1305/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΚατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν ''παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006,4/2005).
Legislator headnote
AI generated1305/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
Full text
Απόφαση 1305 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1305/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Γεώργιο Σακκά και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαΐου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ. Κ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Ευάγγελο Αργυρούλη και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ" νομίμως εκπροσωπούμενο, ως καθολικού και ειδικού διαδόχου της εδρεύουσας στην Αθήνα, ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΔΙΕΘΝΗΣ ΕΝΩΣΗ" νομίμως εκπροσωπούμενης, της οποίας η άδεια λειτουργίας της έχει ανακληθεί, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Μανουσάκη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25-6-2005, 31-5-2006, 31-5-2006 αγωγές προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα υπόθεση και την από 20-7-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:2831/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6132/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 16-6-2009 αίτησή του. Εκδόθηκε η 1356/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου με την οποία αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπέμφθηκε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση από το ίδιο Εφετείο. Εκδόθηκε η 5829/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-1-2014 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Δημητρούλα Υφαντή ανέγνωσε την από 28-4-2014 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της υπ' αριθ. 5829/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το μέρος της που δεν ερεύνησε τον ένατο λόγο της από 20-9-2007 έφεσης του αναιρεσείoντος.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν ''παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006,4/2005).
Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ.
ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27 και 28/1998). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που, απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφ6Αρά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεση τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).
Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψη της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914 και 929 εδ. α' Α.Κ. προκύπτει ότι επί αδικοπραξίας σε περίπτωση βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου η αποζημίωση περιλαμβάνει εκτός, από τα νοσήλεια και τη ζημία που ήδη έχει επέλθει και οτιδήποτε ο παθών στερείται στο μέλλον, δηλαδή η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία) καθώς και το διαφυγόν κέρδος.
Τέτοιο δε κέρδος, λογίζεται εκείνο, που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, ή τις ειδικές περιστάσεις, και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα, που έχουν ληφθεί. Για να δικαιωθεί αποζημίωση ο προσβληθείς στο σώμα ή στην υγεία του πρέπει ν' αποδείξει ότι δεν μπόρεσε στο κρίσιμο χρονικό διάστημα να ασκήσει την επαγγελματική δραστηριότητα, που προηγουμένως ασκούσε και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων θα ασκούσε, αν δεν μεσολαβούσε η βλάβη του σώματος, ή της υγείας του και έτσι ζημιώθηκε τουλάχιστον τα ποσά που κέρδιζε προηγουμένως από την ίδια εργασία.
Η ζημία την οποίαν μπορεί να υποστεί από την ανικανότητα προς εργασία ο ελεύθερος επαγγελματίας, ή αυτοτελώς εργαζόμενος συνίσταται στο πλαίσιο εφαρμογής των πιο πάνω διατάξεων στη ματαίωση του καθαρού κέρδους, το οποίο θα αποκόμιζε αφαιρουμένων των εξόδων, από τη λειτουργία της, επιχείρησης, με βάση τα δεδομένα του αμέσως προγενέστερου του τραυματισμού χρόνου.
Η ζημία δηλαδή από την πιο πάνω αιτία υπολογίζεται κατά τρόπο συγκεκριμένο και όχι αφηρημένο. Εξάλλου, ζημία θετική από τραυματισμό ελεύθερου επαγγελματία, μπορεί να προκύψει και όταν το θύμα της αδικοπραξίας, δεν διέκοψε τη λειτουργία της επιχείρησή του, αλλά αντιμετώπισε την κατάσταση με υπολειτουργία και αντίστοιχη μείωση των εισοδημάτων.
Στην περίπτωση αυτή επελθούσα ζημία είναι η διαφορά μεταξύ των αυξημένων εισοδημάτων που θα αποκόμιζε ο τραυματισθείς, από την επιχείρηση του, αν δεν μεσολαβούσε η αδικοπραξία και των μειωμένων συνεπεία της περιορισμένης αποδόσεως των συνεργασιών. Αναγκαία όμως προϋπόθεση και στις δύο περιπτώσεις είναι η επιδιωκόμενη ζημία να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με το λόγο ευθύνης του εναγομένου.
