Supreme Court dismisses appeal against drug trafficking conviction due to lack of valid grounds and procedural compliance.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against his conviction for drug trafficking, ordering him to pay the legal costs. The appellant argued that his rights were violated because he was not provided with an interpreter despite being a Pakistani national. However, the court found that the appellant had explicitly stated in both the first and second instances that he understood and spoke Greek, rendering the interpreter request inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 462, 464, 466, 473, 474, 504, 505 of the Code of Criminal Procedure; Article 510(1)(A) of the Code of Criminal Procedure: An appeal based on the failure to appoint an interpreter is inadmissible if the accused has previously declared they understand and speak the language of the proceedings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1304 / 2024 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1304/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Πρίγγουρη, Παρασκευή Τσούμαρη, Σταυρούλα Κουσουλού-Εισηγήτρια και Ευαγγελία Γιακουμάτου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Μαΐου 2024, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νίκης-Αναστασίας Μουζάκη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου B. B. του M. Β., κρατούμενου στο Σωφρονιστικό Κατάστημα Πατρών, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την δικηγόρο Ευθυμία Γαντέ, η οποία διορίστηκε με την υπ' αρ. 140/2024 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών, για αναίρεση της υπ'αριθ. 2777/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην με αρ. εκθ. καταθ. 108/22.3.2024 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 339/2024.
Αφού άκουσε Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση αίτηση με αρ.εκθ.καταθ. 108/22-3-2024 του B. (επών.) B. (όν.) του Μ. B., υπηκόου Πακιστάν και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Πατρών, για αναίρεση της υπ' αρ. 2777/2023 απόφασης του δικάσαντος, σε δεύτερο βαθμό, Τριμελούς Εφετείου [Κακουργημάτων] Αθηνών, με την οποία αυτός καταδικάστηκε για την αξιόποινη πράξη της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών σε ποινή κάθειρξης οκτώ (8) ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων [10.000] ευρώ, η οποία (απόφαση) καταχωρίστηκε στο ειδικό βιβλίο του ως άνω εκδόσαντος αυτήν Δικαστηρίου στις 7-3-2024, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, με δήλωση της διορισθείσας με την υπ'αρ. 140/2024 απόφαση του Πρωτοδικείου Αθηνών δικηγόρου Αθηνών, Ε. Γ., στην γραμματέα του Εφετείου Αθηνών, κατά τις διατάξεις των άρθρων 462 ,464, 466 παρ. 1 α', 473 παρ. 2 και 3, 474 παρ. 1εδ.α' και 4, 504 § 1, 505 § 1 περ.α' του Κ.Ποιν.Δ.
Συνεπώς, είναι παραδεκτή, και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν ως προς την βασιμότητα των εκ του άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Α', Δ' και Ε' του ΚΠΔ αναιρετικών της λόγων. Ι. Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 20 παρ. 1 και 2 του Ν.4139/2013 1. Όποιος, εκτός από τις περιπτώσεις που προβλέπονται στα άρθρα 21, 22 και 23, διακινεί παράνομα ναρκωτικά, τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον οκτώ (8) ετών και με χρηματική ποινή μέχρι τριακόσιες χιλιάδες (300.000) ευρώ. 2.
Με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 2Α και 29, ως έγκλημα διακίνησης ναρκωτικών νοείται κάθε πράξη, με την οποία συντελείται η κυκλοφορία ναρκωτικών ουσιών ή πρόδρομων ουσιών που αναφέρονται στους πίνακες της παραγράφου 2 του άρθρου 1 του ν. 3459/2006, όπως έχουν τροποποιηθεί με αποφάσεις που έχουν εκδοθεί κατ` εξουσιοδότηση της παρ. 3 του ίδιου άρθρου και ιδίως, μεταξύ άλλων, η αγορά, η κατοχή, η αποθήκευση και η πώληση ναρκωτικών ουσιών.
Ως κατοχή νοείται η φυσική εξουσίασή τους από τον δράστη, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να διαπιστώσει την ύπαρξή τους και κατά τη δική του βούληση να τις διαθέσει πραγματικά. Κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου, αν περισσότερες πράξεις διακίνησης αφορούν την ίδια ποσότητα ναρκωτικών συντρέχει μόνο ένα έγκλημα διακίνησης.
Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί, με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Ως προς τις αποδείξεις, αρκεί αυτές να αναφέρονται στην απόφαση γενικά και κατά το είδος τους, χωρίς να είναι αναγκαίο να διευκρινίζεται τί προέκυψε από κάθε αποδεικτικό μέσο χωριστά ή από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή, ούτε είναι απαραίτητη η αναλυτική παράθεση και η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν χρειάζεται να προσδιορίζεται ποιο αποδεικτικό μέσο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικαστικής κρίσης.
Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν ελήφθησαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα άλλα. Δεν αρκεί, όμως, να περιορίστηκε το δικαστήριο σε τυπική ρηματική αναφορά των αποδεικτικών μέσων ως προς το είδος τους ή σε επιλεκτική εκτίμηση και αξιολόγηση μερικών μόνο από αυτά, αλλά απαιτείται να συνάγεται με βεβαιότητα από την απόφαση, ότι αυτό έλαβε πράγματι υπόψη του, συνεκτίμησε και αξιολόγησε το περιεχόμενο όλων των αποδεικτικών μέσων για τη διαμόρφωση της δικανικής πεποίθησής του, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ.
Η ύπαρξη του δόλου, που απαιτείται, κατά το άρθρο 26 παρ. 1 του ΠΚ, για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, δεν είναι καταρχήν ανάγκη να αιτιολογείται ειδικά, αφού ο δόλος ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τέλεσης αυτού, διαλαμβάνεται δε αιτιολογία περί αυτού (δόλου) στην κύρια αιτιολογία για την ενοχή, διότι εξυπακούεται ότι υπάρχει με την πραγμάτωση των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν αντικειμενικώς το έγκλημα, εκτός αν αξιώνονται από το νόμο πρόσθετα στοιχεία για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξης (άμεσος δόλος) ή ορισμένος περαιτέρω σκοπός (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση), κάτι που δεν συμβαίνει στο εδώ εξεταζόμενο έγκλημα της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (ΑΠ 969/2024, ΑΠ 231/2022, ΑΠ 56/2020).
