Legislator Case Law & Legislation
1304/2018 AI generated

1304/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1304/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 21 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1304/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ειδικότερα, όταν παρέχεται από το νόμο εξουσία στη διοικητική αρχή να ρυθμίζει θέματα με την έκδοση κανονιστικής πράξης, παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας κατ' αρχήν δεν υφίσταται, διότι η εκτίμηση της σκοπιμότητας για την έκδοση ή μη κανονιστικής πράξης και για το χρόνο έκδοσης αυτής ανήκει στην ανέλεγκτη από το δικαστή κρίση της διοίκησης.

Keywords

AI generated
limited work availability equivalence between university degrees work subject to authorization access to a profession benefit for course attendance employment status qualification
AI generated
1891/2011
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/3/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ροδόπης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 468/2006 οριστική του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 15/1/2007 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1248/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση το αναιρεσείον με την από 22/11/2010 κλήση του.
470/2012
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βασίλειο Λυκούδη, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Δημήτριο Κόμη, Αρεοπαγίτες.
314/2023
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ζαμπέττα Στράτα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Ιωάννη Δουρουκλάκη, Γεώργιο Αυγέρη και Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
2113/2017
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
25/2018
Η από 24-5-2016 και με αριθμό κατάθεσης …/24-5-2016 αίτηση αναίρεσης κατά της 440/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, επί της ασκηθείσας από τον ενάγοντα έφεσης κατά της 101/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καρδίτσας, εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, επί της από 25-2-2010 (με αριθμό κατάθεσης …/25-2-2010) αγωγής, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144).

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1304 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1304/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Σοφία Καρυστηναίου και Νικόλαο Τσάκο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 21 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό των Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Κωνσταντίνο Βαρδακαστάνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Α. του Ι., κατοίκου ..., 2) … και 28) Α. Π. του Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Τσακίρη και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 53/2014 του ίδιου δικαστηρίου και 2463/2015 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-7-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τσάκος ανέγνωσε την από 8-2-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, η οποία ορίζει ότι "Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου", καθιερώνει όχι μόνο την ισότητα των πολιτών έναντι του νόμου αλλά και την ισότητα του νόμου έναντι αυτών, δεσμεύει δε και υποχρεώνει τον κοινό νομοθέτη, όταν πρόκειται να ρυθμίσει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις και κατηγορίες προσώπων, να μη μεταχειρίζεται κατά τρόπο ανόμοιο τις περιπτώσεις αυτές εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν αυτό επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.

Επομένως, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.

Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται. Η παροχή όμως αυτή θα πρέπει να είναι νόμιμη, δεδομένου ότι αν αυτή χορηγήθηκε κατά παράβαση του Συντάγματος, των νόμων ή της δι' αυτών χορηγούμενης εξουσιοδότησης προς τη διοίκηση, επέκταση αυτής και σε άλλη κατηγορία μισθωτών δεν είναι επιτρεπτή, διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται.

Ειδικότερα, όταν παρέχεται από το νόμο εξουσία στη διοικητική αρχή να ρυθμίζει θέματα με την έκδοση κανονιστικής πράξης, παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας κατ' αρχήν δεν υφίσταται, διότι η εκτίμηση της σκοπιμότητας για την έκδοση ή μη κανονιστικής πράξης και για το χρόνο έκδοσης αυτής ανήκει στην ανέλεγκτη από το δικαστή κρίση της διοίκησης.

Εξαίρεση από την αρχή αυτή υπάρχει είτε όταν η νομοθετική εξουσιοδότηση επιβάλλει την υποχρέωση για την έκδοση της κανονιστικής πράξης, εφόσον συντρέχουν ορισμένες αντικειμενικές προϋποθέσεις ή εντός ορισμένης προθεσμίας είτε όταν η υποχρέωση της διοίκησης να προβεί σε κανονιστική ρύθμιση προκύπτει ευθέως από το Σύνταγμα.

Εξ άλλου με τις διατάξεις του ν. 2738/1999 (κεφάλαιο Α) εισήχθη ο θεσμός των συλλογικών διαπραγματεύσεων για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας στη δημόσια διοίκηση. Κατά το άρθρο 3 παρ. 1 του νόμου αυτού η συλλογική σύμβαση εργασίας ρυθμίζει τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησης των υπαλλήλων τους οποίους αφορά, για τα θέματα που προβλέπονται στην παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται και θέματα μισθών.