Εξάλλου η διάρκεια της πιο πάνω αποζημιώσεως υπολογίζεται αποκλειστικά σε συνδυασμό με τη διάρκεια της ανικανότητας προς άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς, στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός αποδιδόμενο στον εναγόμενο υπαίτιο της αδικοπραξίας ως πρόσφορη αιτία της ζημίας του ενάγοντος - παθόντος υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι, στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ,ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με την παρ. 1 του αρθ. 11 του ν. 2367/1955 και 3 παρ. 1 και 2 του ν. 1665/1986, όπως αντικαταστάθηκαν με την παρ. 6 του αρθ. 11 του ν. 2367/1955 προκύπτουν τα ακόλουθα:1) με τη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης ο εκμισθωτής παραχωρεί έναντι μισθώματος την χρήση πράγματος κινητού ή ακινήτου προοριζομένου αποκλειστικά για την επαγγελματική χρήση του αντισυμβαλλομένου στον τελευταίο, παρέχοντας σ' αυτόν το δικαίωμα να αγοράσει το πράγμα ή να ανανεώσει τη μίσθωση για ορισμένο χρόνο.
Οι συμβαλλόμενοι έχουν το δικαίωμα να ορίσουν ότι το δικαίωμα αγοράς μπορεί να ασκηθεί και πριν από τη λήξη του χρόνου της μίσθωσης. Η διάρκεια της χρηματοδοτικής μίσθωσης προκειμένου για τα κινητά δεν μπορεί να συμφωνηθεί μικρότερη από 3 έτη, αν δε συμφωνηθεί μικρότερη ισχύει για την ελάχιστη διάρκεια των τριών ετών.
Η σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης με συμφωνία των μερών είναι δυνατόν να λυθεί και πριν από τη λήξη της και να συναφθεί νέα σύμβαση για το ίδιο πράγμα μεταξύ των ιδίων συμβαλλομένων, ο χρόνος όμως που πέρασε από τη λύση της αρχικής σύμβασης συνυπολογίζεται στον ελάχιστο χρόνο των τριών ετών (για τα κινητά) που απαιτείται και για τη νέα σύμβαση.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση επί της ουσίας των αποδείξεων που αφορούν τους εδώ ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους: "Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο οδηγός Χ. Κ. μετά το ατύχημα μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Πατρών όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί συντριπτικό κάταγμα αριστερής πτέρνας, που δεν ήταν δυνατόν να αντιμετωπισθεί χειρουργικά, παρά μόνο συντηρητικά και του συστήθηκε κλινοστατισμός.
Στη συνέχεια αυτός μεταφέρθηκε στο Νοσοκομείο Ιωαννίνων προς αντιμετώπιση του τραύματος του, όπου του συστήθηκε αποχή από την εργασία του, για τρεις μήνες. Στις 15-2-2005 επισκέφθηκε το ορθοπεδικό τμήμα του Νοσοκομείου, προκειμένου να διαπιστωθεί η πορεία του τραύματος του. Εισήχθη στο Νοσοκομείο Ιωαννίνων στις 17-2-2005, 24-2-2005, 3-3-2005,10-3-2005, 17-3-2005, 24-3-2005 και 31-3-2005, προκειμένου να υποβληθεί σε θεραπευτικά block.
Κατά την τελευταία θεραπεία block διαγνώσθηκε ότι πάσχει από αλγοδυστροφία Suddeck μετά από κάταγμα πτέρνας. (ΑΡ). Του συστήθηκε συνέχιση της φαρμακευτικής αγωγής Block- αναισθησίας στα περιοχικά νευρικά πλέγματα, συνέχιση της αναρρωτικής του άδειας για ένα (1) μήνα και επανεκτίμηση. Στις 7-4-2005 εισήχθη στο ίδιο ως άνω Νοσοκομείο όπου εφαρμόστηκε έγχυση.
Στις 1-5-2005 επισκέφθηκε και πάλι το ορθοπεδικό τμήμα του νοσοκομείου και του συστήθηκε αποχή από την εργασία του για δύο (2) μήνες. Στις 12-7-2005 του συστήθηκε από τους γιατρούς του ίδιου Νοσοκομείου νέα αποχή από την εργασία για δύο εβδομάδες και επανεξέταση σε ΤΕ/Ορθοπεδικό. Έτσι η αναρρωτική του άδεια διήρκησε μέχρι 31-7-2005, ήτοι συνολικά 7 μήνες από το ατύχημα.
