Legislator Case Law & Legislation
1304/2019 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on contract validity and procedural arguments.

Case Number 1304/2019
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Single Member Court of Appeal's decision of 198/2014. The appellant argued that the lower court failed to consider specific contract terms and misclassified the agreement, but the court found these arguments either already addressed or legally inadmissible. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the respondents.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495 and 564 of the Code of Civil Procedure; Article 559, paragraph 8 of the Code of Civil Procedure: Arguments regarding the classification of a contract or the failure to consider specific terms are inadmissible if they merely restate existing arguments or constitute substantive evidence rather than distinct procedural grounds.

Keywords

AI generated
appeal admissibility contract classification procedural grounds legal costs reiteration of arguments Single Member Court Civil Procedure Code

Cited Legislation

AI generated
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 564, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 246 of the Code of Civil Procedure
Article 573 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 8 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 4, item e of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1304 / 2019 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1304/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία " ... ΑΕ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Κυριάκο Παπανικολάου και Ηλία Ζαρναβέλη.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΑΚΟ ΓΕΝΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΠΑΤΡΩΝ - "Παναγία η Βοήθεια"", που εδρεύει στο Ρίο Πατρών και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) εταιρείας με την επωνυμία "... ΕΠΕ", που εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων το 1ο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Νικολετάτο, που δεν κατέθεσε προτάσεις και η 2η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Κατρά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-5-2013 αγωγή του ήδη 1ου των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάστηκε με την από 2-7-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, καθώς και με την από 5-8-2013 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη 2ης των αναιρεσιβλήτων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 198/2014 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3-2-2015 αίτησή της και τους από 11-12-2018 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Φραγκάκη διάβασε την από 24-1-2019 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 3-2-2015 αίτησης αναίρεσης και των από 11-12-2018 και με αρ. καταθ. 139/2018 προσθέτων λόγων αυτής για αναίρεση της με αριθμό 198/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του 1ου των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 3-2-2015 αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 495 και 564 παρ. 1 ΚΠολΔ) και οι από 11-12-2018 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, που ασκήθηκαν παραδεκτά κατά το άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, ήτοι τριάντα τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν την ορισθείσα ημερομηνία συζήτησης της αναίρεσης, πρέπει να συνεκδικαστούν για λόγους οικονομίας της δίκης (άρθρ. 246 ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατ' άρθρ. 573 ΚΠολΔ).

Με την κρινόμενη κατά τα άνω αίτηση αναίρεσης και τους ως άνω πρόσθετους λόγους αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 198/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πατρών, η οποία αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως αυτή προκύπτει από την επιτρεπτή, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ., επισκόπηση της με αριθμό 28/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών και της προσβαλλομένης:

Το πρώτο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ άσκησε κατά της αναιρεσείουσας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών την από 28-5-2013 (αρ. εκθ. καταθ. 1657/2013) αγωγή περί αποδόσεως μισθίου και η αναιρεσείουσα άσκησε την από 2-7-013 (αρ. εκθ. καταθ. 2003/2013) αγωγή κατά του ήδη πρώτου αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ αιτουμένη μεταξύ άλλων να αναγνωρισθεί ότι α) εξακολουθεί να ισχύει η μεταξύ αυτής και του πρώτου εναγομένου-πρώτου αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ μισθωτική σύμβαση και β) ότι δεν υπέχει υποχρέωση αποδόσεως του ένδικου μισθίου.

Οι δύο αγωγές συνεκδικάσθηκαν, ενώ στη σχετική δίκη παρενέβη προσθέτως, με την από 5-8-2013 (αρ. εκθ. καταθ. 2347/2013) πρόσθετη παρέμβαση, η δεύτερη αναιρεσίβλητη. Επί των παραπάνω αγωγών το Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών, δικάζοντας κατά την ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, εξέδωσε την υπ' αριθμ. 28/2014 απόφασή του, με την οποία έγινε δεκτή η ως άνω αγωγή απόδοσης μισθίου του πρώτου αναιρεσιβλήτου ως προς την, περί λήξεως της μισθωτικής συμβάσεως, βάση της και απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η αγωγή της αναιρεσείουσας.

