Supreme Court allows appeal in labor dispute over seafarer wages due to missing collective agreement.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a labor court decision regarding seafarer wages for 2015. The lower court had dismissed the claim because no valid collective agreement existed for that year, but the appellant argued a specific agreement should have applied. The court found the lower court ignored material facts about a pending agreement and remanded the case for re-examination of the wage claims.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may allow an appeal when the lower court fails to consider material facts or legal arguments that could alter the outcome, necessitating a remand for further examination.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1305 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1305/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου και Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Α. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Κουντούρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παρασκευά Ζούρντο, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/12/2016 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3798/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 750/2019 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14/5/2021 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.-Με την από 14 Μαΐου 2021 και με αριθμό κατάθεσης 316/32/14.5.2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 750/27.12.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς (Ναυτικό τμήμα), που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, κατόπιν άσκησης των από: α) 31.1.2019 και με αριθμό κατ. 1008/77/4.2.2019 και β) 21.3.2019 και με αριθμό κατ. 2691/201/22.3.2019 αντίθετων εφέσεων των διαδίκων, κατά της εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία με αριθμό 3798/10.8.2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή, ως ουσιαστικά βάσιμη, η από 19.12.2016 και με αριθμό κατ. 10761/5530/22.12.2016 αγωγή της ενάγουσας - εκκαλούσας - εφεσίβλητης - και ήδη αναιρεσείουσας.
Με την προσβαλλόμενη απόφαση το δευτεροβάθμιο δικαστήριο α) δέχθηκε τυπικά και εν μέρει κατ' ουσίαν τις εφέσεις, β) εξαφάνισε την εκκαλουμένη με αριθμό 3798/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, γ) κράτησε και δίκασε στην ουσία την υπόθεση και δικάζοντας την αγωγή, δέχθηκε αυτήν εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη, υποχρεώνοντας την εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα 4.482,40 ευρώ, με το νόμιμο τόκο κατά τις διακρίσεις που αναφέρονται στην απόφαση.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα, εφόσον αυτή κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου στις 14.5.2021, ενώ δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
2.-Με το άρθρο 1 παρ. 1 του Α.Ν. 3276/1944, ο οποίος εκδόθηκε στη Μέση Ανατολή και αναδημοσιεύθηκε, κατά το άρθρο 8 της υπό τον αριθμό 21/1945 Συντακτικής Πράξεως, στο υπό τον αριθμό 172/6.7.1943 φύλλο του τεύχους Α` της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως, ορίζεται ότι: "Δύνανται να συνάπτωνται συλλογικαί συμβάσεις μεταξύ οργανώσεων εφοπλιστών και εργατών θαλάσσης εκ των κρινόμενων ελευθέρως υπό του Υπουργού της Εμπορικής Ναυτιλίας ως περισσότερον αντιπροσωπευτικών, καθορίζουσαι τον μισθόν, τα πολεμικά επιδόματα, την αποταμίευσιν, ως και τας πάσης φύσεως προσθέτους εκ της συμβάσεως ναυτολογίας αμοιβάς, ων ο εργάτης θαλάσσης θα δικαιούται αναλόγως προς τον βαθμόν, την ειδικότητα και την κατηγορίαν εις την οποίαν το πλοίον ανήκει".
Εξάλλου, με το άρθρο 5 παρ. 1 του ίδιου Α.Ν. ορίζεται ότι: "Συλλογικαί συμβάσεις συναφθείσαι συμφώνως προς τους ορισμούς του παρόντος νόμου, εφ` όσον ήθελον κυρωθή δι` αποφάσεως του Υπουργού της Εμπορικής Ναυτιλίας, θεωρούνται ισχυραί και δεσμεύουσι κατά την εν αυταίς χρονικήν διάρκειαν και οιασδήποτε τυχόν υφιστάμενας εργοδοτικάς ή εργατικάς οργανώσεις, ως και άπαντας εν γένει τους Έλληνας πλοιοκτήτας και εργάτας θαλάσσης, πληρώματα πλοίων ανηκόντων εις την κατηγορίαν ήτις προεβλέφθη υπό των συλλογικών συμβάσεων".