Στην από 17-7-2006 γνωμάτευση του Επιμελητή Α' του Πανεπιστημιακού Νοσοκομείου Ιωαννίνων Α. Μ. αναφέρεται ότι "εμφανίζεται υγρό στην αστραγαλοκνημική διάρθρωση αριστερά, ενδομυελικό οίδημα στην πτέρνα, στον αστράγαλο, το σφηνοειδές και το 1° μετατάρσιο. Επίσης στην πτέρνα εκτός του οιδήματος παρουσιάζει και αρχόμενο στάδιο νέκρωσης".
Στον ως άνω παθόντα συστήθηκε αντιφλεγμονώδης αγωγή, αγωγή για οστεοπόρωση, πελματογράφημα και αποχή από βαρειά χειρονακτική εργασία. Ο ενάγων Χ. Κ. διατηρεί ατομική επιχείρηση καθαρισμού κτιρίων με έδρα τα ..., που δραστηριοποιείται και στην ..., τη ... και την ..., με υποκαταστήματα που διατηρεί στις πόλεις αυτές.
Για την λειτουργία της επιχείρησης ήταν απαραίτητη η παρουσία του και η παρακολούθηση των συνεργείων στο χώρος της εργασίας τους. Έτσι απώλεσε τα κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων καθαρά κέρδη των επτά μηνών που αδυνατούσε να εργασθεί. Με βάση τα εισοδήματα του κατά τα προηγούμενα πέντε έτη πριν το ατύχημα, όπως αυτά προκύπτουν από τα εκκαθαριστικά σημειώματα φόρου εισοδήματος και των ισολογισμών της ατομικής του επιχείρησης που προσκομίζονται, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο ενάγων κατά χρονικό διαστημάτων επτά μηνών που ήταν ανίκανος για εργασία απώλεσε μετά πιθανότητος και κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων εισοδήματα ύψους 28.000 ευρώ, ενόψει της φθίνουσας πορείας της επιχειρήσεως του ήδη από το προηγούμενο του τραυματισμού έτος.
Συγκεκριμένα, το έτος 2001 η επιχείρηση είχε κέρδη 98.752 ευρώ, το έτος 2002 είχε κέρδη 106.811 ευρώ, το έτος 2003 είχε κέρδη 191.853 ευρώ, το έτος 2004 είχε κέρδη 25.598 ευρώ και το έτος 2005 είχε ζημία ύψους 223.183,55 ευρώ. Περαιτέρω δεν αποδείχθηκε ότι η ζημία της επιχειρήσεώς του κατά το οικονομικό έτος 2006 (χρήση 2005) ήταν απότοκος του τραυματισμού του στο ένδικο ατύχημα, ούτε αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εξαιτίας του ατυχήματος υπέστη άλλη αποθετική ζημία πέραν του ποσού αυτού.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση επιδίκασε στον ενάγοντα μικρότερο από το προαναφερόμενο ποσό ως αποζημίωση για διαφυγόντα κέρδη, έσφαλε και δεν εκτίμησε ορθά τις αποδείξεις. Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος κατ' ουσίαν ο σχετικός δεύτερος λόγος της έφεσης του ενάγοντος.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο Χ. Κ. οδηγούσε κατά το ατύχημα αυτοκίνητο μάρκας Mercedes, που κατείχε με σύμβαση Leasing, διάρκειας πέντε (5) ετών, με μηνιαίο μίσθωμα 911,14 ευρώ, βάσει δε της σχετικής συμφωνίας αυτός δικαιούτο μετά την πάροδο 5 ετών να αγοράσει το αυτοκίνητο αυτό αντί τιμήματος 15.00 ευρώ, το αργότερο μέχρι την 3-9-2009.
Μετά το ατύχημα και την καταστροφή του αυτοκινήτου, αυτός αναγκάσθηκε να συνάψει νέα τροποποιητική σύμβαση με την εταιρία "Μακρέντ ΑΕ" και να χρονομισθώσει άλλο αυτοκίνητο μάρκας Mercedes Benz Ε200, τύπου Avantgarde, αντί του προηγούμενου αυτοκινήτου-τύπου Elegante, διότι το νέο αυτό αυτοκίνητο ήταν αυτόματο και δεν χρειαζόταν να μεταχειρίζεται το αριστερό του πόδι για χρήση αμπραγιάζ προς αλλαγή ταχύτητας, λόγω της δυσχέρειας χρήσεως του ποδιού του μετά τον τραυματισμό του.
