Supreme Court dismisses appeal against lower court judgment on contract interpretation and cost allocation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellants' appeal against the Athens Court of Appeal's judgment regarding a contract dispute. The appellants argued that the lower court failed to deduct specific amounts from the company's claims based on private agreements, but the court found its factual assessment unreviewable. Consequently, the appeal was rejected, the costs were shifted to the appellants, and the appeal bond was returned to the state.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 561, 106, 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a judgment on facts is inadmissible if the lower court's evaluation of evidence and factual findings falls within its free discretion and does not violate the law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1305 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1305/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα, Θωμά Γκατζογιάννη και Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Μαΐου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσείοντων: 1) Π. Γ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Καρατζά και κατέθεσε προτάσεις, 2) Π. Γ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρίνα Παπαγεωργίου και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Ε.Ε.", που εδρεύει στην ..... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σιάρκο, που ανακάλεσε την από 24/4/2019 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.
Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος του πρώτου ως άνω αναιρεσείοντος, αφού έλαβε το λόγο από τον Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/9/2013 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 38/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2250/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16/6/2017 αίτησή τους και τους από 29/3/2019 και 3/4/2019 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 246 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 ΚπολΔ, ο Άρειος Πάγος μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάξει την ένωση και συνεκδίκαση περισσοτέρων υποθέσεων, που εκκρεμούν ενώπιόν του, μεταξύ των ίδιων ή διαφόρων διαδίκων, αν κατά την κρίση του διευκολύνεται ή επιταχύνεται η διεξαγωγή της δίκης ή επέρχεται μείωση των εξόδων.
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας αποφάσεως δικάσιμο συζητήθηκαν: α) η από 16-06-2017 (με αρ. κατάθεσης 7641/721/2017) αίτηση αναίρεσης των Π. και Π. Γ., β) οι από 27-03-2019 (με αρ. κατάθεσης 34/2019) πρόσθετοι λόγοι και, γ) οι από 26-03-2019 (με αρ. κατάθεσης 39/2019), πρόσθετοι λόγοι των ιδίων, ως άνω, αναιρεσειόντων, αντίστοιχα. Η ένδικη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι της, που στρέφονται κατά της, αυτής, υπ' αριθμ. 2250/2017, αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, έχουν ασκηθεί νόμιμα, εμπρόθεσμα και παραδεκτά (άρθρα 553, 556 - 558, 564 αρ.1, 566, 569, 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και, επομένως, πρέπει να συνεκδικασθούν (άρθρα 246, 573 παρ. 1 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, εκτός των άλλων και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Δηλαδή, πρέπει να παραβιάζονται κανόνες, οι οποίοι ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις για τη μη τήρησή τους (ΑΠ 1399/2011, ΑΠ 159/2004).
Εσφαλμένη, κατ' ακρίβειαν, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος, στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά, τα οποία δέχτηκε, ανέλεγκτα, το δικαστήριο της ουσίας υπάγονταν στον κανόνα αυτόν ή αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ' αυτόν (ΟλΑΠ 10/2011, 7/2006, 36/1988).
Για να είναι ορισμένος και, άρα, παραδεκτός, ο λόγος αυτός πρέπει: 1) να αναφέρεται στο δικόγραφο της αναίρεσης, και, μάλιστα, ενάριθμα, η συγκεκριμένη διάταξη του συγκεκριμένου, ουσιαστικού νόμου, που παραβιάστηκε (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 1069/1983, ΑΠ 1148/1989, ΑΠ 1459/1997, ΑΠ 1658/1998, ΑΠ 1676/1998, ΑΠ 1399/2011), καθώς και το περιεχόμενό της, 2) η νομική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, για την έννοια της διάταξης αυτής και, 3) το ερμηνευτικό υπαγωγικό της σφάλμα (ΟλΑΠ 32/1996), επιπρόσθετα δε, αν η προσβαλλόμενη, με την αναίρεση, απόφαση, αποφάνθηκε για την ουσία της υπόθεσης, είναι αναγκαίο να αναφέρονται, με σαφήνεια, τα πραγματικά περιστατικά, που δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας, για τη θεμελίωση της κρίσης του, για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού (ΟλΑΠ 27/1998, ΑΠ 1399/2011, ΑΠ 20/2005, ΑΠ 1353/2001).
