1305/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1305/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλεξάνδρα Κακκαβά διάβασε την από 23-5-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της από 16-10-2015 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1335/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Full text
Απόφαση 1305 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1305/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Σ. Μ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κλεάνθη Ρούσσο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Γ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Πετρόπουλο και 2) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Βασιλική Νακοπούλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-5-2011 αγωγή του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με τις από 30-10-2011 και από 2-11-2011 αγωγή και πρόσθετη παρέμβαση, αντίστοιχα, του ήδη αναιρεσείοντος.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3068/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1335/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-10-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλεξάνδρα Κακκαβά διάβασε την από 23-5-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της από 16-10-2015 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1335/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του 1ου των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ο λόγος αναίρεσης του αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006).
Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).
Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 1073/2013).
Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναιρέσεως, ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/2013).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημίας, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Εξάλλου η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 520/2011, ΑΠ 331/2011, ΑΠ 2039/2011).
Κατά τις διατάξεις δε των παραγράφων 1 και 3 του άρθρου 42 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), όπως το άρθρο τούτο ισχύει μετά την αντικατάστασή του με την παράγραφο 2 του άρθρου 43 του Ν. 2963/2001, "απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος από οδηγό, ο οποίος, κατά την οδήγηση του οχήματος βρίσκεται υπό την επίδραση του οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων, που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού.
Ο ελεγχόμενος οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό είναι 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0,50 gr/l) και άνω, μετρούμενο με τη μέθοδο της αιμοληψίας ή από 0,25 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου" (παρ. 1) και "σε περίπτωση θανατηφόρου τροχαίου ατυχήματος ο έλεγχος για τη διαπίστωση ύπαρξης στον οργανισμό οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων κατά την παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, γίνεται υποχρεωτικά με αιμοληψία από τα θανόντα πρόσωπα, ως και από τους ζώντες..." (παρ. 3).
Στη συνέχεια, σύμφωνα με το άρθρο 6β παρ. 1 περ. β’ του Ν. 489/1976 "περί της υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης" που προστέθηκε με το άρθρο 4 του Ν. 3557/2007 και που σύμφωνα με το άρθρο 18 του τελευταίου αυτού νόμου άρχισε να ισχύει από τη δημοσίευσή του στην εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 100 τ.
Α’ 14.5.2007), "εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημίες που προκαλούνται: α)..., β) από οδηγό, ο οποίος, κατά το χρόνο του ατυχήματος, τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά παράβαση του κώδικα οδικής κυκλοφορίας (Ν. 2696/1999), όπως εκάστοτε ισχύει, εφόσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος".
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει ότι την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση (υπ’ αριθμ. 1335/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών), το Εφετείο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα ως προς τις συνθήκες που έλαβε χώρα το ένδικο αυτοκινητικό ατύχημα, την υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος σ’ αυτό και τη μη ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του πρώτου αναιρεσιβλήτου και του επελθόντος αποτελέσματος: "Στις 15-1-2011 και περί ώρα 03.15 ο ενάγων Χ.
Γ. οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητό του, εκινείτο επί της οδού ..., με κατεύθυνση από την Πεύκη προς τη λεωφόρο Κηφισίας. Η οδός Α. Κ. είναι διπλής κατευθύνσεως με συνολικό πλάτος οδοστρώματος 7,80 μέτρα, διαθέτει μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, πλάτους 3,90 μέτρων, το κάθε ρεύμα κυκλοφορίας, χωρίζεται με διπλή διαχωριστική γραμμή, κατά το χρόνο του ατυχήματος που ήταν νύχτα, υπήρχε επαρκής τεχνητός φωτισμός, το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο ταχύτητος καθορίζεται σε 50 χιλιόμετρα ανά ώρα (βλ.
την ...-6-2011 βεβαίωση του ...), ενώ στο σημείο του ατυχήματος υπάρχει αλληλουχία στροφών και για τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας. Κατά τον ίδιο χρόνο ο ενάγων - εκκαλών Σ. Μ. οδηγώντας την με αριθμό κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα, εργοστασίου κατασκευής Yamaha 900 κυβικών εκατοστών, εκινείτο επί της οδού Α. Κ. και στο ρεύμα αυτής από Λεωφόρο ..., δηλαδή στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας από αυτό, που εκινείτο το πιο πάνω αυτοκίνητο σε σημείο, όπου η οδός Α.
