1305/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 30 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1305/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξ άλλου, κατά το άρθρο 1 του νόμου 146/1914 περί αθεμίτου ανταγωνισμού: "Απαγορεύεται κατά τας εμπορικάς, βιομηχανικάς ή γεωργικάς συναλλαγάς πάσα προς τον σκοπόν ανταγωνισμού γενομένη πράξις αντικείμενη εις τα χρηστά ήθη. Ο παραβάτης δύναται να εναχθεί προς παράλειψιν και προς ανόρθωσιν της προσγενομένης ζημίας".
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1305 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1305/2012
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 30 Ιανουαρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Α. ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΒΙΟΤΕΧΝΙΚΗ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΕΤΟΙΜΩΝ ΕΝΔΥΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΔΕΡΜΑΤΙΝΩΝ ΕΙΔΩΝ" και με τον διακριτικό τίτλο "Α. INTERNATIONAL CO SA" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Απόστολο Γκουτίδη.
Της αναιρεσιβλήτου: εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "ΝΑΝΝΙ SRL" που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Λυκουρέζο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-4-2007 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6417/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 5608/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αιρεσείουσα με την από 11-5-2010 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης ανέγνωσε την από 20-1-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αριθ.1 εδ.α' ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου". Ο κανόνας δε δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμόσθηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσθηκε εσφαλμένα. Κατά το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ: "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 1 του νόμου 146/1914 περί αθεμίτου ανταγωνισμού: "Απαγορεύεται κατά τας εμπορικάς, βιομηχανικάς ή γεωργικάς συναλλαγάς πάσα προς τον σκοπόν ανταγωνισμού γενομένη πράξις αντικείμενη εις τα χρηστά ήθη. Ο παραβάτης δύναται να εναχθεί προς παράλειψιν και προς ανόρθωσιν της προσγενομένης ζημίας".
Κατά το άρθρο 13 παρ. 1 και 4 του ίδιου νόμου: "Όστις κατά τας συναλλαγάς ποιείται χρήσιν ονόματος τίνος, εμπορικής επωνυμίας ή ιδιαιτέρου διακριτικού γνωρίσματος καταστήματος ή βιομηχανικής επιχειρήσεως ή εντύπου τινός κατά τρόπον δυνάμενον να προκαλέσει σύγχυσιν με το όνομα, την εμπορικήν επωνυμίαν ή το ιδιαίτερον διακριτικόν γνώρισμα άτινα έτερος νομίμως μεταχειρίζεται, δύναται να υποχρεωθεί υπό του τελευταίου εις παράλειψιν της χρήσεως.
Ως ιδιαίτερον διακριτικόν γνώρισμα θεωρείται και ο ιδιαίτερος διασχηματισμός ή η ιδιαιτέρα διακόσμησις των εμπορευμάτων, της συσκευής ή του περικαλύματος αυτών εφ' όσον είναι γνωστά εις τους σχετικούς κύκλους των συναλλαγών ως διακριτικά σημεία των ομοίων εμπορευμάτων άλλου τινός". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για την εφαρμογή του άρθρου 1 απαιτείται α) σκοπός ανταγωνισμού β) ανάπτυξη της ανταγωνιστικής ενέργειας σε μια ευρύτερη σχετική αγορά και γ) αντίθεση της ανταγωνιστικής ενέργειας στα χρηστά ήθη, ως κριτήριο των οποίων χρησιμεύουν οι ιδέες του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, που κατά τη γενική αντίληψη σκέπτεται με χρηστότητα και φρόνηση, και ότι για την ύπαρξη αθέμιτου ανταγωνισμού με τη χρήση ξένου διακριτικού γνωρίσματος απαιτείται δυνατότητα να προκληθεί σύγχυση, χωρίς την οποία αθέμιτος ανταγωνισμός δεν υπάρχει (Α.Π. 1529/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, ότι η ενάγουσα αλλοδαπή εταιρία σχεδιάζει, κατασκευάζει και πωλεί, πλην των άλλων και δερμάτινες ζώνες σε αρκετές χώρες της Ευρώπης και στην Ελλάδα και ειδικότερα και στις εναγόμενες εταιρίες, οι οποίες παρεβίασαν τις διατάξεις περί αθεμίτου ανταγωνισμού σε βάρος της εναγούσης.
Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε μεταξύ των άλλων και τα εξής: "Από την σύγκριση των φωτογραφιών και των προϊόντων των διαδίκων μερών που προσκομίζονται από την ενάγουσα, όπως αναλυτικώς περιγράφονται ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι υπάρχει πρόδηλη οπτική ομοιότητα ανάμεσα στον διασχηματισμό με τον οποίο, τα προϊόντα, που κυκλοφορούν με τα διακριτικά της ενάγουσας, διατίθενται στην αγορά και στο διασχηματισμό με τον οποίο διατίθενται στην αγορά τα όμοια προϊόντα με τα διακριτικά των εναγομένων.
