1305/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/3/2007 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Δωδεκανήσου.
Legislator headnote
AI generated1305/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν, όμως, έχει εκδοθεί τέτοια πράξη ή απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου , η απαλλοτρίωση , εφόσον αυτή κηρύχτηκε μετά την έναρξη ισχύος του ν. 2882/2001, παύει να έχει τα αποτελέσματά της, δεν υφίσταται πλέον δέσμευση του και επομένως δεν υπάρχει και έννομο συμφέρον του δικαιούχου της αποζημίωσης για τον καθορισμό τιμής μονάδας.
Full text
Απόφαση 1305 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1305/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, 2) Ταμείου Αρχαιολογικών Πόρων και Απαλλοτριώσεων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, τα οποία εκπροσωπήθηκαν από τον Παναγιώτη Δημόπουλο, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ..., 2) ..., 3) ..., 4) ..., 5) ..., 6) ..., 7) ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Χορομίδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/3/2007 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημιώσεως των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Εφετείο Δωδεκανήσου.
Εκδόθηκε η 196/2008 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν τα αναιρεσείοντα με την από 26/1/2009 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ευτύχιος Παλαιοκαστρίτης ανέγνωσε την από 15/3/2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτριώσεως, που προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 11 παρ. 1 του Ν. 2882/2001 και 17 παρ. 4 εδ. δ του αναθεωρημένου Συντάγματος του 1975 στην περίπτωση της μη καταβολής της καθορισθείσης αποζημίωσης εντός της προθεσμίας που προβλέπουν οι ως διατάξεις στη δίκη για τον καθορισμό η επανακαθορισμό της αποζημίωσης απαλλοτρίωσης, δεν λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, αλλά πρέπει να προβάλλεται από τον καθού η απαλλοτρίωση, προς το συμφέρον του οποίου θεσπίστηκαν οι εν λόγω διατάξεις, για να μην παραμένει για πολύ χρόνο εκκρεμής η απαλλοτρίωση και να μην υφίσταται βλάβη από την μακρόχρονη δέσμευση της περιουσίας του (Ολ.ΑΠ 7/2007, Α.Π 215/2001 ).
Ενόψει όλων αυτών είναι προφανές το έννομον συμφέρον του ιδιοκτήτη ακινήτου, που απαλλοτριώθηκε και δεν του καταβλήθηκε η αποζημίωση εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών, με συνέπεια την αυτοδίκαιη άρση της απαλλοτρίωσης, να ζητεί τον καθορισμό ή τον επανακαθορισμό της αποζημίωσης στην περίπτωση που δεν εκδόθηκε ανακλητική ή βεβαιωτική πράξη της διοικήσεως ή σχετική απόφαση του αρμόδιου Διοικητικού Δικαστηρίου, διότι στην περίπτωση αυτή που δεν έχει εκδοθεί η ανακλητική, ως άνω, πράξη της διοικήσεως ή του αρμόδιου Διοικητικού δικαστηρίου η απαλλοτρίωση εξακολουθεί να παράγει τα αποτελέσματά της.
Αν, όμως, έχει εκδοθεί τέτοια πράξη ή απόφαση του Διοικητικού Δικαστηρίου , η απαλλοτρίωση , εφόσον αυτή κηρύχτηκε μετά την έναρξη ισχύος του ν. 2882/2001, παύει να έχει τα αποτελέσματά της, δεν υφίσταται πλέον δέσμευση του και επομένως δεν υπάρχει και έννομο συμφέρον του δικαιούχου της αποζημίωσης για τον καθορισμό τιμής μονάδας.