Με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 13 με τον τίτλο "Συλλογικές συμφωνίες" ορίζονται τα εξής: "1. Συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης των υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζονται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του παρόντος λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως ιδίως είναι ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λπ.), μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία. 2.

Η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται όμως για το Δημόσιο ή ν.π.δ.δ. ή ο.τ.α.: α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορεί να ρυθμιστούν κανονιστικώς βάσει υπάρχουσας σχετικής εξουσιοδότησης νόμου, β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας.

Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί να αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων, κατά περίπτωση". Στη συνέχεια με το ν. 3016/2002 "Για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" και ειδικότερα με το άρθρο 14 του νόμου αυτού με τον τίτλο "Υλοποίηση συλλογικών συμφωνιών" ορίσθηκαν τα εξής: "1.

Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 (ΦΕΚ 180 Α') και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν το 2001. 2.

Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται, εν όλω ή εν μέρει, και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) και λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στη σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 του ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ. 3.

Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές όσον αφορά το προσωπικό των Ο.Τ.Α. και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ. περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες. 4.

Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) Οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή.

β) Οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των ανωτέρω παροχών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης. γ) Κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους. 5... 6. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1-1-2002". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι υπουργοί Οικονομίας και Οικονομικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και ο κατά περίπτωση αρμόδιος υπουργός δεν είχαν υποχρέωση αλλά απλώς διακριτική ευχέρεια να εκδώσουν, μετά από εκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, κοινές υπουργικές αποφάσεις με τις οποίες να επεκτείνουν εν όλω ή εν μέρει τις ευνοϊκές μισθολογικές ρυθμίσεις που προβλέπονται από κοινές υπουργικές αποφάσεις εκδιδόμενες δυνάμει συλλογικών συμφωνιών κατά την παράγραφο 1 και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου που δεν συμμετείχαν στη σύναψη συλλογικών συμφωνιών.

Σε περίπτωση δε επέκτασης των ευνοϊκών αυτών μισθολογικών ρυθμίσεων, οι ανωτέρω υπουργοί είχαν περαιτέρω διακριτική ευχέρεια, κατ' εκτίμηση επίσης της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, να καθορίσουν το ύψος της πρόσθετης μισθολογικής παροχής, η οποία πάντως δεν μπορούσε να υπερβαίνει το ποσό των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ.

Δηλαδή προϋπόθεση για τη χορήγηση πρόσθετης μισθολογικής παροχής κατ' εφαρμογή της ανωτέρω διάταξης ήταν, ενόψει των οριζομένων στην παράγραφο 3 του ίδιου πιο πάνω άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και του σκοπού της ρύθμισης (που συνίστατο, κατά τα αναφερόμενα στη σχετική εισηγητική έκθεση, στην ενίσχυση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων) να μη λαμβάνει ο υπάλληλος οποιαδήποτε άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή ίση ή ανώτερη με το ανωτέρω ποσό.

Σε περίπτωση δε υπαλλήλων που ελάμβαναν άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή μικρότερη από το ποσό αυτό (των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ) ήταν επιτρεπτό να χορηγηθεί με τις ανωτέρω υπουργικές αποφάσεις μόνο η διαφορά έως το ποσό αυτό. Ενόψει των ανωτέρω δεν συνιστά παραβίαση των προαναφερομένων διατάξεων η παράλειψη της διοίκησης να ασκήσει την προβλεπόμενη από τις διατάξεις αυτές κανονιστική αρμοδιότητα με την έκδοση υπουργικής απόφασης για την επέκταση της χορήγησης της ένδικης παροχής και πάντως δεν ήταν επιτρεπτή η χορήγηση αυτής σε υπαλλήλους οι οποίοι ελάμβαναν οποιουδήποτε είδους άλλη πρόσθετη μισθολογική παροχή ίση ή ανώτερη του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ (Ολ.

Σ.τ.Ε. 95/2013). Η δε τυχόν κατά παράβαση των εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 14 παρ. 2, 3 και 4 του ν. 3016/2002, συστηματική έστω, έκδοση κοινών υπουργικών αποφάσεων για τη χορήγηση της ειδικής παροχής των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ σε διάφορες κατηγορίες υπαλλήλων του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου συνιστά μη επιτρεπόμενη από το Σύνταγμα τροποποίηση των εξουσιοδοτικών ως άνω διατάξεων εκ μέρους της διοίκησης και δεν μπορεί να μεταβάλει τη φύση της ειδικής αυτής παροχής σε γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των ανωτέρω υπαλλήλων.