Κατά τη νέα αυτή συμφωνία κατέβαλε 331 ευρώ περισσότερο μηνιαίο μίσθωμα και αναγκάσθηκε να πληρώσει από της συνάψεως της νέας συμβάσεως (8-3-2005) έως και 31-7-2005, που αδυνατούσε να χρησιμοποιεί το πόδι του, δηλαδή για χρονικό διάστημα 4 μηνών και 23 ημερών το ποσό των 1577,76 ευρώ (331 χ 4 μήνες + 253,76 ευρώ για 23 ημέρες).
Το επιπλέον αιτούμενο ποσό για καταβολή διαφοράς μηνιαίου μισθώματος μέχρι και 3-9-2009 είναι αβάσιμο και ως εκ τούτου απορριπτέο, διότι αυτός μετά την ανάρρωση και την επιστροφή στην εργασία του μπορούσε να συνάψει διαφορετική και οικονομικότερη σύμβαση με χρήση μη αυτόματου αυτοκινήτου, αφού δεν αποδεικνύεται αδυναμία χρήσεως του ποδιού του για μεταγενέστερο χρονικό διάστημα.
Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλουμένη απόφαση επιδίκασε στον ενάγοντα μικρότερο από το προαναφερόμενο ποσό για 4 μήνες και 8 ημέρες, ήτοι για μικρότερο χρονικό διάστημα, ως αποζημίωση για τη ζημία που αυτός υπέστη από τη σύμβαση leasing, έσφαλε και δεν εκτίμησε σωστά τις αποδείξεις". Το Εφετείο με το να δεχθεί με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος, κατά της αντιθέτως κρίνασας πρωτόδικης απόφασης, και κατά ένα μέρος την αγωγή που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων για τα κεφάλαιά της: 1) αποζημιώσεως για απωλεσθέντα εισοδήματα (κέρδη) και 2) αποζημιώση για τροποποίηση της συμβάσεως leasing συνεπεία της οποίας κατέβαλε αυξημένο μίσθωμα ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914, 929 εδ.
α' Α.Κ, 1 παρ. 1 και 3 παρ. 1 και 2 του ν.1665/1986 καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά: 1) για την ύπαρξη αποθετικής ζημίας με την έννοια του διαφυγόντος κέρδους στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος για το περιορισμένο χρονικό διάστημα των 7 μηνών κατά το οποίο διήρκεσε η ανικανότητα του αναιρεσείοντος στο ν' απασχοληθεί προσωπικά με την επιχείρησή του (2-1-2005 έως 31-7-2005) 2) για την ανυπαρξία αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της διαγνωσθείσας ζημίας στην επιχείρηση του αναιρεσείοντος ποσού 223.183 Ευρώ και του ένδικου τραυματισμού του αναιρεσείοντος 3) για την ύπαρξη θετικής ζημίας στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος 1577,76 Ευρώ από αυξημένο μίσθωμα που κατέβαλε για τη σύναψη μετά τη συναινετική κατάργηση της προγενέστερης μίσθωσης χρηματοδοτικής νέας για το χρονικό διάστημα 4 μηνών και 23 ημερών (8-3-2005 έως 31-7-2005), που αδυνατούσε να χρησιμοποιήσει το τραυματισμένο πόδι του και την πλήρη ανάρρωσή του μετά την 31-7-2005, όταν είχε τη δυνατότητα συμβατικά να καταργήσει (όπως και την προγενέστερη) τη νέα τροποποιητική σύμβαση και να επανέλθει στην παλαιά, πληρούν το πραγματικό των προαναφερθεισών διατάξεων και δικαιολογούν την υπαγωγής τους σ' αυτές.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους δεύτερο και πέμπτο λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δή την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ κανόνα ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 914, 929 του Α.Κ και 1 παρ. 1 και 3 παρ. 1 και 2 του ν. 1665/1986 τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων, για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία ο αιτιώδης σύνδεσμος της υπαίτιας συμπεριφοράς του οδηγού, του οποίου την ευθύνη καλύπτει το αναιρεσίβλητο με τα πιο πάνω αποτελέσματα, τα αντίθετα δε που υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους 3ο και 6ο λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα.