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι: 1) ο Υπουργός Εμπορικής Ναυτιλίας εξουσιοδοτήθηκε, όπως με απόφασή του, η οποία έχει χαρακτήρα κανονιστικής διοικητικής πράξεως και χρήζει, για το λόγο αυτό, δημοσιεύσεως στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, επεκτείνει την ισχύ των συλλογικών συμβάσεων που έχουν συναφθεί κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού, και σε μέλη οργανώσεων, οι οποίες δεν έχουν συμβληθεί ή και σε άλλα πρόσωπα, δηλαδή σε τρίτους (ΑΠ 109/2009, ΑΠ 153/2004), 2) η ισχύς της συλλογικής συμβάσεως, που κυρώθηκε, για να δεσμεύονται οι τρίτοι, αρχίζει γι` αυτούς από της κυρώσεως, έστω και αν η επικυρούμενη συλλογική σύμβαση καθορίζει χρόνο ενάρξεως της ισχύος της προγενέστερο, γιατί η κανονιστική διοικητική πράξη ορίζει για το μέλλον, εκτός αν υπάρχει νομοθετική για το λόγο αυτό εξουσιοδότηση.
Από την προπαρατεθείσα όμως διάταξη του άρθρου 5 παρ. 1, που ορίζει ότι οι κυρούμενες συλλογικές συμβάσεις δεσμεύουν τους τρίτους "κατά την εν αυταίς χρονικήν διάρκειαν", δεν συνάγεται ότι παρασχέθηκε νομοθετική εξουσιοδότηση αναδρομικής επεκτάσεως των κυρουμένων συλλογικών συμβάσεων, αλλά προσδιορίζεται, με αυτή, η χρονική διάρκεια της δεσμεύσεως των τρίτων, η οποία αρχίζει από της επεκτάσεως και συνεχίζεται μέχρι λήξεως της χρονικής διάρκειας της επεκτεινόμενης συλλογικής συμβάσεως και, 3) οι επεκτεινόμενες συλλογικές συμβάσεις καταλαμβάνουν και αποτελούν περιεχόμενο εκείνων των ατομικών συμβάσεων, που υφίσταντο και δεν είχαν λυθεί κατά το χρόνο ενάρξεως της ισχύος τους (AΠ 350/2021, ΑΠ 1905/1987, ΑΠ 1267/1987) [Τα ανωτέρω υπό (β) τροποποιήθηκαν στη συνέχεια με το άρθρο 49 του Ν. 4597/2019 (ΦΕΚ Α 35), που δεν αφορά όμως την επίδικη χρονική περίοδο].
Περαιτέρω, η συμφωνία αμοιβής του ναυτικού με πάγιο μηνιαίο μισθό, που στην ναυτική πρακτική ονομάζεται "κλειστός" και στον οποίο περιλαμβάνεται ο βασικός μισθός και τα επιδόματα ή άλλες παροχές που προβλέπονται από τη σχετική ναυτική συλλογική σύμβαση εργασίας είναι έγκυρη (άρθρο 361 Α.Κ.), με την προϋπόθεση ότι οι παραπάνω νόμιμες αποδοχές δεν είναι μεγαλύτερες από τον "κλειστό" μισθό που συμφωνήθηκε.
Διαφορετικά, αν ο μισθός αυτός δεν καλύπτει το σύνολο των ελαχίστων νομίμων αποδοχών, η συμφωνία δεν είναι έγκυρη και ο ναυτικός δικαιούται ν` αξιώσει τη διαφορά (ΑΠ 1013/2003, ΑΠ 225/2002). Εξάλλου, από την ίδια διάταξη (του άρθρου 361 Α. Κ.) που ορίζει ότι "για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά", καθιερώνεται στο ενοχικό και κατ' ακολουθία στο εργατικό δίκαιο, ως απόρροια του δόγματος της αυτονομίας της ιδιωτικής βουλήσεως, η "αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων".