Αν ο νομοθέτης ήθελε την παροχή αυτή ως γενική προσαύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων που υπάγονται στο ενιαίο μισθολόγιο της δημόσιας διοίκησης, θα το όριζε ρητά και δεν θα παρείχε σ' αυτή, με εξουσιοδοτικές διατάξεις τυπικού νόμου, τη διακριτική ευχέρεια να εκδώσει κανονιστικές πράξεις για τη χορήγησή της υπό τις προεκτεθείσες και μόνο προϋποθέσεις.

Ακολούθως, με το άρθρο 28 παρ. 4 του ν. 3205/2003 "Μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", καταργήθηκε από 1-1-2004 (άρθρο 56 του νόμου αυτού), εκτός των άλλων, "το άρθρο 14 του ν. 3016/2002 (ΦΕΚ 110 Α') και όλες οι κοινές υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του".

Με το άρθρο 24 παρ. 3 του ίδιου νόμου 3205/2003 ορίσθηκε ότι τα θέματα που ρυθμίζονται με το νόμο αυτό δεν αποτελούν αντικείμενο συλλογικών διαπραγματεύσεων και ότι η χορήγηση οποιωνδήποτε άλλων παροχών ή αποζημιώσεων εν γένει, πέραν των προβλεπομένων στο νόμο αυτό, επιτρέπεται μόνο με τροποποίηση των διατάξεών του και με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ορίσθηκε ότι "...ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 (ΦΕΚ 110 Α') ως ειδική παροχή...

διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημίωσης ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του παρόντος νόμου. Οι ανωτέρω κοινές υπουργικές αποφάσεις καταργούνται από την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου. Μετά την 31-12-2003, δεν καταβάλλεται σωρευτικά η ως άνω προσωπική διαφορά μαζί με οποιαδήποτε πρόσθετη μισθολογική παροχή που συμψηφιζόταν με αυτή σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 του ν. 3016/2002 και τις κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσες κοινές υπουργικές αποφάσεις...".

Από τις αμέσως ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι με την κατάργηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, καθώς και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών κοινών υπουργικών αποφάσεων, για να μη χειροτερεύσει από την 1-1-2004 η μισθολογική κατάσταση των χαμηλόμισθων υπαλλήλων, οι οποίοι ελάμβαναν μέχρι τις 31-12-2003 την ειδική παροχή των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ με βάση κοινές υπουργικές αποφάσεις που είχαν εκδοθεί, διατηρήθηκε η ειδική αυτή παροχή ως προσωπική διαφορά για τους υπαλλήλους αυτούς, υπό την προϋπόθεση ότι δεν ελάμβαναν άλλη πρόσθετη παροχή ίση ή μεγαλύτερη του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ, η οποία συμψηφιζόταν με την παροχή αυτή, μειούμενη σε περίπτωση χορήγησης οποιασδήποτε μελλοντικής παροχής ή νέου επιδόματος ή αποζημίωσης ή αύξησης του κινήτρου απόδοσης.

Πρέπει να σημιεωθεί ότι με βάση την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, ενόσω ίσχυε, και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων, εκδόθηκαν πολλές κοινές υπουργικές αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως για το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, σε μεγάλο αριθμό υπαλλήλων, με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου, του Ελληνικού Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997, καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα υπουργεία, οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, χωρίς να εξαρτάται η χορήγηση της παροχής αυτής από τη μη καταβολή πρόσθετων μισθολογικών παροχών.

Ειδικότερα, όσον αφορά τους υπαλλήλους των περιφερειών, με την 2/41289/0022/25-7-2002 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση της πιο πάνω διάταξης του άρθρου 14 ν. 3016/2002, ορίσθηκαν (άρθρο 1 παρ. 1 αυτής) τα εξής: "Χορηγείται μηνιαία ειδική παροχή:

α. στους υπαλλήλους των περιφερειών που δεν είναι δικαιούχοι άλλου αντίστοιχου ή μεγαλύτερου ποσού από επίδομα ή αποζημίωση από ειδικό λογαριασμό περιφέρειας ή άλλου φορέα, με την επιφύλαξη των ρυθμίσεων της αρ. 50908/31-7-02 κ.υ.α., μόνιμους και με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997.

