Legislator Case Law & Legislation
1305/2021 AI generated

Supreme Court partially allowed appeal, remanded debt recognition claim to lower court while dismissing other appeal grounds.

Case Number 1305/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Second Instance Court's judgment of 6/2019 regarding a construction contract dispute. The appellant sought to overturn the recognition of a debt of approximately 3.86 million euros and interest, while the appellee argued for the finality of the lower court's decision. The Court ruled that since the lower court lacked jurisdiction to re-examine the specific debt claim after the appeal, it must remand that specific issue for retrial while dismissing the appeal on other grounds.

Legislator headnote

AI generated

Articles 580, 584 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may remand a case to the lower court for trial on specific issues if the lower court lacks jurisdiction to re-examine them following an appeal, provided no further clarification is needed.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure appeal procedure remand for retrial jurisdictional limits construction contract debt partial appeal success legal costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 584 of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Articles 179, 183 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1305 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1305/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Σεπτεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΚΤΙΡΙΑΚΕΣ ΥΠΟΔΟΜΕΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα ως οιονεί καθολικού διαδόχου της αρχικά καθ' ης η προσφυγή, Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΘΕΜΙΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΑΣΤΙΚΗ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Μπακταλιά και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Κ. ΑΝΩΝΥΜΗ ΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" που εδρεύει στα Γρεβενά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Ζήση που παραστάθηκε στο ακροατήριο και την πληρεξούσια δικηγόρο της Δήμητρα Λιαροστάθη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 9/5/2011 και 18/11/2011 προσφυγές της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πενταμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας και συνεκδικάστηκαν.

Εκδόθηκε η 6/2019 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/9/2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Υπόκειται προς κρίση η από 30-9-2019 αίτηση για αναίρεση της εκδοθείσας αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 6/2019 τελεσίδικης απόφασης του (Πενταμελούς) Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας της εταιρείας με την επωνυμία "Κτιριακές Υποδομές ΑΕ". Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή η από 22-11-2011 προσφυγή της προσφεύγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης εταιρείας με την επωνυμία "Κ. ΑΤΕΕ", ακυρώθηκαν η σιωπηρή απόρριψη της από 22-6-2011 αίτησης θεραπείας και η σιωπηρή απόρριψη της από 12-4-2011 ένστασης της προσφεύγουσας, αναγνωρίστηκε ότι η καθ' ης οφείλει να προβεί σε υπογραφή συμπληρωματικής σύμβασης εργασιών και τροποποιήσει τον 3ο ΑΠΕ που συντάχθηκε στις 29-3-2011 και να συντάξει και εγκρίνει τον 3ο ΠΚΤΜΝΕ, συνακόλουθα δε αναγνώρισε ότι το εργολαβικό αντάλλαγμα ανέρχεται σε 3.858.333, 58 ευρώ και καταδίκασε την καθ' ης η προσφυγή στην καταβολή του ως άνω ποσού με το νόμιμο τόκο από την επίδοσης της αγωγής με το επιτόκιο του άρθρου 4 π.δ. 166/2003. Η αναίρεση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.

Ι. Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ.1 ΚΠολΔ παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).

Για να είναι ορισμένος ο ως άνω λόγος αναίρεσης σύμφωνα με τα άρθρα 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, ο κανόνας δικαίου που παραβιάστηκε, το συγκεκριμένο ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα στο οποίο κατά την άποψη του αναιρεσείοντος υπέπεσε το δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 20/2005, ΕλλΔνη 2005.710, ΑΠ 11/2017) και η επίδραση του σφάλματος αυτού στο διατακτικό της απόφασης και στην έννομη συνέπεια που εσφαλμένα διαγνώστηκε η δεν διαγνώστηκε (ΑΠ 1282/2010), άλλως, εν ελλείψει της ως άνω αναφοράς, η αναίρεση τυγχάνει αόριστη.

Η αοριστία αυτή, που ερευνάται και αυτεπάγγελτα από τον Άρειο Πάγο, δεν μπορεί να θεραπευτεί με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΑΠ 1602/2014). Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 472/2017, ΑΠ 905/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, που κατά την ορθή εκτίμησή του εντάσσεται στον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι σ' αυτόν του αρ. 19 του ίδιου άρθρου, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε σε πλημμέλεια διότι, όπως αναφέρει επί λέξει, "κατά παράβαση του Κανονισμού Ανάθεσης και Εκτέλεσης Έργων (ΚΑΕΕ) της Θέμις Κατασκευαστική ΑΕ (ΦΕΚ, 970Β), ο οποίος τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με την με αριθμ. 24559/6-2-1998 απόφαση του ίδιου Υπουργού (ΦΕΚ Β 114/12-2-1998) και την με αριθμ. 3953/20-8-2010 (ΦΕΚ Β 1469/6-9-2010 Κοινή Απόφαση των Υπουργών Υποδομών Μεταφορών και Δικαιοσύνης και Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, εφάρμοσε στη συγκεκριμένη περίπτωση τις διατάξεις των άρθρων 38 π.δ. 609/1985 και 52 ν. 3669/2008". Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος καθότι δεν αναφέρει τα ως άνω στοιχεία που απαιτούνται για το παραδεκτό περιεχόμενό του, αλλά αρκείται σε αφηρημένη επίκληση διατάξεων δίχως επί πλέον να αναφέρεται ειδικότερα το σφάλμα ως προς την ερμηνεία ή την υπαγωγή του δικαστηρίου της ουσίας και ποία η επίδρασή του στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.

ΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 13 παρ. 6 ν. 1418/1984 η αίτηση αναίρεσης κατά των αποφάσεων του πολιτικού εφετείου επιτρέπεται μόνο για τους λόγους που αναφέρονται στο άρθρο 559 αριθμός 1 έως 7, 9, 16, 17, 19 και 20 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της ένδικης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που κατά την ορθή εκτίμησή του, εντάσσεται στους αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίον η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται την ύπαρξη πραγματικής ποσοτικής αοριστίας του δικογράφου της ένδικης προσφυγής ως προς τα εκεί αναφερόμενα πραγματικά περιστατικά κατ' εφαρμογή του άρθρου 261 ΚΠολΔ και την εν συνεχεία εσφαλμένη απόρριψη της σχετικής υποβληθείσας ένστασης από το εφετείο, είναι απαράδεκτος και απορριπτέος.

ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 26 του ΚΑΕΕ (Κανονισμού Ανάθεσης και Εκτέλεσης Εργων) της Θέμις Κατασκευαστική ΑΕ (ΦΕΚ 970Β/1997), που εκδόθηκε κατά νομοθετική εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 7 εδ. α ν. 2408/1996 σε συνδ. με την παρ. 8 του άρθρου 5 ν. 2229/1994), και έχει ισχύ νόμου (ΑΠ 12/2021, 648/2011), ο ανάδοχος είναι υποχρεωμένος να τηρεί με ακρίβεια τα στοιχεία της μελέτης, τα σχέδια και τις τεχνικές προδιαγραφές του έργου.

Οι εγγραφές, συμπληρώσεις ή τροποποιήσεις των στοιχείων της μελέτης είναι υποχρεωτικές για τον ανάδοχο. Ο ανάδοχος δεν δικαιούται σε αποζημίωση ή αύξηση τιμών για μεταβολές στα έργα που έγιναν χωρίς έγγραφη εντολή. Κατά το άρθρο 30 του ΚΑΕΕ οι επιμετρήσεις γίνονται με μέριμνα και δαπάνη του αναδόχου και υπόκεινται στον έλεγχο του Τμήματος Διαχείρισης Έργου (ΤΔΕ).

Μαζί με κάθε πιστοποίηση, ο ανάδοχος συντάσσει τις επιμετρήσεις για τις εργασίες που αναφέρονται στην πιστοποίηση με την ένδειξη "όπως συντάχθηκε από τον ανάδοχο". Οι επιμετρήσεις αυτές περιέχουν για κάθε εργασία α) συνοπτική περιγραφή (ένδειξη αντίστοιχου τιμολογίου ή πρωτόκολλο κανονισμού μονάδων νέων εργασιών), β) αναλυτικούς υπολογισμούς, γ) επιμετρικά σχέδια και διαγράμματα.

Το τμήμα διαχείρισης έργων (ΤΔΕ) μετά τον έλεγχο και τυχόν διορθώσεις εγκρίνει τις επιμετρήσεις και τις κοινοποιεί στον ανάδοχο. Κατά δε το άρθρο 35 του ως άνω ΚΑΕΕ αν προκύψει ανάγκη εκτέλεσης συμπληρωματικών εργασιών που δεν περιλαμβάνονται στο αρχικώς ανατεθέν έργο και οι οποίες κατέστησαν κατά την εκτέλεση του έργου αναγκαίες λόγω απρόβλεπτων περιστάσεων, ήτοι όταν οι εργασίες αυτές δεν μπορούν να διαχωριστούν τεχνικά ή οικονομικά από την κύρια σύμβαση, χωρίς να δημιουργούν μείζονα προβλήματα, ή όταν παρ' ότι μπορούν να διαχωριστούν είναι απόλυτα αναγκαίες για τη βελτίωσή της, συνάπτεται συμπληρωματική σύμβαση κατόπιν διαπραγμάτευσης υπό την προϋπόθεση ότι η ανάθεση γίνεται στον ανάδοχο που εκτελεί το αρχικό έργο.

Η συμπληρωματική σύμβαση περιλαμβάνει τις ενδείξεις εργασιών, τις τιμές μονάδος, τα μεγέθη των ποσοτήτων και τις δαπάνες του αρχικού προϋπολογισμού, του προϋπολογισμού που ισχύει με την αμέσως προηγούμενη σύμβαση, καθώς επίσης και τις διαφορές δαπανών που προκύπτουν από τη σύγκριση των κονδυλίων του προϋπολογισμού που ισχύει και του προτεινόμενου με ανακεφαλαιωτικό πίνακα.

Αν στη συμπληρωματική αυτή σύμβαση περιλαμβάνονται και εργασίες για τις οποίες δεν υπάρχουν τιμές μονάδος, τότε πρέπει να συνοδεύονται από πρωτόκολλο που κανονίζει τις νέες τιμές για τις εργασίες αυτές... Σε κάθε περίπτωση το συνολικό ποσό των συμβάσεων συμπληρωματικών εργασιών δεν μπορεί να υπερβεί το 50% του ποσού τη αρχικής σύμβασης....Στο ποσοστό του 50% συμπεριλαμβάνεται και η αμοιβή σύνταξης τυχόν μελετών για τις συμπληρωματικές εργασίες που εγκρίνονται από το ΤΔΕ....Η συμπληρωματική σύμβαση συντάσσεται από το ΤΔΕ και υπογράφεται από τον ανάδοχο.

Το Δ.Σ την εγκρίνει κατόπιν τελικής εισήγησης της ΤΔΕ. Σε περίπτωση που ο ανάδοχος υπογράφει με επιφύλαξη είναι υποχρεωμένος να εκτελέσει τις συμπληρωματικές εργασίες. Κατά της πράξης του ΤΔΕ χωρεί ένσταση για την οποίαν αποφαίνεται τελεσίδικα το ΔΣ της εταιρείας κατόπιν εισηγήσεως της ΤΔ. Περαιτέρω στο άρθρο 7 παρ. 1 του ν. 1418/1984 (ΦΕΚ Α'23), που εφαρμόζεται συμπληρωματικά και διέπει την ένδικη σύμβαση, ως εκ του χρόνου κατάρτισής της (2003), ορίζεται με παρόμοιου περιεχομένου διατάξεις, ότι "ο ανάδοχος είναι υποχρεωμένος να κατασκευάσει το έργο κατά τους όρους της σύμβασης και τις σύμφωνες προς αυτή και το νόμο έγγραφες εντολές του φορέα κατασκευής του έργου...", ενώ σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 του ν. 1418/1984, όπως ίσχυε κατά το χρόνο κατάρτισης της ένδικης σύμβασης, "το έργο εκτελείται σύμφωνα με τη σύμβαση και τα τεύχη και σχέδια που τη συνοδεύουν.