Σύμφωνα με την αρχή αυτή, οι συμβαλλόμενοι έχουν απεριόριστη δυνατότητα για κατάρτιση οποιασδήποτε δικαιοπραξίας, με οποιαδήποτε μορφή και με οποιοδήποτε περιεχόμενο, αρκεί αυτό να μην απαγορεύεται από το νόμο ή να μην αντιβαίνει στα χρηστά ήθη (Ολ ΑΠ 1/2007, ΑΠ 705/2021, ΑΠ 692/2014). Επομένως, σε ατομικό επίπεδο, είναι έγκυρη η μεταξύ εργοδότη και μισθωτού, ρητή ή σιωπηρή, συμφωνία, κατά την οποία ο δεύτερος θα λαμβάνει για την παρεχόμενη στον πρώτο εργασία την αμοιβή που προβλέπεται από ισχύουσα ή μέλλουσα να ισχύσει ΣΣΕ, η οποία καταρτίζεται μεταξύ τρίτων, έστω και αν τα μέρη της ατομικής σύμβασης δεν είναι μέλη των οργανώσεων που καταρτίζουν τη συλλογική σύμβαση ή θέτει προϋποθέσεις που δεν συγκεντρώνει ο συγκεκριμένος μισθωτός.
Για το κύρος δε της συμφωνίας αυτής δεν απαιτείται η τήρηση τύπου (ΑΠ 1109/2017, ΑΠ 773/2017, ΑΠ 567/2004). Σε μια τέτοια περίπτωση, οι συλλογικές ρυθμίσεις, προς τις οποίες γίνεται η παραπομπή με την ατομική σύμβαση, αποκτούν έναντι των συμβαλλομένων συμβατική δύναμη (ΑΠ 692/2014, ΑΠ 773/2017). Τα ανωτέρω τυγχάνουν εφαρμογής και επί ατομικής σύμβασης ναυτολόγησης, οσάκις συμφωνείται η εφαρμογή των όρων συλλογικής σύμβασης ναυτικής εργασίας, η οποία άλλως δεν θα μπορούσε να εφαρμοσθεί στην επίδικη σχέση. (σχ.
ΑΠ 157/2004). Τέλος, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο και εκτιμώντας, εσφαλμένως, τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρα 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπ` όψη του πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είτε δεν έλαβε υπ` όψη του πράγματα, τα οποία προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος (559 αριθμ. 8) έχει στόχο τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 ΚΠολΔ), κατά το οποίο ο δικαστής αποφασίζει, με βάση εκείνα, που έχουν προταθεί και αποδειχθεί. Με τον όρο "πράγματα", στο λόγο αυτό νοούνται οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, εάν τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997), ήτοι, οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που συγκροτούν την ιστορική βάση και θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και, κατά νόμο, διαμόρφωσαν ή, ανάλογα, ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως.
Για το ορισμένο (παραδεκτό) του λόγου από το άρθρο 559 αριθμός 8 ΚΠολΔ πρέπει να γίνεται προσδιορισμός των "πραγμάτων" και, εάν η αιτίαση αφορά τη μη λήψη υπ` όψη "πραγμάτων", που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, πρέπει, εκτός από τον προσδιορισμό των πραγμάτων, που δεν λήφθηκαν υπ` όψη, να γίνεται επίκληση ότι τα πράγματα αυτά προτάθηκαν νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας. 3.-Με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, αλλά και με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως, κατ' εκτίμηση του δικογράφου της, από το παρόν δικαστήριο, η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, υπέπεσε στην κατ' άρθρο 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς, που αναφέρονται αναλυτικά στην αγωγή της, με βάση τους οποίους υπήρχε συμφωνία αμοιβής της για το έτος 2015, με βάση τη ΣΣΝΕ πληρωμάτων επιβατηγών - ακτοπλοϊκών πλοίων του έτους 2014.