β. στους αποσπασμένους από άλλες δημόσιες υπηρεσίες, ο.τ.α. α' και β' βαθμού ή ν.π.δ.δ. στις περιφέρειες". Με την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου ορίστηκε το ύψος της ειδικής αυτής παροχής ανάλογα με την κατηγορία και τα έτη υπηρεσίας, καθώς και ότι αυτή θα χορηγηθεί κατά το ήμισυ (50%) από 1-1-2002 και το σύνολό αυτής (100%) από 1-7-2002.

Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 3336/2005, το οποίο φέρει τον τίτλο "Εισοδηματική πολιτική έτους 2005" και ορίζει ότι: "Οι υπάλληλοι του Δημοσίου, Ν.Π.Δ.Δ. και Ο.Τ.Α., οι οποίοι διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε Υπηρεσίες, στους υπαλλήλους των οποίων χορηγούνται τα ποσά που διατηρήθηκαν ως προσωπική διαφορά με τη διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 24 του ν. 3205/2003, δικαιούνται την καταβολή της προσωπικής διαφοράς, με τους ίδιους όρους και προϋποθέσεις που τη λαμβάνουν και οι υπόλοιποι υπάλληλοι των Υπηρεσιών αυτών.

Η διάταξη αυτή έχει εφαρμογή από 1-1-2005", προκύπτει ότι απαραίτητη προϋπόθεση για τη χορήγηση της ειδικής παροχής των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ ως προσωπικής διαφοράς σε υπαλλήλους που διορίσθηκαν ή μετατάχθηκαν μετά την 1-1-2004 σε υπηρεσίες στις οποίες διατηρήθηκε ως προσωπική διαφορά η παροχή των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ, είναι να τη λαμβάνει το προσωπικό των υπηρεσιών αυτών, καθώς και η νόμιμη χορήγησή της στο προσωπικό αυτό, διότι αν το τελευταίο λαμβάνει την προσωπική διαφορά χωρίς να συντρέχουν οι νόμιμοι όροι και προϋποθέσεις για την απόληψή της, μεταξύ των οποίων είναι να μη λαμβάνει άλλες πρόσθετες παροχές ίσες ή ανώτερες του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ που συμψηφίζονται με την παροχή αυτή, οι διορισθέντες ή μεταταχθέντες στις υπηρεσίες αυτές δεν την δικαιούνται από 1-1-2005 με βάση την αρχή της ισότητας διότι, όπως προαναφέρθηκε, ισότητα στην παρανομία δεν νοείται (Ολ.

Α.Π. 16 και 17/2015). Εξ άλλου, όπως προαναφέρθηκε, από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος προκύπτει ότι αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από τη ρύθμιση αυτή, κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση, άλλη κατηγορία προσώπων για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.

Τα ίδια ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικώς μισθωτό, οπότε, στην περίπτωση κατά την οποία διαπιστώνεται αδικαιολόγητη διάκριση, τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτή και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται (Ολ. Α.Π. 16 και 17/2015), εφόσον όμως παρέχουν την ίδια ποιοτικώς και ποσοτικώς εργασία, εργαζόμενοι κάτω από τις ίδιες συνθήκες και με τα αυτά προσόντα (Ολ.

Α.Π. 13/2003). Γενικότεροι λόγοι κοινωνικού συμφέροντος για τη διαφορετική νομοθετική ρύθμιση των αποδοχών κατηγοριών εργαζομένων που παρέχουν την ίδια εργασία και υπό τις ίδιες συνθήκες συντρέχουν όταν η κάθε κατηγορία παρέχει την εργασία κάτω από διαφορετικό νομικό καθεστώς, ήτοι όταν η μία κατηγορία παρέχει τις υπηρεσίες της με σχέση δημοσίου δικαίου και η άλλη με σχέση ιδιωτικού δικαίου ή προκειμένου περί κατηγοριών απασχολουμένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου, όταν η μία απασχολείται στο Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ή νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και η άλλη σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου ή γενικώς στον ιδιωτικό τομέα (Α.Π. 1495/2012).

Περαιτέρω στις 10-7-1999 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων η Οδηγία 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28-6-1999, στο άρθρο 2 της οποίας ορίζεται ότι στα κράτη-μέλη παρέχεται προθεσμία συμμόρφωσης προς το περιεχόμενο της Οδηγίας αυτής έως τις 10-7-2001, με δυνατότητα παράτασης της εν λόγω προθεσμίας έως τις 10-7-2002, της οποίας δυνατότητας έκανε χρήση η Ελλάδα.