Μάλιστα στο καρτελάκι που συνοδεύει τις ανωτέρω ζώνες, όπως προαναφέρθηκε, αναγράφονται οι λέξεις "Α. group of Co" και όχι η επωνυμία ή ο διακριτικός τίτλος μιας από τις εναγόμενες εταιρείες γεγονός που αποδεικνύει ότι κυκλοφορούσαν για λογαριασμό του ομίλου, που συνιστούν αυτές. Ακολούθως ο διασχηματισμός στις ζώνες που εμπορεύονται οι εναγόμενες μπορεί να προκαλέσει σύγχυση στους μεταπωλητές και στο καταναλωτικό κοινό.
Ο κίνδυνος αυτός συνίσταται στη σύγχυση του μέσου και χωρίς εξειδικευμένες γνώσεις καταναλωτή, ο οποίος δεν έχει ούτε το χρόνο ούτε την ειδική αφορμή να εντείνει ιδιαιτέρως την προσοχή του στη διαφορά μεταξύ των προϊόντων της ενάγουσας και αυτές του ανωτέρω ομίλου, αλλά εσφαλμένως έχει την εντύπωση ότι τα προϊόντα των εναγομένων είναι νεότερη παραλλαγή των ομοίων προϊόντων της ενάγουσας.
Εξάλλου οι μικρές παραλλαγές και διαφοροποιήσεις έναντι εκείνων της ενάγουσας, που αναλυτικώς περιγράφονται ανωτέρω δεν είναι ικανές να συνθέσουν διάφορη οπτική εικόνα και να αποτρέψουν τη σύγχυση στο μέσο καταναλωτή, καθόσον αυτές υποπίπτουν στην άμεση αντίληψη ενός πεπειραμένου και με εξειδικευμένες γνώσεις καταναλωτή, τις οποίες (εμπειρία και γνώσεις) δεν τις διαθέτει και δεν είναι υποχρεωμένος να τις διαθέτει ο μέσος καταναλωτής στην προστασία του οποίου και μόνο αποβλέπουν οι διατάξεις του Ν 146/1914 ...Ούτε και το γεγονός ότι οι ζώνες του ομίλου "Α. group of Co" φέρουν το ταμπελάκι με τα διακριτικά των εναγομένων ήτοι "Μ." και "L." δεν αποτρέπει από τον κίνδυνο συγχύσεως του καταναλωτή ως προς την προέλευση των εν λόγω ζωνών.
Και τούτο διότι οι ομοιότητες, όπως προαναφέρθηκε των προϊόντων και μάλιστα των διακριτικών γνωρισμάτων και των σχεδίων αυτών είναι τέτοιες, που δημιουργούν τη συνολική εντύπωση υπό την οποία εμφανίζονται οι ένδικες ζώνες στην κατανάλωση και ο μετρίων γνώσεων και παρατηρητικότητας καταναλωτής έχει κατά νου τη συνολική εντύπωση των διακριτικών γνωρισμάτων της ενάγουσας και βεβαίως δε θα προσέξει τα λεκτικά στοιχεία της εξωτερικής εμφανίσεως των ζωνών αλλά θα βασιστεί μόνο στην εξωτερική εικόνα των ζωνών, που εμπορεύονται οι εναγόμενες ...
Σημειωτέον ότι και στα καταστήματα που πωλούνται οι αυθεντικές ζώνες του V. N. το κάθε εμπόρευμα φέρει το ταμπελάκι με την επωνυμία του καταστήματος που το διαθέτει (όπως των καταστημάτων Κ.) ασχέτως αν οι ζώνες N. το όνομα έχουν επάνω τους ραμμένο. Δοθέντος δε ότι οι εναγόμενες εμπορευόταν, κατά το προγενέστερο αλλά και το επίδικο χρονικό διάστημα, όλα τα προϊόντα της ενάγουσας, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι στις ενδείξεις εκείνων που κυκλοφορούν με τα διακριτικά των εναγομένων εταιρειών, αναγραφόταν, μόνο ότι επρόκειτο για εισαγόμενα προϊόντα και δεν αναγράφεται σε κανένα σημείο ή ενσωματωμένο στην κάθε ζώνη ή στο οικείο καρτελάκι ότι η εταιρεία παραγωγής αυτών είναι η εταιρεία με την επωνυμία "RIDER ENTERPRISE CO LTD" επιτείνει σε πολύ μεγάλο βαθμό τον κίνδυνο συγχύσεως ήτοι τα επίδικα, είτε να θεωρηθούν προϊόντα της ενάγουσας είτε προϊόντα που κατασκευάζονται από την ενάγουσα προκειμένου να κυκλοφορήσουν με τα διακριτικά των εναγομένων ενόψει και της υφισταμένης συνεργασίας.