Κ. βυθίζεται, δημιουργώντας υπόγεια διάβαση οχημάτων (τούνελ), κάτω από τη γέφυρα της ..., έχοντας στην πορεία του αλληλουχία στροφών. Ειδικότερα εισερχόμενη η μοτοσικλέτα στο τούνελ υπάρχει ως προς την πορεία της αριστερή στροφή, την οποία διαδέχεται απότομη δεξιά στροφή, στη συνέχεια ακολουθεί στροφή προς τ’ αριστερά και τέλος άλλη στροφή προς τα δεξιά μετά την οποία η οδός Α.
Κ. ευθυγραμμίζεται με κατεύθυνση προς Πεύκη. Έτσι κινούμενος ο οδηγός της μοτοσικλέτας έχοντας αναπτύξει υπερβολική ταχύτητα κατά πολύ υπερβαίνουσα το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 50 χιλιομέτρων ανά ώρα, όταν έφθασε στο μέσον της απότομης κλειστής δεξιάς στροφής απώλεσε τον έλεγχο της μοτοσικλέτας, παραβίασε τη διπλή διαχωριστική γραμμή, που υπήρχε μεταξύ των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας και προσέκρουσε με το εμπρόσθιο τμήμα της μοτοσικλέτας του στο εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του αντιθέτως κινούμενου ΙΧΕ αυτοκινήτου του ενάγοντος Χ.
Γ.. Η υπερβολική ταχύτητα με την οποία εκινείτο ο Σ. Μ., η οποία δεν είναι δυνατό να προσδιορισθεί επακριβώς, συνάγεται και από το γεγονός ότι αυτός προσέκρουσε στο αντιθέτως κινούμενο αυτοκίνητο χωρίς να προλάβει να τροχοπεδήσει, με τόση σφοδρότητα, ώστε άνοιξαν οι αερόσακοι του αυτοκινήτου, το σώμα του μοτοσικλετιστή εκτινάχθηκε από τη μοτοσικλέτα και διαγράφοντας διαγώνια τροχιά στον αέρα προς τ’ αριστερά, ως προς την πορεία της μοτοσικλέτας, προσέκρουσε στο εμπρόσθιο δεξιό τμήμα του "παρμπρίζ" του αυτοκινήτου και στη συνέχεια έπεσε στο οδόστρωμα.
Η μοτοσικλέτα μετά τη σφοδρή πρόσκρουσή της στο αυτοκίνητο, περιστράφηκε περί τον άξονά της και πλαγιολισθαίνοντας, συνέχισε να κινείται στο οδόστρωμα μέχρι να προσκρούσει στο δεξιό πλευρικό τσιμεντένιο στηθαίο του ρεύματος πορείας του IX και τελικά ακινητοποιήθηκε σε απόσταση αρκετών μέτρων από το αυτοκίνητο εντός του ρεύματος πορείας αυτού, στο αντίθετο όμως ρεύμα, από εκείνο στο οποίο όφειλε να κινείται η μοτοσικλέτα.
Το αυτοκίνητο του Χ. Γ. λόγω της σφοδρής πρόσκρουσης που δέχθηκε από αριστερά, ως προς την πορεία του και λόγω της υπερβολικής ταχύτητας της μοτοσικλέτας μετακινήθηκε προς τα πίσω και ακινητοποιήθηκε λοξά, επί του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας του, με το οπίσθιο δεξιό τμήμα του να εφάπτεται στο δεξιό τσιμεντένιο στηθαίο του ρεύματος πορείας του και το εμπρόσθιο να έχει μέτωπο τη διπλή διαχωριστική γραμμή των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας.
Αποκλειστικά υπαίτιος για το ένδικο ατύχημα είναι ο οδηγός της μοτοσικλέτας Σ. Μ., ο οποίος αναπτύσσοντας υπερβολική ταχύτητα στο υπόγειο τούνελ, που βρίσκεται κάτω από τη γέφυρα της ..., εξετράπη της πορείας του και λόγω της φυγόκεντρης δύναμης, εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου εκινείτο το αυτοκίνητο του Χ.