Περαιτέρω, λόγο αναίρεσης της απόφασης συνιστά, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, και η εσφαλμένη εφαρμογή ή ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει, όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή, όταν το δικαστήριο, χωρίς να παρερμηνεύσει το νόμο, δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει τον ανωτέρω αναιρετικό λόγο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠοινΔ, συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση ουσιαστικής ποινικής διάταξης, η οποία (παραβίαση) υπάρχει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, που προκύπτει από την αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού και του διατακτικού της και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Όμως, δεν αποτελούν λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας ή της εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και έλλειψης νόμιμης βάσεως, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Τριμελές Εφετείο [Κακ/των] Αθηνών, που την εξέδωσε δικάζοντας σε δεύτερο βαθμό, δέχθηκε στο σκεπτικό της, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς, κατ' είδος, αναφέρει σ' αυτήν (ένορκη κατάθεση μάρτυρος που εξετάστηκε στο ακροατήριο, πρακτικά πρωτοβάθμιας δίκης και όλα τα έγγραφα που αναγνώστηκαν, απολογία κατηγορούμενου) αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά, κατά πιστή μεταφορά τους, ήτοι: "...Οι κατηγορούμενοι τέλεσαν την αξιόποινη πράξη που τους αποδίδεται, ήτοι της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, η οποία στοιχειοθετείται τόσο κατά την αντικειμενική όσο και κατά την υποκειμενική της υπόσταση και περιγράφεται αναλυτικά στο διατακτικό της παρούσας. Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται από την αναλυτική, σαφή και πειστική κατάθεση του εξετασθέντος στο ακροατήριο μάρτυρος αστυνομικού και δεν αναιρούνται από τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς των κατηγορουμένων. Πρέπει, επομένως, οι τελευταίοι να κηρυχθούν ένοχοι της ως άνω πράξεως".
Στη συνέχεια, το παραπάνω Δικαστήριο της ουσίας κήρυξε τον τότε κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο του εγκλήματος της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (με τη μορφή της αγοράς, κατοχής και πώλησης κατ' εξακολούθηση) με σκοπό την περαιτέρω διακίνηση σε τρίτους, και του επέβαλε ποινή κάθειρξης οκτώ (8) ετών και χρηματική ποινή δέκα χιλιάδων [10.000] ευρώ, με το ακόλουθο, κατά πιστή μεταφορά, διατακτικό: "...ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο έ ν ο χ ο του ότι: 1)Στην ευρύτερη περιοχή της Αττικής, σε χρόνο που δεν εξακριβώθηκε επακριβώς και πάντως εντός της τελευταίας εβδομάδας πριν τις 16-8- 2019, οπότε και υποβλήθηκε σε έλεγχο και συνελήφθη από αστυνομικούς της Διεύθυνσης Ασφάλειας Αττικής/Ο.Π.Κ.Ε αγόρασε απαγορευμένες από το νόμο ναρκωτικές ουσίες, κατά την έννοια του νόμου, με σκοπό την περαιτέρω διακίνησή τους σε τρίτους και ειδικότερα αγόρασε από άτομα, τα στοιχεία ταυτότητας των οποίων δεν εξακριβώθηκαν, αντί αγνώστου χρηματικού ποσού ή άλλου είδους ανταλλάγματος, με σκοπό τη διακίνησή τους σε τρίτους, απροσδιόριστες ποσότητες απαγορευμένων από το νόμο ναρκωτικών ουσιών, μέρος των οποίων αποτελούν οι κατασχεθείσες στην κατοχή του ποσότητες, που υπερέβαιναν τις αναγκαίες προς εξυπηρέτηση των προσωπικών του αναγκών ποσότητες και συγκεκριμένα:
α) κρυσταλλική μεθαμφεταμίνη, συνολικού μικτού βάρους 6,3 γραμμαρίων και συνολικού καθαρού βάρους 3,9 γραμμαρίων, κατανεμημένη σε εννέα πλαστικές συσκευασίες και β) ηρωίνη, συνολικού μικτού βάρους 3,1 γραμμαρίων, κατανεμημένη σε τρεις πλαστικές συσκευασίες.
2) Στην Αθήνα, στις 16-8-2019 και περί ώρα 17:00, κατείχε, με την έννοια της φυσικής εξουσίασης και της δυνατότητας να διαπιστώνει, ανά πάσα στιγμή, την ύπαρξη και να διαθέτει, κατά τη βούληση του, με σκοπό την διακίνηση, απαγορευμένες από το νόμο ναρκωτικές ουσίες, κατά την έννοια του νόμου και ειδικότερα στον ανωτέρω χρόνο, στη συμβολή των οδών Χαλκοκονδύλη και Καματερού, κατείχε, με σκοπό τη διακίνησή τους σε τρίτους, ποσότητες ναρκωτικών ουσιών, που υπερέβαιναν τις αναγκαίες προς εξυπηρέτηση των προσωπικών του αναγκών ποσότητες και συγκεκριμένα: α) κρυσταλλική μεθαμφεταμίνη, συνολικού μικτού βάρους 6,3 γραμμαρίων και συνολικού καθαρού βάρους 3,9 γραμμαρίων, κατανεμημένη σε εννέα πλαστικές συσκευασίες και β) ηρωίνη, συνολικού μικτού βάρους 3,1 γραμμαρίων, κατανεμημένη σε τρεις πλαστικές συσκευασίες.
3) Με περισσότερες πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, πώλησε-: α) Στην ευρύτερη περιοχή της Αττικής, σε χρόνο που δεν εξακριβώθηκε επακριβώς και πάντως εντός της τελευταίας εβδομάδας πριν τις 16-8-2019, οπότε υποβλήθηκε σε έλεγχο και συνελήφθη από αστυνομικούς της Διεύθυνσης Ασφάλειας Αττικής/Ο.Π.Κ.Ε., σε άτομα, τα στοιχεία ταυτότητας των οποίων δεν εξακριβώθηκαν, απροσδιόριστες ποσότητες απαγορευμένων από το νόμο ναρκωτικών ουσιών, οπωσδήποτε όμως ηρωίνης και κρυσταλλικής μεθαμφεταμίνης, αντί αγνώστου χρηματικού ποσού ή άλλου ανταλλάγματος, οπωσδήποτε όμως αντί του κατασχεθέντος στην κατοχή του χρηματικού ποσού των 25 ευρώ και β) Στην Αθήνα, στη συμβολή των οδών Χαλκοκονδύλη και Καματερού, στις 16-8-2019 και περί ώρα 17:00, σε άγνωστο άτομο, που διέφυγε τη σύλληψης, απροσδιόριστες ποσότητες απαγορευμένων από το νόμο ναρκωτικών ουσιών, οπωσδήποτε όμως ηρωίνης και κρυσταλλικής μεθαμφεταμίνης, αντί του κατασχεθέντος στην κατοχή του χρηματικού ποσού των 5 ευρώ".