Το ποσό δε των 9.000 Ευρώ ανά σεζόν και συνολικώς 21.523 Ευρώ που κατέβαλε η εκκαλούσα -πρώτη εναγομένη-για αγορά ζώνης V. N. δεν σημαίνει ότι λείπει εξαιτίας αυτού του γεγονότος ο σκοπός ανταγωνισμού διότι μόνο μ' αυτόν τον τρόπο οι εναγόμενες θα πετύχαιναν το σκοπό τους, δηλαδή να την εκτοπίσουν σταδιακά από το αγοραστικό ελληνικό κοινό και δεν επιθυμούσαν να γίνουν αμέσως αντιληπτές οι ως άνω προθέσεις τους γι' αυτό και συνέχιζαν κανονικώς την συνεργασία τους".
Με αυτά τα οποία δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις διατάξεις, των άρθρων 1 και 13 παρ.1 ν. 146/1914 είτε με εσφαλμένη ερμηνεία αυτών είτε με εσφαλμένη υπαγωγή σ 'αυτές των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ως αποδειχθέντα. Διέλαβε δε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, υπό τις οποίες καθίσταται εφικτός ο έλεγχος περί της ορθής ή μη εφαρμογής των ρηθεισών διατάξεων.
Επομένως δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ και ο τα αντίθετα υποστηρίζων πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως είναι αβάσιμος. Με το άρθρο 25 παρ.1 εδ. δ' του Συντάγματος, όπως αυτό ισχύει μετά τη συνταγματική αναθεώρηση του έτους 2001, τίθεται ο κανόνας ότι οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν στα ατομικά δικαιώματα "πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού, και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας".
Κατά την αρχή αυτή, η οποία ως γενική αρχή του δικαίου ίσχυε και προ της ρητής αποτυπώσεώς της στο Σύνταγμα κατά την προαναφερθείσα αναθεώρηση του, οι νομίμως επιβαλλόμενοι περιορισμοί των ατομικών δικαιωμάτων πρέπει να πληρούν τα ακόλουθα τρία κριτήρια, πρέπει δηλαδή να είναι α) κατάλληλοι, ήτοι πρόσφοροι για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού, β) αναγκαίοι, ήτοι να συνιστούν μέτρο το οποίο, σε σχέση με άλλα δυνάμενα να ληφθούν μέτρα, επάγονται τον ελάχιστο δυνατό περιορισμό για τον ιδιώτη ή το κοινό, και τέλος γ) εν στενή εννοία αναλογικοί, να τελούν δηλαδή σε εύλογη σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό, ώστε η αναμενόμενη ωφέλεια να μην υπολείπεται της βλάβης που προκαλούν (Ολ.ΑΠ 43/2005).
Η αρχή της αναλογικότητας, ως κανόνας δικαίου που θέτει όρια στον περιοριστικό του ατομικού δικαιώματος νόμο, απευθύνεται κατ' αρχή στο νομοθέτη. Στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου, ήτοι στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί, ελέγχοντας τη συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει αυτόν (άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος), είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή.
Στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων (άρθρο 914 επ ΑΚ) και ειδικότερα στο ζήτημα του μέτρου της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως ο νόμος προβλέπει στο άρθρο 932 ΑΚ ότι το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως.
Με τη διάταξη αυτή ο κοινός νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντάς την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν υπάρχει έδαφος άμεσης εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 25 παρ. 1 εδάφιο τέταρτο του Συντάγματος, η ευθεία δε επίκληση της κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως στερείται σημασίας, αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικά, σε σχέση με τον κατ' εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ προσδιορισμό αυτής, αποτελέσματα (Ολ.Α.Π. 6/2009, Α.Π. 1025/2010).
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίον η αναιρεσείουσα υποστηρίζει, ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την διάταξη του άρθρου 25 παρ.1 του Συντάγματος ως προς τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως, υποπέσαν στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος.
Κατά την γνώμη όμως ενός μέλους του Δικαστηρίου - του αντιπροέδρου Αθανασίου Κουτρομάνου - ο αναιρετικός αυτός λόγος προβάλλεται παραδεκτώς και πρέπει να εξετασθεί η βασιμότητά του. Τούτο δε, διότι, κατά την έννοια της αρχής της αναλογικότητας, η έννομη συνέπεια, η οποία είτε προβλέπεται από τον κοινό Νομοθέτη in abetracto, είτε απαγγέλεται σε συγκεκριμένη περίπτωση από δικαστήριο (όπως εν προκειμένω με την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως) ή από διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το πραγματικό του οικείου κανόνος δικαίου ή προς το συγκεκριμένο πραγματικό κάθε υπόθεσης, ήτοι να μην υπερβαίνει τα ακραία ανεκτά όρια, κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας και κατά την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, πράγμα που ελέγχεται αναιρετικώς (προβλ. μειοψηφούσα γνώμη εις ΑΠ 1257/2011 και ΑΠ 1243/2010).
Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11-5-2010 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθ.5608/2009 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 24 Απριλίου 2012.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουλίου 2012.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