Προς μεταφορά της ανωτέρω οδηγίας στο εσωτερικό δίκαιο εκδόθηκε αρχικώς το π.δ. 81/2003 "Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου" (ΦΕΚ Α 77), το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 2-4-2003 και είχε αρχικά εφαρμογή τόσο στον ιδιωτικό όσο και στο δημόσιο τομέα και στη συνέχεια, ειδικά όσον αφορά τους εργαζομένους ορισμένου χρόνου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, το π.δ. 164/2004 "Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα" (ΦΕΚ Α 134), το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 19-7-2004.

Με το τελευταίο προεδρικό διάταγμα ορίζονται, μεταξύ άλλων, τα εξής: "Οι διατάξεις αυτού του διατάγματος εφαρμόζονται στο προσωπικό του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 3 του παρόντος, καθώς και στο προσωπικό των δημοτικών και κοινοτικών επιχειρήσεων, το οποίο εργάζεται με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ή σύμβαση έργου ή άλλη σύμβαση ή σχέση που υποκρύπτει σχέση εξαρτημένης εργασίας" (άρθρο 2 παρ. 1). "Για την εφαρμογή του παρόντος προεδρικού διατάγματος νοείται ως:

α) "Εργαζόμενος ορισμένου χρόνου", κάθε φυσικό πρόσωπο που έχει σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ή σύμβαση ή σχέση έργου ή άλλη σύμβαση ή σχέση που υποκρύπτει σχέση εξαρτημένης εργασίας, η οποία έχει συναφθεί απευθείας μεταξύ του εργοδότη και του εργαζομένου και η λήξη της καθορίζεται από αντικειμενικούς όρους, όπως ιδίως παρέλευση συγκεκριμένης ημερομηνίας ή αποπεράτωση συγκεκριμένου έργου ή πραγματοποίηση συγκεκριμένου αποτελέσματος.

β) "Αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου", κάθε φυσικό πρόσωπο που έχει σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου στον ίδιο φορέα ή επιχείρηση και απασχολείται σε ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα, λαμβανομένων υπόψη των προσόντων ή των δεξιοτήτων του. Όπου δεν υπάρχει "αντίστοιχος εργαζόμενος αορίστου χρόνου" στον ίδιο φορέα ή επιχείρηση, η σύγκριση γίνεται με αναφορά στην οικεία συλλογική σύμβαση ή όταν δεν υπάρχει τέτοια, με αναφορά στην εκάστοτε Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας ή, εάν δεν υπάρχει, στην κείμενη νομοθεσία.

γ) "Δημόσιος τομέας", ο οριοθετούμένος από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ. 1 του ν. 1892/1990 (ΦΕΚ Α 101) ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν, αποκλειομένων σε κάθε περίπτωση από αυτόν των ανωνύμων εταιρειών που είναι εισηγμένες στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών, οι οποίες υπάγονται στις ρυθμίσεις του π.δ. 81/2003.

δ) "Σύμβαση", η σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, ή σύμβαση έργου ή άλλη σύμβαση ή σχέση που υποκρύπτει σχέση εξαρτημένης εργασίας. ε) Όπου αναφέρεται ο όρος "επιχείρηση" ή "εκμετάλλευση" ή "εργοδότης" νοείται και η δημόσια υπηρεσία, το Ν.Π.Δ.Δ. ή ο φορέας με τον οποίο έχει συναφθεί η αντίστοιχη σύμβαση" (άρθρο 3). "Όσον αφορά στους όρους και στις συνθήκες απασχόλησης, οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν επιτρέπεται, εκ μόνου του λόγου ότι η σύμβαση τους είναι ορισμένου χρόνου, να αντιμετωπίζονται δυσμενώς σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζόμενους αορίστου χρόνου.

Κατ' εξαίρεση και μόνον επιτρέπεται διαφορετική αντιμετώπιση κάθε φορά που συντρέχουν αντικειμενικοί λόγοι, οι οποίοι την δικαιολογούν" (άρθρο 4 παρ. 1). Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης απαγορεύεται η διάκριση των "εργαζομένων ορισμένου χρόνου" σε σχέση με τους "αντίστοιχους εργαζομένους αορίστου χρόνου", όσον αφορά στις "συνθήκες απασχόλησης", που γίνεται από μόνο το λόγο ότι η σύμβασή τους είναι ορισμένου χρόνου, εκτός αν αυτό δικαιολογείται από "αντικειμενικούς λόγους".