Με τις ανωτέρω παραδοχές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, το Δικαστήριο της ουσίας διέλαβε σ' αυτήν την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, σε σχέση με την κατάφαση της ενοχής του αναιρεσειόντος για την ένδικη πράξη της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών (με τη μορφή της αγοράς, κατοχής και πώλησης κατ' εξακολούθηση) με σκοπό την περαιτέρω διακίνηση σε τρίτους, αφού αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ανωτέρω εγκλήματος, με παράθεση όλων των στοιχείων που απαρτίζουν τη νομοτυπική του μορφή, οι αποδείξεις, που το θεμελιώνουν, καθώς και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Δικαστήριο της ουσίας έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1, 2, 12, 14, 16, 17, 18 α', 26 παρ.1α',27 παρ.1, 50, 51, 52,53 και 79 του ΠΚ σε συνδ.
με άρθρα 1 παρ.2 πιν.Γ' 50 του ν. 3459/2006 , και άρ. 20 παρ. 1, 2 ,3, 40 , 41 και 99 του Ν.4139/2013, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, οπότε δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Εξάλλου, το γεγονός ότι το σκεπτικό αποτελεί επανάληψη του διατακτικού, δεν συνεπάγεται έλλειψη αιτιολογίας στη συγκεκριμένη περίπτωση, διότι δεν πρόκειται για απλή παράθεση στο διατακτικό της νομοτυπικής μορφής του ως άνω εγκλήματος, αλλά διαλαμβάνονται σε αυτό πραγματικά περιστατικά, ως ιστορικά γεγονότα, δηλαδή εξειδικευμένα κατά τα ατομικά και ιδιαίτερα αυτών γνωρίσματα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού ως προς αυτά, οπότε υπάρχει πληρότητα αιτιολογίας και δεν ήταν αναγκαία παράθεση επιπλέον περιστατικών στο σκεπτικό, ενόψει της πληρότητας και της αναλυτικής παράθεσης στο διατακτικό των γεγονότων που στοιχειοθετούν την ανωτέρω αξιόποινη πράξη, για την οποία καταδικάστηκε ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος.
Ειδικότερα, αναφέρονται στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως τα αποδεικτικά μέσα (ένορκη κατάθεση μάρτυρος κατηγορίας, αναγνωσθέντα πρακτικά συνεδρίασης πρωτοβάθμιας δίκης και έγγραφα, απολογία κατηγορούμενου-αναιρεσείοντος), από τα οποία το Δικαστήριο συνήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που προεκτέθηκαν, και κατέληξε στην καταδικαστική του κρίση, χωρίς να παρίσταται, κατά νόμο, αναγκαία η αναλυτική παράθεσή τους, η αναφορά του τί προκύπτει ξεχωριστά από το καθένα, όπως και η συγκριτική στάθμιση και αξιολογική συσχέτιση του περιεχομένου τους και η ανάλογη δικαιοδοτική τους εκτίμηση, αφού εκ τούτου δεν συνάγεται ότι το Δικαστήριο, για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως, περιορίσθηκε επιλεκτικά σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα και αγνόησε τα υπόλοιπα.
Περαιτέρω, διαλαμβάνονται στην προσβαλλόμενη η απόφαση οι συνθήκες τέλεσης της ένδικης πράξεως της αγοράς, κατοχής και πώλησης κατ' εξακολούθηση ναρκωτικών ουσιών με σκοπό την περαιτέρω διακίνησή τους, με αναφορά των αναγκαίων για την κατάφαση της ενοχής του κατηγορούμενου-αναιρεσείοντος πραγματικών περιστατικών, και συγκεκριμένα:
1) O τόπος [Αθήνα-ευρύτερη περιοχή της Αττικής] και o χρόνος τέλεσης της πράξεως [εντός της τελευταίας εβδομάδας πριν από τις 16-8-2019 και στις 16-8-2019].
2) H αγορά ναρκωτικών ουσιών από τον κατηγορούμενο-αναιρεσείοντα από άτομα αγνώστων στοιχείων ταυτότητας, αντί αγνώστου χρηματικού ποσού ή άλλου είδους ανταλλάγματος με σκοπό τη διακίνησή του σε τρίτους, μέρος των οποίων αποτελούν οι κατασχεθείσες στην κατοχή του αναφερόμενες ποσότητες ναρκωτικών που υπερέβαιναν τις αναγκαίες προς εξυπηρέτηση των προσωπικών του αναγκών, ήτοι:
α) κρυσταλλική μεθαμφεταμίνη, συνολικού μικτού βάρους 6,3 γραμμαρίων και συνολικού καθαρού βάρους 3,9 γραμμαρίων κατανεμημένη σε εννέα πλαστικές συσκευασίες και β) ηρωίνη, συνολικού μικτού βάρους 3,1 γραμμαρίων ,κατανεμημένη σε τρεις πλαστικές συσκευασίες.
3) Oι ανωτέρω αναφερθείσες ποσότητες ναρκωτικών ουσιών, που βρέθηκαν στην κατοχή του κατηγορούμενου κατά τον διενεργηθέντα σ' αυτόν έλεγχο από τους αστυνομικούς της Διεύθυνσης Ασφαλείας Αττικής/Ο.Π.Κ.Ε. επί της συμβολής των οδών Χαλκοκονδύλη και Καματερού στην Αθήνα.
