά το γεγονός ότι κλήθηκε σε άλλο όροφο και σταμάτησε σε άλλον, ούτε και μπορούσαν με κάποιον άλλο τρόπο να αντιληφθούν την επικινδυνότητα της εισόδου τους εντός του αναβατορίου, μη έχοντας τη δυνατότητα να γνωρίζουν ότι η πλατφόρμα του είχε φρακάρει στο κατωκάσι της θύρας του επιπέδου +1 και ότι αιωρείτο χωρίς στήριξη, αφού το υδραυλικό έμβολο κινήθηκε προς το ισόγειο του φρεατίου κανονικά, και ότι με το βάρος τους επίκειτο και η πρόσκρουσή του στο έδαφος.

Βλέποντας την πλατφόρμα στο ίδιο ύψος δικαιολογημένα υπελάμβαναν ότι υπήρχε και ο μηχανισμός στήριξή της (υδραυλικό έμβολο) ο οποίος επίσης δεν γνώριζαν ότι είχε κατέβει στο ισόγειο, ούτε και μπορούσαν να το πληροφορηθούν με κάποιο τρόπο (φωτεινή σήμανση κλπ.) την κίνηση αυτή, ούτε άλλωστε αποδείχθηκε ότι η πρώτη εναγομένη είχε εφιστήσει την προσοχή στον ενάγοντα σχετικά με την πιθανότητα της κίνησης αυτής του εμβόλου, ανεξάρτητα από τη θέση της πλατφόρμας του αναβατορίου.

Στην περίπτωση αυτή όμως ....που μετακινηθούν τα έμβολα ανεξάρτητα από την πλατφόρμα θα πρέπει να καλείται αμέσως τεχνικός της δεύτερης εναγομένης για την επισκευή. Αυτή η περίπτωση όμως ... δεν ήταν ανθρωπίνως δυνατό να διαπιστωθεί από τον ενάγοντα και τον συνάδελφό του οι οποίοι δικαιολογημένα πίστεψαν ότι αυτό είχε σταματήσει κανονικά στον όροφο (έστω και αν όταν κάλεσαν το αναβατόριο, αυτό σταμάτησε σε άλλο όροφο), ούτε και όταν άνοιξε ο συνάδελφος του ενάγοντος τη θύρα του αναβατορίου ((ενέργεια που επίσης γινόταν ανεκτή από την πρώτη εναγομένη αφού το αναβατόριο είχε και άλλες φορές σταματήσει στον 1ο όροφο και τότε οι ίδιοι οι εργαζόμενοι ήλεγχαν αν το πρόβλημα οφειλόταν στο ελάττωμα των ηλεκτρομαγνητών της θύρας ανοιγοκλείνοντας το σύρτη της θύρας και δίνοντας εκ νέου εντολή κίνησης).

Η δε διαδικασία που ακολούθησαν συνεπώς ήταν συνήθης και ενδεδειγμένη και από την εργοδότριά τους, όπως ακριβώς και η είσοδός τους σ εαυτό, και εφόσον η ελαττωματική λειτουργία του αναβατορίου δεν μπορούσε να διαπιστωθεί εξωτερικά ούτε φυσικά και ο κίνδυνος που διέτρεχαν, από τους ίδιους, αλλά αυτά αντιθέτως όφειλαν οι εναγόμενες και με βάση τους ελέγχους που γίνονταν να είχαν διαπιστωθεί και διορθωθεί από την δεύτερη εναγομένη εταιρεία (τόσο η ανεπαρκής συγκόλληση στο κατωκάσι της θύρας όσο και η ανυπαρξία ασφαλιστικής διάταξης που θα εμπόδιζε πλήρως το άνοιγμα της θύρας του αναβατορίου σε περίπτωση που η πλατφόρμα δεν είναι ακυρωμένη σωστά), ήδη πριν γίνει χρήση από την ενάγοντα του αναβατορίου δοθέντος ότι δικαιολογημένα επέδειξε εμπιστοσύνη σε αυτό που έβλεπε αφού η πλατφόρμα του αναβατορίου ήταν στο ίδιο επίπεδο με το δάπεδο του 1ου ορόφου και έβλεπε και τον συνάδελφό του να έχει ήδη εισέλθει εντός αυτού.

