Supreme Court allows appeal against enforcement order due to lack of written power of attorney for spouse's agency.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against a payment order issued against his spouse, who acted as his agent without a written power of attorney. While the court found the spouse's agency valid based on witness testimony and logical assessment, it ruled that the lower court erred by accepting the debt without formally declaring the payment order void. Consequently, the appeal was granted to retry the case, but the request to restore the pre-enforcement status was rejected because the payment was made under a separate, independent enforcement title.
Legislator headnote
AI generatedArticles 623, 626, 443, 559, 579 of the Code of Civil Procedure; Article 211 of the Civil Code: A payment order may be issued based on a document signed by an agent, even without a written power of attorney if agency is proven by other evidence, but enforcement of the order does not automatically trigger the restoration of the case status if the payment was made under a distinct enforcement title.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1305 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1305/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Μαρτίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Ελένη Ρεκλείτου - Σπετσέρη
Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γιαννήλο, με δήλωση κατ' αρθρο 242 παρ. 2 ΚπολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2 Μαΐου 2003 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:3232/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 3176/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2 Απριλίου 2007 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 7 Μαρτίου 2008 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Δημάδη, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 623 του ΚΠολΔ κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 624 έως 634 μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις, ή απαιτήσεις παροχής χρεογράφων, εφόσον η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό αποδεικνύονται με δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο, κατά δε το άρθρο 626§3 του ιδίου Κώδικα, στην αίτηση του δικαιούχου για την έκδοση διαταγής πληρωμής πρέπει να επισυνάπτονται και όλα τα έγγραφα, από τα οποία προκύπτει η απαίτηση και το ποσό της.
Η διαταγή πληρωμής μπορεί να εκδοθεί και με το συνδυασμό περισσοτέρων εγγράφων, εφόσον με αυτά αποδεικνύεται η χρηματική απαίτηση ή η παροχή χρεογράφων. Εξάλλου, κατά το άρθρο 443 ΚΠολΔ, για να έχει αποδεικτική δύναμη ιδιωτικό έγγραφο πρέπει να έχει την ιδιόχειρη υπογραφή του εκδότη, ως εκδότης δε, κατά την έννοια του άρθρου αυτού, θεωρείται εκείνος, ο οποίος αναλαμβάνει υποχρέωση από το έγγραφο.
Το έγγραφο, με βάση το οποίο εκδίδεται η διαταγή πληρωμής μπορεί να φέρει την υπογραφή όχι μόνο του υπόχρεου, αλλά και τρίτου ο οποίος κατά την κατάρτιση της δικαιοπραξίας, από την οποία απορρέει η αξίωση για την οποία ζητήθηκε η έκδοση διαταγής πληρωμής, ενήργησε ως άμεσος αντιπρόσωπος του καθού η διαταγή πληρωμής με σκοπό τα εκ της δικαιοπραξίας έννομα αποτελέσματα να παραχθούν απευθείας στο πρόσωπο του αντιπροσωπευo μένου, σύμφωνα με το άρθρο 211 ΑΚ.
Κατά δε την τελευταία αυτή διάταξη οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή της περί αμέσου αντιπροσωπεύσεως διατάξεως του άρθρου 211 ΑΚ είναι, μεταξύ των άλλων, και η ύπαρξη της προς αντιπροσώπευση εξουσίας του αντιπροσώπου να προβεί στη δήλωση επ' ονόματι τρίτου προσώπου (του αντιπροσωπευομένου) η δε δήλωση να γίνεται επ' ονόματι του τελευταίου ή να συνάγεται από τις περιστάσεις ότι έγινε στο όνομα του κατά το άρθρο 211 εδ.
β' ΑΚ (αρχή του εμφανούς της αντιπροσωπεύσεως). Η προς αντιπροσώπευση εξουσία παρέχεται δια της πληρεξουσιότητος, η οποία, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 221, 216, 217, 218, 222, 223 και 361 ΑΚ αποτελεί μονομερή δικαιοπραξία που έχει ως αποτέλεσμα την παροχή από τον αντιπροσωπευόμενο σε τρίτο (τον πληρεξούσιο) της εξουσίας αντιπροσωπεύσεώς του.