Εξ άλλου, οι ίδιοι 2ος, 3ος, 5ος και 6ος λόγοι της αναίρεσης κατά την σ' αυτούς κατά το άλλο μέρος τους περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω προαναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα: 1) για την έκταση της ανικανότητας για εργασία του αναιρεσείοντος μόνο για το προαναφερθέν χρονικό διάστημα των 7 μηνών (8-3-2005 έως 31-7-2005), 2) για την ανυπαρξία αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του τραυματισμού του αναιρεσείοντος, της προαναφερθείσας περιορισμένης ανικανότητάς του για εργασία και της ζημιάς στην επιχείρησή του ύψους 223,183 Ευρώ κατά το έτος 2005 και 3) της ανικανότητάς του αναιρεσείοντος να χρησιμοποιεί το τραυματισμένο πόδι του μέχρι την 31-7-2005 και της δυνατότητάς του συμβατικά να επανέλθει μετά την πλήρη ανάρρωσή του στις 31-7-2005 στο αρχικό συμβατικό πλαίσιο της σύμβασης leasing με ανάλογη τροποποίηση της ενδιάμεσης σύμβασης και τα αντίστοιχα επιχειρήματα του αναιρεσιβλήτου και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο, και βρίσκονται κατά τον αναιρεσείοντα σε αντίθεση:
α) με το ότι ζημία των 223,183 Ευρώ βρίσκεται σε άμεση αιτιώδη συνάφεια με τον ένδικο τραυματισμό του β) με το ότι η ανικανότητά του για εργασία συνεχίστηκε από τον τραυματισμό του για πέντε χρόνια και γ) με το ότι δεν ήταν νομικά δυνατή η κατάρτιση νέας τροποποιητικής σύμβασης leasing μετά την 31-7-2005 είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατά τις προαναφερθείσες αναλυτικά ουσιαστικές παραδοχές της, με του ίδιους δε λόγους κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του αρθρ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντος, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
II. Από τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 341 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση και έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, κατ' αντιδιαστολή προς τα λοιπά έγγραφα και εν γένει προς τα άλλα αποδεικτικά μέσα, τα οποία φέρονται ότι ελήφθησαν υπόψη προς σχηματισμό της κρίσης του.
Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Η παράβαση της υποχρέωσης αυτής ιδρύει το λόγο της αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 11 περ.γ' του ΚΠολΔ υπό την αποκλειστική προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, αφού μόνο ένα τέτοιο (ουσιώδες) γεγονός καθίσταται αντικείμενο απόδειξης (ΑΠ 1072/2005).
Με τον έβδομο λόγο του αναιρετηρίου αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη: 1) το από 25-8-2004 ιδιωτικό συμφωνητικό υπομίσθωσης αυτοκινήτου νούμερο 214 για τη σύμβαση χρηματοδοτικής μίσθωσης, 2) την από 8-3-2005 τροποποίηση του ίδιου συμφωνητικού.
Τα αποδεικτικά δε αυτά στοιχεία είχε νόμιμα επικαλεσθεί και προσκομίσει με τις προστάσεις της στο Εφετείο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Από την περιλαμβανόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση του Εφετείου, ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη, πλην άλλων αποδεικτικών μέσων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που του είχαν επικαλεσθεί και προσκομίσει νομίμως οι διάδικοι, και από το όλο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης, όπως παρατίθεται ανωτέρω σε προηγούμενες σκέψεις, με την οποία έγινε δεκτό ύστερα από εκτίμηση ανάλογη του περιεχομένου και των δύο πιο πάνω εγγράφων, ότι ο αναιρεσείων μετά την 31-7-2005 που ανέρρωσε πλήρως και μπορούσε να χρησιμοποιεί και το δεύτερο πόδι του μπορούσε συναινετικά να συνάψει διαφορετική και οικονομικότερη σύμβαση με χρήση μη αυτόματου αυτοκινήτου όπως ακριβώς και η αρχική από 25-8-2004 σύμβαση καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και τα πιο πάνω έγγραφα για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ο δε σχετικός έβδομος λόγος αναίρεσης κρίνεται αβάσιμος, πέραν από το γεγονός ότι στηρίζεται αποκλειστικά στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι δεν ήταν νοητή μετά την 31-7-2005 η σύναψη νέας τροποποιητικής σύμβασης.
III. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Από τη διατύπωση της η διάταξη αυτή αφορά μόνο έγγραφο, και όχι μαρτυρική κατάθεση, ενώ ως έγγραφο νοούνται μόνο όσα προβλέπονται από τα άρθρα 339 και 432 επί του ΚΠολΔ, και όχι τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης όπως η αγωγή.
Για να δημιουργηθεί ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να έχει γίνει επίκληση του εγγράφου στην κατ' έφεση δίκη, διαφορετικά ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος. Περαιτέρω, ως παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου που ιδρύει τον ίδιο λόγο αναίρεσης, και η οποία πρέπει να είναι προφανής, υπάρχει όταν το Δικαστήριο από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενο του κάτι το διαφορετικό από το πραγματικό (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (ΑΠ 442/1993).
Από δε το συνδυασμό της πιο πάνω διάταξης με εκείνη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι δεν περιλαμβάνει ο λόγος αυτός αναίρεσης και την περίπτωση, κατά την οποία, από την αποδεικτική αξιολόγηση του περιεχομένου του εγγράφου, κατέληξε το δικαστήριο με την συνεκτίμηση και άλλων αποδεικτικών μέσων σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί δεν είναι εφικτή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του εγγράφου, παρά μόνο με την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που συνεκτιμήθηκαν με αυτό, η οποία δεν υπόκειται σε έλεγχο του Αρείου Πάγου, και ο αναιρετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 413/1993).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, για να καταλήξει στην κρίση, ότι από τις 31-7-2005, που ανέρρωσε πλήρως ο αναιρεσείων και μπορούσε να χρησιμοποιεί στην οδήγηση και το τραυματισμένο πόδι μπορούσε να συνάψει διαφορετική και οικονομικότερη σύμβαση με χρήση μη αυτόματου αυτοκινήτου και να απορρίψει τον σχετικό αγωγικό ισχυρισμό του αναιρεσείοντος και την έφεσή του, στηρίχθηκε σε περισσότερα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή στις ένορκες καταθέσεις των εκατέρωθεν εξετασθέντων μαρτύρων, και σε όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι με τις έγγραφες προτάσεις τους, μεταξύ των οποίων και τις προαναφερθείσες δύο συμβάσεις leasing.
Προβάλλει ειδικά δε ως προς τα πιο πάνω αποδεικτικά μέσα o αναιρεσείων, ότι, το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των πιο πάνω δύο εγγράφων με το να δεχθεί τη δυνατότητα συναινετικής κατάργησης της από 8-3-2005 τροποποιητικής συμφωνίας και την επάνοδο με νεότερη συμφωνία στο καθεστώς της αρχικής σύμβασης.
Ανεξάρτητα από το γεγονός ότι δεν πρόκειται για εσφαλμένη ανάγνωση ούτε των εν λόγω εγγράφων, αλλά περί εξαγωγής εξ αυτών αποδεικτικού πορίσματος διαφορετικού από εκείνου που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, ούτε και προκύπτει από το σύνολο αυτών που ιστορεί στην αίτησή του ή και κυρίως από αυτή την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι στηρίχθηκε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα παραπάνω έγγραφα, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμά της, ύστερα από τη συνεκτίμηση και όλων των άλλων στοιχείων.
Επομένως ο εκ του άρθρου 559 αριθ. 20 του Κ.Πολ.Δ., όγδοος λόγος αναίρεσης, επικουρικά ασκούμενος κατ' εκτίμηση σε σχέση με τον αντιφατικό έβδομο λόγο είναι από την αιτία αυτή προεχόντως απορριπτέος ως απαράδεκτος. Κατά τα λοιπά δε, ο ίδιος πιο πάνω λόγος αναίρεσης από τον αριθμ. 20 του αρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι επίσης απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί όπως από το περιεχόμενό του προκύπτει, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι δεν ήταν νοητή ή δυνατή η σύναψη νέας τρoποποιητικής σύμβασης leasing μετά την 31-7-2005 πλήττοντας πλέον την αντίθετη ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου, που ανάγεται σε πράγματα, και σαν τέτοια, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (αρθρ. 561 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.).