Γ. και συγκρούσθηκε πλαγιομετωπικά με εκείνο. Αντίθετα ουδεμία συνυπαιτιότητα βαρύνει τον οδηγό του αυτοκινήτου, ο οποίος εκινείτο κανονικά στο ρεύμα πορείας του, χωρίς να αποδειχθεί ότι εκινείτο με ταχύτητα υπερβαίνουσα το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο. Επιπλέον αυτός δεν είχε τη δυνατότητα να πραγματοποιήσει οποιονδήποτε αποφευκτικό ελιγμό, αφού δέχθηκε αιφνιδιαστικά σφοδρό χτύπημα από την δίκυκλη μοτοσικλέτα στο ρεύμα πορείας του και όχι στο αντίθετο ρεύμα πορείας, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εκκαλών Σ.
Μ. με την έφεσή του. Κατά τον έλεγχο που πραγματοποίησαν οι αστυνομικοί της Τροχαίας Κηφισιάς ανιχνεύτηκε με ηλεκτρονική συσκευή στον οργανισμό του οδηγού του αυτοκινήτου αλκοόλ σε ποσοστό 0,39 mg/Ι στην πρώτη μέτρηση και 0,44 mg/Ι στη δεύτερη. Το γεγονός αυτό αφενός μεν δεν βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με το ατύχημα, το οποίο οφείλεται στην είσοδο του οδηγού της μοτοσικλέτας στο αντίθετο ρεύμα αιφνιδιαστικά, ώστε να αποκλείεται οποιοσδήποτε αποφευκτικός ελιγμός του οδηγού του αυτοκινήτου, αφετέρου δε δεν αποδείχθηκε ότι η μικρή αυτή ποσότητα αλκοόλ επηρέασε την οδηγική ικανότητα και την αντίδραση του οδηγού Χ.
Γ..
Συνεπώς, η εκκαλούμενη απόφαση, που έκρινε κατά τον ίδιο τρόπο, ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού της δίκυκλης μοτοσικλέτας στο ένδικο ατύχημα, ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε, είναι δε αβάσιμα και απορριπτέα, όσα διαφορετικά υποστηρίζονται με τους πρώτο και δεύτερο λόγους εφέσεως της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...." και τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους εφέσεως του Σ. Μ.". Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν.
Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβάσεως του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολΔ, με την αιτίαση, ότι το Δικαστήριο δεν δέχθηκε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος είχε εισέλθει με το αυτοκίνητό του στο ρεύμα πορείας της μοτοσικλέτας του και ότι ο ίδιος (αναιρεσείων) προς αποφυγή συγκρούσεως εισήλθε αναγκαστικά στο αντίθετο ρεύμα.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι με την επίκληση της παραβάσεως του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πλήττεται απαραδέκτως η εκτίμηση των αποδείξεων. Άλλωστε ο ισχυρισμός του αυτός κρίθηκε από το Δικαστήριο και αξιολογήθηκε αρνητικά. Με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος απαραδέκτως μετέβαλε την ιστορική βάση της αγωγής του, διευκρινίζοντας και διορθώνοντάς τη με το δικόγραφο των πρωτοδίκων προτάσεών του, ότι από παραδρομή ανέφερε ότι η επίπτωση της μοτοσικλέτας στο αυτοκίνητό του έγινε λοξά στην εμπρόσθια δεξιά και εμπρόσθια πλευρά του οχήματός του, ενώ το ορθό ήταν στην εμπρόσθια αριστερά και εμπρόσθια πλευρά του, το δε Εφετείο, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτη τη μεταβολή αυτή, υποπίπτοντας στις πλημμέλειες των άρθρων 14 και 8 του ΚΠολΔ.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι η διόρθωση αυτή και διευκρίνιση με τις προτάσεις του ενάγοντος, δεν συνιστά απαράδεκτη μεταβολή της βάσεως της αγωγής (άρθρ. 224 ΚΠολΔ), το δε Εφετείο, απορρίπτοντας τους πρώτο, τρίτο και τέταρτο λόγους της εφέσεως του αναιρεσείοντος (με τον πρώτο από τους οποίους αποδιδόταν στην πρωτόδικη απόφαση η ως άνω πλημμέλεια, με τους λοιπούς δε, η πλημμέλεια της μη ορθής εκτιμήσεως των αποδείξεων), έλαβε υπόψη και απέρριψε και τον προβληθέντα κατ’ έφεση ως άνω ισχυρισμό του.
Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση της παραβάσεως του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, με την έννοια της εσφαλμένης εφαρμογής του άρθρου 42 του ΚΟΚ, για το λόγο, ότι από τη μη αποδειχθείσα επίδραση της μέθης στην οδηγική ικανότητα του πρώτου αναιρεσιβλήτου, το Δικαστήριο, κατέληξε στην κρίση περί της ελλείψεως αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της μέθης του και του επελθόντος αποτελέσματος, χωρίς να ερευνήσει την προσφορότητα της πνευματικής του καταστάσεως στην πρόκληση του ατυχήματος, άλλως στην αποφυγή του, παραβιάζοντας έτσι και τα διδάγματα της κοινής πείρας.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως κατά το ως άνω μέρος του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η παράβαση αυτή αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων. Εξ άλλου στην απόφαση αναφέρεται, ότι η πρόκληση του ατυχήματος και η μη διενέργεια αποφευκτικού ελιγμού εκ μέρους του πρώτου αναιρεσιβλήτου, οφείλεται στην αιφνίδια είσοδο της μοτοσικλέτας στο ρεύμα πορείας του και όχι στην καθυστερημένη αντίδρασή του λόγω της καταναλωθείσης ποσότητος οινοπνεύματος.
Ο περιεχόμενος στον ίδιο λόγο (τρίτο) ισχυρισμός της παραβάσεως του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, για το λόγο ότι στην απόφαση περιέχονται αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το συσχετισμό της καταναλώσεως οινοπνεύματος από τον πρώτο αναιρεσίβλητο και της υπαιτιότητος στο ατύχημα, είναι αόριστος και απορριπτέος, διότι δεν διευκρινίζεται στο αναιρετήριο ποιές είναι οι αντιφατικές, κατά τον αναιρεσείοντα, αιτιολογίες της αποφάσεως.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 11γ’ του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου κώδικα, προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, που επιδρούν δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως (Ολ.ΑΠ 2/2008), οφείλει να λάβει υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, αποδεικτικά μέσα, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από το διάδικο, ήτοι επίκληση από την οποία προκύπτει η ταυτότητα του αποδεικτικού μέσου (Ολ.ΑΠ 23/2008, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 168/2014, ΑΠ 179/2013). Μόνο αν από τη γενική ή και ρητή ακόμη αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ’ άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 15/2005) ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 168/2014, ΑΠ 481/2013, ΑΠ 483/ 2013, ΑΠ 495/2013).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση της παραβάσεως από το Δικαστήριο της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 11γ’ , διότι, κατά τον αναιρεσείοντα, δεν έλαβε υπόψη του τις προσκομισθείσες από τον ίδιο με επίκληση πραγματογνωμοσύνες των πραγματογνωμόνων Σ. Δ., Α. Δ., Δ. Χ. και Η. Σ., με βάση τις οποίες υπολογίσθηκε η μεν ταχύτητα του αυτοκινήτου περί τα 60 χιλιόμετρα την ώρα, η δε ταχύτητα της μοτοσικλέτας περί τα 45 χιλιόμετρα την ώρα. Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, από τη ρητή αναφορά στην απόφαση, ότι για να καταλήξει το Δικαστήριο στο ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα, έλαβε υπόψη και τα προσκομισθέντα με επίκληση από τους διαδίκους έγγραφα, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια και από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη και οι ανωτέρω πραγματογνωμοσύνες, οι οποίες ως ιδιωτικές γνωμοδοτήσεις υπάγονται στην κατηγορία των εγγράφων.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως στο σύνολό της, να διαταχθεί η εισαγωγή, των παραβόλων που κατατέθηκαν για την άσκησή της, στο Δημόσιο Ταμείο και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις και παραστάθηκαν με διαφορετικούς δικηγόρους (άρθρο 183 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-10-2015 με αριθμό ...2015 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 1335/2015 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή των κατατεθέντων για την άσκησή της παραβόλων στο Δημόσιο Ταμείο.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων την οποία ορίζει σε χίλια τριακόσια πενήντα (1.350) ευρώ για τον καθένα.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουλίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