Αν προκύπτει ανάγκη εκτέλεσης συμπληρωματικών εργασιών που δεν περιλαμβάνονται στο αρχικό ανατεθέν έργο ούτε στην πρώτη συναφθείσα σύμβαση και οι οποίες κατέστησαν κατά την εκτέλεση του έργου αναγκαίες λόγω απρόβλεπτων περιστάσεων με τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στην περίπτωση δ' της παρ. 3 του άρθρου 8 του π.δ/τος 334/2000 (ΦΕΚ Α` 279), συνάπτεται σύμβαση με τον ανάδοχο του έργου.

Για τον καθορισμό των νέων τιμών μονάδας των συμπληρωματικών εργασιών εφαρμόζονται οι διατάξεις των παραγρ. 3 και 4 του άρθρου 43 του ΠΔ 609/1985 (ΦΕΚ 223 Α'). Η εκτέλεση των συμπληρωματικών εργασιών είναι υποχρεωτική για τον ανάδοχο του έργου και, προκειμένου να υπογραφεί η σύμβαση ανάθεσης των συμπληρωματικών εργασιών, απαιτείται γνώμη του οικείου τεχνικού συμβουλίου.

Το συνολικό ποσό των συμβάσεων αυτών δεν μπορεί να υπερβαίνει το ποσοστό πενήντα τοις εκατό (50%) του ποσού της αρχικής σύμβασης. Στο ως άνω ποσοστό του πενήντα τοις εκατό (50%) συμπεριλαμβάνεται και η αμοιβή συντάξεως τυχόν μελετών για τις συμπληρωματικές εργασίες του έργου. Οι συμπληρωματικές εργασίες παραλαμβάνονται μαζί με τις εργασίες της αρχικής σύμβασης".

Περαιτέρω, στο άρθρο 34 παρ. 2 του Π.Δ/τος 609/1985 (ΦΕΚ 223 Α') ορίζεται ότι ο ανάδοχος δεν δικαιούται αποζημίωση ή αύξηση τιμών για μεταβολές στα έργα, τα οποία έγιναν χωρίς έγγραφο διαταγή, έστω και αν αυτές βελτιώνουν το έργο, σε επείγουσες δε περιπτώσεις, η διαταγή για τροποποιήσεις ή συμπληρώσεις δίνεται προφορικά στον τόπο των έργων και καταχωρίζεται στο ημερολόγιο.

Εξάλλου, στο άρθρο 43 του ίδιου ως άνω προεδρικού διατάγματος, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, ορίζονται τα εξής: "1. Ο φορέας κατασκευής του έργου έχει το δικαίωμα, κατά τη διάρκεια κατασκευής του έργου, να αναθέτει την εκτέλεση συμπληρωματικών εργασιών μόνο σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου 1 του άρθρου 8 του ν. 1418/1984 (ΦΕΚ Α'23), όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 1 του άρθρου τέταρτου του Ν. 2372/1996 (ΦΕΚ Α'29)...

Για την εκτέλεση των ανωτέρω συμπληρωματικών εργασιών απαιτείται η σύναψη σύμβασης. 2. Κάθε σύμβαση επόμενη της αρχικής συνοδεύεται από "Ανακεφαλαιωτικό Πίνακα Εργασιών" που ιδίως περιλαμβάνει τις ενδείξεις των εργασιών, τις τιμές μονάδος των εργασιών, τα μεγέθη των ποσοτήτων... (όπως οι παράγραφοι 1 και 2 αντικαταστάθηκαν με το άρθρο μόνο του π.δ. 402/1996).

Από τις ανωτέρω διατάξεις συνάγεται ότι, όταν παρίσταται ανάγκη εκτέλεσης συμπληρωματικών εργασιών, δηλαδή εργασιών, οι οποίες δεν περιλαμβάνονται στο ανατεθέν με την αρχική σύμβαση έργο ή στην πρώτη συναφθείσα σύμβαση και οι οποίες κατέστησαν αναγκαίες κατά την εκτέλεση του έργου λόγω απρόβλεπτων περιστάσεων, για την εκτέλεσή τους απαιτείται η σύναψη ιδιαίτερης, συμπληρωματικής, συμβάσεως με τον ανάδοχο του έργου.

Της σύναψης της εν λόγω συμβάσεως προηγείται η σύνταξη εκ μέρους της διευθύνουσας το έργο υπηρεσίας ανακεφαλαιωτικού πίνακα εργασιών (Α.Π.Ε.), ο οποίος περιλαμβάνει όλα τα ουσιώδη στοιχεία της σύμβασης, όπως τις προς εκτέλεση εργασίες, τις τιμές μονάδας των εργασιών, τα μεγέθη των ποσοτήτων και την προβλεπόμενη δαπάνη για αναθεώρηση, καθώς και πρωτόκολλο κανονισμού τιμών μονάδας νέων εργασιών (Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε.) στην περίπτωση που στον ανακεφαλαιωτικό πίνακα περιλαμβάνονται και εργασίες, για τις οποίες δεν υπάρχουν τιμές μονάδας.

