1305/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαΐου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Των αιτούντων: 1. .... και 2. ..... Ο πρώτος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Νινόπουλο και ο δεύτερος εκπροσωπήθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Legislator headnote
AI generated1305/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η ανακριβής ή ελλιπής εξάλλου διατύπωση, η οφειλόμενη σε παραδρομή και ευρισκόμενη σε αναντιστοιχία προς εκείνα που θέλησε το δικαστήριο, πρέπει να προκύπτει είτε από την ίδια την απόφαση, είτε από το συνδυασμό αυτής προς τα πρακτικά του δικαστηρίου και τα διαδικαστικά έγγραφα και ιδίως προς εκείνα με τα οποία ζητήθηκε η συγκεκριμένη έννομη προστασία.
Full text
Απόφαση 1305 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1305/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη, Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Μαΐου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αιτούντων: 1. .... και 2. ..... Ο πρώτος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Νινόπουλο και ο δεύτερος εκπροσωπήθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο.
Του καθού η αίτηση: Ελληνικού Δημοσίου νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό των Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο του Ευθύμιο Τσάκα Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-1-1998 αγωγή των ήδη αιτούντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Άρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις : 51/1999 μη οριστική, 134/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2/2005 του Εφετείου Ιωαννίνων. Το Δικαστήριο του Αρείου Πάγου εξέδωσε την 1919/2006 απόφαση του. Την ερμηνεία της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αιτούντες με την από 3-5-2007 αίτησή τους Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αιτούντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 315 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, αν από παραδρομή κατά τη σύνταξη της απόφασης περιέχονται λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό της διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος ή και αυτεπαγγέλτως, να τη διορθώσει με νέα απόφασή του.
Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι μπορεί να γίνει διόρθωση των σφαλμάτων της απόφασης που οφείλονται σε ασυμφωνία αυτών που ήθελε το δικαστήριο και εκείνων που έχουν διατυπωθεί στην απόφαση, έστω και αν από τη διόρθωση της ανακρίβειας ή της έλλειψης επέρχεται μεταβολή στο διατακτικό της απόφασης, αφού η μεταβολή αυτή δεν ανατρέπει, ούτε μεταβάλλει, αλλά ορθώς διατυπώνει την αληθινή δικαιοδοτική βούληση και δεν αποτελεί παραβίαση του δεδικασμένου (ΟλΑΠ 29/2004,30/2004).
Η ανακριβής ή ελλιπής εξάλλου διατύπωση, η οφειλόμενη σε παραδρομή και ευρισκόμενη σε αναντιστοιχία προς εκείνα που θέλησε το δικαστήριο, πρέπει να προκύπτει είτε από την ίδια την απόφαση, είτε από το συνδυασμό αυτής προς τα πρακτικά του δικαστηρίου και τα διαδικαστικά έγγραφα και ιδίως προς εκείνα με τα οποία ζητήθηκε η συγκεκριμένη έννομη προστασία.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 316 του ΚΠολΔ, αν η απόφαση είναι διατυπωμένη κατά τρόπο που γεννά αμφιβολίες ή είναι ασαφής, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος, να την ερμηνεύσει με νέα του απόφαση έτσι που η έννοιά της να γίνει αναμφίβολη, η ερμηνεία όμως δεν μπορεί να αλλάξει το διατακτικό της απόφασης που ερμηνεύεται.
Ζήτημα ερμηνείας της απόφασης, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, υφίσταται, όταν η διατύπωσή της είναι ασαφής ή αόριστη, ώστε να επιβάλλεται επεξήγηση του αληθούς νοήματος αυτής, χωρίς να επέρχεται συμπλήρωση ή οποιαδήποτε μεταβολή του διατακτικού της απόφασης. Στην προκειμένη περίπτωση με την κρινόμενη αίτηση οι αιτούντες ζητούν κυρίως να διαταχθεί η διόρθωση της 1919/2006 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία έγινε δεκτή αίτηση αναίρεσης που είχαν αυτοί ασκήσει, ώστε να επαναδιατυπωθεί το διατακτικό της, το οποίο έχει διατυπωθεί ελλιπώς, ευρισκόμενο σε αναντιστοιχία με εκείνο που θέλησε το δικαστήριο και προκύπτει από αυτήν, σε συνδυασμό με το αίτημα της αίτησης αναίρεσης η οποία έγινε δεκτή.
Επικουρικώς δε ζητούν να διαταχθεί η ερμηνεία της απόφασης αυτής, ώστε να επεξηγηθεί το αληθές νόημα εκείνου που αποφάσισε το δικαστήριο. Η αίτηση αυτή είναι νόμιμη, τόσο ως προς το κύριο, όσο και ως προς το επικουρικό αίτημά της, στηριζόμενη στις ανωτέρω διατάξεις, εφόσον δε ασκήθηκε νομοτύπως, όπως προβλέπει το άρθρο 317 του ΚΠολΔ, πρέπει να εξετασθεί και κατ΄ ουσίαν κατά την προβλεπόμενη από το άρθρο 318 του ΚΠολΔ διαδικασία.