Η δικαιοπραξία αυτή είναι, κατά κανόνα, άτυπη. Υποβάλλεται όμως, κατ' εξαίρεση σε έγγραφο συστατικό τύπο είτε διότι για την συγκεκριμένη πληρεξουσιότητα το απαιτεί ο νόμος, είτε διότι η δικαιοπραξία στην οποία αφορά η πληρεξουσιότητα είναι τυπική, οπότε τον δια την δικαιοπραξία αυτή επιβαλλόμενο τύπο πρέπει, εφόσον δεν συνάγεται κάτι άλλο, να περιβληθεί και η πληρεξουσιότητα (αρθρ. 217§2 ΑΚ).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 873 ΑΚ, σύμβαση κατά την οποία γίνεται υποσχετική αναγνώριση χρέους κατά τρόπο ώστε να γεννιέται ενοχή ανεξάρτητα από την αιτία του χρέους, είναι έγκυρη, αν η υπόσχεση ή η δήλωση για την αναγνώριση γίνει εγγράφως. Ο για την σύναψη της εν λόγω ετεροβαρούς συμβάσεως απαιτούμενος έγγραφος τύπος λόγω της δραστικότητος της εξ' αυτής απορρεούσης ενοχής, είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός και επομένως, στον ίδιο πρέπει να υποβάλλεται και η πληρεξουσιότητα που δίδει κάποιος (αντιπροσωπευόμενος) σε τρίτο (αντιπρόσωπο) για να συνάψει την του ανωτέρω περιεχομένου επ' ονόματι του σύμβαση.
Αν για την πληρεξουσιότητα αυτή δεν τηρηθεί ο προαναφερόμενος τύπος, αυτή ως μονομερής δικαιοπραξία είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρο 159 και 180 ΑΚ), οπότε η επ' ονόματι του αντιπροσωπευομένου σύναψη της ως άνω συμβάσεως κανένα νομικό αποτέλεσμα δεν παράγει ως προς αυτόν. Στην περίπτωση αυτή δεν μπορεί να εκδοθεί εγκύρως κατά του φερομένου ως αντιπροσωπευομένου στην κατάρτιση της άνω συμβάσεως διαταγή πληρωμής, αφού, ως προς αυτόν, λόγω μη τηρήσεως του εγγράφου συστατικού τύπου για την παροχή της πληρεξουσιότητος προς σύναψη της, είναι άκυρη.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 633§1, 583 και 585 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής, διασφαλίζουσα το δικαίωμα ακροάσεως του καθ' ου η διαταγή κατά το άρθρο 20 του Συντάγματος, αποτελεί ειδικά ρυθμισμένη μορφή της κατά τα άρθρα 583 έως 585 ΚΠολΔ ανακοπής. Το αίτημα δε της εν λόγω ανακοπής είναι διαπλαστικό, συνιστάμενο στην ακύρωση (εξαφάνιση) αυτής, για κάποιο μνημονευόμενο νόμιμο λόγο.
Λόγο δε ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής συνιστά τόσο η έλλειψη τυπικών προϋποθέσεων για την έγκυρη έκδοσή της (αρθρ. 623 έως 630 ΚΠολΔ) και γενικότερα παραβιάσεις δικονομικών διατάξεων που επάγονται ως δικονομική έννομη συνέπεια την δια δικαστικής αποφάσεως απαγγελομένη ακυρότητα της, (ΟλΑΠ 10/1997, Δ. 1998.179), είτε η επίκληση ουσιαστικής ενστάσεως (διακωλυτικής ή αποσβεστικής εν όλω ή εν μέρει) εξαιτίας της οποίας, όταν εκδόθηκε η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής, είχε καταλυθεί η οφειλή, την οποία αυτή αφορά.
Αν δε το εκδικάζον την ανακοπή κατά διαταγής πληρωμής δικαστήριο της ουσίας δεν ακύρωσε εν όλω ή εν μέρει την προβληθείσα διαταγή πληρωμής αν και κατά την έκδοση της ενεφιλοχώρησαν παραβάσεις δικονομικών διατάξεων που δικαιολογούν κατά νόμο την ακύρωση της, υποπίπτει στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ, γιατί παρά το νόμο δεν κήρυξε ακυρότητα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο εδέχθη, ανελέγκτως, μεταξύ των άλλων, ότι η ανακοπτομένη υπ' αριθμ. 3305/2003 διαταγή πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών εις βάρος του αναιρεσείοντος για το ποσό των 11.330 Ευρώ, εκδόθηκε με βάση το από ...
