1305/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1305/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκείμενη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Με επιμέλεια του αναιρεσείοντος επισπεύδεται η συζήτηση της υπό κρίση από 24-1-2008 αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία απευθύνεται, κατά τα αναγραφόμενα σ' αυτήν, κατά της αναιρεσιβλήτου συζύγου αυτού, κατοίκου ..., σε γνωστή διεύθυνση (..., Canada).
Full text
Απόφαση 1305 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1305/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 4 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Τ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παντελή Χατζηχαραλάμπους.
Της αναιρεσιβλήτου: Β.-Β. Β. του Γ., συζύγου Α. Τ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-7-2005 αίτηση της ήδη αναιρεσιβλήτου και την από 1-9-2005 κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1200/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 590/2007 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-1-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσείων, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευφημία Λαμπροπούλου ανέγνωσε την από 22-9-2009 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτου Δήμητρας Παπαντωνοπούλου, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως κατά παραδοχή των πρώτου και τρίτου, κατά ένα μέρος, λόγων αυτής.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη της αναιρεσιβλήτου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 134 παρ.1 και 3 Κ.Πολ.Δ. αν το πρόσωπο στο οποίο γίνεται η επίδοση διαμένει ή έχει την έδρα του στο εξωτερικό, η επίδοση γίνεται στον εισαγγελέα του δικαστηρίου στο οποίο εκκρεμεί ή πρόκειται να εισαχθεί η δίκη, αυτός δε, όταν παραλάβει το έγγραφο, οφείλει να το αποστείλει, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση, στον υπουργό των εξωτερικών, ο οποίος έχει την υποχρέωση να το διαβιβάσει σε εκείνον προς τον οποίο γίνεται η επίδοση.
Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 136 παρ.1 Κ.Πολ.Δ. η επίδοση που γίνεται κατά την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 134 θεωρείται ότι συντελέστηκε μόλις παραδοθεί το έγγραφο στον αρμόδιο εισαγγελέα, ανεξάρτητα από το χρόνο της αποστολής και της παραλαβής του από το πρόσωπο για το οποίο προορίζεται. Οι πιο πάνω διατάξεις, με τις οποίες καθιερώνεται νόμιμη πλασματική κλήτευση του διαδίκου, με πραγματική επίδοση του εγγράφου στον εισαγγελέα, όταν εκείνος προς τον οποίο γίνεται η επίδοση έχει γνωστή διεύθυνση στο εξωτερικό, εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την κύρωση της από 15 Νοεμβρίου 1965 Διεθνούς Συμβάσεως της Χάγης με το ν.1334/1983.
Η διεθνής αυτή σύμβαση δεν καταργεί τις περί επιδόσεως διατάξεις του εσωτερικού δικαίου των χωρών που την υπέγραψαν αλλά αποκλείει να θεωρηθεί η πλασματική επίδοση ως ολοκληρωθείσα με την απλή παράδοση του επιδοτέου εισαγωγικού της δίκης ή άλλου ισοδύναμου δικογράφου στον εισαγγελέα, όπως ορίζει το άρθρο 136 παρ.1 Κ.Πολ.Δ., δηλαδή ανεξάρτητα από το αν παραλήφθηκε από το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται κατά τον οριζόμενο στο άρθρο 15 της συμβάσεως τρόπο.
Και τούτο για να διασφαλίζεται η περιέλευση του εγγράφου στον παραλήπτη του και να αποφεύγονται έτσι οι πλασματικές επιδόσεις και η ερήμην του διαδίκου διεξαγωγή της δίκης. Ειδικότερα, κατά τις διατάξεις του άρθρου 15 της πιο πάνω Διεθνούς Συμβάσεως, την οποία έχει επικυρώσει και ο Καναδάς, σχετικής με την επίδοση και κοινοποίηση στο εξωτερικό δικαστικών και εξώδικων πράξεων που αφορούν αστικές και εμπορικές υποθέσεις, η οποία, σύμφωνα με την 3/17-8-1983 ανακοίνωση του Υπουργείου Εξωτερικών, τέθηκε σε ισχύ ως προς την Ελλάδα από 18-9-1983, η απόδειξη της επιδόσεως των διαβιβαζόμενων, για σκοπό επιδόσεως ή κοινοποιήσεως, στο εξωτερικό εγγράφων, πρέπει να προκύπτει είτε από το χρονολογημένο και δεόντως επικυρωμένο αποδεικτικό παραλαβής από αυτόν προς τον οποίο απευθύνεται είτε με πιστοποιητικό της αρχής του κράτους προς το οποίο η αίτηση, που να εμφαίνει το γεγονός, τον τόπο και τη χρονολογία της επιδόσεως, έτσι που να βεβαιώνεται, όπως ήδη έχει προαναφερθεί, ότι αυτός προς τον οποίο γίνεται η επίδοση ή η κοινοποίηση έλαβε γνώση του προς επίδοση εγγράφου (A.Π. 839/2010, Α.Π. 34/2009).