Μετά από έφεση της τελευταίας το Μονομελές Εφετείο Πατρών εξέδωσε την εν προκειμένω αναιρεσιβαλλομένη με αριθμό 198/2014 απόφασή του, με την οποία, αφ' ενός δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση κατά το μέρος με το οποίο προσβαλλόταν η ως άνω πρωτόδικη απόφαση ως προς τις διατάξεις της περί εν μέρει αποδοχής της ως άνω αγωγής του πρώτου αναιρεσιβλήτου, και, αντιστοίχως, της υπέρ αυτού πρόσθετης παρέμβασης, αφ' ετέρου δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση κατά το μέρος με το οποίο προσβαλλόταν η ως άνω πρωτόδικη απόφαση ως προς τις διατάξεις της περί απορρίψεως της αναγνωριστικής αγωγής της αναιρεσείουσας, εξαφάνισε ως προς τις αντίστοιχες διατάξεις την εκκληθείσα απόφαση και στη συνέχεια, αφού κράτησε και δίκασε την ως άνω αγωγή της την απέρριψε ως αβάσιμη στην ουσία.

Ο λόγος αναιρέσεως του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος εφέσεως, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 200/2013, ΑΠ 1933/2006).

Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 1004/2015, ΑΠ 150/2015).

Τέλος, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως αν δεν λήφθηκαν υπόψη νομικοί ισχυρισμοί ή η νομική επιχειρηματολογία των διαδίκων, ούτε οι ισχυρισμοί που ανάγονται στην κατ' ορθή ερμηνεία έννοια του εφαρμοστέου νόμου (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 706/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από την επισκόπησή της (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), έγιναν δεκτά, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος της, τα ακόλουθα: "Το εφεσίβλητο Νοσοκομείο επικαλέσθηκε την βραχυχρόνια διάρκεια της μισθώσεως και την λήξη του συμφωνηθέντος χρόνου της (στις 29.3.2013) στην από 28.5.2013 αγωγή του για απόδοση της χρήσεως του μισθίου ακινήτου, ενώ τόσο στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όσο και με τις προτάσεις που κατέθεσε σ' αυτό νομοτύπως, αρνήθηκε τον προβληθέντα στην [αρνητική αναγνωριστική] αγωγή της μισθώτριας ισχυρισμό ότι η κρινόμενη μισθωτική σύμβαση εμπίπτει στις ανωτέρω προστατευτικές διατάξεις του π.δ. 34/1995 και ότι έχει δωδεκαετή διάρκεια, ισχυριζόμενο ότι πρόκειται για σύμβαση βραχυχρόνιας μισθώσεως, η οποία είχε λήξει στις 29.3.2013 που καταρτίσθηκε η νέα μισθωτική σύμβαση μεταξύ αυτού και της παρεμβαίνουσας εταιρείας.

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι στην ένσταση της εναγομένης εταιρείας περί προστασίας της ένδικης μισθώσεως από τις διατάξεις του π.δ/τος 34/1995 το ενάγον νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου είχε ήδη στην από 28.5.2013 αγωγή του αντιτείνει (καθ' υποφοράν) ότι πρόκειται για βραχυχρόνια μίσθωση μη εμπίπτουσα στις ως άνω προστατευτικές διατάξεις και ότι ήδη αυτή είχε λήξει από τον προαναφερόμενο χρόνο (29.3.2013), ενώ με τις προτάσεις του που κατέθεσε επί της από 2.7.2013 αγωγής της εναγομένης εταιρείας αρνήθηκε τον ισχυρισμό αυτής για δωδεκαετή διάρκεια της μισθώσεως προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι πρόκειται για βραχυχρόνια μίσθωση που ήδη είχε λήξει.

Συνεπώς τα αντιθέτως διαλαμβανόμενα στον δεύτερο λόγο της υπό κρίση εφέσεως κρίνονται ως αβάσιμα κατ' ουσίαν. Ενόψει των ανωτέρω η εκκαλούμενη απόφαση, που με τις ίδιες κατά βάση αιτιολογίες έκρινε ότι πρόκειται για σύμβαση βραχυπρόθεσμης διάρκειας μη προστατευόμενη από τις διατάξεις του Π.Δ. 34/1995, η οποία έληξε από τον Μάρτιο του 2013 και δέχθηκε την αγωγή κατά την σχετική βάση της καθώς και την πρόσθετη παρέμβαση διατάσσοντας την απόδοση της χρήσεως του μισθίου ακινήτου στο εφεσίβλητο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου, ορθώς εφάρμοσε τον νόμο και εκτίμησε τις προσαχθείσες αποδείξεις και για τούτο η υπό κρίση έφεση κατά το μέρος της που στρέφεται κατ' αυτής (προσβαλλόμενης αποφάσεως) που δέχθηκε εν μέρει την από 28.5.2013 αγωγή και την παρέμβαση πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. [...] Η εκκαλούσα ισχυρίζεται με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση εφέσεώς της ότι η καταρτισθείσα μεταξύ των εφεσίβλητων σύμβαση μισθώσεως είναι άκυρη διότι δεν αφορά σε μίσθωση ακινήτου αλλά σε παροχή υπηρεσιών εκ μέρους της δεύτερης εφεσίβλητης και κυρίως στην παροχή υπηρεσιών εστιάσεως στο προσωπικό, τους ασθενείς και τους επισκέπτες του νοσοκομείου και ως έχουσα πενταετή διάρκεια και συνολικό ύψος 1.518.000 ευρώ δεν μπορούσε να συναφθεί χωρίς προληπτικό έλεγχο του σχεδίου της από το Ελεγκτικό Συνέδριο, σύμφωνα με το άρθρο 19 § 7 του π.δ. 774/1980.