Πράγματι, από την επισκόπηση της ένδικης, από 19.12.2016 αγωγής, ως διαδικαστικού εγγράφου (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, εκθέτει τα ακόλουθα: Ότι ναυτολογήθηκε στο επιβατηγό οχηματαγωγό πλοίο "Διαγόρας" ολικής χωρητικότητας 9.834 κόρων, την 3.2.2015 και απολύθηκε "αμοιβαία συναινέσει" την 10.3.2015, επαναπροσλήφθηκε την 2.4.2015 και απολύθηκε "λόγω ετήσιας επιθεώρησης του πλοίου" την 11.6.2015, επαναπροσλήφθηκε την 25.6.2015 και απολύθηκε "αμοβαία συναινέσει" την 31.10.2015, επαναπροσλήφθηκε την 1.12.2015 και απολύθηκε "αμοιβαία συναινέσει την 10.12.2015.
Περαιτέρω διαλαμβάνει κατά λέξη ότι: "Κατά την κατάρτιση δε των παραπάνω συμφωνιών προσλήψεως και ναυτολογήσεώς μου, συμφωνείτο πάντοτε να λαμβάνω ως αμοιβή για την εργασία μου, τις μηνιαίες αποδοχές που προβλέπονταν και καθορίζονταν για την ειδικότητα του θαλαμηπόλου, από τη Συλλογική Σύμβαση Ναυτικής Εργασίας Πληρωμάτων Επιβατηγών Ακτοπλοϊκών Πλοίων, όπως αυτή ίσχυε κάθε έτος, δηλαδή και αναδρομικά.
Τοιουτοτρόπως, από 1.1.2015 και σύμφωνα με τη ΣΣΝΕ που κυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 3525.1.5/01/2014 απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Αιγαίου (ΦΕΚ Β' 1664/24.6.2014), έπρεπε να λαμβάνω μηνιαία και για την ειδικότητά μου, τα ακόλουθα ποσά: Ως μισθό ενεργείας 1.157,99 ευρώ, ως επίδομα Κυριακών σε ποσοστό 22% επί του μισθού ενεργείας 254,76 ευρώ, ως αντίτιμο της σε είδος παρεχόμενης τροφής, 19,21 ευρώ την ημέρα ή 576,30 ευρώ το μήνα, ως επίδομα ιματισμού 56,50 ευρώ, ως επίδομα βαριάς και ανθυγιεινής εργασίας 35,22 ευρώ, ως επίδομα αδείας από 5 ημερομίσθια το μήνα (ως έχουσα υπερδιετή θαλάσσια υπηρεσία) 417,13 ευρώ (ήτοι μισθός ενεργείας 1.157,99 ευρώ + επίδομα Κυριακών 254,76 ίσον 1412,75 ευρώ δια 22 Χ 5 = 321,08 ευρώ, συν τροφοδοσία 5 ημερών εξ 96,05 ευρώ ίσον 417,13 ευρώ) και επί πλέον, υπερωριακή αμοιβή, δώρα εορτών, επίδομα άγονης γραμμής, αμοιβή για εξπρές δρομολόγια του πλοίου και κάθε άλλο επίδομα και παροχή που προβλέπεται και καθορίζεται από την πιο πάνω ΣΣΝΕ.
Δικαιούμαι, επομένως, να λάβω για την υπηρεσία μου στο ως άνω πλοίο, σύμφωνα με το ν. 3816/1958 "Περί Κυρώσεως ΚΙΝΔ", σε συνδυασμό και προς την προμνησθείσα ΣΣΝΕ, τα ακόλουθα ποσά και για τις αντίστοιχες νόμιμες αιτίες: ...".