4) H δυνατότητα άσκησης φυσικής εξουσίασης από τον κατηγορούμενο - αναιρεσείοντα επί των προαναφερομένων ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών, έτσι ώστε αυτός να διαπιστώνει ανά πάσα στιγμή την ύπαρξή τους και να τις διαθέτει κατά βούληση σε τρίτους, με βάση την οποία στοιχειοθετείται η κατοχή τούτων. 5) Η πώληση από τον κατηγορούμενο στην ευρύτερη περιοχή της Αττικής σε τρίτους, τα στοιχεία ταυτότητας των οποίων δεν εξακριβώθηκαν, απροσδιορίστων ποσοτήτων απαγορευμένων από το νόμο ναρκωτικών ουσιών, οπωσδήποτε όμως ηρωίνης και κρυσταλλικής μεθαμφεταμίνης, αντί αγνώστου χρηματικού ποσού ή άλλου ανταλλάγματος, σε κάθε περίπτωση, όμως, αντί του χρηματικού ποσού των (25) ευρώ που κατασχέθηκε στην κατοχή του, καθώς και η πώληση, στη συμβολή των οδών Χαλκοκονδύλη και Καματερού, σε πρόσωπο, αγνώστων στοιχείων ταυτότητας που διέφυγε τη σύλληψή του, απροσδιορίστων ποσοτήτων απαγορευμένων από το νόμο ναρκωτικών ουσιών, οπωσδήποτε όμως ηρωίνης και κρυσταλλικής μεθαμφεταμίνης, αντί του χρηματικού ποσού των (5) ευρώ που κατασχέθηκε στην κατοχή του. 6) Ο σκοπός της διακίνησης ναρκωτικών ουσιών προς τρίτους, που συνάγεται από τον επιμερισμό σε περισσότερες συσκευασίες των ως άνω ποσοτήτων ναρκωτικών ουσιών, που βρέθηκαν στην κατοχή του κατηγορούμενου και κατασχέθηκαν, και δη της μεν κρυσταλλικής μεθαμφεταμίνης σε εννέα πλαστικές συσκευασίες, της δε ηρωίνης σε τρεις πλαστικές συσκευασίες, καθώς και από τα ως άνω χρηματικά ποσά που κατασχέθηκαν στην κατοχή του.
Εξάλλου, δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολόγηση του δόλου του κατηγορούμενου- αναιρεσείοντος, αφού σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προηγηθείσα νομική σκέψη, για τη στοιχειοθέτηση της υποκειμενικής υπόστασης του παραπάνω εγκλήματος ο νόμος αρκείται σε κοινό δόλο, που εμπεριέχεται στην αιτιολογία για την πραγμάτωση των περιστατικών, τα οποία συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ο προβαλλόμενος, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, πρώτος λόγος αναίρεσης -κατά το πρώτο σκέλος του-, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας ως προς την κατάφαση της ενοχής του αναιρεσείοντος για το ανωτέρω αδίκημα, για το οποίο καταδικάστηκε, καθώς και ο προβαλλόμενος, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.
Ε' του ΚΠΔ, δεύτερος λόγος αναίρεσης με τον οποία πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 20 του ν. 4139/2013, είναι αβάσιμοι. Οι δε αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, που εμπεριέχονται στο δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.
Δ'ΚΠΔ, με τις οποίες αιτιάται ότι το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε, άνευ αιτιολογίας, τους προβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς του περί κατοχής των επίδικων ναρκωτικών ουσιών προς ιδία αποκλειστική χρήση (άρ. 29 ν. 4139/2013) και περί εξάρτησής του από τις ναρκωτικές ουσίες την οποία δεν μπορεί να αποβάλλει με τις δικές του δυνάμεις (άρ. 30 ν.4139/2013), είναι αβάσιμες.
Τούτο δε, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, τα οποία εφόσον δεν προσβλήθηκαν για πλαστότητα αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σε αυτά, σύμφωνα με το άρθρο 140 (άρ. 141 παρ.3 ΚΠΔ), προκύπτει ότι δεν προβλήθηκαν οι ανωτέρω αυτοτελείς ισχυρισμοί, ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας, από τον αναιρεσείοντα ή τον συνήγορό του.
Οι λοιπές αιτιάσεις που περιέχονται στο αναιρετήριο και αναφέρονται σε διαφορετική αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, συνιστώσες αμφισβήτηση των ουσιαστικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης και της ορθότητας του αποδεικτικού πορίσματος της, είναι απαράδεκτες, αφού, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττουν ανεπιτρέπτως την ανέλεγκτη, περί τα πράγματα, κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.
ΙΙ. Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 §1 στοιχ. Δ' ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, απαιτείται να υπάρχει όχι μόνον ως προς την κατηγορία, αλλά να εκτείνεται και στους προβαλλόμενους από τον κατηγορούμενο ή τον συνήγορό του αυτοτελείς ισχυρισμούς.
Προϋποτίθεται, όμως, η προβολή των αυτοτελών ισχυρισμών κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, καθώς και η προφορική τους ανάπτυξη, δηλαδή με όλα τα πραγματικά περιστατικά, που απαιτούνται κατά νόμο για τη θεμελίωσή τους, έτσι ώστε να μπορούν να αξιολογηθούν και, σε περίπτωση αποδοχής τους, να οδηγήσουν στο ειδικότερα ευνοϊκό για τον κατηγορούμενο συμπέρασμα.
Διαφορετικά, δεν υπάρχει υποχρέωση του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει στους ισχυρισμούς αυτούς και, συνεπώς, να αιτιολογήσει ειδικά την απόρριψή τους (Ολ. AΠ 2/2005, ΑΠ 1409/2020). Τέτοιοι αυτοτελείς ισχυρισμοί, η απόρριψη των οποίων πρέπει να αιτιολογείται ιδιαίτερα, είναι και οι ισχυρισμοί του κατηγορουμένου περί συνδρομής στο πρόσωπό του ελαφρυντικών περιστάσεων από τις αναφερόμενες στο άρθρο 84 παρ. 2 του ΠΚ, αφού η παραδοχή τους οδηγεί στην επιβολή μειωμένης, κατά το άρθρο 83 του ίδιου Κώδικα, ποινής (ΑΠ 1302/2023).
Αν ο αυτοτελής ισχυρισμός απορριφθεί "σιγή" από το δικαστήριο, ιδρύεται ο αναιρετικός λόγος της απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας ,εκ του άρ. 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ σε συνδ. με άρ. 171 παρ.2 ΚΠΔ, για έλλειψη ακρόασης του κατηγορούμενου ή του συνηγόρου του. Ως ελαφρυντικές περιστάσεις, κατά το άρθρο 84 παρ. 2 ΠΚ, που επισύρουν μείωση της ποινής στο μέτρο που προβλέπει το άρθρο 83 ΠΚ, θεωρούνται ιδίως, μεταξύ άλλων, : 1] Η υπό στοιχ.