Από τα προεκτεθέντα όμως αποδεικτικά μέσα προκύπτει ότι η σύμβαση, στην σύναψη της οποίας κατέτεινε ο προεκτεθείς πλειοδοτικός διαγωνισμός (που προκηρύχθηκε με την 74/2012 διακήρυξη του Διοικητή του Νοσοκομείου) δεν αποτελεί είτε σύμβαση προμήθειας προϊόντων (τροφίμων, ποτών κ.λπ.) είτε, όμως, και σύμβαση παροχής υπηρεσιών (και μάλιστα εμπίπτουσα στο πεδίον εφαρμογής της οδηγίας 2004/18/ΕΚ), αφού με αυτή το εφεσίβλητο Νοσοκομείο δεν καθίσταται αποδέκτης υπηρεσιών παρεχομένων από την αντισυμβαλλόμενη εφεσίβλητο εταιρεία, καταβάλλοντας σε αυτήν σχετική αμοιβή [...] αλλά, αντιθέτως, βάσει του άρθρου 4 περ. 1 της διακηρύξεως "ο μισθωτής υποχρεούται να εξυπηρετεί το προσωπικό του Νοσοκομείου και να προσφέρει τα είδη του στους επισκέπτες, συνοδούς και αρρώστους του Νοσοκομείου".

Από το περιεχόμενο της ως άνω διακηρύξεως προκύπτει ότι, αντικείμενο της ήδη καταρτισθείσας μεταξύ των εφεσίβλητων συμβάσεως αποτελεί η παραχώρηση χώρου στην μισθώτρια εταιρεία προς άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας και απόληψη προσόδων, και μάλιστα μισθώματος, προσδιοριζόμενου κατόπιν πλειοδοτικού διαγωνισμού και ότι συνεπώς πρόκειται περί συμβάσεως εκμισθώσεως ακινήτου, κατά τους όρους του Π.Δ/τος 715/1979, στις διατάξεις μάλιστα του οποίου (άρθρα 38 και επόμενα) ρητώς παραπέμπει η διακήρυξη και ως εκ τούτου δεν απαιτείτο ο προληπτικός έλεγχος του σχεδίου της εν λόγω συμβάσεως μισθώσεως από το Ελεγκτικό Συνέδριο ώστε αυτή να είναι έγκυρη.

Ειρήσθω ότι η εκκαλούσα με την από 24.1.2014 αίτηση-αναφορά της προς το Ελεγκτικό Συνέδριο προέβαλε την επικαλούμενη ανωτέρω ακυρότητα της καταρτισθείσας μεταξύ των εφεσίβλητων μισθωτικής συμβάσεως και ιδίως λόγω μη προληπτικού ελέγχου του σχεδίου αυτής από το Ελεγκτικό Συνέδριο και η σχετική αίτηση - αναφορά της διαβιβάσθηκε με το υπ' αριθμ.

Πρωτ. 72/24. 1.2014 έγγραφο του Προέδρου του ανωτέρω Δικαστηρίου στην 1η Υπηρεσία Επιτρόπου Ελεγκτικού Συνεδρίου στον Νομό Αχαΐας, πλην όμως μέχρι και την συζήτηση της υπό κρίση εφέσεως δεν προσκομίσθηκε από την εκκαλούσα απόφαση του Ελεγκτικού Συνεδρίου που να κρίνει ως μη έγκυρη, για τον ανωτέρω λόγο, την προεκτεθείσα μισθωτική σύμβαση.