Για τους λόγους αυτούς ζήτησε (για το έτος 2015 που ενδιαφέρει εν προκειμένω), να υποχρεωθεί η εναγομένη να της καταβάλει α) 12.734,17 ευρώ για διαφορά αμοιβής υπερωριακής εργασίας, β) 407,63 ευρώ, για διαφορά επί της αμοιβής για τους πλόες άγονης γραμμής του πλοίου, γ) 2.017,94 ευρώ για διαφορά επί της αμοιβής για τα εξπρές δρομολόγια του πλοίου, δ) 210,52 ευρώ για αποζημίωση μη χορηγηθεισών αδειών διανυκτέρευσης και ε) 3.440,40 ευρώ για διαφορά επί της αναλογίας δώρων εορτών Πάσχα και Χριστουγέννων.
Με το περιεχόμενο αυτό η ένδικη αγωγή στηριζόμενη, κατ' ορθή εκτίμηση του οικείου δικογράφου, σε συμφωνία των διαδίκων περί αμοιβής της ενάγουσας, καθ' όλο το έτος 2015 με βάση τους όρους και τις πρόνοιες της Συλλογικής Σύμβασης Ναυτικής Εργασίας Πληρωμάτων Επιβατηγών Ακτοπλοϊκών Πλοίων του έτους 2014, που κυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 3525.1.5/01/2014 απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Αιγαίου, ήταν ορισμένη και νόμιμη.
Τα ανωτέρω στοιχεία ήταν αρκετά για την κατά νόμο θεμελίωση της αγωγής στη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 1 παρ. 1, 5 παρ. 1 του Α.Ν. 3276/1944 και την υπ' αριθμ. 3525.1.5/01/2014 απόφαση του Υπουργού Ναυτιλίας και Αιγαίου. Επί πλέον για τον υπολογισμό του μισθού της, για το έτος 2015, γίνεται ρητή παραπομπή στις διατάξεις της προϊσχύσασας ΣΣΝΕ του έτους 2014.
Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, ότι "... η εκκαλούσα ενάγουσα ναυτολογήθηκε στο ένδικο πλοίο την 3.2.2015 και απολύθηκε "αμοιβαία συναινέσει" την 10.3.2015, επαναπροσλήφθηκε την 2.4.2015 και απολύθηκε "αμοιβαία συναινέσει" την 11.6.2015, επαναπροσλήφθηκε την 25.6.2015 και απολύθηκε "αμοιβαία συναινέσει" την 31.10.2015, επαναπροσλήφθηκε την 1.12.2015 και απολύθηκε "αμοιβαία συναινέσει" την 10.12.2015.
Στην ατομική σύμβαση εργασίας της ορίσθηκε κλειστός μισθός και προβλέφθηκε ότι ο βασικός μισθός θα ορίζεται από την εκάστοτε ισχύουσα σύμβαση εργασίας της κατηγορίας που υπάγεται το πλοίο. Στις 8.4.2014 υπογράφηκε από τους νομίμους εκπροσώπους α) του συνδέσμου επιχειρήσεων επιβατηγού ναυτιλίας και β) της πανελλήνιας ναυτικής ομοσπονδίας και κλαδικών οργανώσεων της δύναμής της που αναφέρονται στο προοίμιο της σύμβασης, η συλλογική σύμβαση εργασίας πληρωμάτων ακτοπλοϊκών επιβατηγών πλοίων 2014 που κυρώθηκε με τη με αριθμό ΥΑ 3525.1.5/01/2014 Ναυτιλίας και Αιγαίου (ΦΕΚ β 1664/24.6.2014) και ορίσθηκε η ισχύς της να αρχίζει την 1.1.2014 και λήγει την 31.12.2014.