Μεμονωμένες και αποσπασματικές, παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο αυτού του αναιρετικού λόγου. Και τούτο, γιατί, μόνο κατ' αυτό τον τρόπο, μπορεί να κριθεί, αν η νομική πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης (ΟλΑΠ 28/1998, ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 495/2010, ΑΠ 954/2008, ΑΠ 609/2008, ΑΠ 2173/2007, ΑΠ 1036/2000, ΑΠ 1353/2001).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του, επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί αν, στη συγκεκριμένη περίπτωση, συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 24/1992).
Για το ορισμένο και του λόγου αυτού, πρέπει να περιέχονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, που πρέπει να παρατίθενται, σ' αυτό, με σαφήνεια και πληρότητα και δεν αρκούν περιορισμένες, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 739/2011, ΑΠ 1206/2008, ΑΠ 153/2008).
Από δε τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 319/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με: α) τους αναιρετικούς λόγους υπό στοιχεία Ι,
ΙΙΙ, ΙV, VI και VII,
β) το δεύτερο πρόσθετο λόγο (στοιχεία Δ Δ1, Δ Δ2 αυτού) και τον τέταρτο πρόσθετο λόγο, (στοιχεία Δ Δ1, Δ Δ2 αυτού) του πρώτου αναιρεσείοντος και,
γ) τους υπό στοιχεία ΙΒ, ΙΙ και ΙΙΙ προσθέτους λόγους του δευτέρου αναιρεσείοντος, αποδίδονται στο Εφετείο οι από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, συνιστάμενες, κατά τις σ' αυτούς (αναιρετικούς λόγους) διακρίσεις, στην ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 138, 150, 151, 157, 179, 181, 200, 450, 758, 873, 914 του ΑΚ και 375 του ΠΚ. Όλοι, όμως, οι ανωτέρω αναιρετικοί λόγοι, πρέπει ν' απορριφθούν, προεχόντως, ως απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους, αφού δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο, με πληρότητα και σαφήνεια, οι σχετικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, με πληρότητα, παρά, μόνο, ορισμένες και επιλεγμένες από τους αναιρεσείοντες, αποσπασματικές παραδοχές αυτής, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της βασιμότητας ή μη αυτών (αναιρετικών και προσθέτων λόγων), πέραν του ότι, με τα όσα, κατά τα λοιπά, αναφέρονται, για τη θεμελίωσή τους, υπό το πρόσχημα της παραβιάσεως των επικαλουμένων κανόνων ουσιαστικού δικαίου, πλήττεται, στην πραγματικότητα, η ανέλεγκτη, από τον Άρειο Πάγο, εκτίμηση των αποδείξεων. Σημειουμένου, ακόμη, ότι από τους προαναφερθέντες λόγους, ο τέταρτος πρόσθετος του πρώτου αναιρεσείοντος (στοιχεία Δ Δ1 και Δ Δ2 αυτού) και οι υπό στοιχεία ΙΒ,
ΙΙ και ΙΙΙ πρόσθετοι του δευτέρου αναιρεσείοντος, με τους οποίους αποδίδεται στο Εφετείο, αντιστοίχως, ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 873 ΑΚ και, ευθεία παραβίαση του άρθρου 758 ΑΚ, είναι και αβάσιμοι ως αλυσιτελείς, διότι, από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι δεν εφαρμόσθηκαν, εν προκειμένω, οι διατάξεις αυτές, αλλά εκείνες των άρθρων 297, 298, 299, 914, 926 και 932 ΑΚ, περί αδικοπρακτικής ευθύνης.
