Legislator Case Law & Legislation
1305/2016 AI generated

1305/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1305/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου - Εισηγήτρια, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Δημήτριο Τζιούβα και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1305/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Έτσι, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα από την επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο όλα στο σύνολό τους και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ’ επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 Κ.Ποιν.Δ. (Ολ.ΑΠ. 1/2005).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1305 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1305/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου - Εισηγήτρια, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Δημήτριο Τζιούβα και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Άννας Ζαΐρη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς) και του Γραμματέως Γερασίμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Σ. Κ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Τσοβόλα, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 3358α/2014 και 230/2015 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Σεπτεμβρίου 2015 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1018/2015.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 8 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ’ ΚΠοινΔ, όταν αναφέρεται σ’ αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Εντεύθεν η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άνω άρθρων ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, εκτείνεται όχι μόνο στην κρίση για την ενοχή, αλλά περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση.

Έτσι, σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα από την επιτρεπτή αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο όλα στο σύνολό τους και όχι μόνο μερικά από αυτά κατ’ επιλογή, όπως αυτό επιβάλλεται από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 Κ.Ποιν.Δ. (Ολ.ΑΠ. 1/2005).

Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τί προέκυψε από καθένα. Μεταξύ των κυριότερων αποδεικτικών μέσων της ποινικής διαδικασίας περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 178 περ. γ’ Κ.Ποιν.Δ., και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται σύμφωνα με το άρθρο 183 του ίδιου Κώδικα, υπό προϋποθέσεις, από τους ανακριτικούς υπαλλήλους, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο, αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα.

Ως ιδιαίτερο δε είδος αποδεικτικού μέσου, διακρινόμενο των εγγράφων, η πραγματογνωμοσύνη πρέπει να προκύπτει από την αιτιολογία της αποφάσεως, ότι λήφθηκε και αυτή υπόψη, όπως συμβαίνει όχι μόνο, όταν αυτή μνημονεύεται ειδικώς μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, αλλά και όταν προκύπτει αναμφίβολα από τις παραδοχές της αποφάσεως, ότι τα πορίσματά της λήφθηκαν υπόψη και έγιναν δεκτά από το δικαστήριο ή, σε κάθε περίπτωση, δεν είναι αντίθετα με αυτές.

Επίσης η πραγματογνωμοσύνη αυτή, η οποία αποσκοπεί στην ενίσχυση της κρίσεως του δικαστή, όταν ανακύπτει ζήτημα που απαιτεί εξειδικευμένες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, εκτιμάται ελευθέρως από το δικαστήριο (ή το δικαστικό συμβούλιο), κατά την αρχή της ηθικής αποδείξεως, που καθιερώνεται από το προαναφερθέν άρθρ. 177 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, με την έννοια ότι δεν το δεσμεύει η γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων.

Οφείλει, όμως, το δικαστήριο, όταν δεν αποδέχεται τα προκύπτοντα από αυτήν συμπεράσματα, να αιτιολογεί την αντίθετη δικαστική του πεποίθηση, παραθέτοντας τα αποδεδειγμένα εκείνα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποκλείουν αυτά που οι πραγματογνώμονες θέτουν ως βάση της γνώμης τους. Διαφορετικά, αν δεν προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ιδιαίτερο αυτό αποδεικτικό μέσο, μη αρκούσης της γενικής αναφοράς στα έγγραφα, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως για έλλειψη αιτιολογίας.

Η αβεβαιότητα δε αυτή επιτείνεται, όταν το δικαστήριο κατέληξε με το αποδεικτικό του πόρισμα σε συμπεράσματα διαφορετικά εκείνων του πορίσματος της εκθέσεως πραγματογνωμοσύνης, χωρίς αναφορά στο περιεχόμενο της τελευταίας.- Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αθηνών, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, με την προσβαλλόμενη, υπ’ αριθ. 3358α/2014, 230/2015, απόφασή του, κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο κατά πλειοψηφία για την αξιόποινη πράξη της αποπλανήσεως παιδιού, που συμπλήρωσε τα δώδεκα έτη όχι όμως τα δεκατέσσερα, με το ελαφρυντικό της μεταγενέστερης καλής συμπεριφοράς (άρθρ. 84 παρ. 2 περ.

ε’ Π.Κ.), για την οποία του επέβαλε, κατά πλειοψηφία, ποινή φυλακίσεως τεσσάρων (4) ετών, ανασταλείσα επί τριετία υπό όρους. Στην αιτιολογία της αποφάσεως αυτής, προκύπτουσα από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της, εκτίθεται σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, που εξετάστηκαν ενώπιον του δικαστηρίου και οι οποίοι αναφέρονται ονομαστικά στα πρακτικά, τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης που αναγνώσθηκαν και τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, την απολογία του κατηγορουμένου και την όλη αποδεικτική διαδικασία" και ακολούθως, αφού το άνω δικαστήριο αναφέρεται σε ορισμένα από τα αποδεικτικά στοιχεία, που έλαβε υπόψη του, καταλήγει (κατά πλειοψηφία) στην κρίση, ότι ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος στο Πολύγωνο Αττικής, σε μη εξακριβωθείσα επακριβώς ημερομηνία εντός του φθινοπώρου του έτους 2004, τέλεσε την προαναφερθείσα αξιόποινη πράξη της αποπλανήσεως παιδιού που συμπλήρωσε τα 12 έτη όχι όμως τα 14, συνισταμένης στο ότι παρά τη θέληση της παθούσας ανήλικης θυγατέρας του, Ζ.