Περαιτέρω από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ.1 και 2 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήσαν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Εξάλλου στην περίπτωση αναβολής της υποθέσεως από το πινάκιο εφαρμόζεται κατά το άρθρο 498 παρ.2, 3 Κ.Πολ.Δ. και η διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 του ίδιου κώδικα, κατά την οποία η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο για τη μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, χωρίς να απαιτείται κλήση του διαδίκου που δεν έχει εμφανισθεί για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, υπό την απαραίτητη όμως προϋπόθεση ότι η προηγούμενη κλήτευση ήταν νόμιμη και εμπρόθεσμη (Α.Π. 34/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Με επιμέλεια του αναιρεσείοντος επισπεύδεται η συζήτηση της υπό κρίση από 24-1-2008 αιτήσεως αναιρέσεως, η οποία απευθύνεται, κατά τα αναγραφόμενα σ' αυτήν, κατά της αναιρεσιβλήτου συζύγου αυτού, κατοίκου ..., σε γνωστή διεύθυνση (..., Canada).
Δικάσιμος για τη συζήτηση αυτής ορίστηκε η 28-9-2009, κατά την οποία η συζήτηση αναβλήθηκε, κατόπιν αιτήματος του αναιρεσείοντος και χωρίς να παρασταθεί η αναιρεσίβλητη, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης αποφάσεως δικάσιμο (4-4-2011). Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, η αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε με δήλωση πληρεξούσιου δικηγόρου της κατά τα άρθρα 242 παρ.2 και 573 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.
Ο αναιρεσείων για την απόδειξη της νομίμου κλητεύσεώς της στην αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 28-9-2009 προσκομίζει σε νόμιμη μετάφραση έγγραφο του Dominic Bouchard, δικαστικού επιμελητή της επαρχίας Κεμπέκ Καναδά, στην οποία αναγράφονται κατά λέξη τα εξής "1. Την 18 Ιουνίου 2009, ώρα 7.00' π.μ., μετέβην στην διεύθυνση: ..., μέσα στην πόλη του Μόντρεαλ, προκειμένου να επιδώσω την παρούσα αίτηση αναιρέσεως που φέρει τα στοιχεία (1) Εφετείο Κρήτης, αριθμ.πρωτ.5/2008 και (2) ορισμός δικασίμου:
Δευτέρα 28.09.2009, ώρα 9.30' π.μ., που ορίστηκε από το Α2 Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου (φέρουσα την ένδειξη "πιστή μετάφραση", στο Ηράκλειο Ελλάδας, της δικηγόρου Σοφίας Ι. Τσαντηράκη) προς την Β.-Β. Β., το οποίο δεν μπόρεσα να κάνω εφόσον η διεύθυνση είναι λανθασμένη. 2. Την 18 Ιουνίου 2009, ώρα 7.00' π.μ., μετέβην στην διεύθυνση: ..., μέσα στην πόλη του Μόντρεαλ, προκειμένου να επιδώσω προσωπικά την παρούσα αίτηση αναιρέσεως που φέρει τα στοιχεία (1) Εφετείο Κρήτης, αριθμ.
πρωτ. 5/ 2008 και (2) ορισμός δικασίμου: Δευτέρα 28.09.2009, ώρα 9.30' π.μ., που ορίστηκε από το Α2 Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου (φέρουσα την ένδειξη "πιστή μετάφραση", στο Ηράκλειο Ελλάδας, της δικηγόρου Σοφίας Ι. Τσαντηράκη) προς την Β.-Β. Β.". Από το πιο πάνω έγγραφο δεν προκύπτει με σαφήνεια αν η αίτηση αναιρέσεως επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη ούτε αν η τελευταία κλήθηκε να παραστεί στη συζήτησή της κατά την ανωτέρω δικάσιμο (28-9-2009).
Επί πλέον ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει έκθεση επιδόσεως της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, η οποία είναι αναγκαία για τη νόμιμη κλήτευση της αναιρεσιβλήτου αφού, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή αυτής της σκέψεως, οι διατάξεις των άρθρων 134 παρ.1, 3 και 136 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.
εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την κύρωση της Διεθνούς Συμβάσεως της Χάγης με το ν. 1334/ 1983.
Συνεπώς εφόσον δεν προκύπτει νόμιμη κλήτευση της αναιρεσιβλήτου να παραστεί στη συζήτηση της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως κατά την αρχικά ορισθείσα προς τούτο δικάσιμο, ώστε να έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 226 παρ.4 Κ.Πολ.Δ., πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση αυτής (αιτήσεως αναιρέσεως).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 24-1-2008 αιτήσεως για αναίρεση της 590/2007 αποφάσεως του Εφετείου Κρήτης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Ιουλίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Και δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 28 Ιουλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