Ενόψει των ανωτέρω κρίνεται ως κατ' ουσίαν αβάσιμος ο πρώτος λόγος της ένδικης εφέσεως...".

Με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια επικαλούμενη ότι απερρίφθη η περί υπαγωγής, της μεταξύ αυτής και του πρώτου αναιρεσιβλήτου υφιστάμενης επιδίκου μισθωτικής σύμβασης, στο προστατευτικό καθεστώς της διατάξεως του άρθρου 5 του Π.Δ. 34/1995, ένσταση, την οποία προέβαλλε σε αντίκρουση της περι αποδόσεως μισθίου, από 28.5.2013 αγωγής του τελευταίου.

Ότι το Eφετείο απέρριψε την ένστασή της δεχόμενο ως ουσιαστικά βάσιμη την στηριζόμενη στο άρθρο 4 § 1α του ίδιου Π.δ/τος αντένσταση του αντιδίκου της πρώτου αναιρεσιβλήτου με την εσφαλμένη παραδοχή, αφενός της "δήθεν" καθ' υποφοράν προβολής της με την ως άνω αγωγή και αφετέρου της παραδεκτής προβολής της στον πρώτο βαθμό, μολονότι δεν τηρήθηκαν οι προς τούτο νόμιμες προϋποθέσεις των ως άνω διατάξεων της προφορικής πρότασής της κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο και η καταχώρηση στα πρακτικά με συνοπτική, έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν.

Από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, σε συνδυασμό με τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης, προκύπτει ότι έγινε τελεσιδίκως δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η από 28.5.2013 ένδικη αγωγή του πρώτου αναιρεσιβλήτου για απόδοση του μισθίου, της οποίας η νομική βάση στηριζόταν στη διάταξη του άρθρου 4 § 1α του π.δ/τος 34/1995.

Με δεδομένο συνεπώς ότι η συνδρομή, εν προκειμένω των, εκ του άρθρου 4 § 1α του ως άνω π.δ/τος περιστατικών, που αποτελούν την νομική βάση της αγωγής, οδηγούν στην κατ' ουσίαν παραδοχή του αιτήματος του πρώτου αναιρεσίβλητου ΝΠΔΔ, ο ως άνω, σχετικός λόγος της αναίρεσης, στηριζόμενος στην εξ αρχής εσφαλμένη προϋπόθεση, ότι η επίκληση των περιστατικών επί των οποίων εδράζεται το δικαίωμα του τελευταίου για απόδοση του μισθίου συνιστούν αντένσταση, είναι απαράδεκτος, αφού τυχόν μη συνδρομή τους, θα οδηγούσε στην απόρριψη της ως άνω αγωγής και χωρίς τον προβληθέντα από την αναιρεσείουσα ισχυρισμό.

Σε κάθε περίπτωση το ορθό διατακτικό της απόφασης αποκλείει την κατά τούτο αναίρεσή της, κατ` αποδοχή του διατυπουμένου λόγου του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ (578 ΚΠολΔ Ολ.ΑΠ 8/1993) με την επισήμανση ότι δεν απαιτείται αντικατάσταση της σχετικής αιτιολογίας, διότι τα περιστατικά που δέχθηκε η προσβαλλομένη για την κατ' ουσίαν παραδοχή της αγωγής ταυτιζόμενα με εκείνα που προβλήθηκαν με την, εσφαλμένα εκληφθείσα, ως καθ' υποφοράν προβληθείσα αντένσταση υπάγονται στον ίδιο κανόνα δικαίου (ΑΠ 2077/2014).

Περαιτέρω, ο νόμος 813/1978 "περί εμπορικών και ετέρων τινών κατηγοριών μισθώσεων", ο οποίος κωδικοποιήθηκε στο π.δ. 34/1995, εισήγαγε ειδικό σύστημα ιδιαίτερης προστασίας της επαγγελματικής στέγης προς προαγωγή του συμφέροντος όχι μόνο του μισθωτή, αλλά και της εθνικής οικονομίας και ως εκ τούτου οι διατάξεις του, καθώς και οι διατάξεις των νόμων, που τροποποιούν ή συμπληρώνουν αυτόν ή περατώνουν αναγκαστικώς τη συμβατική διάρκεια των υπαγομένων στη ρύθμισή του μισθώσεων, είναι ειδικές και κατισχύουν άλλων διατάξεων, από την εφαρμογή των οποίων προκύπτουν έννομα αποτελέσματα αντίθετα ή διαφορετικά εκείνων, που απορρέουν από την εφαρμογή του εν λόγω νόμου, όπως είναι οι διατάξεις του π.δ/τος 715/1979, "Περί τρόπου ενεργείας υπό των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ), προμηθειών, μισθώσεων και εκμισθώσεων εν γένει, αγορών ή εκποιήσεων κινητών πραγμάτων, ως και εκτελέσεως εργασιών" (ΑΠ 620/2015, ΑΠ 758/ 2010, ΑΠ 885/2009).