Ακολουθεί η υπογραφή σύμβασης για την ανάθεση των συμπληρωματικών αυτών εργασιών μετά από διαπραγματεύσεις με τον ανάδοχο του έργου και αφού ληφθεί και η γνώμη του οικείου τεχνικού συμβουλίου. Μετά την υπογραφή της συμπληρωματικής συμβάσεως, το ποσό της οποίας δεν μπορεί να υπερβαίνει το 50% του ποσού του αρχικού συμβατικού αντικειμένου, η εκτέλεση των συμπληρωματικών εργασιών είναι υποχρεωτική για τον ανάδοχο (ΣτΕ 121/2018, ΣΤΕ 2638/2016, 1258/2013, 170/2013, 1768/2012, 1520/2011, 1475/2010).

Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις συνάγεται ότι ο ανάδοχος δεν δικαιούται, και ούτε υποχρεούται, κατ' αρχήν, να προβεί σε τροποποιήσεις ως προς τη μορφή του έργου, την ποιότητα και το είδος ή την ποσότητα των εργασιών, κατ' απόκλιση από τη σύμβαση έργου, και, επίσης, ότι δεν δικαιούται αποζημίωσης για μεταβολές στο έργο, χωρίς προηγούμενη έγγραφη εντολή του κυρίου του έργου ή, σε επείγουσες περιπτώσεις, προφορική εντολή της υπηρεσίας, στον τόπο εκτέλεσής του έργου, που καταχωρίζεται στο ημερολόγιο αυτού, και χωρίς προηγούμενη σύνταξη και έγκριση Α.Π.Ε., αν δε συντρέχει περίπτωση, και Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε. (ΣτΕ 2243/2017, 45/2016, ΑΠ 178/2015, 1258/2013).

Μάλιστα, στην περίπτωση αυτή ο ανάδοχος, αν εκτελέσει εργασίες μη προβλεπόμενες από τη σύμβαση, χωρίς τις ανωτέρω προϋποθέσεις, δηλαδή χωρίς προηγούμενη έγγραφη εντολή του κυρίου του έργου ή, σε επείγουσες περιπτώσεις, κατόπιν προφορικής εντολής της υπηρεσίας, δεν δικαιούται ούτε απόδοσης της ωφέλειας του λήπτη με βάση τις διατάξεις των άρθρων 904 επ.

ΑΚ περί αδικαιολόγητου πλουτισμού (βλ. ΣτΕ 45/2016, 749/2016, 2387/2014). Κατ' εξαίρεση, όμως, από τον ανωτέρω κανόνα, και ανεξάρτητα από τη σύναψη τελικά συμπληρωματικής σύμβασης ο ανάδοχος δικαιούται αμοιβής για τις πρόσθετες εργασίες που εκτέλεσε, αποδεχόμενος σχετική έγγραφη εντολή του εργοδότη ή και μόνο προφορική εντολή καταχωρημένη στο ημερολόγιο του έργου, αν συντρέχει επείγουσα περίπτωση, έχει δε η αμοιβή αυτή συμβατικό χαρακτήρα, αφού η εντολή του εργοδότη και η αποδοχή της από τον ανάδοχο δημιουργούν το αναγκαίο συμβατικό πλαίσιο.

Μάλιστα δικαιούται τότε ο ανάδοχος αμοιβής ακόμη και αν η δαπάνη των πρόσθετων εργασιών υπερέβη το 50% του αρχικού συμβατικού κόστους, την οποία, αντίθετα, δεν δικαιούται ούτε κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αν ενήργησε χωρίς εντολή του εργοδότη (ΑΠ 711/2018, ΑΠ 178/2015, ΑΠ 1726/2014, ΣΤΕ 5117/2012). Πάντως, και στην περίπτωση αυτή, η συμβατική σχέση ολοκληρώνεται και οριστικοποιείται, κατά κανόνα, με τη σύναψη σχετικής σύμβασης, ύστερα από διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών και γνώμη του τεχνικού συμβουλίου του εργοδότη, στο πλαίσιο είτε του εγκεκριμένου Α.Π.Ε.

είτε και αποκλίνοντας απ' αυτόν (ΑΠ 1726/2014). Περαιτέρω, όμως, από τις ίδιες παραπάνω διατάξεις συνάγεται, ότι δεν αποκλείεται εργασίες, οι οποίες παρεκκλίνουν της σύμβασης και εκτελέστηκαν χωρίς να τηρηθεί η προαναφερθείσα διαδικασία, χωρίς, δηλαδή, την κατάρτιση συμπληρωματικής σύμβασης και χωρίς έγγραφη ή προφορική, εντολή του κυρίου του έργου (ΑΠ 711/2018, ΑΠ 902/2011), να κριθούν στη συνέχεια από τα αρμόδια όργανα του κυρίου του έργου ή, σε περίπτωση διαφωνίας και άσκησης εκ μέρους του αναδόχου προσφυγής, από το αρμόδιο εφετείο, ως αναγκαίες, δηλαδή ως εργασίες οι οποίες επιβάλλονται για την ασφάλεια, την αρτιότητα ή τη λειτουργικότητα του έργου, οπότε οι εργασίες αυτές νομιμοποιούνται εκ των υστέρων με τη σύνταξη Α.Π.Ε.

και τη σύναψη νέας, συμπληρωματικής σύμβασης, οπότε το αντίστοιχο εργολαβικό αντάλλαγμα οφείλεται με βάση τη νέα σύμβαση μετά την σύναψή της (ΑΠ 711/2018, ΑΠ 178/2015, ΑΠ 1726/2014, ΑΠ 902/2011, ΣΤΕ 782/2018, ΣΤΕ 2253/2017, ΣΤΕ 45/2016, ΣτΕ 2256/2016, ΣτΕ 2638/2016). Επομένως, δεν αρκεί απλώς η κρίση ότι οι χωρίς εντολή πρόσθετες εργασίες υπήρξαν αναγκαίες και ότι, συνεπώς, η δαπάνη τους βαρύνει τον εργοδότη προκειμένου ο ανάδοχος να ζητήσει με αγωγή την επιδίκασή τους, αλλά απαιτείται για τον καθορισμό του οφειλόμενου σε αυτόν ανταλλάγματος η τήρηση, ακολούθως, της διαδικασίας κατάρτισης συμπληρωματικής σύμβασης με βάση Α.Π.Ε.