Ακολούθως και τα όσα ισχυρίζεται η εναγομένη ότι δήθεν ο ενάγων δεν ήλεγξε την φωτεινή ένδειξη έξωθεν και στα κομβία του αναβατορίου στον εν λόγω όροφο, δεν αποδείχθηκε σύμφωνα με τα όσα προεκτέθηκαν, αφετέρου δεν περιγράφηκε καμία φωτεινή λειτουργία σε συνδυασμό με ένδειξη στάσης του αναβατορίου στους ορόφους σε καμία έκθεση έρευνας των πραγματικών περιστατικών του ατυχήματος.

Επομένως, οι ισχυρισμοί των εναγομένων εταιρειών και υπό τις ειδικότερες αιτιάσεις για συνυπαιτιότητα του ενάγοντος στην πρόκληση της σωματικής του βλάβης τους οποίους επαναφέρουν ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ως λόγους εφέσεως με τις ένδικες ...εφέσεις τους θα πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμοι....".

Κρίνοντας ως ανωτέρω το Εφετείο διέλαβε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα της υπαιτιότητας της δεύτερης των εναγομένων και ήδη αναιρεσείουσας εταιρίας καθώς και της συνυπαιτιότητας του ενάγοντος και ήδη πρώτου των αναιρεσιβλήτων στην πρόκληση του τραυματισμού του.

Ειδικότερα, λεκτέα τα εξής: Επιπροσθέτως των διατάξεων των άρθρων 914 και 330 εδάφ. β' και 914 ΑΚ, πραγματικά εφαρμοστέες διατάξεις εν προκειμένω, ήτοι ως προς την αποδιδόμενη στην αναιρεσείουσα ευθύνη, ήταν οι αναφερόμενες στην προηγηθείσα νομική σκέψη διατάξεις του π.δ/τος 57/2010, ήτοι αυτές των άρθρων 1 παρ. 2, 4 παρ. 1 και 22 του άνω Π.Δ. 57/2010 καθώς και των παρ. 1.1.2., 1.2.4.3 και 1.3.3.

του ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΟΣ Ι του εν λόγω Π.Δ. Αντιθέτως, δεν ήταν εφαρμοστέες οι διαλαμβανόμενες στην απόφαση διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 4 και 23 παρ. Β2 αριθ. 2, 3 και 4 του Β.Δ. 37/1966 "Κατασκευή - λειτουργία ηλεκτροκίνητων ανελκυστήρων", διότι αυτό το Β.Δ. αφορά σε ανελκυστήρες που συνίστανται σε θαλαμίσκους μετακινούμενους εντός φρέατος και όχι σε αναβατόρια όπως το επίμαχο, που η μεταφορά των φορτίων πραγματοποιείτο με πλατφόρμα μη μετακινούμενη εντός φρέατος.

Το δε άρθρο 3 του εν λόγω Β.Δ., που επιγράφεται "τοίχοι φρέατος" και κατά το οποίο "Δομικά τοιχώματα ή εξοχαί εις τους τοίχους του φρέατος ή σιδηραί κατασκευαί απαγορεύεται", αναφέρεται ακριβώς σε φρέαρ, εντός του οποίου κινείται ο ανελκυστήρας, ενώ, ειδικώς όσον αφορά το άρθρο 23, στις περιπτώσεις 2, 3 και 4 της παραγράφου Β2 του οποίου ορίζεται ότι "...2)Αι θύραι του φρέατος, δέον να φέρουν επαφάς ασφαλείας ώστε να αποκλείεται η λειτουργία της κινητηρίου μηχανής, εφ' όσον δεν είναι κλεισταί όλοι οι θύραι εισόδου του φρέατος, 3)εκάστη θύρα εισόδου του φρέατος, δέον να ασφαλίζηται δι' ειδικού μανδάλου, ώστε να μην είναι δυνατόν ν' ανοιχθη εφ' όσον το δάπεδον του θαλαμίσκου δεν ευρίσκεται εντός ζώνης διαδρομής 15 εκ.