IV. Κατά το άρθρο 438 ΚΠολΔ τα δημόσια έγγραφα αποτελούν πλήρη απόδειξη, επιτρεπόμενης ανταποδείξεως μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών, μόνο για τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία βεβαιώνονται στο έγγραφο ότι έγιναν από το συντάκτη αυτού ή ότι έγιναν ενώπιόν του. Παράλληλα, κατά το άρθρο 440 ΚΠολΔ, αποτελούν πλήρη απόδειξη, επιτρεπόμενης ανταποδείξεως χωρίς την προσβολή τους ως πλαστών για τα πραγματικά περιστατικά που βεβαιώνονται στα δημόσια έγγραφα, την αλήθεια των οποίων όφειλε να διαπιστώσει ο συντάκτης αυτών.
Με την έννοια αυτή, τα εκκαθαριστικά σημειώματα, που συντάσσονται με βάση την ανέλεγκτη δήλωση φόρου εισοδήματος, δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη ως προς τα αναφερόμενα στα εν λόγω δημόσια έγγραφα πραγματικά περιστατικά ως προς το ύψος των δηλωθέντων εισοδημάτων, σε περίπτωση δε που ελεγχθεί η αλήθεια τους, αποτελούν, κατά το άρθρο 440 ΚΠολΔ πλήρη απόδειξη, κατά της οποίας όμως επιτρεπτώς χωρεί ανταπόδειξη, χωρίς ανάγκη προσβολής τους ως πλαστούς (ΑΠ 1152/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του κατά τις προαναφερθείσες ουσιαστικές παραδοχές της ρητά και ειδικά συνεξετίμησε εκτός των άλλων αποδεικτικών στοιχείων που προσκομίσθηκαν από του διαδίκους τα εκκαθαριστικά σημειώματα φόρου εισοδήματος και τους ισολογισμούς της ατομικής επιχείρησης του αναιρεσείοντος ενάγοντος, έκρινε ότι η πορεία της επιχείρησης του αναιρεσείοντος ήταν φθίνουσα ήδη από το προηγούμενο έτος του τραυματισμού του δηλαδή από το έτος 2004 και ειδικότερα δέχθηκε ότι η ίδια επιχείρηση το έτος 2001 είχε κέρδη 98.752 Ευρώ, το έτος 2002 είχε κέρδη 106.811 Ευρώ, το έτος 2003 είχε κέρδη 191.853 Ευρώ, το έτος όμως 2004, που λήφθηκε και υπόψη για τον προσδιορισμό της οποιασδήποτε ζημιάς του αναιρεσείοντος από τον τραυματισμό του είχε κέρδη 25598 €, κατέληξε δε με την ανταποδοτική συνεκτίμηση και όλων των λοιπών αποδεικτικών στοιχείων ότι η ζημία της επιχείρησης του αναιρεσείοντος κατά το έτος 2005 ύψους 223.183 € ήταν απότοκος της προαναφερθείσας φθίνουσας πορείας της επιχειρήσεώς του και όχι του τραυματισμού του στο ένδικο ατύχημα.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παρέλειψε να προσδώσει στο προαναφερθέντα φορολογικό έγγραφο με την έννοια του δημοσίου εγγράφου (εκκαθαριστικό σημείωμα με ενσωματωμένο πιστοποιητικό φορολογικής ενημερότητας) πλήρη απόδειξη ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της προαναφερθείσας ζημιάς των 223.183 € και του τραυματισμού του αναιρεσείοντος και επομένως τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθ. 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κρίνοντας αβάσιμα.
V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.9 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Στην προκειμένη περίπτωση από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης προκύπτουν τ' ακόλουθα σε σχέση με την βασιμότητα του πρώτου αναιρετικού λόγου. Με την υπ' αριθ 2831/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία ο αναιρεσείων και τότε ενάγων κρίθηκε συνυπαίτιος κατά ποσοστό 35% του ένδικου τραυματισμού του έγινε δεκτή κατά ένα μέρος η αγωγή του για το συνολικό ποσό της 1995,27 €, παράλληλα δε επιδικάσθηκε σ' αυτόν ως εύλογη χρηματική ικανοποίηση και το ποσό των 5000 €.
