Legislator Case Law & Legislation
1305/2013 AI generated

Supreme Court partially allowed appeal on employer liability for drunk driver, remanding case for further trial.

Case Number 1305/2013
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the First Instance Court's judgment regarding employer liability for a truck driver's drunk driving accident. The court found that the employer was objectively liable under Article 922 of the Civil Code for hiring the driver, rejecting the argument that the driver's intoxication was voluntary and unknown to the employer. Consequently, the case was remanded to the Court of First Instance for further proceedings, while the appellants were ordered to pay partial legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 922 and 926 of the Civil Code; An employer is objectively liable for damages caused by an employee acting within the scope of their duties, regardless of the employee's personal fault or intoxication, unless the employer can prove the employee voluntarily assumed the task in their own name.

Keywords

AI generated
employer liability objective liability drunk driving scope of employment remand for retrial Civil Code supreme court appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 569(19) of the Code of Civil Procedure
Article 922 of the Civil Code
Article 926(1) of the Civil Code
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 178(1) of the Code of Civil Procedure
Article 180(3) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 7/2006
Supreme Court Case 304/2009
Supreme Court Case 839/2010
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1305 / 2013 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1305/2013

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γρηγόριο Κουτσόπουλο, Παναγιώτη Ρουμπή, Δημητρούλα Υφαντή και Μιλτιάδη Σπυρόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Φεβρουαρίου 2013, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "... ΟΕ" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Φώτιο Παπαγεωργίου βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Δ. Δ. Κ., το γένος Γ. Β., 2. Π. Β. του Γ., 3 Α. Β. του Γ., 4 Δ. Β. του Π., κατοίκων ... 5. Α. Β. του Π. συζ. Φ. Β. κατοίκου ... όλοι οι ανωτέρω εκπροσωπήθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Κων/νο Γράππα και κατέθεσαν προτάσεις και 6. Της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "NP Insurance- Νέος Ποσειδών Α.Ε.Α.Ε." που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου της Μαρίας Λαγού βάσει δηλώσεως κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-7-2007 αγωγή των 1ης, 2ου, 3ου, 4ου, 5ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, την από 31-8-2007 ανακοίνωση δίκης-προσεπίκληση σε κύρια παρέμβαση-παρεμπίπτουσα αγωγή της 6ης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 304/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 839/2010 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-7-2012 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιλτιάδης Σπυρόπουλος, ανέγνωσε την από 15-2-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη του πρώτου, δεύτερου, τρίτου και πέμπτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και να γίνει δεκτός ο τέταρτος λόγος αυτής.

Ο πληρεξούσιος των 1ου, 2ου, 3ου, 4ου, και 5ου αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Α)Κατά τη διάταξη του αρθρ.559 αριθ.1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 569 αριθ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ'αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ του (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 43/1990, ΑΠ 2105/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο Πειραιώς, με την 839/2010 απόφασή του, δέχθηκε ότι αποδείχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο Γ. Β. ήταν εν ζωή σύζυγος της πρώτης των εναγόντων και ήδη εκκαλούντων, πατέρας των δευτέρου και τρίτης αυτών, αδελφός του τετάρτου και πέμπτης αυτών και απώτερος συγγενής των λοιπών [θείος της έκτης και της όγδοης αυτών και αδελφός της συζύγου του έβδομου αυτών].

Στις 31 Δεκεμβρίου 2005 και περί ώρα 13:45', με πλήρη δηλ. φωτισμό ημέρας, οδηγούσε το υπ' αριθμ. κυκλ. ... ι.χ.ε αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του 2ου ενάγοντος, και έβαινε επί της επαρχιακής οδού ... με κατεύθυνση προς ... η οδός δε αυτή διασταυρώνεται με τον παράδρομο της Ε.Ο. Αθηνών-Λαμίας, που είναι και οι δύο διπλής κατευθύνσεως.

Κατά την άφιξη του στη διασταύρωση αυτή και ενώ στην πορεία του υπήρχαν εκατέρωθεν δύο όμοιες ρυθμιστικές πινακίδες (Ρ-2) υποχρεωτικής διακοπής της πορείας αλλά και πινακίδα παραχώρησης προτεραιότητας (Ρ-1), αυτός δεν διέκοψε την πορεία του για να ελέγξει την κίνηση επί της άλλης οδού και να παραχωρήσει προτεραιότητα στους κινούμενους επ' αυτής αλλ' εισήλθε απερίσκεπτα και με αρκετή ταχύτητα στην άνω διασταύρωση, τη στιγμή που από αριστερό του διέρχονταν το υπ' αριθμ.