Επίσης 16.6.2016 υπογράφηκε από τον Πρόεδρο και το Γενικό Γραμματέα του συνδέσμου επιχειρήσεων επιβατηγού ναυτιλίας και την πανελλήνια Ναυτική Ομοσπονδία και τις υπαγόμενες στην ΠΝΟ κλαδικές επαγγελματικές οργανώσεις η συλλογική σύμβαση εργασίας πληρωμάτων ακτοπλοϊκών επιβατηγών πλοίων του έτους 2016 που κυρώθηκε με τη με αριθμό ΥΑ 2242.5-1.5/72672/2016 (ΦΕΚ Β'2796/5.9.2016), της οποίας η ισχύς ορίστηκε ότι αρχίζει την 1.1.2016.
Επομένως όλο το έτος 2015 δεν υφίστατο ισχύουσα ΣΣΝΕ για τα πλοία αυτής της κατηγορίας και επομένως θα έπρεπε σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 34 του ν. 2412/1996 (Α'123) που ορίζει ότι: "Η εξουσιοδότηση της παραγράφου 2 του άρθρου 5 του α.ν. 3276/1944 καταργείται. Τα θέματα που αναφέρονται στη διάταξη αυτή ρυθμίζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εθνικής Οικονομίας και Εμπορικής Ναυτιλίας", με κοινή υπουργική απόφαση να είχαν οριστεί οι βασικοί μισθοί των εργαζομένων ναυτικών στα πλοία αυτής της κατηγορίας [.....].
Στη συγκεκριμένη περίπτωση επομένως το διάστημα ναυτολόγησης της εκκαλούσας - ενάγουσας δεν υφίστατο ισχύουσα συλλογική σύμβαση που να ορίζει το βασικό μισθό της όπως ισχυρίστηκε αυτή με την αγωγή της. Αντίθετα ορίστηκε "κλειστός μισθός" αλλά τέτοιος ισχυρισμός δεν εμπεριέχεται στο δικόγραφο της αγωγής ώστε να μπορεί το δικαστήριο να υπολογίσει το ωρομίσθιο και ακολούθως την υπερωριακή αμοιβή ως είδος ειθισμένου μισθού, ούτε ισχυρίστηκε η ενάγουσα - εκκαλούσα, όπως θα μπορούσε, ότι συμφωνήθηκε για το έτος 2015 να εφαρμόζεται η μη ισχύουσα ΣΣΝΕ του έτους 2014.
Ακολούθως κρίνοντας το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως νομικά αβάσιμη την αγωγή της για το διάστημα ναυτολόγησής της το 2015, καθόσον δεν ήταν εν ισχύ σύμβασή της στις 31.12.2014 οπότε και έληγε η ισχύς της ΣΣΝΕ του 2014, ορθά το νόμο ερμήνευσε και τα όσα περί του αντιθέτου αναφέρονται στον πρώτο λόγο της με αριθμό 10761/2016 εφέσεως, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα".
Με αυτά που δέχθηκε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του πραγματικούς ισχυρισμούς που αναφέρονταν, έστω και συνοπτικά στην αγωγή, κατά τα προαναφερόμενα και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού καθιστούσαν αυτή τόσο ορισμένη όσο και νομικά βάσιμη στηριζόμενη σε κατάρτιση συμφωνίας ναυτολόγησης, η οποία για την αμοιβή της αναιρεσείουσας το έτος 2015 παρέπεμπε στην κυρωθείσα με την υπ' αρ. 3525.1.5.01/2014 Υπουργική Απόφαση, ΣΣΝΕ, ανεξαρτήτως του εάν η ισχύς αυτής είχε ήδη λήξει.
Μετά ταύτα, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά παραδοχή ως βάσιμου του πρώτου λόγου αναίρεσης και του πρώτου σκέλους του δεύτερου λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ως προς το κεφάλαιο της απόφασης που αναφέρεται σε πάσης φύσεως αμοιβές για το έτος 2015, παρελκούσης της έρευνας του δεύτερου σκέλους του δεύτερου λόγου αναίρεσης, από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από δικαστή άλλον, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, η οποία παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 750/27.12.2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, ως προς το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση, κατά το ανωτέρω αναιρούμενο μέρος της, για εκ νέου εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρουμένη απόφαση.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