Εξάλλου στο πεδίο εφαρμογής του Ν. 3886/2010 (Α' 173) υπάγονται, κατά το άρθρο 1 παρ. 1 αυτού, οι διαφορές που αναφύονται κατά τη διαδικασία που προηγείται της συνάψεως συμβάσεων δημοσίων έργων, προμηθειών και υπηρεσιών, εφόσον η σύμβαση εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας 2004/18/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου (ΕΕ L134) ή στις διατάξεις μεταφοράς της Οδηγίας αυτής στην εσωτερική έννομη τάξη βάσει του Π.Δ. 60/2007, Α' 64 (Επ.

Αν. ΣτΕ 583/2011). Ειδικότερα στην Οδηγία 2004/18/ΕΚ ορίζεται στο άρθρο 1 ότι: "1. Για τους σκοπούς της παρούσας οδηγίας, εφαρμόζονται οι ορισμοί που παρατίθενται στις παραγράφους 2 έως 15. 2. α) Οι "δημόσιες συμβάσεις" είναι συμβάσεις εξ επαχθούς αιτίας οι οποίες συνάπτονται γραπτώς μεταξύ ενός ή περισσοτέρων οικονομικών φορέων και μιας ή περισσοτέρων αναθετουσών αρχών και έχουν ως αντικείμενο την εκτέλεση έργων, την προμήθεια προϊόντων ή την παροχή υπηρεσιών κατά την έννοια της παρούσας οδηγίας.

β)... γ)... δ) Οι "δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών" είναι δημόσιες συμβάσεις, πλην των δημόσιων συμβάσεων έργων ή προμηθειών, που έχουν ως αντικείμενο την παροχή των υπηρεσιών που αναφέρονται στο παράρτημα II. Τέλος, στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ ΙΙ της Οδηγίας διαλαμβάνονται οι Υπηρεσίες που αναφέρονται στο άρθρο 2 παρ. 2 στοιχείο δ' και στην κατηγορία 17 ορίζονται ως τέτοιες οι υπηρεσίες εστιατορίων, ενώ στην κατηγορία 27 οι λοιπές υπηρεσίες.

Ωστόσο και από την διάταξη 13 § 1 εδ. α' του ισχύοντος κατά τη σύναψη της ένδικης σύμβασης Π.δ/τος 60/2007 το οποίο φέρει τον τίτλο "Ειδικές εξαιρέσεις" (άρθρο 16 Οδηγίας 2004/18/ΕΚ) προκύπτει ότι οι διατάξεις του παρόντος διατάγματος δεν εφαρμόζονται στις δημόσιες συμβάσεις υπηρεσιών, οι οποίες μεταξύ άλλων έχουν ως αντικείμενο την αγορά ή τη μίσθωση, με οποιουσδήποτε χρηματοδοτικούς όρους, γης, υφισταμένων κτισμάτων ή άλλων ακινήτων ή αφορούν δικαιώματα επ` αυτών.

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο από την αίτηση λόγο αλλά και εκτενέστερα με τον πρώτο από τους πρόσθετους λόγους, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, επικαλούμενη, αναφορικά με τις παραδοχές της "ότι η σύμβαση που καταρτίσθηκε μεταξύ του αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ και της δεύτερης αναιρεσίβλητης εταιρίας αφορά μίσθωση ακινήτου και όχι παροχή υπηρεσιών σε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου", το μεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 12 § 27 του ν. 3310/2005 και 19 (§7) του π.δ. 774/1980 και του άρθρου 35 του ν. 4129/2013, καθώς, έχοντας κατ' ελάχιστον πενταετή διάρκεια και χρηματικό αντάλλαγμα ύψους 1.518.000 ευρώ ήταν άκυρη, διότι δεν υπεβλήθη στον προληπτικό έλεγχο από το Ελεγκτικό Συνέδριο, το δε ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της, ότι η ένδικη σύμβαση αφορά την, από μέρους της δεύτερης εφεσίβλητης, στην οποία κατακυρώθηκε το μίσθιο, παροχή υπηρεσιών στο ως άνω αντισυμβαλλόμενό της ΝΠΔΔ, διότι το τελευταίο έχει το δικαίωμα να μεταβάλει μονομερώς τον χώρο στον οποίο θα λειτουργεί το εστιατόριο, το οποίο αφορά η κρίσιμη σύμβαση.