α', όπως αυτή ίσχυε πριν από τη τροποποίησή της επί το δυσμενέστερο με το άρ.16 του ν. 5090/1-5-2024, "το ότι ο υπαίτιος έζησε σύννομα ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα, περίσταση που δεν αποκλείεται από μόνη την προηγούμενη καταδίκη του για ελαφρό πλημμέλημα". Κατά τη γραμματική ερμηνεία της κρίσιμης για την εφαρμογή της διάταξης λέξης "σύννομη" έτσι χαρακτηρίζεται η ζωή του ατόμου όταν το τελευταίο καθόλη τη διάρκεια της ζωής του και μέχρι τη στιγμή της τέλεσης της αξιόποινης πράξης, σέβεται τα έννομα αγαθά με την τήρηση των δικαιϊκών κανόνων που τα προστατεύουν, κατά την τέλεση πράξεων που ρυθμίζονται από σχετικό νόμο συμμορφώνεται μ` αυτόν, ώστε το έγκλημα που έχει τελέσει να εμφανίζεται ως εξαίρεση σε αυτή τη σταθερή στάση της ζωής του, ως δυσάρεστη έκπληξη, ως γεγονός που ουδείς περίμενε από τον συγκεκριμένο δράστη.
Έτσι ο σύννομος βίος δεν ταυτίζεται με το λευκό ποινικό μητρώο ,αλλά με την από πεποίθηση - υποταγή στη νομιμότητα ως προς όλες τις εκφάνσεις της καθημερινότητάς του, κατάσταση που δεν εξασφαλίζεται με την ανυπαρξία καταδίκης του για αξιόποινη πράξη. 'Αλλωστε το μεν η παραβίαση των νόμων δεν θεμελιώνει πάντοτε αξιόποινη πράξη ,το δε πολλάκις αξιόποινες πράξεις παραμένουν στην αφάνεια.
Συνακόλουθα, αν κάποιος παραβιάζει ή δεν σέβεται, αστικούς κανόνες η συνδρομή στο πρόσωπό του της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης δεν έχει έρεισμα στο νόμο, το δε ποινικό μητρώο απλά συνεκτιμάται από το Δικαστήριο στα πλαίσια που ορίζονται από τις διατάξεις των άρθρων 177 και 178 Κ.Ποιν.Δ. για τον σχηματισμό της δικανικής του κρίσης για την ύπαρξη του σύννομου βίου, προκειμένου ν' αποφανθεί επί του αυτοτελούς αυτού ισχυρισμού.
Από το συνδυασμό όλων όσων προεκτέθηκαν, είναι φανερό πως για τη θεμελίωση του σύννομου βίου λαμβάνεται υπόψη η συμπεριφορά του κηρυχθέντος ενόχου μέχρι την τέλεση της αξιόποινης πράξης, λαμβανομένων μάλιστα υπόψη των περιστάσεων υπό τις οποίες τελέσθηκε η πράξη και επί πλέον προϋπόθεση της αποδοχής ή μη του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού είναι η επιβλητέα σε εκατέρα των περιπτώσεων ποινή να είναι σύμφωνη με την αρχή της αναλογικότητας. 'Ετσι, όταν η ποινή, μετά την αναγνώριση ελαφρυντικής περίστασης, τελεί σε προφανή δυσαναλογία με τη βαρύτητα του εγκλήματος και την ποινική απαξία της πράξης ως και την επελθούσα από το έγκλημα βλάβη, η αρχή της αναλογικότητας παραβιάζεται (Ολ.ΑΠ 2/2022, ΑΠ 1302/2023).
Για το ορισμένο του σχετικού αυτοτελούς ισχυρισμού (άρ. 84 παρ.2α'ΠΚ) πρέπει να εκτίθενται συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά θεμελιωτικά σύννομης προηγούμενης ζωής του υπαιτίου, η οποία υπάρχει ,όταν αυτός στη διάρκεια του πριν από την τέλεση της δικαζόμενης πράξης χρόνου στην καθημερινή του συμβίωση με τους άλλους σέβεται τα προστατευόμενα στο κράτος δικαίου έννομα αγαθά και συμμορφώνεται με τις επιταγές του νόμου, στην έννοια του οποίου διαλαμβάνονται και οι δεσμευτικοί κανόνες της κοινωνίας μέσα στην οποία αυτός διαβιεί, με την ελεύθερη βούληση και επιλογή του, ώστε το έγκλημα που έχει τελέσει να εμφανίζεται ως μοναδική παραφωνία, δηλαδή ως ένα γεγονός το οποίο δεν ήταν αναμενόμενο από τον συγκεκριμένο δράστη. 2] Η υπό στοιχ.
β` του Π.Κ. "το ότι στην πράξη του ωθήθηκε από μη ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια...". Για τη στοιχειοθέτηση του ισχυρισμού της εν λόγω ελαφρυντικής περίστασης απαιτείται ο υπαίτιος να ωθήθηκε στην πράξη του από αίτια μη ταπεινά, που ως τοιαύτα νοούνται τα μη αντίθετα προς την κοινή περί ηθικής ή κοινωνικής τάξης συνείδηση και τα μη μαρτυρούντα διαστροφή χαρακτήρα και κακοβουλία του δράστη, για το ορισμένο δε αυτού απαιτείται να εκτίθενται και τα αίτια που ώθησαν τον κατηγορούμενο στην πράξη του (ΑΠ 130/2017), η έλλειψη της ταπεινότητας των αιτίων, όμως, από τα οποία ο δράστης ωθήθηκε στην πράξη, που του αποδίδεται, θα κριθεί όχι υποκειμενικά, δηλαδή κατά την αντίληψη του δράστη, αλλά αντικειμενικά, δηλαδή κατά την αντίληψη της κοινωνίας (ΑΠ 709/2020), η κρίση δε του Δικαστηρίου της ουσίας ότι ορισμένα περιστατικά συνιστούν ή όχι ταπεινά αίτια, είναι κρίση ως προς τα πράγματα και δεν ελέγχεται αναιρετικά (ΑΠ 252/2022, ΑΠ 20/2020).3] Η υπό στοιχ.δ' του ΠΚ "το ότι ο κατηγορούμενος επέδειξε ειλικρινή μετάνοια και επιδίωξε να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του, και 4) η υπό στοιχ.