Στην δε έννοια των "αντικειμενικών λόγων", που μπορούν κατ' εξαίρεση να δικαιολογήσουν την κατ' αρχήν απαγορευμένη διάκριση των εργαζομένων ορισμένου χρόνου σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζομένους αορίστου χρόνου, που ερείδεται αποκλειστικά στο χαρακτηρισμό της οικείας σύμβασης ως αορίστου ή ορισμένου χρόνου, συγκαταλέγονται λόγοι ξένοι προς τη διάκριση που ερείδεται αποκλειστικά στο γεγονός ότι πρόκειται για σύμβαση ή σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου.

Ειδικότερα οι απασχολούμενοι από το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου δασολόγοι αφενός και οι απασχολούμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου εποχικοί δασολόγοι αφετέρου αποτελούν διαφορετικές κατηγορίες εργαζομένων. Τούτο διότι οι πρώτοι τελούν υπό διαφορετικές συνθήκες απασχόλησης όσον αφορά την πρόσληψη, την υπηρεσιακή εξέλιξη και τη λύση της εργασιακής τους σχέσης, διαθέτουν αυξημένα προσόντα και δεξιότητες και έχουν ευρύτερες αρμοδιότητες και καθήκοντα σε σχέση με τους δεύτερους, οι οποίοι έχουν επιβοηθητικό ρόλο, καλύπτοντας κυρίως τις αυξημένες κατά τη διάρκεια του θέρους ανάγκες προστασίας των δασών, γεγονός που αποτελεί και το δικαιολογητικό λόγο της πρόσληψής τους.

Τέλος κατά το άρθρο 8 παρ. 1 ν. 2342/1995: "Στους μόνιμους και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου δασικούς υπαλλήλους και οδηγούς οχημάτων δασικών υπηρεσιών που απασχολούνται με τη δασοπροστασία της χώρας παρέχεται επίδομα ειδικών συνθηκών, το ύψος του οποίου καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Γεωργίας και Οικονομικών, που εκδίδεται εντός δύο (2) μηνών το βραδύτερο από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου".

Κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης αυτής εκδόθηκε η 3369/5-12-1995 κοινή απόφαση των Υπουργών Γεωργίας και Οικονομικών, με την οποία ορίσθηκαν τα εξής: "Καθορίζουμε το ύψος του επιδόματος ειδικών συνθηκών που χορηγήθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 του ν. 2342/1995 στους μόνιμους και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου δασικούς υπαλλήλους (δασολόγους-δασοπόνους-δασοφύλακες-δασοπυροσβέστες) και οδηγούς οχημάτων των δασικών υπηρεσιών που απασχολούνται με τη δασοπροστασία της χώρας, όπως αυτή καθορίζεται από το άρθρο 36 παρ. 1 του ν. 1845/1989 σε εξήντα χιλιάδες (60.000) δραχμές μηνιαίως".

Η χορήγηση του ανωτέρω επιδόματος ειδικών συνθηκών στους απασχολούμενους με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου δασολόγους του εναγομένου και όχι στους απασχολούμενους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου εποχικούς δασολόγους αυτού δεν συνιστά αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση υπέρ των πρώτων και σε βάρος των δεύτερων ούτε συνιστά παράβαση του άρθρου 4 παρ. 1 π.δ. 164/2004, αφού κατά τα προεκτεθέντα οι πρώτοι αποτελούν διαφορετική κατηγορία εργαζομένων από τους δεύτερους.

Στην προκειμένη περίπτωση με την από 28-12-2012 αγωγή τους οι ήδη αναιρεσίβλητοι εξέθεσαν τα εξής: Ότι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου προσελήφθησαν από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον με την ειδικότητα του δασολόγου κατηγορίας πανεπιστημιακής εκπαίδευσης (Π.Ε.) και απασχολήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2011 έως 31-10-2011 στις δασικές υπηρεσίες του εναγομένου, οι οποίες μέχρι τις 31-12-2010 υπάγονταν στις περιφέρειες της χώρας, ενώ από την 1-1-2011 υπάγονται στις αποκεντρωμένες διοικήσεις της χώρας.

Ότι εργάζονταν στους ίδιους χώρους και υπηρεσίες και υπό τις ίδιες συνθήκες με τους συναδέλφους τους δασολόγους, οι οποίοι είχαν προσληφθεί και εργάζονταν με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, διαθέτοντας τα ίδια με αυτούς τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα σ' αυτήν.