Επειδή λοιπόν η ταυτότητα του μισθίου δεν είναι, κατά τα όσα στον σχετικό λόγο αναίρεσης αναφέρονται, σταθερό στοιχείο του αντικειμένου της επίδικης σύμβασης, η οποία αφορά πρωτίστως και κυρίως στην παροχή υπηρεσιών εστίασης στο προσωπικό, τους ασθενείς και τους επισκέπτες του νοσοκομείου, η σύμβαση υπάγεται όχι μόνο στο ποσοτικό, αλλά και στο καθ' ύλην πεδίο εφαρμογής των παραπάνω διατάξεων αναγκαστικού δικαίου περί προληπτικού ελέγχου από το Ελεγκτικό Συνέδριο.

Από τις παρατεθείσες παραπάνω παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει προεχόντως, ότι η ένδικη, μεταξύ των αναιρεσιβλήτων, συναφθείσα, μετά από πλειοδοτικό διαγωνισμό, σύμβαση δεν είναι δημόσια σύμβαση παροχής υπηρεσιών κατά την έννοια της οδηγίας 2004/18/ΕΚ, αλλά αποτελεί παραχώρηση χώρου στο μισθωτή προς άσκηση επιχειρηματικής δραστηριότητας και απόληψη προσόδων, και μάλιστα έναντι τιμήματος, προσδιοριζομένου κατόπιν πλειοδοτικού διαγωνισμού.

Και τούτο διότι κατά την ένδικη σύμβαση δεν καταβάλλεται από το πρώτο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ αμοιβή στη δεύτερη αναιρεσίβλητη, αλλά θα καταβληθεί από τους χρήστες των υπηρεσιών του εστιατορίου και του κυλικείου, ενώ η δεύτερη αναλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος του επιχειρηματικού κινδύνου, εφόσον η αναθέτουσα αρχή δεν παρέχει σε αυτήν κανένα εγγυημένο εισόδημα (ΣΤΕ (ΕΑ) 870, 273/2010, 64/2009).

Πρόκειται, δηλαδή, για σύμβαση εκμίσθωσης ακινήτου, κατά τους όρους του Π.Δ. 715/1979, στις διατάξεις, μάλιστα, του οποίου (άρθρα 38 και επόμενα) ρητώς παραπέμπει το άρθρο 1 της διακηρύξεως και δεν εφαρμόζεται το π.δ. 60/2007 (Οδηγία 2004/18/ΕΚ), καθόσον οι διατάξεις του ρητά απαγορεύουν την εφαρμογή του στις συμβάσεις μίσθωσης και παραχώρησης υπηρεσιών.

Συνακόλουθα δε, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν και στην αμέσως προηγουμένως παρατεθείσα μείζονα σκέψη, δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις του Π.Δ. 774/1980 και του Ν. 3310/2005 σχετικά με το πεδίο εφαρμογής του προληπτικού ελέγχου του Ελεγκτικού Συνεδρίου (πρβλ. και ΣΤΕ (ασφ) 1101/2010). Ειδικότερα ως προς την ταυτότητα του μισθίου η προσβαλλόμενη διέλαβε στο αιτιολογικό της επακριβώς τα εξής: "Από τα ίδια ως άνω όμως αποδεικτικά μέσα προκύπτει με σαφήνεια ότι τόσο η υπ' αριθμ. ...04/14.12.2012 σύμβαση μισθώσεως που κατάρτισε η εκκαλούσα με το Νοσοκομείο όσο και η εν συνεχεία καταρτισθείσα υπ1 αριθμ. ...56/2013 μισθωτική σύμβαση μεταξύ των εφεσίβλητων αφορούν στο ίδιο μίσθιο, το οποίο προσδιορίζεται επακριβώς και στις δυο συμβάσεις τόσο από άποψη θέσεως (στον πρώτο όροφο του κτιρίου Β' του Νοσοκομείου) όσο και από άποψη επιφανείας (εξακόσια περίπου τ.μ).