ε'του ΠΚ "το ότι ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την πράξη του". Ως ειλικρινής μετάνοια νοείται η αληθινή και θετική ψυχοβουλητική μεταστροφή του υπαιτίου προς την έννομη τάξη και την πλευρά του παθόντος, η οποία προϋποθέτει, κατ' ελάχιστο, την ειλικρινή ομολογία τέλεσης της πράξης και η οποία πρέπει να εκδηλώνεται με συγκεκριμένο τρόπο και σε συγκεκριμένο τόπο και χρόνο.
Επιπλέον, για την αναγνώριση της σχετικής ελαφρυντικής περίστασης απαιτείται ο υπαίτιος να έχει επιδιώξει με συγκεκριμένο τρόπο να άρει ή να μειώσει τις συνέπειες της πράξης του. Δεν συνιστά ειλικρινή μετάνοια η απλή δήλωση συγγνώμης από τον δράστη ή η καλή διαγωγή αυτού ή η δήλωση ομολογίας της πράξης κατά τη διεξαγωγή της δίκης ή η παράδοσή του στις αρμόδιες αρχές μετά την πράξη.
Τέλος, για την αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε' ΠΚ, απαιτείται θετική ατομική και κοινωνική συμπεριφορά του υπαιτίου, με κριτήριο τη στάση του μέσου συνετού και νομοταγούς πολίτη, για σχετικά μεγάλο χρονικό διάστημα μετά την τέλεση της αξιόποινης πράξης, ως αποτέλεσμα πραγματικής επίγνωσης απ' αυτόν των συνεπειών της πράξης του και σταθερού εναρμονισμού του προς τις επιταγές της έννομης τάξης.
Για να αναγνωρισθεί δε η ελαφρυντική περίσταση της καλής συμπεριφοράς μετά την πράξη, πρέπει η συμπεριφορά αυτή να εκτείνεται σε σχετικά μεγάλο διάστημα και μάλιστα υπό καθεστώς ελευθερίας του υπαιτίου, γιατί τότε μόνο η επιλογή του αντανακλά στη γνήσια ψυχική του στάση και παρέχει αυθεντική μαρτυρία για την ποιότητα του ήθους του και της κοινωνικής προδιάθεσής του, σε αντίθεση με τον ευρισκόμενο στη φυλακή, ο οποίος υπόκειται σε ιδιαίτερο καθεστώς, δηλαδή, στέρησης της προσωπικής του ελευθερίας και υπακοής σε συγκεκριμένους κανόνες συμπεριφοράς επί πειθαρχική ποινή και συνεπώς η συμπεριφορά του δεν είναι η ελεύθερη στην κοινωνία, στην οποία απέβλεψε ο νομοθέτης.
Ωστόσο, δεν μπορεί να αποκλεισθεί η συνδρομή της ελαφρυντικής αυτής περίστασης στον κρατούμενο που βρίσκεται στη φυλακή από μόνο το γεγονός ότι αυτός κρατείται και ότι, εξαιτίας της κατάστασής του αυτής, λόγω του πειθαναγκασμού του στους κανόνες λειτουργίας των σωφρονιστικών καταστημάτων, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη η τυχόν βελτίωση της συμπεριφοράς του, η οποία (βελτίωση), κατά το διάστημα κράτησής του, είναι φανερό ότι εκδηλώνεται μόνο με θετική συμπεριφορά.
Τούτο γιατί, σε διαφορετική περίπτωση και πέρα από τα προνόμια που προβλέπει ο σωφρονιστικός Κώδικας και των οποίων είναι ενδεχόμενο να τύχει ο κρατούμενος κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του, θα οδηγούσε όχι μόνο στην εξάλειψη, αλλά ενδεχομένως και στον περιορισμό της πιθανότητας βελτίωσης του χαρακτήρα και της προσωπικότητας του καταδικασθέντος και ήδη κρατουμένου.
Η παραδοχή, όμως, της συνδρομής της ελαφρυντικής αυτής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 περ. ε' του ΠΚ, αναμφίβολα, τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι η συμπεριφορά του εντός του σωφρονιστικού καταστήματος είναι προδήλως διακριτή της συνήθους συμπεριφοράς του κρατουμένου και συνέχεται με την εξαιρετική οπωσδήποτε βελτίωση της συμπεριφοράς του.
Η καλή, δηλαδή, συμπεριφορά δεν εννοείται ως παθητικά καλή διαγωγή ή ως μη κακή ή μόνο ως απουσία παραβατικότητας, αλλά περιλαμβάνει και τη θετική δραστηριότητα του υπαιτίου, η οποία εκδηλώνεται αυτοβούλως και όχι ως αποτέλεσμα φόβου ή καταναγκασμού και οπωσδήποτε πρέπει να συνέχεται με εξαιρετική βελτίωση της συμπεριφοράς του (ΑΠ 1094/2022, ΑΠ 382/2019).
Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, ο αναιρεσείων αιτιάται ότι το Δικαστήριο της ουσίας απέρριψε άνευ αιτιολογίας τους προβληθέντες, κατά τη συζήτηση της ένδικης υπόθεσης, αυτοτελείς ισχυρισμούς περί αναγνώρισης στο πρόσωπό του των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρ. 84 παρ.2 περ.
α', β', δ' και ε' του ΠΚ, και πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρ. 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ) αναφορικά με την απόρριψή τους. Από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι μετά την απαγγελία της περί ενοχής απόφασης του δικάσαντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, ο συνήγορος του αναιρεσείοντος -κατηγορούμενου στον οποίο δόθηκε ο λόγος από τον Πρόεδρο, ζήτησε, επιγραμματικά, την αναγνώριση στο πρόσωπο του κατηγορούμενου της ελαφρυντικής περίστασης του άρ. 84 παρ.2 δ' του ΠΚ.
Όπως όμως, προβλήθηκε ο ανωτέρω αυτοτελής ισχυρισμός, για την απόρριψη του οποίου πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση με τον συναφή πρώτο λόγο αναίρεσης ,και καταχωρίσθηκε στα πρακτικά, τα οποία, εφόσον δεν προσβλήθηκαν ως πλαστά ούτε διορθώθηκαν κατά τούτο, αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σ' αυτά (άρ.141 παρ.3 ΚΠΔ), ήταν εντελώς αόριστος, άνευ αναφοράς συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών για τη θεμελίωσή του, και συνεπώς, το Δικαστήριο της ουσίας δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σ' αυτόν, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας.