Ότι παρά ταύτα το εναγόμενο κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα δεν τους χορηγούσε το επίδομα ειδικών συνθηκών και τη μηνιαία ειδική παροχή των υπαλλήλων των κρατικών περιφερειών (ήδη από την 1-1-2004 προσωπική διαφορά), όπως έπραττε για τους συναδέλφους τους δασολόγους, όμοιας κατηγορίας Π.Ε., που εργάζονταν σε αυτό με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου.

Ζήτησαν δε να υποχρεωθεί το εναγόμενο με βάση την αρχή της ισότητας να τους καταβάλει τα αναφερόμενα για τον καθένα ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε στο σύνολό της την αγωγή ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη. Μετά από έφεση του εναγομένου εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Οι ενάγοντες [ήδη αναιρεσίβλητοι], οι οποίοι είναι πτυχιούχοι του Τμήματος Δασολογίας και Φυσικού Περιβάλλοντος της Σχολής Γεωτεχνικών Επιστημών του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, πενταετούς φοιτήσεως, προσλήφθηκαν από το εναγόμενο [ήδη αναιρεσείον] με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, με την ειδικότητα του δασολόγου κατηγορίας πανεπιστημιακής εκπαίδευσης (Π.Ε.) και απασχολήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2011 έως 31-10-2011 στις δασικές υπηρεσίες του εναγομένου...

οι οποίες με το ν. 2503/1997 είχαν υπαχθεί στις περιφέρειες της χώρας, ενώ ήδη με το ν. 3852/2010... υπάγονται από 1-1-2011 στις αποκεντρωμένες διοικήσεις της χώρας, εργαζόμενοι στους ίδιους χώρους και υπηρεσίες και υπό τις ίδιες συνθήκες με τους συναδέλφους τους δασολόγους, οι οποίοι είχαν προσληφθεί και εργάζονταν με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, διαθέτοντας τα ίδια με αυτούς τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, εκτιθέμενοι στους ίδιους αυξημένους για την υγεία τους και τη σωματική τους ακεραιότητα κινδύνους με αυτούς, με το ίδιο ωράριο εργασίας και με κύρια καθήκοντα τη δασοπροστασία, την αντιπυρική προστασία δασών και δασικών εκτάσεων των περιοχών τους, το σχεδιασμό, τη μελέτη και επίβλεψη των πάσης φύσεως δασοτεχνικών έργων, τη μέριμνα κήρυξης εκτάσεων ως αναδασωτέων, την προστασία των δασών και δασικών εκτάσεων από καταπατήσεις κ.λ.π., παρέχοντας ίσης αξίας εργασία με τους ανωτέρω συναδέλφους τους δασολόγους που απασχολούντο στο εναγόμενο με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, διεκπεραιώνοντας τις ίδιες με αυτούς γεωτεχνικές εργασίες και έχοντας την ίδια απόδοση με αυτούς.

Ωστόσο το εναγόμενο, επικαλούμενο το χαρακτήρα των συμβάσεων των εναγόντων ως ορισμένου και όχι αορίστου χρόνου, δεν χορηγούσε σε αυτούς κατά το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα το επίδομα ειδικών συνθηκών και τη μηνιαία ειδική παροχή των υπαλλήλων των κρατικών περιφερειών (ήδη από την 1-1-2004 προσωπική διαφορά), όπως έπραττε για τους συναδέλφους τους δασολόγους, όμοιας κατηγορίας Π.Ε., που εργάζονταν σε αυτό με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, παρά το γεγονός ότι οι ενάγοντες, όπως προεκτέθηκε, παρείχαν την ίδια εργασία με αυτούς, ίσης αξίας, στους ίδιους χώρους και κάτω από τις ίδιες συνθήκες, με την ίδια απόδοση, διαθέτοντας τα ίδια τυπικά και ουσιαστικά προσόντα, ενώ δυνάμει της κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 21 του νόμου αυτού εκδοθείσας... 2/7093/0022/5-2-2004 ΚΥΑ, είχαν εξομοιωθεί πλήρως με αυτούς μισθολογικά.

Η δυσμενής αυτή διάκριση σε βάρος των εναγόντων αναφορικά με τη μη χορήγηση σε αυτούς από το εναγόμενο των ανωτέρω επίδικων παροχών, χωρίς να δικαιολογείται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος... αντίκειται αφενός στη συνταγματικά κατοχυρωμένη αρχή της ισότητας και της ίσης αμοιβής για εργασία ίσης αξίας και αφετέρου στο άρθρο 4 παρ. 1 του π.δ. 164/2004, το οποίο εκδόθηκε για τη μεταφορά της Οδηγίας 1999/70 ΕΚ και ορίζει ότι οι εργαζόμενοι ορισμένου χρόνου δεν επιτρέπεται, εκ μόνου του λόγου ότι η σύμβαση τους είναι ορισμένου χρόνου, να αντιμετωπίζονται δυσμενώς αναφορικά με τους όρους και τις συνθήκες απασχόλησής τους σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζόμενους αορίστου χρόνου".