ή και Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε., για δε την πληρωμή του η τήρηση της διαδικασίας καταρτίσεως και εγκρίσεως της σχετικής επιμέτρησης, καθώς και σύνταξης και έγκρισης του λογαριασμού, που θα περιέχει την αμοιβή για τις συγκεκριμένες εργασίες, αποτελούντος την προς τούτο κατά το νόμο απαιτούμενη πιστοποίηση, κατά τις διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 9 και 10 του ν. 1418/1984, 38 και 40 του π.δ/τος 609/1985, ήδη δε κατά τα άρθρ. 52 και 53 του ν. 3669/2008 (ΣτΕ 1459/2017, 1082/2016, 2086/2016, ΑΠ 46/2016, ΑΠ 1726/2014).

Συνεπώς, η κατάρτιση και έγκριση του Ανακεφαλαιωτικού Πίνακα Εργασιών (ΑΠΕ) αποτελεί προϋπόθεση για την πιστοποίηση στη συνέχεια των εργασιών που πράγματι εκτέλεσε ο ανάδοχος και τη σύνταξη απ` αυτόν του λογαριασμού για την πληρωμή της αμοιβής του (ΟλΑΠ 15/2015). Αν υπάρξει άρνηση του εργοδότη να τηρήσει συνολικά την ως άνω διαδικασία, πρέπει πρώτα να ζητηθεί η συμμόρφωσή του με τις σχετικές υποχρεώσεις του (ΑΠ 1726/2014), δηλαδή πρέπει ο ανάδοχος να ζητήσει από τον κύριο του έργου να προβεί, τηρώντας την νόμιμη διαδικασία, στις απαραίτητες ενέργειες προς καθορισμό και πληρωμή του ανταλλάγματος για τις προαναφερόμενες συμπληρωματικές εργασίες, όπως στη σύνταξη Α.Π.Ε.

ή, αν αυτός έχει συνταχθεί χωρίς τις ανωτέρω εργασίες, στην ανασύνταξή του (πρβλ. ΑΠ 809/2013, ΣτΕ 1082/2016), ώστε να περιλαμβάνει και τις ως άνω ποσότητες των συμπληρωματικών εργασιών, καθώς επίσης και στην κατάρτιση και έγκριση των επιμετρήσεων κλπ. Σε περίπτωση που ο ανάδοχος υπογράψει τον Ανακεφαλαιωτικό Πίνακα Εργασιών και το πρωτόκολλο κανονισμού τιμών μονάδας νέων εργασιών χωρίς επιφύλαξη, θεωρείται ότι αποδέχεται την εκτέλεση αυτών με βάση τις καθορισθείσες από την υπηρεσία τιμές.

Αντίθετα, αν διαφωνεί με τις καθορισθείσες νέες εργασίες ή τις τιμές αυτών, πολύ περισσότερο δε, αν στον ανακεφαλαιωτικό πίνακα δεν συμπεριελήφθησαν οι συμπληρωματικές εργασίες, μπορεί να υπογράψει τις ως άνω πράξεις με επιφύλαξη και να ασκήσει κατ' αυτών ένσταση και, ακολούθως, αίτηση θεραπείας, ακολουθώντας τη διαγραφόμενη από τη διάταξη του άρθρου 12 του ν. 1418/1984 διοικητική διαδικασία, και τελικώς να ασκήσει προσφυγή ενώπιον του αρμοδίου Εφετείου, προκειμένου να επιλυθεί δικαστικώς η διαφορά, αφού, κατά το άρθρο 43 του π.δ. 609/1985, ο ανάδοχος έχει δικαίωμα να αμφισβητήσει την παράλειψη της Διευθύνουσας Υπηρεσίας να εντάξει σε Α.Π.Ε.

και Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε. νέες εργασίες, εφόσον υπογράψει με επιφύλαξη τις πράξεις αυτές (ΣτΕ 1613/2018). Το αίτημα της προσφυγής συνίσταται στην αναγνώριση της αναγκαιότητας εκτέλεσης των πρόσθετων εργασιών που δεν μπορούσαν να προβλεφθούν στη σύμβαση, στην ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης και στην υποχρέωση της αρμόδιας υπηρεσίας να τηρήσει την νόμιμη διαδικασία για την πληρωμή του αναδόχου και όχι στην καταβολή του εργολαβικού ανταλλάγματος.

Βεβαίως, η δικαστική απόφαση, με την οποία αναγνωρίζονται, ως πραγματοποιηθείσες, οι περικοπείσες από την Διευθύνουσα Υπηρεσία εργασίες, εμπεριέχει, αναγκαίως, και την αναγνώριση της αξίωσης του αναδόχου να πληρωθεί γι' αυτές, το ύψος όμως της αξίωσης αυτής και η καταψήφισή της επέρχεται, όπως αναφέρθηκε, στο μεταγενέστερο στάδιο της έγκρισης του λογαριασμού, κατά της πράξης δε, με την οποία διορθώνεται λογαριασμός, είναι δυνατή η άσκηση από τον ανάδοχο προσφυγής με καταψηφιστικό αίτημα, οπότε, σε περίπτωση αποδοχής της, θα χωρήσει καταψήφιση του ποσού που απετέλεσε αντικείμενο της διαφοράς (ΣΤΕ 1459/2017, 746/2016, 4316/2015).