Εξάλλου στην υπ' αριθμ. 74/ 2012 διακήρυξη δημοσίου πλειοδοτικού διαγωνισμού αναγράφεται ρητώς ότι ο διαγωνισμός διενεργείται για την εκμίσθωση χώρου του πρώτου ορόφου του κτιρίου Β' του Νοσοκομείου ως εστιατόριο, ενώ στην υπ' αριθμ. 30/20.11.2012 απόφαση του Δ.Σ. του πρώτου εφεσίβλητου αναφέρεται ρητώς ότι η μίσθωση αφορά σε εστιατόριο που βρίσκεται στον πρώτο όροφο του κτιρίου Β' του Νοσοκομείου εμβαδού 600 τ.μ.

περίπου. Την ταυτότητα εξάλλου του μισθίου καταστήματος εγνώριζε καλώς η εκκαλούσα εταιρεία, η οποία είχε λάβει γνώση όλων των προαναφερομένων εγγράφων, τα οποία προσκόμισε εξάλλου και στο Δικαστήριο κατά την συζήτηση των αντίθετων αγωγών των συμβληθέντων στην μισθωτική σύμβαση. Από το γεγονός δε ότι στην υπ' αριθμ. ...04/2012 μισθωτική σύμβαση (που κατάρτισε η εκκαλούσα με το Νοσοκομείο) αναφέρεται η εκμίσθωση χώρου για "κυλικείο -εστιατόριο", ενώ στην υπ' αριθμ. ...56/2013 μισθωτική σύμβαση (που καταρτίσθηκε μεταξύ των εφεσίβλητων), αναφέρεται ότι πρόκειται για εκμίσθωση χώρου του πρώτου ορόφου για την λειτουργία "εστιατορίου" δεν προκύπτει ότι πρόκειται για διαφορετικό μίσθιο καθόσον στην επίδικη περίπτωση το μίσθιο και στις δύο ως άνω μισθώσεις είναι ένας ενιαίος χώρος 600 περίπου τ.μέτρων του πρώτου ορόφου του κτιρίου Β' του Νοσοκομείου και μεταβλήθηκε μερικώς από τους δύο μισθωτές (ήτοι την εκκαλούσα και την δεύτερη εφεσίβλητη) η χρήση του ενιαίου μισθίου χώρου από κυλικείο - εστιατόριο σε εστιατόριο μόνον.

Ο Ι. Σ. που ήταν ο προηγούμενος μισθωτής του χώρου αυτού χρησιμοποιώντας κινητά χωρίσματα (και όχι σταθερά), όπως ογκώδη ψυγεία, κινητά διαφημιστικά πάνελς κ.λπ.) είχε επιλέξει, προκειμένου να εξυπηρετούνται πιο γρήγορα από διαφορετικά σημεία οι πελάτες της επιχειρήσεως του, να διαιρέσει προσωρινά τον ενιαίο χώρο σε δυο μικρότερους χώρους ώστε στον έναν από αυτούς να γευματίζουν και στον άλλον να αγοράζουν είδη κυλικείου και να μην περιμένουν όλοι στην ίδια σειρά για να εξυπηρετηθούν.

Την ίδια δε πρόχειρη διαίρεση του χώρου διατήρησε και η εκκαλούσα κατά το χρονικό διάστημα που παρέμεινε σ' αυτόν ως μισθώτρια. Η κατά τον ανωτέρω όμως τρόπο διαίρεση του ενιαίου χώρου ήταν πρόσκαιρη και ουδέποτε απέκτησε μόνιμο χαρακτήρα με την χρήση σταθερών χωρισμάτων, όπως κατασκευή τοίχων και συνεπώς δεν πρόκειται για διαφορετικά μίσθια καταστήματα και συγκεκριμένα για "εστιατόριο" και "κυλικείο" τα οποία συνεκμισθώνονταν στον ίδιο μισθωτή.

Εξάλλου η αναφορά στην διακήρυξη ότι το Δ.Σ. του Νοσοκομείου έχει το δικαίωμα μεταφοράς του χώρου λειτουργίας του εστιατορίου με απόφασή του σε οποιοδήποτε χώρο του Νοσοκομείου δεν καθιστά την επίδικη σύμβαση σε τέτοια παραχωρήσεως υπηρεσίας, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η εκκαλούσα, καθόσον, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, πρόκειται σαφώς για μισθωτική σύμβαση".