ΙΙΙ. Περαιτέρω, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου, με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 328/2008). Δεν αποτελούν "πράγματα" και άρα δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναιρέσεως αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί, που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008). Ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναιρέσεως, πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος προτάσεως ή επαναφοράς του στο Εφετείο, ώστε να μπορεί να κριθεί, από το αναιρετήριο, αν αυτός ήταν νόμιμος και παραδεκτός, και, αν το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση (ΑΠ 739/2011, ΑΠ 1654/2007, ΑΠ 1632/2007, ΑΠ 669/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον υπό στοιχείο V αναιρετικό λόγο, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιώνται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς τους, που πρότειναν, σ' αυτό, με το εφετήριο δικόγραφο και τις προτάσεις τους και ειδικότερα τους ισχυρισμούς τους, ότι: α) "...ο πρώτος από εμάς δεν συνεβλήθη στο από 19-2-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό..." και, β) "...όλες οι επιταγές που προσκόμισε η αντίδικος έχουν υπογραφεί από τον δεύτερο από εμάς, Π. Γ..". Ο λόγος, όμως, αυτός, είναι απαράδεκτος, αφού τα όσα, ως άνω, επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, για τη θεμελίωσή του, αποτελούν αρνητικούς ισχυρισμούς, τους οποίους πρότειναν αυτοί, προς απόκρουση της, εναντίον τους, ένδικης, από αδικοπραξία, αγωγής της ήδη αναιρεσίβλητης, ως εκκαλούντες - εναγόμενοι και όχι "πράγματα", υπό την προαναφερθείσα έννοια, ώστε, με το να μη ληφθούν υπόψη αυτοί, να ιδρύεται ο επικαλούμενος αναιρετικός λόγος. Πέραν του ότι, δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί, όπως αυτοί προτάθηκαν στο Εφετείο, με σχετικό λόγο έφεσης των ήδη αναιρεσειόντων, ώστε να μπορεί να κριθεί, από το αναιρετήριο, αν αυτοί ήταν νόμιμοι και παραδεκτοί, και, εφόσον το δικαστήριο εξέτασε την υπόθεση στην ουσία της, δεν αναφέρονται, ακόμη, οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, υπό τις οποίες έγινε η επικαλούμενη παραβίαση.
ΙV. Ο από το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδ. α' του ΚΠολΔ, αναιρετικός λόγος ιδρύεται όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει. Τα αποδεικτικά μέσα καθορίζονται, περιοριστικά, στο άρθρο 339 ΚΠολΔ και δεν επιτρέπεται η χρήση άλλων. Το απαράδεκτο δε αυτό πρέπει να είχε, νόμιμα, προβληθεί, από τον αναιρεσείοντα, στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις 3 περιπτώσεις της παρ. 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ (ΑΠ 277, ΑΠ 315/2008, ΑΠ 835/2008, ΑΠ 1416/2007).
Εξάλλου, κατά την παρ. 2 της προαναφερθείσας διάταξης (άρθρου 393 ΚΠολΔ) δεν επιτρέπεται απόδειξη με μάρτυρες κατά του περιεχομένου εγγράφου. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 270 παρ. 2 εδάφ. α' και β' ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν στην προκειμένη περίπτωση, στις υποθέσεις που εκδικάζονται κατά την τακτική διαδικασία ενώπιον των πρωτοβάθμιων δικαστηρίων (ειρηνοδικείων, μονομελών και πολυμελών πρωτοδικείων), λαμβάνονται υπόψη τόσο αποδεικτικά μέσα που πληρούν τους όρους του νόμου, σύμφωνα με την προβλεπόμενη αποδεικτική αξία του καθενός, όσο και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου, τα οποία, με την επιφύλαξη των άρθρων 393 και 394 ΚΠολΔ, δηλαδή μόνο εφόσον είναι επιτρεπτή η εμμάρτυρη απόδειξη, εκτιμώνται και αξιολογούνται ελεύθερα, όχι απλώς επικουρικά, αλλά παράλληλα με τα πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, αφού αυτή είναι η πραγματική έννοια του όρου "συμπληρωματικά" στην παρ. 2 εδάφ.
β' του αμέσως πιο πάνω άρθρου -270-. Έτσι, στην πρωτοβάθμια τακτική διαδικασία λαμβάνονται υπόψη, αδιακρίτως, κάθε είδους έγγραφα. Δεν λαμβάνονται υπόψη μόνο τα πλαστά ή μη γνήσια έγγραφα, γιατί δεν συγχωρείται η χρησιμοποίηση ψευδών αποδεικτικών στοιχείων και ένορκες βεβαιώσεις για τις οποίες δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη νομική διαδικασία (άρθρο 270 παρ. 2 εδάφ.