του μέτρου άνωθεν ή κάτωθεν του επιπέδου στάσεως αυτού. 4)Εάν η στάθμη της θύρας ευρίσκεται εις την στάθμην δαπέδου του ορόφου, δέον όπως το εν παρ. 3 μάνδαλον φέρει και επαφήν προμανδαλώσεως", οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται ρητώς, όπως αναφέρεται, μόνο για "ανελκυστήρες φορτίων, εις τους οποίους λόγω διαστάσεων θαλαμίσκου ή θυρών δεν δύναται να εισέλθη άτομον άνευ ιδιαιτέρας προσπαθείας και μέχρι ωφελίμου φορτίου 300 KG" και δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής ως προς το επίμαχο αναβατόριο που, πέραν του ότι δεν διαθέτει θαλαμίσκο, έχει ανυψωτική ικανότητα 1.500 KG, δηλαδή κατά πολύ μεγαλύτερη ενός ανελκυστήρα στον οποίο αναφέρεται το προαναφερόμενο άρθρο 23 του Β.Δ. 37/1966.

Ειδικώς όσον αφορά την ευθύνη της αναιρεσείουσας, θα πρέπει εξάλλου να σημειωθεί, δεν είναι εφαρμοστέες οι διατάξεις του Π.Δ. 395/1994 "Προδιαγραφές εξοπλισμού ασφάλεια εργαζομένων" (όπως οι διατάξεις του ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο), ούτε και εκείνες του Ν. 3850/2010 "Κώδικας νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων" - οι οποίες ούτως ή άλλως δεν διαλαμβάνονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση σε σχέση με την ευθύνη της αναιρεσείουσας εταιρίας - δεδομένου ότι οι διατάξεις αυτές απευθύνονται στους εργοδότες.

Με βάση, περαιτέρω, τις πραγματικά εφαρμοζόμενες διατάξεις, δηλαδή αυτές των άρθρων 1 παρ. 2, 4 παρ. 1 και 22 του άνω Π.Δ. 57/2010 καθώς και των παρ. 1.1.2., 1.2.4.3 και 1.3.3. του ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΟΣ Ι του εν λόγω Π.Δ., το Εφετείο διέλαβε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του ασαφείς και συνακόλουθα ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας της αναιρεσείουσας, καθώς:

Eνώ δέχεται ότι η πρώτη από τις δύο υπαίτιες παραλείψεις της τελευταίας, ως εταιρείας που είχε εγκαταστήσει το συγκεκριμένο αναβατόριο και είχε αναλάβει τη συντήρησή του, ήταν ότι, αν και όφειλε σύμφωνα με το από 10.6.2010 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ αυτής και της εργοδότριας επιχείρησης, να μεριμνά για την ορθή συντήρηση του προαναφερόμενου αναβατορίου, είχε δε η ίδια προβεί στην εγκατάστασή του και είχε τοποθετήσει το συγκεκριμένο κατωκάσι, και ότι, ωστόσο, η ίδια απέτυχε να συγκολλήσει αυτό σε όλο το μήκος του δαπέδου του ορόφου (+1), ώστε να μην αποκολλάται και να εξέρχεται το τελευταίο δημιουργώντας εξοχή εντός του φρέατος και εμποδίζοντας ("φρακάροντας") τη λειτουργία της πλατφόρμας, δεν διαλαμβάνει παραλλήλως, και δη με σαφήνεια, στην προσβαλλόμενη απόφασή του, αν το κατωκάσι είχε παραμορφωθεί και αποκολληθεί εξαρχής, δηλαδή ήδη από της τοποθέτησής του, οπότε και θα έπρεπε - και τούτο δεν συμβαίνει - να εκτίθεται στην απόφαση αν το αναβατόριο αντιμετώπιζε εξαρχής πρόβλημα ως προς την κίνησή του οφειλόμενο ακριβώς στο παραμορφωμένο και αποκολλημένο κατωκάσι και πώς το πρόβλημα αυτό επί σειρά ετών αντιμετωπιζόταν, ή, αν δεν συνέτρεχε η προαναφερόμενη περίπτωση, αν το κατωκάσι παραμορφώθηκε και αποκολλήθηκε μεταγενέστερα, και δη, στην τελευταία αυτή περίπτωση, πότε ακριβώς προ του ατυχήματος (το κατωκάσι παραμορφώθηκε και αποκολλήθηκε) και αν η αναιρεσείουσα, ως συντηρήτρια και στο πλαίσιο των συμβατικών καθηκόντων της προς έλεγχο και συντήρηση, ήταν εκείνη που το διαπίστωσε ή ενημερώθηκε σχετικώς ή όφειλε να το διαπιστώσει προ του ατυχήματος, έτσι ώστε να προβεί στις δέουσες εργασίες επισκευής και αποκατάστασης.