Παρά ταύτα, τούτο απέρριψε τον εκ του άρθρου 84 παρ.2 περ. δ' ΠΚ αυτοτελή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος με επαρκή αιτιολογία, δεχόμενο ότι αυτός προβλήθηκε αορίστως, χωρίς την επίκληση των αναγκαίων εκείνων περιστατικών που θα μπορούσαν να τον θεμελιώσουν ,με την επίκληση της νομικής διάταξης που τον προβλέπει και χωρίς επίκληση των πραγματικών περιστατικών που να καταδεικνύουν την ειλικρινή και όχι προσχηματική μετάνοια του κατηγορούμενου και την άρση ή μείωση των συνεπειών της πράξης του.
Περαιτέρω, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που εμπεριέχονται στο δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης, εκ του άρ. 510 παρ.1 στοιχ.Δ' του ΚΠΔ, για απόρριψη άνευ αιτιολογίας των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ.2 α', β' και ε' ΠΚ, είναι αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση των πρακτικών συνεδρίασης , τα οποία εφόσον δεν προσβλήθηκαν ως πλαστά ούτε διορθώθηκαν κατά τούτο, αποδεικνύουν όλα όσα αναγράφονται σ' αυτά (άρ. 141 παρ.3 ΚΠΔ) προκύπτει ότι δεν ζητήθηκε η αναγνώριση των ανωτέρω ελαφρυντικών περιστάσεων ,ούτε από το συνήγορο του αναιρεσείοντος ούτε και από τον τελευταίο.
ΙΙΙ. Σύμφωνα με το άρθρο 79 παρ. 7 του ισχύοντος από 1-7-2019 ΠΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 12 περ.1 Ν. 4637/18-11-2019, που ίσχυε κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης, ορίζεται ότι "Στην απόφαση αναφέρονται ρητά οι λόγοι που δικαιολογούν την κρίση του δικαστηρίου για την επιμέτρηση της ποινής που επέβαλε".
Η διάταξη αυτή αναφέρεται στην παρ. 1 του ίδιου άρθρου που ορίζει ότι "Με την επιμέτρηση της ποινής καθορίζεται η ανάλογη και δίκαιη τιμωρία του εγκλήματος με βάση τη βαρύτητα της πράξης και το βαθμό ενοχής του υπαιτίου γι` αυτή. Το δικαστήριο σταθμίζει τα στοιχεία που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του υπαιτίου και συνεκτιμά τις συνέπειες της ποινής για τον ίδιο και τους οικείους του".
Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με όσα ορίζονται στις παραγράφους 2, 3, 4, 5 και 6 του ίδιου άρθρου, αναφορικά με τα κριτήρια που λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο για την εκτίμηση της βαρύτητας του εγκλήματος, του βαθμού ενοχής του δράστη, της προσωπικότητας αυτού, καθώς και με τα στοιχεία που λειτουργούν υπέρ ή κατά του υπαιτίου, προκύπτει, ότι η επιμέτρηση της ποινής, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, ανήκει στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο λαμβάνει υπόψη του τη βαρύτητα του εγκλήματος, το βαθμό ενοχής του κατηγορουμένου (χαρακτήρα, ατομικές και κοινωνικές περιστάσεις, βαθμό δυνατότητας, διαγωγή κατά και μετά την τέλεση της πράξης), στοιχεία που λειτουργούν υπέρ και σε βάρος του υπαιτίου, όπως αυτά προκύπτουν από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά για την ενοχή του, χωρίς να έχει υποχρέωση να διαλάβει στη σχετική με την ποινή απόφασή του, άλλη ειδικότερη αιτιολογία για τα στοιχεία αυτά (ΑΠ 40/2024, ΑΠ 627/2022, ΑΠ 817/2021,ΑΠ 1376/2020, ΑΠ 716/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση, από όσα αναφέρονται στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, προκύπτει ότι το δικάσαν Τριμελές Εφετείο [Κακουργημάτων] Αθηνών, αφού έλαβε υπόψη τα εισφερθέντα κατά την ακροαματική διαδικασία αποδεικτικά στοιχεία (ένορκη κατάθεση μάρτυρος κατηγορίας, αναγνωσθέντα πρακτικά συνεδρίασης πρωτοβάθμιας δίκης και έγγραφα, απολογία κατηγορούμενου-αναιρεσείοντος), ακολούθως ,με ειδική σκέψη του, προέβη στην επιμέτρηση της επιβλητέας ποινής για την ένδικη αξιόποινη πράξη της κακουργηματικής διακίνησης ναρκωτικών ουσιών, για την οποία επέβαλε στον αναιρεσείοντα ποινή κάθειρξης οκτώ (8) ετών [ήτοι το ελάχιστο όριο της προβλεπομένης για το ως άνω έγκλημα στερητικής της ελευθερίας ποινής] και χρηματική ποινή (10.000) ευρώ [η οποία υπολείπεται κατά πολύ από το ανώτατο όριο της προβλεπόμενης χρηματικής ποινής, ήτοι αυτό των 300.000 ευρώ], λαμβάνοντας υπόψη τη βαρύτητα του ανωτέρω εγκλήματος που αυτός διέπραξε, το βαθμό της ενοχής του, καθώς και την προσωπικότητα αυτού, τη βλάβη που προξένησε το ανωτέρω έγκλημα, τα αίτια που ώθησαν τον αναιρεσείοντα στην εκτέλεσή του, χρησιμοποιώντας για την εκτίμηση των ως άνω στοιχείων και τα ειδικώς μνημονευόμενα στην απόφαση κριτήρια του άρθρου 79 ΠΚ, χωρίς να υποχρεούται να διαλάβει στην προσβαλλόμενη απόφαση άλλη ειδικότερη αιτιολογία.
Τούτο δε, διότι εκθέτει σ' αυτήν, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαλαμβανομένων στο σκεπτικό περί ποινής, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή, ως προς την επιμέτρηση της ανωτέρω επιβληθείσας ποινής, στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη του άρθρου 79 του ΠΚ.
Κατ' ακολουθίαν, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του Κ.Ποιν.Δ., πρώτος λόγος αναιρέσεως, κατά το τελευταίο σκέλος του, για τη θεμελίωση του οποίου προβάλλεται ότι η πληττόμενη απόφαση, κατά την επιμέτρηση της επιβληθείσας στον αναιρεσείοντα ποινής για την ανωτέρω αξιόποινη πράξη, δεν διέλαβε ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, είναι αβάσιμος.