Εξάλλου, για την άσκηση της αναιρέσεως, όπως και για κάθε κατ ιδίαν λόγου αυτής, ο αναιρεσείων πρέπει να έχει έννομο συμφέρον . Αυτό κρίνεται με βάση την από την προβαλλόμενη πλημμέλεια της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως προκαλούμενη στον αναιρεσείοντα βλάβη. Τέτοια βλάβη δεν υπάρχει και συνεπώς δεν υπάρχει έννομο συμφέρον για την άσκηση αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε ισχυρισμό του αντιδίκου του αναιρεσείοντος ή απέρριψε ισχυρισμό του τελευταίου με επάλληλη αιτιολογία και με την αναίρεση προσβάλλεται η μία από τις επάλληλες αιτιολογίες.
Στην προκειμένη περίπτωση, αποδίδονται με την αναίρεση στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρίθμ. 1 και 14 Κ.Πολ.Δ, με τις αιτιάσεις, ότι το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δέχτηκε, ότι υπήρχε έννομο συμφέρον των αναιρεσιβλήτων για την υποβολή της από 5-3-2007 αίτηση τους για τον καθορισμό οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης του ακινήτου τους, που είχε απαλλοτριωθεί, διότι η απαλλοτρίωση αυτή είχε αρθεί αυτοδικαίως και είχε εκδοθεί και η σχετική βεβαιωτική πράξη της διοικήσεως, με συνέπεια να μην υπάρχει πλέον έννομο συμφέρον των αιτούντων για τον καθορισμό αποζημιώσεως.
Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει, ότι το Εφετείο απέρριψε τον, ως άνω, ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για έλλειψη εννόμου συμφέροντος με την παραδοχή ότι μόνο οι αναιρεσίβλητοι είχαν το δικαίωμα να προβάλλουν την αυτοδίκαιη ανάκληση της για την απαλλοτρίωση του, ως άνω ,ακινήτου.
Εφόσον, όμως, η αυτοδίκαιη ανάκληση της απαλλοτριώσεως, κατά τα ανωτέρω, είχε βεβαιωθεί με πράξη της διοίκησης η οποία είχε μεταγραφεί με την καταχώρηση της στο Κτηματολόγιο της Ρόδου, δεν υφίσταται πλέον απαλλοτρίωση και οι αιτούντες δεν έχουν έννομο συμφέρον για τον καθορισμό τιμής μονάδας αποζημίωσης.
Περαιτέρω, το Εφετείο δέχεται μεν, ότι με την υπ αρίθμ. 3/2004 απόφαση του κρίθηκε τελεσίδικα η υποχρέωση των καθών να καταβάλουν αποζημίωση, διευκρινίζεται, όμως, περαιτέρω, ότι η εν λόγω απόφαση αφορά την απαλλοτρίωση άλλου τμήματος της μείζονος εκτάσεως και συνεπώς δεν υπάρχει παραδοχή για ύπαρξη δεδικασμένο. 'Ετσι, με την εν λόγω παραδοχή δεν υπάρχει επάλληλη σκέψη η οποία να μπορεί να στηρίξει το διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως για έλλειψη εννόμου συμφέροντος των αναιρεσιβλήτων, αφού δεν υπάρχει σαφής παραδοχή για ύπαρξη δεδικασμένου.
Κατά συνέπεια, το Εφετείο, το οποίο απέρριψε τον ισχυρισμό του αναιρεσείοντος για έλλειψη εννόμου συμφέροντος των αναιρεσιβλήτων για τον καθορισμό τιμής μονάδας αποζημίωσης του απαλλοτριωθέντος ακινήτου τους και δέχτηκε, ότι αυτή ήταν παραδεκτή, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο και υπέπεσε στην πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρίθμ. 14, που αποδίδει το αναιρεσείον με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, ο οποίος είναι ουσιαστικά βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Μετά την παραδοχή του ανωτέρω λογού της αναίρεσης παρέλκει η εξέταση των υπολοίπων και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, του οποίου είναι δυνατή από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας τους ( αρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ, όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 196/2008 απόφαση του Εφετείου Δωδεκανήσου ως προς το μέρος της που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ίδιου Εφετείου Δωδεκανήσου το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Απριλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