Κατά της απόφασης εκείνης εκτός άλλων ασκήθηκε και η από 20-9-2007 έφεση του αναιρεσείοντος με την οποία παραπονέθηκε με τους εννέα λόγους της τόσο για το κεφάλαιο υπαιτιότητας, που δέχθηκε η προσβαλλόμενη, όσο και για τα λοιπά αγωγικά κονδύλια, ειδικά δε με τον ένατο λόγο παραπονέθηκε για το ύψος της επιδικασθείσης χρηματικής ικανοποιήσεως επικαλούμενος το γεγονός ότι δεν τον βάρυνε καμία συνυπαιτιότητα.
Επί της εφέσεως εκείνης αρχικά εκδόθηκε η υπ' αριθ. 6132/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία την απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν. Συνεπεία ασκηθείσας αναίρεσης εκ μέρους του και τώρα αναιρεσείοντος εκδόθηκε από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου η υπ' αριθ. 1356/2011 απόφαση με την οποία αναιρέθηκε στο σύνολό της η προσβληθείσα υπ' αριθ. 6132/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, για ανεπαρκή αιτιολογία ως προς την διαγνωσθείσα υπαιτιότητα (αρθρ. 559 αρ.19 ΚΠολΔ).
Στη συνέχεια η υπόθεση αναπέμφθηκε στο Εφετείο Αθηνών, το οποίο εξέδωσε την αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθ. 5829/2012 απόφαση, με την οποία έγιναν δεκτοί ορισμένοι από τους λόγους της έφεσης του αναιρεσείοντος, ειδικά δε εκείνου που αφορούσε την υπαιτιότητα του αναιρεσείοντος και αφού έγιναν δεκτά τα κεφάλαια της αγωγής του αναιρεσείοντος για αποθετική ζημιά και ζημιά από μισθώματα της σύμβασης leasing εξαφανίστηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και επιδικάστηκε υπέρ του αναιρεσείοντος ως ενάγοντος το ποσό των 35.160,76 Ευρώ.
Με την ενσωμάτωση σ' αυτό και του πρωτοδίκως επιδικασθέντος ποσού των 5.000 €. Η ενσωμάτωση όμως αυτή οφείλεται σε παραδρομή του Εφετείου, το οποίο έκρινε ότι το κεφάλαιο της πρωτόδικης απόφασης για την επιδίκαση του ποσού των 5.000€ δεν προσβλήθηκε από τον αναιρεσείοντα και τότε εκκαλούντα με ειδικό λόγο έφεσης, πέραν από το γεγονός ότι το Εφετείο μετά την εξαφάνιση της εκκληθείσας πρωτόδικης απόφασης, και την επιδίκαση, συνολικά του ποσού των 30.160,76 € (πλέον της ενσωματωθείσας χρηματικής ικανοποίησης), όφειλε να ερευνήσει και το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης που έπρεπε να επιδικασθεί υπέρ του αναιρεσείοντος.
Επομένως τα όσα ισχυρίζεται ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης υπό την επίκληση πλημμέλειας από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κρίνονται βάσιμα.
Μετά τα παραπάνω πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιό της για την επιδικασθείσα χρηματική ικανοποίηση, να κρατηθεί η υπόθεση στο δικαστήριο του Αρείου Πάγου και να παραπεμφθεί για περαιτέρω έρευνα κατ' ουσία σε ιδιαίτερη δικάσιμο του ίδιου τμήματος, ώστε να τηρηθεί η αναγκαία προδικασία της διάταξης του άρθρου 524§2 ΚΠολΔ διαφοροποιούμενη από την προκειμένη αναιρετική διαδικασία (άρθρο 580 παρ. 3 τελ.εδ. του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το αρθ. 12 αρ. 4 του ν. 4055/2012 και αντικαταστάθηκε από το άρθρο 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013) και να διαταχθεί η απόδοση του παραβόλου, που κατατέθηκε κατά την άσκηση της ένδικης αναίρεσης στον καταθέσαντα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 5829/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το εις το σκεπτικό μέρος της.
Κρατεί την υπόθεση στο δικαστήριο του Αρείου Πάγου κατά το αναιρούμενο μέρος της και την παραπέμπει για περαιτέρω εκδίκαση κατ' ουσίαν στο ίδιο τμήμα σε ιδιαίτερη δικάσιμο.
Διατάσσει την απόδοση του παραβόλου (με αριθ. 1330398, 2853160, 057716, 057717, 057718 διπλ. τύπου Α), που κατατέθηκε κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στον καταθέσαντα.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 6η Ιουνίου 2014.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 12η Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