γ' ΚΠολΔ). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 524 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ, στη διαδικασία της δευτεροβάθμιας δίκης εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 227, 233 έως 269, 270 παρ. 2, 4, 6 και 7 και 271 έως 312. Από τις συνδυασμένες πιο πάνω διατάξεις προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, δικάζοντας κατά τη διαδικασία του άρθρου 270 παρ. 2 ΚΠολΔ, (όπως τόσο η διάταξη αυτή όσο και οι προαναφερθείσες ίσχυαν στην προκειμένη περίπτωση), μπορεί να λάβει υπόψη οποιαδήποτε αποδεικτικά μέσα, έστω και αν αυτά δεν πληρούν του όρους του νόμου, τα οποία εκτιμά ελεύθερα, αφού δεν είναι υποχρεωμένο να ακολουθήσει ορισμένους κανόνες, ως προς την αποδεικτική ισχύ τους (ΑΠ 1370/2018, ΑΠ 1349/2018, ΑΠ 1138/2018, ΑΠ 1311/2010,277/2010).
Με τον υπό στοιχείο ΙΙ αναιρετικό λόγο, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο την από τον αριθμό 11 εδ. α' άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια υποστηρίζοντες ότι έλαβε υπόψη του έγγραφα αποδεικτικά μέσα, που δεν πληρούν τους όρους του νόμου και ειδικότερα: α) με το πρώτο σκέλος του, ότι έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις που έδωσαν ενώπιον του Πταισματοδίκη Αμαρουσίου κατά την ποινική διαδικασία οι μάρτυρες:
Π. Κ., Β. Β., Ζ. Μ. και Χ. Ι., οι οποίες προσκομίσθηκαν, με επίκληση, από την ενάγουσα και, β) με το δεύτερο σκέλος του, ότι έλαβε υπόψη τις ίδιες, ως άνω μαρτυρικές καταθέσεις ως απόδειξη κατά του περιεχομένου εγγράφου, ήτοι του από 22-2-2011 ιδιωτικού συμφωνητικού, το οποίο υπέγραψε ο Α. Ι. και στο οποίο προβλέπεται ότι "το ποσό που έπρεπε να υπάρχει στο ταμείο με τη σύμφωνη γνώμη του Α.
Ι. και προς διευκόλυνση τους το έχουν χρησιμοποιήσει αποκλειστικά ο Π. Γ. ...". Ο λόγος όμως αυτός, κατ' αμφότερα τα σκέλη του, πρέπει ν' απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του. Και τούτο, διότι οι αναιρεσείοντες δεν εκθέτουν, στο αναιρετήριο αν, πότε και πώς προέβαλαν το σχετικό ισχυρισμό τους στο δικαστήριο της ουσίας.
Σε κάθε δε περίπτωση, ο κρινόμενος αναιρετικός λόγος, επίσης, κατ' αμφότερα τα σκέλη του, είναι και αβάσιμος. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων των ήδη αναιρεσειόντων, στο Εφετείο (άρθρο 561 παρ. 2), αυτοί δεν πρότειναν σ' αυτό ότι τα επίμαχα έγγραφα δεν πληρούν τους όρους του νόμου, αλλά προέβησαν, μόνο, στην αποδεικτική αξιολόγηση αυτών (βλ.
σελ. 5 υπό στοιχείο 4 της συνημμένης στις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις τους, από 17-01-2017 προσθήκης - αντίκρουσης). Πέραν, βεβαίως, του ότι τα ίδια αυτά έγγραφα, παραδεκτώς, ελήφθησαν υπόψη, από το Εφετείο, κατά την εφαρμοζομένη, εν προκειμένω, διάταξη του άρθρου 270 ΚΠολΔ και εκτιμήθηκαν ελεύθερα, ως δικαστικά τεκμήρια, μαζί με όλα τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, προς απόδειξη της αδικοπρακτικής συμπεριφοράς των ήδη αναιρεσειόντων, εναγομένων στην ένδικη αγωγή, ερειδομένη στην αδικοπραξία, κατά την κύρια και, μόνη, εξετασθείσα κατ' ουσίαν, βάση της και δεν χρησιμοποιήθηκαν αυτά (καταθέσεις μαρτύρων σε ποινική δίκη) ως μαρτυρικές καταθέσεις κατά του περιεχομένου των επικαλουμένων από τους αναιρεσείοντες, ως άνω, εγγράφων.