ιδιωτικό έγγραφο με τον τίτλο "Απόδειξη Παραλαβής Επιταγών", το οποίο περιέχει σύμβαση περί αφηρημένης αναγνωρίσεως χρέους, κατά τον δοθέντα υπό του Εφετείου νομικό της χαρακτηρισμό, του αναιρεσείοντος προς τον αναιρεσίβλητο για το προαναφερόμενο ποσό, ότι το πιο πάνω έγγραφο εκδόθηκε από την σύζυγο του αναιρεσείοντος που το υπέγραψε, ενεργούσα, κατά την κατάρτιση της συμβάσεως αυτής, για λογαριασμό του, ως άμεσος δηλαδή αυτής αντιπρόσωπος, της οποίας όμως η προς αντιπροσώπευση εξουσία του αναιρεσείοντος να καταρτίσει επ' ονόματι του την επίμαχη αυτή σύμβαση δεν αποδεικνύεται μεν από κάποιο έγγραφο, πλην όμως προκύπτει από τις καταθέσεις των μαρτύρων και τα πορίσματα της λογικής, με βάση την αξιολόγηση των επί μέρους αποδεικτικών μέσων.
Ακολούθως το Εφετείο, κατόπιν εξαφανίσεως της εκκληθείσης πρωτοδίκου αποφάσεως, απέρριψε την ανακοπή του αναιρεσείοντος κατά του αναιρεσιβλήτου, δια της οποίας προεβλήθη η αιτίαση ότι ακύρως εκδόθηκε εναντίον του η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής, αφού δεν τηρήθηκε ο έγγραφος τύπος για την παροχή της πληρεξουσιότητος προς κατάρτιση στο όνομα του της επιμάχου συμβάσεως, την οποία πληρεξουσιότητα ούτε και προφορικώς την είχε δώσει.
Έτσι, όμως, όπως έκρινε το Εφετείο, παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου με το να δεχθεί ότι στην ένδικη διαφορά υπήρχε η προς αντιπροσώπευση εξουσία, καίτοι, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, δεν είχε τηρηθεί ο για τη παροχή της έγγραφος συστατικός τύπος, κρίναν, ακολούθως (εσφαλμένως), ως νόμω υποστατή την ένδικη αξίωση, για την οποία εκδόθηκε η ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής, ενώ παρέλειψε να κηρύξει άκυρη την ανακοπτομένη διαταγή πληρωμής.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τα διάφορα αυτού μέρη, σε συνδυασμό και προς τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου, όπως ορθώς εκτιμάται, είναι βάσιμος.
Συνεπώς πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή του λόγου τούτου. Ύστερα από αυτά παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αναίρεσης. Το υποβαλλόμενο από τον αναιρεσείοντα με το αναιρετήριο αίτημα να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση της προαναφερόμενης 3305/2003 διαταγής πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών και να υποχρεωθεί ο αναιρεσίβλητης να του αποδώσει το ποσό των 18.000 ευρώ το οποίο ποσό κατέβαλε σ' αυτόν προς αποφυγήν της περαιτέρω σε βάρος του με βάση την ανωτέρω διαταγή πληρωμής αρξάμενης αναγκαστικής εκτέλεσης είναι απορριπτέο διότι η διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ που προβλέπει την επαναφορά αυτή αφορά την περίπτωση της εκούσιας ή αναγκαστικής εκτελέσεως της αποφάσεως που αναιρέθηκε, ενώ στην προκειμένη περίπτωση η καταβολή του εν λόγω ποσού φέρεται ότι έγινε σε εκτέλεση, όχι της αποφάσεως που αναιρέθηκε, αλλά της διαταγής πληρωμής, η οποία αποτελεί τίτλο εκτελεστό διαφορετικό και ανεξάρτητο από την εν λόγω απόφαση.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθ. 3176/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Απορρίπτει το αίτημα επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Ιουνίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