Κ. (που γεννήθηκε στις 16-6-1992), έβαλε ένα μαρκαδόρο μέσα στο αιδοίο της, επιδιώκοντας τη διέγερση και την ικανοποίηση της γενετήσιας ορμής και επιθυμίας του, για την οποία τον κήρυξε ένοχο, κατά τα προεκτεθέντα. Όμως, ενώ από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως και τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, που παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει, ότι αναγνώσθηκε, υπό στοιχείο 1 του καταλόγου των αναγνωσθέντων εγγράφων, "η από 30-6-2009 Ψυχιατρική Πραγματογνωμοσύνη του Ψυχιάτρου Μ.

Ε." (βλ. σελ. 112 πρακτικών), η οποία είναι δικαστική πραγματογνωμοσύνη, ως συνταχθείσα στα πλαίσια της διενεργηθείσας κατά παραγγελία του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών προανακρίσεως για την υπό κρίση υπόθεση, προκειμένου να γνωμοδοτήσει ο πραγματογνώμονας αυτός (νευρολόγος-ψυχίατρος) για την αντιληπτική ικανότητα και την ψυχική κατάσταση της ανωτέρω ανήλικης, Κ.

Ζ. του Σ., δεν προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να καταλήξει στην κατά τα άνω καταδικαστική για τον αναιρεσείοντα κρίση του, έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε το εν λόγω αποδεικτικό μέσο (δικαστική πραγματογνωμοσύνη), αφού η σχετική έκθεση δεν μνημονεύεται ούτε στο προοίμιο, ούτε σε οποιοδήποτε άλλο μέρος του σκεπτικού αλλ’ ούτε και από το όλο περιεχόμενο του αιτιολογικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως συνάγεται, ότι συνεκτιμήθηκε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα η έκθεση της ως άνω ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης, αφού το πόρισμά της διαφέρει εκείνου, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, οπότε δεν μπορεί να συναχθεί, έστω και εμμέσως, ότι το δικαστήριο την έλαβε υπόψη του.

Ειδικότερα, ενώ, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, μοναδική πηγή της πληροφορίας περί τελέσεως υπό του κατηγορουμένου της άνω πράξεως εις βάρος της ανήλικης κόρης του, Ζ. Κ., συνιστούν οι μαρτυρίες αυτής (ανήλικης), που έλαβαν χώρα το πρώτον προς τη μητέρα της κατά τα τέλη Αυγούστου του έτους 2008, όταν διήγε το δέκατο έκτο έτος της ηλικίας της, και οι ταυτόσημες διηγήσεις της ιδίας στη συνέχεια προς άλλους μάρτυρες, οι οποίες και οδήγησαν το δικαστήριο στην καταδικαστική κρίση του, παρά την εκ μέρους εκείνης αναίρεση επ’ ακροατηρίου, τόσο πρωτοδίκως, όσο και κατ’ έφεση, των μαρτυριών της αυτών (ως οφειλομένων στην επήρεια ναρκωτικών ουσιών, υπό την οποία τελούσε κατά το παρελθόν) και την κατηγορηματική άρνησή της ότι ο πατέρας της τέλεσε την πράξη αυτή, δεν αιτιολογείται, αν κατά τον κρίσιμο κατά τα άνω χρόνο η ανήλικη είχε την ικανότητα να καταθέσει, ήτοι να πληροφορήσει περί γεγονότων, για τα οποία είχε ιδία αντίληψη, ενόψει του ότι, κατά το πόρισμα της ανωτέρω πραγματογνωμοσύνης, ως πάσχουσα από ψυχική νόσο (κατάθλιψη) και ως εξαρτημένη χρήστης ναρκωτικών ουσιών (ηρωίνης) από ηλικίας δεκατεσσάρων ετών, παρουσίαζε διαταραχή στην κριτική ικανότητα και ήταν σε θέση να καταθέσει μόνο με την προϋπόθεση, ότι δεν είχε κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών τις τελευταίες 48 ώρες.

Ο σχολιασμός, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, της επ’ ακροατηρίου μαρτυρικής καταθέσεως του παραπάνω πραγματογνώμονα, την ένορκη κατάθεση του οποίου περί του ότι η ανήλικη ήταν "υποβόλιμη" το δικαστήριο της ουσίας κατά πλειοψηφία έκρινε αναξιόπιστη, με την παραδοχή ότι αυτός ήταν παρών κατά την προανακριτική κατάθεσή της στη Γ.Α.Δ.Α.

και τότε έκρινε την ανήλικη ως ικανή, αφού λήφθηκε η κατάθεσή της αυτή, δεν σημαίνει ότι συναξιολογήθηκε και η προμνημονευόμενη πραγματογνωμοσύνη του, η οποία, όπως προαναφέρθηκε, αποτελεί αυτοτελές και ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, το οποίο χρήζει ιδιαίτερης αναφοράς και εκτιμήσεως. Επομένως, εφόσον δεν προκύπτει με βεβαιότητα και αδιστάκτως, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, όπως είχε υποχρέωση, μαζί με τις άλλες αποδείξεις και το προαναφερόμενο αποδεικτικό μέσο της δικαστικής πραγματογνωμοσύνης, οι σχετικός πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ’ Κ.Ποιν.Δ., με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της ελλιπούς αιτιολογίας σε σχέση με την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, είναι βάσιμος.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, κατά παραδοχή της υπό κρίση αιτήσεως και, αφού παρέλκει πλέον, ως αλυσιτελής, η έρευνα των λοιπών λόγων του αναιρετηρίου, οι οποίοι καλύπτονται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω πρώτου λόγου αναιρέσεως που έγινε δεκτός, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, οι οποίοι είχαν δικάσει προηγουμένως (άρθρ. 519 Κ.Ποιν.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθ. 3358α/2014, 230/2015 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του αυτού ως άνω Δικαστηρίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουλίου 2016.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