Ακόμη, ενώ με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση γίνεται δεκτό ότι η δεύτερη υπαίτια παράλειψη της αναιρεσείουσας, η οποία οδήγησε αιτιωδώς στον τραυματισμό του ενάγοντος, συνίστατο στο ότι δεν είχε μεριμνήσει ώστε ο σύρτης, με τον οποίο έκλειναν οι θύρες του αναβατορίου, να συνδυάζεται με κάποιο σύστημα διακοπής της κίνησης της πλατφόρμας κατά τρόπο που να αποκλείεται η δυνατότητα της πλατφόρμας να φύγει από τον όροφο χωρίς να έχει τοποθετηθεί ο χειροκίνητος σύρτης ή να ανοίξει ο σύρτης της θύρας κάποιου επιπέδου τη στιγμή που η πλατφόρμα βρίσκεται σε άλλο επίπεδο, δεν διαλαμβάνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση υπό ποίες περιστάσεις η αναιρεσείουσα, εξαρχής (δηλαδή ήδη από την αρχική εγκατάσταση του αναβατορίου) ή μεταγενέστερα, γνώριζε ή, στην περίπτωση που δεν γνώριζε, όφειλε να προβλέψει και ευλόγως να αναμένει κακή χρήση του αναβατορίου, με την είσοδο των εργαζομένων εντός αυτού προς την κατάλληλη τοποθέτηση εντός της πλατφόρμας των έμφορτων τροχήλατων (καροτσιών) αλλά και για τη μετακίνησή τους (εργαζομένων) από το ένα επίπεδο της αποθήκης στο άλλο, έτσι ώστε, μολονότι το αναβατόριο ήταν ένα μηχάνημα που φέρεται ως πιστοποιημένο και ότι λειτουργούσε εντός των εκ κατασκευής προδιαγραφών του, ήτοι για τη μετακίνηση φορτίων και μόνο, να έπρεπε να έχει μεριμνήσει για την ύπαρξη του πιο πάνω περιγραφόμενου προστατευτικού μηχανισμού, που της αποδίδεται ότι παρέλειψε να τοποθετήσει.

Ομοίως, δεν διαλαμβάνεται με σαφήνεια, και συνεπώς επαρκώς, στην προσβαλλόμενη απόφαση πως ο προστατευτικός αυτός μηχανισμός, που ανωτέρω περιγράφεται, θα επέφερε με βεβαιότητα και κατά τρόπο απόλυτα ασφαλή για τους τυχόν χρησιμοποιούντες αυτό, συνεπώς και για τον ενάγοντα, τη διακοπή της λειτουργίας του, αφού δεν διευκρινίζεται με ποιόν τρόπο, παρά την ύπαρξη του μηχανισμού αυτού, θα αποκλειόταν αφενός η πρόσβαση ανθρώπων εντός της πλατφόρμας πριν την κίνησή της από όροφο σε όροφο και αφετέρου η ικανή πρόσδεση της πλατφόρμας στο έμβολο του αναβατορίου έτσι ώστε αυτό να μη μπορεί να κινηθεί ανεξάρτητα από την πλατφόρμα, όπως εν προκειμένω συνέβη.