Με τις ως άνω όμως, προκύψασες από την εκτίμηση των αποδείξεων, κατά την ανέλεγκτη κρίση από τον Άρειο Πάγο, παραδοχές το Εφετείο, το οποίο έκρινε, ότι σταθερό στοιχείο της σύμβασης αποτελεί το ως άνω μίσθιο ακίνητο και η συμφωνημένη από τους συμβαλλόμενους χρήση του και συνεπώς η ένδικη σύμβαση μίσθωσης είναι έγκυρη και ως εκ τούτου ισχυρή, μη έχουσα χαρακτήρα σύμβασης παροχής υπηρεσιών, ώστε, λόγω της ρύθμισής της από τις διατάξεις του π.δ/τος 60/2007 (Οδηγία 2004/18/ΕΚ) να απαιτείται υποβολή της κατ' εφαρμογή άρθρων 12 § 27 του ν. 3310/2005 και 19 του π.δ. 774/1980 στον προληπτικό έλεγχο του Ε.Σ., δεν παραβίασε αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις αμέσως παραπάνω διατάξεις.

Συνεπώς οι δεύτερος και πρώτος πρόσθετος λόγοι της αναίρεσης είναι αβάσιμοι και πρέπει ν' απορριφθούν. Τέλος, με την επίκληση της από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειας, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο από την αίτηση και δεύτερο πρόσθετο λόγο αιτιάται την προσβαλλομένη, για τη μη λήψη υπόψη των όσων με λόγο της έφεσής της προέβαλε, σχετικά με την ακυρότητα της ένδικης σύμβασης, υποστηρίζοντας, ότι αυτή φέρει χαρακτήρα σύμβασης παροχής προς το πρώτο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ, υπηρεσιών, και, υπαγομένη ως εκ τούτου στο νομικό καθεστώς του π.δ/τος 60/2007 δεν υπεβλήθη σε προληπτικό έλεγχο από το Ε.Σ.

Οι λόγοι όμως αυτοί, υπό την επίκληση των αιτιάσεων οι οποίες κατά το μεγαλύτερο μέρος, ταυτίζονται με τις αιτιάσεις του δεύτερου από την αίτηση και πρώτου από τους πρόσθετους, λόγων, αλλά και εκείνων (των αιτιάσεων), που αναλυτικά και εκτεταμένως διαλαμβάνονται στον εν προκειμένω ερευνώμενο αναιρετικό (2ο πρόσθετο) λόγο, για μη λήψη υπόψη των επιμέρους όρων, που προσδίδουν στην ένδικη σύμβαση χαρακτήρα μίσθωσης παροχής υπηρεσιών, (συγκεκριμένα σερβίρισμα 200 μερίδων ημερησίως στο εφημερεύον ιατρικό προσωπικό κ.λπ., κατάθεση ISO για την ποιότητα, την υγιεινή και ασφάλεια των εργαζομένων παροχή έκπτωσης 20% τουλάχιστον επί των αναγραφόμενων τιμών όλων των προσφερομένων ειδών στο προσωπικό του Νοσοκομείου, αναγκαίος με δαπάνες του μισθωτή εξοπλισμός με προδιαγραφές ISO, απομάκρυνση υπαλλήλων κατ' απαίτηση του εκμισθωτή ΝΠΔΔ λόγω ακαταλληλότητας ή ασυμβίβαστης με το Νοσοκομείο συμπεριφοράς), είναι απαράδεκτοι, κατά μεν το πρώτο μέρος τους, διότι από τις προπαρατεθείσες παραδοχές προκύπτει ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τον παραπάνω ισχυρισμό και τον απέρριψε στην ουσία, κατά δε το δεύτερο μέρος διότι η ανάλυση των επιμέρους όρων της σύμβασης δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αλλά συνιστούν επιχειρήματα προς υποστήριξη της εκδοχής της αναιρεσείουσας για τον νομικό χαρακτήρα της ένδικης σύμβασης ως σύμβασης παροχής υπηρεσιών (βλ.

και ΑΠ 2111/2017). Επομένως οι ως άνω τρίτος και δεύτερος πρόσθετος λόγοι της αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν.

Κατόπιν τούτων και μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αναίρεση και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που εκπροσωπήθηκαν από διαφορετικό δικηγόρο, η δεύτερη των οποίων κατέθεσε και προτάσεις (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3.2.2015 με αριθμό καταθέσεως 1/2015 αίτηση και τους από 11.12.2018 με αριθμό καταθέσεως 139/2018 πρόσθετους λόγους αυτής, για αναίρεση της με αριθμό 198/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πατρών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία καθορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800,00) ευρώ για το πρώτο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ και δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ για τη δεύτερη αναιρεσίβλητη. Και Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 17 Ιουνίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 30 Οκτωβρίου 2019.

H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