Επειδή, από τα διαδικαστικά έγγραφα που προσκομίζονται με επίκληση, αποδεικνύονται τ' ακόλουθα : Με την από 20-1-1998 (αριθμ. κατ. 84/1998) αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, οι αιτούντες ζήτησαν να αναγνωρισθούν κύριοι δύο συνεχόμενων εδαφικών τμημάτων, και συγκεκριμένα α) ενός τμήματος εμβαδού 29.395,275 τετρ.
μέτρων, το οποίο ισχυρίσθηκαν ότι το απέκτησαν με παράγωγο τρόπο και επικουρικά με τακτική και έκτακτη χρησικτησία και β) ενός τμήματος εμβαδού 25.615,75 τετρ. μέτρων, το οποίο ισχυρίσθηκαν ότι περιήλθε σε αυτούς, με το προβλεπόμενο από το άρθρο 1072 του ΑΚ πρωτότυπο τρόπο, της περιέλευσης κοίτης μη πλεύσιμου ποταμού που εγκαταλείφθηκε στους κυρίους των παραποτάμιων κτημάτων.
Με την 134/2000 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας, έγινε κατ' ουσίαν δεκτή η αγωγή ως προς το πρώτο από τα ανωτέρω ακίνητα, ενώ απορρίφθηκε κατ΄ ουσίαν όσον αφορά το δεύτερο από τα ακίνητα αυτά.. Μετά από άσκηση κατά της απόφασης αυτής εφέσεων, τόσο από τους αιτούντες, ως προς το κεφάλαιο αυτής που αφορούσε την απόρριψη της αγωγής τους αναφορικά με το δεύτερο από τα ανωτέρω ακίνητα, όσο και από το καθ' ου η αίτηση και εναγόμενο, ως προς το κεφάλαιο αυτής που αφορούσε το πρώτο από τα ανωτέρω ακίνητα, ως προς το οποίο έγινε δεκτή κατ΄ ουσίαν η αγωγή, εκδόθηκε η 2/2005 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων, με την οποία απορρίφθηκαν κατ' ουσίαν και οι δύο αυτές εφέσεις.
Κατά της απόφασης αυτής οι αιτούντες (ενάγοντες) άσκησαν την από 21-6-2005 αίτηση αναίρεσης, με την οποία ζήτησαν ν΄ αναιρεθεί αυτή, μόνο κατά το μέρος που απέρριψε τη δική τους έφεση, ως προς το οποίο μόνο άλλωστε, κατά το οποίο ηττήθηκαν, είχαν αυτοί δικαίωμα ν' ασκήσουν αίτηση αναίρεσης, σύμφωνα με το άρθρο 556 παρ. 1 του ΚΠολΔ.
Το Δικαστήριο τούτο, με την 1919/2006 απόφασή του έκανε κατ΄ ουσίαν δεκτή την αίτηση αυτή αναίρεσης, κρίνοντας βάσιμο λόγο από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β΄ του ΚΠολΔ. Ενώ, όμως, από το περιεχόμενο του σκεπτικού της απόφασης αυτής, σε συνδυασμό προς το αιτητικό της αίτησης αναίρεσης, την οποία έκανε δεκτή, προκύπτει ότι πράγματι θελήθηκε να αναιρεθεί η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το μέρος που είχε απορρίψει την έφεση των αναιρεσειόντων, ως προς το οποίο μόνο αυτή είχε με την αίτηση αναίρεσης προσβληθεί, χωρίς να θίγεί η διάταξη με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, εντούτοις, από προφανή παραδρομή, στο διατακτικό αναγράφηκε κατά τρόπο ελλιπή : "
Αναιρεί την 2/2005 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων", ενώ η σύμφωνη με αυτό που το δικαστήριο θέλησε ακριβής και πλήρης διατύπωση έπρεπε να είναι : "
Αναιρεί την 2/2005 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων μόνο κατά το μέρος που με αυτήν απορρίφθηκε η από 19-9-2000 (αριθ. Κατ. 66/2000) έφεση των αναιρεσειόντων - εναγόντων κατά της 134/2000 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας". Επομένως, συντρέχει νόμιμη περίπτωση να διορθωθεί το διατακτικό της 1919/2006 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου και πρέπει να γίνει δεκτή, ως βάσιμη και κατ΄ ουσίαν, κατά το κύριο αίτημά της, η κρινόμενη αίτηση, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο διατακτικό. Το καθ' ου η αίτηση πρέπει να καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη των αιτούντων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την αίτηση.- Διορθώνει την 1919/2006 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, ώστε στο διατακτικό της, αντί της φράσης "
Αναιρεί την 2/2005 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων", να τεθεί η φράση "
Αναιρεί την 2/2005 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων μόνο κατά το μέρος που με αυτήν απορρίφθηκε η από 19-9-2000(αριθ. Κατ.66/2000) έφεση των αναιρεσειόντων - εναγόντων κατά της 134/2000 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Άρτας". - Και
Καταδικάζει το καθ' ου η αίτηση στη δικαστική δαπάνη των αιτούντων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 6 Ιουνίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