κυκλ. ... ι.χ.φ. όχημα (συνδυασμός ρυμουλκού μετά ρυμουλκούμενου, συνολικού μήκους 16 μ.), τo οποίο οδηγούσε ο 1ος εναγόμενος στην από 9-7-2007 κύρια αγωγή και 2ος εναγόμενος στην άλλη αγωγή (Α. Δ.) και ήταν ασφαλισμένο για τις προξενούμενες σε τρίτους ζημιές από τη λειτουργία τoυ στη 2η εναγομένη και ήδη εφεσίβλητη-εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία και το οποίο όχημα εκινείτο επί της άνω οδού με κατεύθυνση προς ...

σε σημείο που υπάρχει κατωφέρεια. Ο οδηγός αυτός αντιλήφθηκε καθυστερημένα τον κίνδυνο και επιχείρησε με τροχοπέδηση - που άφησε συνεχές καμπύλο ίχνος μήκους 35 μ. στο οδόστρωμα, από τα οποία αφαιρούνται τα 16 μ. που είναι το μήκος του οχήματος - και αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά να αποτρέψει τη σύγκρουση, όμως λόγω της μικρής αποστάσεως μεταξύ των οχημάτων, και της ταχύτητας που είχε αναπτύξει το όχημα αυτό (λόγω της κατωφέρειας, οπωσδήποτε άνω των 50 χλμ/ώρα, που δεν καταγράφηκε όμως σε δίσκο ταχογράφου, αφού ο οδηγός του είχε παραλείψει να τον τοποθετήσει) δεν κατέστη δυνατόν αυτό.

Έτσι το όχημα του Γ. Β. προσέκρουσε βίαια με την αριστερή πλευρά του στη δεξιά πλευρά του φορτηγού αυτοκινήτου (στο σημείο της δεξαμενής καυσίμων), τη στιγμή που αυτό είχε στρίψει προς τα αριστερά. Εν συνεχεία το ι.χ.ε. αυτ/το εκτινάχθηκε προς τα δεξιά και επέπεσε επί ενός δένδρου, με αποτέλεσμα όλων αυτών, εκτός από τις βλάβες των δύο οχημάτων, να υποστεί ο οδηγός του ι.χ.ε.

κατάγματα οστών βάσεως κρανίου και θωρακικών σπονδύλων, καθώς και κατάγματα πλευρών αριστερά, από τις οποίες βαριές κακώσεις επήλθε αμέσως ο θάνατος του. Τα ανωτέρω προκύπτουν τόσο από την από 31.12.2005 έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος του Αστ. Τμήματος Σχηματαρίου που επιλήφθηκε αμέσως μετά το ατύχημα, καθώς και από τα συνημμένα σε αυτήν πρόχειρο σχεδιάγραμμα τροχαίου ατυχήματος και το υπόμνημα αυτού, όσο και από τις καταθέσεις των αυτόπτων μαρτύρων που εξετάστηκαν προανακριτικά.

Από τα προαναφερθέντα συνάγεται ότι ο θανάσιμος τραυματισμός του Γ. Β. οφείλεται κυρίως στην αμελή συμπεριφορά του ιδίου, ο οποίος δεν διέκοψε την πορεία του προ της διασταυρώσεως και δεν ήλεγξε εάν από αριστερά του εκινείτο άλλο όχημα αλλά συνέχισε αυτήν με την ίδια αυξημένη ταχύτητα (παράβαση άρθρου 4 § 3 ν. 2696/1999 [ΚΟΚ]).

Ωστόσο συνυπαίτιος τυγχάνει και ο 1ος εναγόμενος, οδηγός του φορτηγού αυτοκινήτου, ο οποίος, αν και πλησίαζε σε ισόπεδο οδικό κόμβο χωρίς ορατότητα, δεν μείωσε την ταχύτητα του οχήματός του (παράβ. άρθρου 19 § 2 ΚΟΚ), παρά μόνο όταν είχε εμφανιστεί στο οπτικό του πεδίο από δεξιά το όχημα του παθόντος, το οποίο είχε μόλις εξέλθει κάτω από την υπάρχουσα εκεί γέφυρα της Εθνικής Οδού, δηλ.