Σημειωτέον ότι οι διατάξεις 5 παρ. 8 (ήδη παρ. 10) του ν. 1418/1984 και του άρθρου 40 παρ. 7 του π.δ. 609/1985 έχουν μεν την έννοια ότι με την άπρακτη πάροδο της προθεσμίας του ενός μηνός, που προβλέπεται για τον έλεγχο, την τυχόν απαιτούμενη διόρθωση και την έγκριση του λογαριασμού, ο λογαριασμός θεωρείται μεν εγκεκριμένος, πλην, όμως, η Διοίκηση διατηρεί την εξουσία, και μετά την παρέλευση της τασσόμενης προθεσμίας ελέγχου και έγκρισης του λογαριασμού, να προβεί σε έλεγχο αυτού, αρνούμενη ρητώς ή σιωπηρώς, να καταβάλει ποσά ή αναζητώντας κατά τις κείμενες διατάξεις (του εθνικού και του κοινοτικού δικαίου) ως μη νομίμως ή αχρεωστήτως, ήδη καταβληθέντα ποσά του επίμαχου λογαριασμού, τα οποία δεν οφείλονται για οποιοδήποτε λόγο στον ανάδοχο, δεδομένου μάλιστα ότι ο έλεγχος αυτός επιβάλλεται για λόγους προστασίας του δημοσίου χρήματος εθνικού, ή κοινοτικού.

Τα ανωτέρω, όσον αφορά την άρνηση καταβολής μη οφειλομένων για οποιονδήποτε λόγο ή την αναζήτηση των αχρεωστήτως ή μη νομίμως καταβληθέντων χρηματικών ποσών, ισχύουν, για την ταυτότητα του λόγου και όταν δεν υπάρχει σιωπηρή αλλά ρητή έγκριση (ΣΤΕ 973/2018, 251/2017), ενώ οι αμφισβητήσεις σε σχέση με το ύψος των απαιτήσεων του αναδόχου εγείρονται με την άσκηση προσφυγής κατά των αποφάσεων έγκρισης ή διόρθωσης του λογαριασμού από τη Διευθύνουσα Υπηρεσία (Δ.Υ) και όχι και κατά των εγκριτικών ή διορθωτικών των τμηματικών επιμετρήσεων αποφάσεων (ΣΤΕ 1459/2017, ΣτΕ 4845/2014, ΑΠ 828/2019.

Πρβλ. ΑΠ 400/2018). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, και κατά τα ήδη προαναφερθέντα στην εξέταση του πρώτου λόγου, αναίρεσης επιτρέπεται μόνον αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ της από 22-11-2011 προσφυγής - αγωγής, η προσφεύγουσα ανώνυμη εταιρία ισχυρίστηκε ότι μετά από δημόσιο ανοικτό μειοδοτικό διαγωνισμό με την από 21-11-2003 σύμβαση που συνήψε με την καθ' ης η προσφυγή ανώνυμη εταιρία, ανέλαβε την εκτέλεση του έργου "Γενικό Κατάστημα Κράτησης Δυτικής Μακεδονίας", μέσα σε 1.080 ημερολογιακές ημέρες από την ημερομηνία υπογραφής της σύμβασης, δηλ.

μέχρι την 6-11-2006 και ότι από αποκλειστική υπαιτιότητα της καθ' ης δεν τηρήθηκε το αναθεωρημένο χρονοδιάγραμμα, διότι αυτή, με την πιο πάνω ιδιότητά της, ζητούσε διαρκώς με ρητές έγγραφες εντολές την εκτέλεση νέων και υπερσυμβατικών εργασιών, τροποποιώντας μονομερώς το συμβατικό αντικείμενο. Ότι η προσφεύγουσα προέβη, όπως είχε υποχρέωση, στην εκτέλεση των ως άνω υπερσυμβατικών και νέων εργασιών οι οποίες συμπεριλήφθηκαν στις τμηματικές επιμετρήσεις που υπέβαλε η ίδια συνοδευόμενες από τα αντίστοιχα ΠΠΑΕ, επιμετρήσεις οι οποίες εγκρίθηκαν είτε ρητά με απόφαση της καθ' ης είτε αυτοδικαίως μετά την παρέλευση του ευλόγου χρόνου από την υποβολή τους, ήτοι του τριμήνου.

Ότι η ίδια υπέβαλε τον 3° ΑΠΕ όπου συμπεριέλαβε τις πρόσθετες, υπερσυμβατικές αυτές εργασίες, για τις οποίες είχαν προϋπάρξει τόσο έγγραφες εντολές, όσο και ρητές ή αυτοδίκαιες εγκρίσεις των επιμέρους τμηματικών επιμετρήσεων που τις περιελάμβαναν, πλην, όμως, δεν ενεκρίθη από την καθ' ης, η οποία, αντίθετα, συνέταξε δικό της 3° ΑΠΕ, ο οποίος δεν περιλαμβάνει το σύνολο των υπερσυμβατικών νέων εργασιών που εκτελέστηκαν, με συνέπεια να μην είναι εφικτή η αμοιβή της για τις εργασίες αυτές.

Ότι για το λόγο αυτό, άσκησε την υπ' αριθμ. …/…-4-2011 ένστασή της, κατά της σιωπηρής απόρριψης (λόγω άπρακτης παρόδου της νόμιμης προθεσμίας απάντησης στην ένσταση) αλλά και την από 22-6-2011 αίτηση θεραπείας, η οποία απορρίφθηκε επίσης σιωπηρώς λόγω άπρακτης παρέλευσης της προβλεπόμενης από το νόμο προθεσμίας.