IV. Κατά τα τέσσερα πρώτα εδάφια της παραγράφου 1 του άρθρου 233 του ΚΠοινΔ "Σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας, όταν πρόκειται να εξετασθεί ύποπτος, κατηγορούμενος ή μάρτυρας ο οποίος δεν ομιλεί ή δεν κατανοεί επαρκώς την ελληνική γλώσσα, του παρέχεται χωρίς καθυστέρηση διερμηνεία. Εφόσον τούτο είναι αναγκαίο, διατίθεται διερμηνεία για την επικοινωνία μεταξύ των κατηγορουμένων και των συνηγόρων τους σε όλα τα στάδια της ποινικής διαδικασίας.
Το κατά τα ανωτέρω εδάφια, δικαίωμα σε διερμηνεία περιλαμβάνει την προσήκουσα συνδρομή σε άτομα με πρόβλημα ακοής ή ομιλίας. Σε κάθε στάδιο της ποινικής διαδικασίας ο εξετάζων εξακριβώνει με κάθε πρόσφορο μέσο κατά πόσον ο ύποπτος ή ο κατηγορούμενος ομιλεί ή κατανοεί την ελληνική γλώσσα και αν χρειάζεται τη συνδρομή διερμηνέα".
Από το τέταρτο εδάφιο της πρώτης παραγράφου του ως άνω άρθρου, θεσμοθετείται η υποχρέωση του εξετάζοντος τον κατηγορούμενο, σε οποιοδήποτε στάδιο της ποινικής διαδικασίας να διακριβώσει, με κάθε πρόσφορο μέσο, εάν ο τελευταίος ομιλεί ή τουλάχιστον κατανοεί επαρκώς την ελληνική γλώσσα, ώστε να κρίνει περαιτέρω εάν συντρέχει ανάγκη διορισμού διερμηνέα - μεταφραστή.
Αυτό ισχύει, και στην περίπτωση που αλλοδαπός κατηγορούμενος δεν δηλώσει ότι δεν γνωρίζει επαρκώς την ελληνική γλώσσα, οπότε το δικαστήριο πρέπει να διερευνήσει ,αν αυτός ομιλεί και κατανοεί επαρκώς την ελληνική γλώσσα, και κατόπιν αυτού, εναπόκειται στην, αναιρετικώς ανέλεγκτη, κυριαρχική κρίση του διευθύνοντος ο διορισμός ή μη διερμηνέως.
Η παράλειψη της υποχρέωσης αυτής επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ` του ΚΠοινΔ, διότι αφορά την εμφάνιση και υπεράσπιση του κατηγορουμένου, για την οποία (παράβαση), ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης, σύμφωνα με το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α` του ΚΠοινΔ (ΑΠ 221/2023, ΑΠ 729/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης και των εγγράφων της δικογραφίας , για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, προκύπτει ότι κατά την εκδίκαση της ένδικης υπόθεσης στον πρώτο βαθμό, ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου [Κακ/των] Αθηνών, μετά την εκφώνηση του ονόματος του αναιρεσείοντος-κατηγορούμενου, υπηκόου Πακιστάν, αυτός ερωτηθείς σχετικά με την τα στοιχεία της ταυτότητάς του από τον διευθύνοντα τη συζήτηση , απάντησε, μεταξύ άλλων, ότι γνωρίζει, αντιλαμβάνεται, καθώς και ότι ομιλεί την ελληνική γλώσσα, και έτσι δεν του διόρισε διερμηνέα.
Ακολούθως, κατά την εκδίκαση της υπόθεσης ,κατ' έφεση, ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, σε ερώτηση του Προέδρου για τα στοιχεία της ταυτότητάς του, ο αναιρεσείων απάντησε ότι ονομάζεται, όπως αναφέρεται στην αρχή της προσβαλλόμενης απόφασης, και δήλωσε ότι στερείται συνηγόρου υπεράσπισης, που διορίστηκε αυτεπαγγέλτως από τον σχετικό πίνακα του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών.
Στη συνέχεια, μετά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, όταν ο Πρόεδρος του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου ζήτησε απ' αυτόν πληροφορίες για την πράξη για την οποία κατηγορείται, ο κατηγορούμενος-αναιρεσείων απάντησε ότι επιφυλάσσεται να εκθέσει τις απόψεις του γι' αυτήν στην απολογία του και ότι δεν είχε να πει τίποτα.
Κατά δε την απολογία του, ο αναιρεσείων, κληθείς από τον Πρόεδρο του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, εξέθεσε τις αναφερόμενες σ' αυτήν απόψεις του σχετικά με την αποδιδόμενη ένδικη πράξη και απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις που του έγιναν από τον Πρόεδρο, την Εισαγγελέα και τα μέλη του Δικαστηρίου. Με βάση όλα τα ανωτέρω, δεν συνέτρεξε λόγος στην ένδικη περίπτωση να διερευνηθεί ,αν ο αναιρεσείων ομιλεί και κατανοεί επαρκώς την ελληνική γλώσσα, ούτε το θέμα διορισμού διερμηνέα πακιστανικής γλώσσας σ' αυτόν από τον διευθύνοντα τη συζήτηση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, αφού ο αναιρεσείων όπως άλλωστε είχε ήδη δηλώσει από τον πρώτο βαθμό αντιλαμβάνετο και ομιλούσε την ελληνική γλώσσα, και ,ως εκ τούτου, ουδεμία παραβίαση των υπερασπιστικών του δικαιωμάτων έλαβε χώρα.
Συνακόλουθα, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Α' ΚΠΔ σε συνδ. με άρ. 171 παρ.1 εδ.δ' του ιδίου κώδικα, περί απόλυτης ακυρότητας της διαδικασίας στο ακροατήριο, λόγω μη διορισμού διερμηνέα στον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο, είναι αβάσιμος. Κατόπιν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος παραδεκτός αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της , και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρο 578 §1 ΚΠΔ, όπως τούτο ισχύει μετά την αντικατάστασή του από το άρ.115 του ν. 5090/1-5-2024), κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό της παρούσας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την με αρ.εκθ. καταθ. 108/22-3-2024 αίτηση του B. (επών.) B. (όν.) του Μ. B., υπηκόου Πακιστάν και ήδη κρατούμενου στο Κατάστημα Κράτησης Πατρών , για αναίρεση της υπ' αρ. 2777/2023 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου [Κακουργημάτων] Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των οκτακοσίων (800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Σεπτεμβρίου 2024.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Νοεμβρίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