σε απόσταση μόλις 9 μ., όπως διαπίστωσε ο μάρτυρας Γ. Μ. Δεδομένου δε ότι η κατάσταση όλων των ελαστικών επισώτρων των τροχών του ογκώδους οχήματός του δεν ήταν καλή και το συρματόσχοινο του επικαθημένου ήταν κομμένο (βλ. ως προς αυτά την από 3-1-2006 έκθεση πραγματογνωμοσύνης, που διατάχθηκε από το Α.Τ. Σχηματαρίου), ο οδηγός αυτός έπρεπε να προβλέψει ότι η όποια αντίδρασή του δεν θα ήταν κατάλληλη για να αποτρέψει τα επελθόντα επιζήμια αποτελέσματα, διότι - εκτός των άλλων- οι τροχοί του οχήματος, στην κατάσταση που ήταν, δεν είχαν επαρκή πρόσφυση στο οδόστρωμα και απαιτούνταν συνεχώς μεγαλύτερη απόσταση για την ακινητοποίησή του, πέραν του ότι και ο ίδιος δεν βρισκόταν οπωσδήποτε σε νηφάλια κατάσταση, δεδομένου ότι είχε καταναλώσει οινοπνευματώδες ποσό σε τέτοια ποσότητα που το ποσοστό οινοπνεύματος στον οργανισμό του υπερέβαινε το όριο των 0,50 γραμμαρίων ανά λίτρο αίματος, όπως αυτό διαπιστώθηκε με εξέταση δείγματος αίματος και θα αναφερθεί κατωτέρω.

Κατωτέρω, και κατά την εξέταση της από 31-8-2007 παρεπίπτουσας αγωγής, στην προσβαλλόμενη απόφαση, αναφέρεται ότι από την γενόμενη λίγο μετά τη σύγκρουση αιμοληψία και την εξέταση της ληφθείσης ποσότητος με την καθοριζόμενη στην ΚΥΑ 43500/5691/2002 αεριοχρωματογραφική μέθοδο, η οποία είναι και η πλέον έγκυρη, προέκυψε ότι η περιεκτικότητα του αίματος σε οινόπνευμα ήταν 1,39 gr/lit ή 1,39 ‰ (βλ.

την από 15-3-2006 έκθεση εξετάσεων αίματος του αστυν.Δ.Α.). Η συνυπαιτιότητα αυτή του 1ου εναγομένου επιμερίζεται από το Δικαστήριο σε ποσοστό 20%, ενώ του θανόντος σε ποσοστό 80%.

Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δεν παραβίασε τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 300, 330 και 914 ΑΚ, ως προς την υπαιτιότητα του εναγομένου οδηγού Α. Δ. και τη συνυπαιτιότητα του θανόντος Γ. Β., στην πρόκληση του θανατηφόρου τροχαίου ατυχήματος, κατά ποσοστό 20% και 80% αντιστοίχως, περιέλαβε δε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο στην εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων, ο δε πρώτος λόγος αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού όσα αναφέρει η αναιρεσείουσα στον λόγο αυτό, δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, αλλά απλά επιχειρήματα, για τα οποία δεν χρειάζεται ιδιαίτερη και διεξοδική ανάλυση.

Β) Κατά το άρθρο 559 αριθ.10 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η ελεγχόμενη από το άρθρο 559 αριθ.10 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, για το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας, δέχτηκε ότι ο Α. Δ. εκινείτο με ταχύτητα άνω των 50 χ/μ ωριαίως, χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος, γιατί το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα από τη συνεκτίμηση των ρητώς στην απόφαση αυτή αναφερομένων αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 247/2012, 579/2011, 1379/2010, 1360/2010).

Κατά τα λοιπά, με τον ίδιο λόγο πλήττεται η ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Εφετείου και ειδικότερα των συνθηκών του ατυχήματος, ο οποίος είναι απαράδεκτος κατ'άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1428/2000), δεδομένου μάλιστα ότι το Εφετείο δέχτηκε ότι η ταχύτητα του φορτηγού αυτοκινήτου δεν καταγράφηκε σε δίσκο ταχογράφου, αφού ο οδηγός του είχε παραλείψει να τον τοποθετήσει.

Γ)Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ.20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολομ.ΑΠ 2/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο, από το άρθρο 559 αριθ.20 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για παραμόρφωση του περιεχομένου της από 3-1-2006 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του Α.Χ. και Κ.Φ., που διατάχθηκε από το Α.Τ.Σχηματαρίου. Όμως, το Εφετείο δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο αυτό, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, αλλά, χωρίς να το εξαίρει, συνεκτίμησε αυτό με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και την κατάθεση του μάρτυρα Γ.