Με βάση το ιστορικό αυτό, που περισσότερο αναλύει στο δικόγραφό της, η προσφεύγουσα ζήτησε, μεταξύ των άλλων, α) να ακυρωθεί η σιωπηρή απόρριψη της ανωτέρω από 22-6-2011 αίτησης θεραπείας που κοινοποιήθηκε την 24-6-2011, β) να ακυρωθεί η σιωπηρή απόρριψη της ως άνω …/…-4-2011 ένστασής της, γ) να αναγνωριστεί ότι η καθ' ης οφείλει να τροποποιήσει τον 3° ανακεφαλαιωτικό πίνακα εργασιών του επιδίκου έργου, ο οποίος έχει συνταχθεί από τη Διευθύνουσα Υπηρεσία του έργου στις 29-3-2011, ώστε να συμπεριλάβει το σύνολο των υπερσυμβατικών και νέων εργασιών που εκτελέστηκαν από την ίδια (την ανάδοχο), κατόπιν ρητών έγγραφων εντολών της κυρίας του έργου, δ) να αναγνωρισθεί ότι η καθ' ης οφείλει να συντάξει και εγκρίνει το 3° ΠΚΤΜΝΕ και να προβεί σε υπογραφή της 3ης συμπληρωματικής σύμβασης εργασιών, προκειμένου να νομιμοποιηθούν οι νέες και υπερσυμβατικές εργασίες, στ) να αναγνωρισθεί και να της καταβληθεί το αντιστοιχούν εργολαβικό αντάλλαγμα των ως άνω εργασιών που δεν περιλήφθηκαν στον 3° ΑΠΕ, συνολικού ποσού 3.858.333,58 ευρώ, πλέον αναθεώρησης και λοιπών νόμιμων και συμβατικών προσαυξήσεων, εντόκως από το χρόνο που εγκρίθηκαν ρητώς οι ως άνω ποσότητες, άλλως από την υποβολή της …/…-4-2011 ένστασής της, άλλως από την άσκηση θεραπείας, άλλως από την άσκηση της κρινόμενης προσφυγής μέχρις εξοφλήσεως σύμφωνα με το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο ιδιωτών, άλλως σύμφωνα με το άρθρο 4 του πδ 166/2003 και επικουρικά με τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού, εντόκως από την υποβολή της …/…-4-2011 ένστασής της, άλλως από την άσκηση θεραπείας άλλως από την άσκηση της κρινόμενης προσφυγής.

Το Εφετείο, με βάση το προαναφερθέν περιεχόμενο της αγωγής, δέχθηκε, μεταξύ των άλλων, και το σωρευόμενο αίτημά της κατά την κύρια βάση της με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 52, 53 ν. 3669/2008 και 38 π.δ. 609/1985, ότι δηλ. οι ανωτέρω συμπληρωματικές εργασίες που έγιναν κατ' εντολή της καθ' ης, οι οποίες δεν περιλαμβάνονταν στο ανατεθέν με την αρχική σύμβαση έργο και οι οποίες κατέστησαν αναγκαίες κατά την εκτέλεση αυτού λόγω απρόβλεπτων περιστάσεων, περιελήφθησαν δε στις αναλυτικές επιμετρήσεις των εργασιών που εκτελέστηκαν, και στη συνέχεια ελέγχθηκαν και εγκρίθηκαν από την εναγόμενη και συνακόλουθα ότι η αναιρεσιβαλλόμενη αναγνώρισε ότι η καθ' ης οφείλει να καταβάλλει το αντιστοιχούν εργολαβικό αντάλλαγμα των ως άνω εργασιών που δεν περιλήφθηκαν στον 3° ΑΠΕ, συνολικού ποσού 3.858.333,58 ευρώ, υποχρέωσε δε αυτήν να καταβάλλει τούτο εντόκως με το επιτόκιο του άρθρου 4 π.δ. 166/2003, δίχως η ενάγουσα να επικαλείται ότι για την εκτέλεση των ένδικων συμπληρωματικών εργασιών προέβη στην κατάρτιση ιδιαίτερης συμπληρωματικής σύμβασης, ενώ απέρριψε τις επικουρικές βάσεις αυτής για το κεφάλαιο αυτό ως προς την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 388, 200, 288 ΑΚ και αυτή του αδικαιολόγητου πλουτισμού ως μη νόμιμες.

Όμως, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, στην περίπτωση που οι εκτελεσθείσες συμπληρωματικές εργασίες κριθούν αναγκαίες είτε από τα αρμόδια όργανα του κυρίου του έργου είτε, σε περίπτωση διαφωνίας, από το αρμόδιο Εφετείο, προκειμένου αυτές να νομιμοποιηθούν, να καθοριστεί το αντίστοιχο εργολαβικό αντάλλαγμα και να ζητήσει ο ανάδοχος με αγωγή την επιδίκασή του, απαιτείται η τήρηση της διαδικασίας κατάρτισης συμπληρωματικής σύμβασης με το περιεχόμενο του προαναφερθέντος άρθρου 35 ΚΑΑΕ και με βάση Α.Π.Ε.

ή και Π.Κ.Τ.Μ.Ν.Ε. και, στη συνέχεια, η διενέργεια επιμέτρησης και η έγκριση του σχετικού λογαριασμού. Στην προκείμενη, όμως, περίπτωση, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, δεν καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων ιδιαίτερη συμπληρωματική σύμβαση με βάση εγκριθέντα ΑΠΕ, που κατά νόμο συντάσσεται από τη Διευθύνουσα Υπηρεσία, αφού ο 3ος ΑΠΕ, που κοινοποιήθηκε στην ενάγουσα, δεν περιελάμβανε τις ένδικες υπερσυμβατικές εργασίες και η σχετική ένσταση της ενάγουσας, με την οποία ζητήθηκε η συμπλήρωσή του, απορρίφθηκε, όπως και η επακολουθήσασα αίτηση θεραπείας.

Όσον αφορά τους επικαλούμενους από την προσφεύγουσα λογαριασμούς, συνοδεύονταν μεν από επιμετρήσεις που περιελάμβαναν και τις υπερσυμβατικές εργασίες, πλην όμως δεν είχε καταρτιστεί ο αντίστοιχος ΑΠΕ από την Διευθύνουσα Υπηρεσία της εναγομένης, η κατάρτιση και έγκριση του οποίου αποτελεί προϋπόθεση για την πιστοποίηση εργασιών που πράγματι εκτέλεσε η ανάδοχος ενάγουσα και για τη σύνταξη από αυτήν του λογαριασμού για την πληρωμή της αμοιβής της.