Σε ό,τι αφορά, εξάλλου, το ζήτημα της συνυπαιτιότητας του ενάγοντος - εφεσιβλήτου και ήδη πρώτου των αναιρεσιβλήτων, την οποία πρόβαλε κατ' ένσταση η αναιρεσείουσα, το Εφετείο διέλαβε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του αντιφατικές και ασαφείς αιτιολογίες. Συγκεκριμένα, αν και δέχθηκε ότι εκ κατασκευής η ενδεδειγμένη χρήση του αναβατορίου ήταν αποκλειστικά η μεταφορά φορτίων και εμπορευμάτων και δεν επιτρεπόταν η χρήση του για μεταφορά προσώπων, όπως επισημαινόταν με την τοποθέτηση, ήδη από το χρόνο της εγκατάστασής του στην αποθήκη της πρώτης εναγομένης, με σχετική σήμανση (ταμπέλα) στην επιφάνεια των εξωτερικών θυρών, σε κάθε επίπεδο (δηλαδή στο ισόγειο και σε καθέναν από τους ορόφους) με κεφαλαία μεγάλα γράμματα, που ανέγραφε "ΜΟΝΟ ΓΙΑ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΑ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ Η ΕΙΣΟΔΟΣ ΣΤΟΥΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ", τα δε πλήκτρα (μπουτόν) χειρισμού του αναβατορίου (για να τεθεί σε κίνηση ανόδου ή καθόδου) βρίσκονταν εκτός του αναβατορίου, δηλαδή εντός αυτού δεν υφίσταντο ηλεκτρικά πλήκτρα ακριβώς επειδή δεν επιτρεπόταν η είσοδος σε ανθρώπους εντός του αναβατορίου, έκρινε, ακολούθως, ότι τον ενάγοντα και ήδη πρώτο των αναιρεσιβλήτων δεν τον βάρυνε οποιαδήποτε συνυπαιτιότητα για το επελθόν ατύχημα και τον εξ' αυτού τραυματισμό του, μολονότι, όπως παραλλήλως έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση, οι εργαζόμενοι στην αποθήκη της εργοδότριας επιχείρησης ήδη πολύ πριν το ατύχημα παραβίαζαν συστηματικά την πιο πάνω απαγόρευση χρησιμοποιώντας το αναβατόριο όχι μόνο για τη μεταφορά των εμπορευμάτων αλλά και για τη δική τους μετακίνηση από το ένα επίπεδο της αποθήκης στο άλλο, και εισερχόμενοι εντός του αναβατορίου προς την κατάλληλη τοποθέτηση εντός της πλατφόρμας των έμφορτων τροχήλατων (καροτσιών) κατά τρόπο που να εξασφαλίζεται η εξοικονόμηση χώρου για μεταφορά περισσότερων κάθε φορά εμπορευμάτων, τούτο δε με τη γνώση και την ανοχή, αλλά και καθ' υπόδειξη της εργοδότριας εταιρείας, η οποία, έτσι, παρά την πιο πάνω σήμανση, για τη διευκόλυνση της ροής των εργασιών, δεν είχε απαγορεύσει ρητώς στους εργαζόμενους την είσοδό τους στο αναβατόριο.

Η αντίφαση, δε αυτή, επιτείνεται από το ότι, παραλλήλως, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ουδόλως προκύπτει ότι η δεύτερη των εναγομένων και ήδη αναιρεσείουσα εταιρεία είχε ενημερωθεί ή είχε διαπιστώσει κατά τις εργασίες συντήρησης, δηλαδή ότι γνώριζε, ότι οι εργαζόμενοι προέβαιναν στην πιο πάνω απαγορευμένη χρήση του αναβατορίου.

Ασαφώς, δε, γίνεται επιπροσθέτως δεκτό, με τις συναφείς περί έλλειψης (συν)υπαιτιότητας του ενάγοντος παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι υπήρχε εκ κατασκευής μη εμφανές πρόβλημα στο αναβατόριο, το οποίο οι εναγόμενες, συνεπώς και η δεύτερη των εναγομένων, περί της οποίας εδώ πρόκειται, όφειλαν να αποκαταστήσουν, αφού τόσο στις παραδοχές αυτές όσο και σ' εκείνες περί των συνθηκών του ατυχήματος, δεν αναφέρεται με σαφήνεια, όπως και πιο πάνω επισημαίνεται, από πότε ακριβώς υφίστατο ειδικώς η κρίσιμη για το προκληθέν ατύχημα αποκόλληση και παραμόρφωση στο κατωκάσι της θύρας του αναβατορίου, που η δεύτερη των εναγομένων όφειλε να διαπιστώσει και επισκευάσει.

Συνεπώς, τόσο αναφορικά με την υπαιτιότητα και ευθύνη της αναιρεσείουσας όσο και σε σχέση με την, στο πλαίσιο της ευθύνης αυτής, συνυπαιτιότητα του ενάγοντος - πρώτου των αναιρεσιβλήτων, δηλαδή για ζητήματα ουσιώδη για την έκβαση της δίκης, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παραβίασε εκ πλαγίου τις κατά περίπτωση εφαρμοστέες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, και δη εκείνες των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ.