V. Εξάλλου, το ορισμένο ή αόριστο της αγωγής, ως προς την έκθεση σ' αυτή των πραγματικών περιστατικών, που απαρτίζουν την ιστορική της αιτία και θεμελιώνουν το αίτημα αυτής, εκτιμά κυριαρχικά το δικαστήριο της ουσίας και δεν υπόκειται, κατά τούτο, η κρίση του σε αναιρετικό έλεγχο. Αν, όμως, το δικαστήριο αξιώνει στοιχεία περισσότερα από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος ή αρκείται σε λιγότερα απ' αυτά (νομική αοριστία), ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1 άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Αν δε έλαβε υπόψη του γεγονότα, που δεν αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή αν δεν έλαβε υπόψη γεγονότα εκτιθέμενα σ' αυτήν (ποιοτική ή ποσοτική αοριστία) ιδρύονται οι αναιρετικοί λόγοι των αριθμών 8 και 14 του ως άνω άρθρου του ΚΠολΔ (ΑΠ 443/2011, ΑΠ 1363/2008, ΑΠ 119/2008, ΑΠ 2043/2007).
Στην περίπτωση όμως αυτή, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, το ακριβές περιεχόμενο της αγωγής, που κρίθηκε ως ορισμένη, ενώ ήταν αόριστη, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίζεται το συγκεκριμένο αίτημα παροχής έννομης προστασίας και, ακόμη, ότι ο σχετικός, περί αοριστίας της αγωγής, ισχυρισμός προτάθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε, νομίμως, στο δευτεροβάθμιο, καθοριζομένου, συγχρόνως, του νόμιμου τρόπου προβολής του σχετικού ισχυρισμού στο πρωτοβάθμιο και της επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος (ΟλΑΠ 16/2000, ΑΠ 1631/2009, ΑΠ 1592/2008, ΑΠ 2013/2007, ΑΠ 519/2003).
Με τους πρώτο και τρίτο πρόσθετους λόγους αναίρεσης του πρώτου αναιρεσείοντος, Π. Γ., από το άρθρο 559 αρ. 1, 8 και 14 του ΚΠολΔ, οι οποίοι εκτιμώνται, ορθώς, ως από τους αριθμούς 8 και 14 του ίδιου άρθρου, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά παράβαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 138, 140 - 153, 714, 330 και 919 ΑΚ, δέχθηκε ως ορισμένη την ένδικη αγωγή, παρότι ήταν αόριστη, όπως αυτός πρότεινε με τις προτάσεις του σ' αυτό (Εφετείο) και, ειδικότερα, γιατί δεν αναφέρονται, στο δικόγραφό της, τα θεμελιωτικά αυτής περιστατικά, αναγόμενα στην υπαιτιότητά του (αναιρεσείοντος), στον αιτιώδη σύνδεσμο, μεταξύ αυτής (υπαιτιότητας) και της επελθούσας στην ήδη αναιρεσίβλητη, ενάγουσα ζημίας και, τέλος, την ύπαρξη αυτής ταύτης της ζημίας της.
Ο λόγος αυτός κρίνεται απαράδεκτος, προεχόντως, διότι ο ως άνω αναιρεσείων δεν πρότεινε τον περί αοριστίας της ένδικης αγωγής ισχυρισμό του νόμιμα στο Εφετείο και, ειδικότερα, τον πρότεινε με τις προτάσεις του σ' αυτό (Εφετείο) και όχι, ως έδει, με σχετικό λόγο της έφεσής του, δεδομένου ότι, λόγω της ερημοδικίας του, ως εναγομένου, στην πρωτοβάθμια δίκη, δεν μπορούσε να τον προβάλει σε προηγούμενο, της δευτεροβάθμιας δίκης, δικονομικό στάδιο.