Κατόπιν αυτών, εφόσον οι διάδικοι δεν συνήψαν για τις ένδικες υπερσυμβατικές εργασίες ιδιαίτερη συμπληρωματική σύμβαση με την κατάρτιση του προβλεπόμενου ΑΠΕ, μόνη η επικαλούμενη στην αγωγή υπογραφή - έγκριση των αναλυτικών ανακεφαλαιωτικών επιμετρήσεων, που περιλαμβάνουν τις εν λόγω εργασίες, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί δεσμευτική (παρότι αφορά υπερσυμβατικές εργασίες, για τις οποίες δεν καταρτίστηκε ΑΠΕ και συμπληρωματική σύμβαση), δεν θεμελιώνει νόμιμη απαίτηση της ενάγουσας και αντίστοιχη υποχρέωση της εναγομένης προς καταβολή εργολαβικού ανταλλάγματος για την εκτέλεση των ένδικων συμπληρωματικών εργασιών.

Τα ως άνω ισχύουν και καθό μέρος επιχειρείται να θεμελιωθεί η αξίωση στην κοινή σύμβαση έργου, όπως εκτίθεται στην αγωγή, με την επίκληση της διενέργειας των υπερσυμβατικών εργασιών, κατόπιν εντολών και υποδείξεων της εναγομένης, αφού, και στην περίπτωση αυτή, απαιτείται για τη γένεση δικαιώματος πρόσθετης αμοιβής λόγω εκτέλεσης υπερσυμβατικών εργασιών, η σύνταξη Ανακεφαλαιωτικού Πίνακα Εργασιών και η σύναψη νέας σύμβασης.

Ενόψει των ανωτέρω, λοιπόν, το ως άνω αναγνωριστικό αίτημα της αγωγής της για την οφειλή της καθ' ης η προσφυγή και η καταδίκη της στην καταβολή του ως άνω ποσού είναι μη νόμιμο. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο, δέχθηκε το ως άνω αίτημα καθό μέρος θεμελιώνεται στην δήθεν καταρτισθείσα σύμβαση έργου με βάση την εντολή για την εκτέλεση των νέων εργασιών, την αποδοχή της εντολής αυτής από την ενάγουσα και στη συνέχεια την έγκριση των αναλυτικών επιμετρήσεων και τους επικαλούμενους ως άνω λογαριασμούς παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 26, 35 ΚΑΑΕ, 8 παρ. 1 του ν. 1418/1984, 34 παρ. 2, 38 παρ. 2, 3 και 43 του π.δ. 609/1985, τις οποίες δεν εφάρμοσε, ενώ αντίθετα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 38 π.δ. 609/1985 και 52 ν. 3669/2008, και, συνεπώς, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Κατ' ακολουθία τούτων ο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτή η αναίρεση και να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ως άνω αίτημα της αναγνώρισης της οφειλής του ποσού των 3.858.333,58 ευρώ και της καταδίκης της εναγομένης στην καταβολή του, παρέλκει δε κατόπιν τούτων και η έρευνα του τέταρτου λόγου της ένδικης αναίρεσης με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την αναιρεσιβαλλόμενη ότι επιδίκασε τόκους επί του ως άνω ποσού από την επίδοση της αγωγής με βάση το άρθρο 4 π.δ. 166/2003, εν όψει του ότι το αίτημα αυτό είναι παρεπόμενο και προϋποθέτει τη νομική βασιμότητα του αιτήματος για την επιδίκαση του κεφαλαίου.

Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ: "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να τη δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση...".

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", συνάγεται ότι, οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υπόθεσης από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της απόφασης με βάση την έκταση της αναίρεσης, μπορεί η τελειωτική επί της υπόθεσης απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο.

Τέτοιο δικονομικό έδαφος για τη μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης επανεκδίκαση της υπόθεσης από το ως πρωτοβάθμιο δικαστήριο δικάσαν Εφετείο στην ουσία δεν υπάρχει και στην κρινόμενη περίπτωση, ενόψει του ότι το ως άνω σωρευόμενο αναγνωριστικό και καταψηφιστικό αίτημα της αναιρεσίβλητης με την επιβολή τόκων είναι απορριπτέο ως προς την κυρία βάση του, και δεν υπάρχει έδαφος να ερευνηθεί η αγωγή ως προς τις προαναφερθείσες επικουρικές της βάσεις, δεδομένου ότι με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αυτές απορρίφθηκαν και η διάταξη αυτή της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δεν προσβλήθηκε από την αναιρεσίβλητο με αναίρεση.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να γίνει εν μέρει δεκτή, να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως προς το αναγνωριστικό και καταψηφιστικό αίτημα της οφειλής από την καθ' ης του ποσού των 3.858.333,58 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της προσφυγής, να κρατηθεί και δικαστεί η υπόθεση ως προς τα αιτήματα αυτά από το Δικαστήριο αυτό και να απορριφθούν ως μη νόμιμα.

Επίσης πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου στην αναιρεσείουσα (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα για τη δίκη ενώπιον του ως πρωτοβάθμιου επιληφθέντος δικαστηρίου Εφετείου, καθώς και της ένδικης αναίρεσης να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων, καθόσον η ερμηνεία των ανωτέρω κανόνων δικαίου, που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής, σύμφωνα με τα άρθρα, 179, 183 ΚΠολΔ, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 6/2019 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας ως προς τη διάταξη αυτής με την οποίαν έγιναν δεκτά το αίτημα της προσφεύγουσας για την αναγνώριση και την καταδίκη της καθ' ης η προσφυγή στην καταβολή του ποσού των 3.858.333,58 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοσή της.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της από 22-11-2011 προσφυγής ως προς τα ως άνω αιτήματα.

Απορρίπτει την ως άνω προσφυγή ως προς αυτά.

Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2021.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Νοεμβρίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