β' και 914 ΑΚ καθώς και των άρθρων 1 παρ. 2, 4 παρ. 1 και 22 του άνω Π.Δ. 57/2010 καθώς και των παρ. 1.1.2., 1.2.4.3 και 1.3.3. του ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΟΣ Ι του εν λόγω Π.Δ., αφού, με βάση τις πιο πάνω παραδοχές του, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που κατά την ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν δύναται να κριθεί αν συνέτρεχαν οι όροι των κατά περίπτωση εφαρμοστέων, σύμφωνα με τα παραπάνω, κανόνων ουσιαστικού δικαίου, και δη των άρθρων 914, 330 ΑΚ και εκείνες των άρθρων 1 παρ. 2, 4 παρ. 1 και 22 του άνω Π.Δ. 57/2010 καθώς και των παρ. 1.1.2., 1.2.4.3 και 1.3.3.

του ΠΑΡΑΡΤΗΜΑΤΟΣ Ι του εν λόγω Π.Δ., ως προς την υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας - δεύτερης των εναγομένων, και του άρθρου 300 ΑΚ, όσον αφορά τη συνυπαιτιότητα του δευτέρου των αναιρεσιβλήτων - ενάγοντος, δηλαδή, αν πράγματι εν προκειμένω, όπως δέχθηκε το Εφετείο, στοιχειοθετείται αντικειμενικώς και βάσει των διδαγμάτων της κοινής πείρας, υπαιτιότητα της πρώτης και συνυπαιτιότητα του δευτέρου ως προς την πρόκληση του ατυχήματος και τον τραυματισμό του τελευταίου.

Είναι δε βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός ο δεύτερος αναιρετικός λόγος της αναίρεσης, ως προς τα σκέλη του εκείνα με τα οποία η αναιρεσείουσα προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως προς τα ανωτέρω ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ζητήματα, επικαλούμενη, κατ' εκτίμηση όλων όσων σχετικώς διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, τις παραπάνω, κατά περίπτωση, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες αυτής (αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης). 6.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ήτοι κατόπιν της παραδοχής ως βάσιμου του άνω λόγου αναίρεσης και επειδή, ενόψει της αναιρετικής εμβέλειας αυτού, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης, πρέπει η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση να αναιρεθεί καθ' ο αφορά στην κατ' ουσίαν απόρριψη της έφεσης της δεύτερης των εναγομένων και ήδη αναιρεσείουσας,.

και δη κατά το μέρος που στρέφεται κατά του πρώτου εφεσίβλητου και ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου και αφορά στα ανωτέρω κεφάλαια της υπαιτιότητας της δεύτερης των εναγομένων και ήδη αναιρεσείουσας εταιρίας καθώς και της συνυπαιτιότητας του ενάγοντος και ήδη πρώτου των αναιρεσιβλήτων στην πρόκληση του τραυματισμού του, και να παραπεμφθεί η υπόθεση, ως προς το μέρος της αυτό, προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλον δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Επίσης, πρέπει να καταδικασθεί ο πρώτος των αναιρεσιβλήτων, ο οποίος ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176, 180 παρ. 1, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 28.6.2022 (με αριθ. εκθ. 5281/589/5.7.2022) αίτησης αναίρεσης ως προς τη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "MULTIPART ΑΝΤΑΛΛΑΚΤΙΚΑ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ".

Απορρίπτει την από 28.6.2022 (με αριθ. εκθ. 5281/589/5.7.2022) αίτηση αναίρεσης ως προς την τρίτη των αναιρεσιβλήτων, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "GENERALI HELLAS ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της τρίτης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Αναιρεί την υπ' αριθ. 1004/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος της που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Παραπέμπει την υπόθεση, ως προς το μέρος της αυτό, προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, συγκροτούμενου από άλλον δικαστή εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως την υπόθεση.

Καταδικάζει τον πρώτο των αναιρεσιβλήτων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1η Απριλίου 2025.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουλίου 2025.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