Μ., μηχανολόγου, που εξετάστηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ως άνω έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, που αφορά το ... ΦΔΧ αυτοκίνητο και αναφέρεται και στα ελαστικά του Α'άξονα και του Β'άξονα εσωτερικά, που ήταν φθαρμένα. Επομένως, το Εφετείο δεν παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ως άνω εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγοντας αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό, τα δε περί του αντιθέτου υποστηριζόμενα με τον τρίτο λόγο αναίρεσης είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Δ) Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, υπό την έννοια της πιο πάνω διάταξης, θεωρούνται οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων, που, υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 25/2003, 12/2000 και 3/1997).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, από το άρθρο 59 αριθ.8 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δεν ερεύνησε την ένσταση της αναιρεσείουσας, περί συντρέχοντος πταίσματος του θανόντος, ο οποίος δεν θα είχε τραυματιστεί θανάσιμα, αν φορούσε ζώνη ασφαλείας. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, αφού προτάθηκε και πρωτοδίκως και κατ'έφεση και ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως προς την έκταση των αποτελεσμάτων της ένδικης σύγκρουσης, τον δε σχετικό ισχυρισμό "πράγμα" δεν έλαβε υπόψη το Εφετείο, χωρίς να συνάγεται σιωπηρά απόρριψή του, όπως ισχυρίζονται οι πέντε πρώτοι αναιρεσίβλητοι, με τις προτάσεις τους.

Ε) Τέλος, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, για παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 922, 330 ΑΚ και 9 παρ.2 του Ν.2496/1997. Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του (βλ.πρώτη σελίδα του 9ου φύλλου - σειρά 6 έως και 14), δέχθηκε ότι: "Τέλος, δεν ασκεί έννομη επιρροή το εάν οι νόμιμοι εκπρόσωποι της 1ης εναγομένης ήταν ή όχι σε γνώση του γεγονότος της μέθης εκ μέρους του οδηγού του φορτηγού, με δεδομένο ότι αυτός είχε προσληφθεί ως οδηγός μόλις την προηγούμενη του ατυχήματος (30-12-2005). Και τούτο διότι ο οδηγός θεωρείται ως "προστηθείς" και κατά τη διάταξη του άρθρου 922 ότι ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται (αντικειμενικώς) για τη ζημιά που ο προστήσας προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του.

Με τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, διεπίστωσε σχέση πρόστησης μεταξύ της παρεμπιπτόντως εναγομένης (και ήδη αναιρεσείουσας) ομόρρυθμης εταιρίας "... ΟΕ" και του οδηγού του φορτηγού αυτοκινήτου, ιδιοκτησίας αυτής, Α. Δ., ότι η ευθύνη της είναι αντικειμενική, ανεξαρτήτως πταίσματός της, ως προς την επιλογή του προστηθέντος οδηγού, για τη ζημία που αυτός, κατά την ενάσκηση της ανατεθείσας σε αυτόν υπηρεσίας, προξένησε παρανόμως και υπαιτίως σε τρίτον (ΑΚ 914), με επακόλουθο αυτή να ευθύνονται αναγωγικώς εις ολόκληρον με τον προστηθέντα (ΑΚ 926 παρ.1) και στη συνέχεια δέχτηκε την από 31-8-2007 παρεμπίπτουσα αγωγή, δεν παραβίασε, αλλά ορθώς ερμήνευσε τους ως άνω κανόνες ουσιαστικού δικαίου.

Η αναιρεσείουσα ιδιοκτήτρια του φορτηγού αυτοκινήτου, θα απαλλασσόταν της ευθύνης έναντι της παρεμπιπτόντως ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας (έκτης αναιρεσίβλητης), αν ο τελών σε μέθη οδηγός αυτού είχε αυτοβούλως και εν αγνοία της αναλάβει την οδήγηση, γεγονός που δεν συντρέχει στην προκειμένη περίπτωση, αφού αυτός ήταν προστηθείς από αυτή στην οδήγηση, κατά την ενάσκηση της ανατεθείσας σε αυτόν υπηρεσίας. Επομένως, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Κατ'ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, μόνον κατά το μέρος που αναφέρεται στον γενόμενο δεκτό τέταρτο λόγο αναίρεσης, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, εφόσον είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι, που μερικώς ηττώνται, στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, χωριστά για την ομάδα των πέντε πρώτων αναιρεσιβλήτων, που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσιο δικηγόρο της και χωριστά για την έκτη αναιρεσίβλητη, που εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια της δικηγόρο κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό (άρθρα 178 παρ.1, 180 παρ.3 και 183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 839/2010 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, μόνον κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Παραπέμπει, κατά το μέρος τούτο, την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και

Καταδικάζει τους πέντε πρώτους αναιρεσιβλήτους στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ και την έκτη αναιρεσίβλητη στην πληρωμή μέρους των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Ιουνίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 21 Ιουνίου 2013.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