Παρεκτός του ότι, για την πληρότητα του υπόψη λόγου αναίρεσης, δεν αναφέρεται, στο αναιρετήριο, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4 και 566 παρ. 1 του ΚΠολΔ και, το ακριβές περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, παρά, μόνο, επιλεγμένα, από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα, αποσπάσματα αυτής, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, για το αν, με την παραδοχή της (αγωγής) ως ορισμένης, το Εφετείο υπέπεσε στην επικαλούμενη πλημμέλεια.
Συνεπώς, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, ως αόριστος.
VI. Τέλος, ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για παραμόρφωση εγγράφου, συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης, από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου, καταδήλως, διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο, για τον αναιρεσείοντα. Δεν περιλαμβάνει, όμως, και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο, που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί, τότε, πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του, για τον αναιρεσείοντα, να σχημάτισε το δικαστήριο της ουσίας, αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο, από το έγγραφο, που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του, σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος, που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (ΑΠ 374/13, ΑΠ 130/12, ΑΠ 1643/2005).
Με τον υπό στοιχείο ΙΑ πρόσθετο λόγο του, ο δεύτερος αναιρεσίβλητος αποδίδει στο Εφετείο την από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνισταμένη στην παραμόρφωση του περιεχομένου των από 22-02-2011 και 19-02-2009 ιδιωτικών συμφωνητικών, που φέρεται συντελεσθείσα με την παραδοχή πραγματικών γεγονότων, προφανώς, διαφορετικών, από εκείνα, που αναφέρονται σ' αυτά τα έγγραφα.
Ισχυρίζεται, ειδικότερα, ο εν λόγω αναιρεσείων ότι, ενώ προέβαλε, με το εφετήριο δικόγραφο, την, εκ μέρους του, τήρηση της απορρέουσας από τα εν λόγω συμφωνητικά υποχρέωσής του, να καλύψει τις λειτουργικές ανάγκες της ήδη αναιρεσίβλητης εταιρίας και ζήτησε να αφαιρεθούν από το αιτούμενο, με την υπό κρίση αγωγή, κεφάλαιο:
α) το ποσό των 95.841,13 ευρώ, που κατέβαλε για πάγιες και λειτουργικές ανάγκες της, β) το ποσό των 174.434,88 ευρώ για δαπάνες ανέγερσης της ένδικης οικοδομής, γ) το ποσό των 76.454,24 ευρώ για αμοιβή του και, δ) το ποσό των 29.897,12 ευρώ, για αμοιβή εργασίας τακτοποίησης των χώρων της ίδιας οικοδομής, ωστόσο η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παρέλειψε τις ανωτέρω χρήσιμες περικοπές των υπόψη ιδιωτικών συμφωνητικών, κατά τις οποίες οι ρηθείσες δαπάνες έπρεπε να ληφθούν υπ' όψη, ώστε να διαμορφωθεί το ύψος της απαίτησής της (αναιρεσίβλητης).
Ο λόγος αυτός, κρίνεται αβάσιμος. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από την, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο συνεκτίμησε, ελεύθερα, τα εν λόγω έγγραφα με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και δεν παρέλειψε να λάβει υπόψη του όλα τα γεγονότα, που περιέχονται σ' αυτά, τα οποία σωστά ανέγνωσε, πλην όμως συνήγαγε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα, από εκείνο, που θεωρεί ορθό, κατά τα όσα ως άνω αναφέρει, ο αναιρεσείων και η κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας ανάγεται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.
VII. Επομένως, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν η ένδικη αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι της, για αναίρεση της υπ' αριθμόν 2250/2017 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και, να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος, που υπέβαλε αυτή, με τις, ενώπιον του Αρείου Πάγου, προτάσεις της (άρθρα 106, 176, 183 και, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Συνεκδικάζει: α) την από 16-06-2017 (με αρ. κατάθεσης 7641/721/2017) αίτηση των Π. και Π. Γ., β) τους από 27-03-2019 (με αρ. κατάθεσης 34/2019) προσθέτους λόγους και, γ) τους από 26-03-2019 (με αρ. κατάθεσης 39/2019) προσθέτους λόγους των πρώτου και δευτέρου αναιρεσείοντος, αντίστοιχα, για αναίρεση της 2250/2017 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Απορρίπτει την ως άνω αίτηση αναίρεσης και τους προσθέτους λόγους της.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Σεπτεμβρίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Οκτωβρίου 2019.
O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