Με βάση αυτές τις παραδοχές και άλλες που αφορούν τη μερική παραδοχή της προβληθείσης από το εναγόμενο ένστασης παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων και τον υπολογισμό των οφειλόμενων σε κάθε ενάγοντα χρηματικών ποσών, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την έφεση του εναγομένου κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (με την οποία κατά τα προεκτεθέντα είχε γίνει δεκτή στο σύνολό της η αγωγή), εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, αφού δε κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την δέχθηκε μερικώς ως κατ' ουσίαν βάσιμη.

Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που παρατέθηκαν στις προηγούμενες σκέψεις, αφού κατά τα προεκτεθέντα: Α) Η ειδική παροχή του άρθρου 14 ν. 3016/2012 δεν συνιστά προβλεπόμενη από το νόμο ευθεία και γενική αύξηση των αποδοχών όλων των υπαλλήλων του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, εξομοιούμενη με μισθό, με μόνη προϋπόθεση την υπαγωγή αυτών στο ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, αλλά αποτελεί ειδική παροχή μη εξομοιούμενη με μισθό και παρέχεται αν η διοίκηση ασκήσει τη διακριτική της ευχέρεια, μετά συνεκτίμηση της δημοσιονομικής κατάστασης της χώρας, να εκδώσει κανονιστική πράξη για επέκταση της χορήγησης της παροχής αυτής σε υπαλλήλους που πληρούν τις προϋποθέσεις τις οποίες τάσσει το άρθρο 14 ν. 3016/2002, μία των οποίων είναι να μη λαμβάνει ο υπάλληλος άλλες πρόσθετες παροχές, ίσες ή ανώτερες του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι ευρώ.

Εξ άλλου από τη συνταγματική αρχή της ισότητας δεν απέρρεε υποχρέωση της διοίκησης να επεκτείνει τη χορήγηση της ειδικής παροχής στους ενάγοντες από μόνο το λόγο ότι η παροχή αυτή χορηγήθηκε παρανόμως σε άλλες κατηγορίες υπαλλήλων διότι ισότητα στην παρανομία δεν νοείται. Β) Οι απασχολούμενοι με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου δασολόγοι αφενός και οι απασχολούμενοι με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου εποχικοί δασολόγοι αφετέρου αποτελούν διαφορετικές κατηγορίες εργαζομένων που εργάζονται κάτω από διαφορετικές συνθήκες και συνακόλουθα η μη καταβολή στους δεύτερους του επιδόματος του άρθρου 8 παρ. 1 ν. 2342/1995 που καταβάλλεται στους πρώτους δεν συνιστά αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση υπέρ των πρώτων και σε βάρος των δεύτερων ούτε συνιστά παράβαση του άρθρου 4 παρ. 1 π.δ. 164/2004.

Επομένως ο μόνος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω αναιρετική πλημμέλεια, είναι βάσιμος.

Ενόψει όλων αυτών πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή του ανωτέρω λόγου αναίρεσης, εφόσον δε η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, πρέπει να κρατηθεί και να δικασθεί από το παρόν δικαστήριο (άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α Κ.Πολ.Δ.), να ερευνηθεί κατ' ουσίαν η έφεση του εναγομένου κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, να γίνει αυτή δεκτή, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση, να κρατηθεί η υπόθεση και να απορριφθεί η αγωγή, η οποία, έχοντας το περιεχόμενο και αίτημα που αναφέρθηκε στην προηγούμενη σκέψη, ήταν απορριπτέα ως μη νόμιμη για τους λόγους που επίσης αναφέρθηκαν στην προηγούμενη σκέψη. Τέλος πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολό της η εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των διαδίκων των πρώτου και δευτέρου βαθμών δικαιοδοσίας και της παρούσας δίκης διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179 περ. β και 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2463/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.

Δέχεται την από 16-4-2014 έφεση του εναγομένου. Εξαφανίζει την εκκαλούμενη 53/2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.

Απορρίπτει την από 28-12-2012 αγωγή. Συμψηφίζει στο σύνολό της την εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των διαδίκων των πρώτου και δευτέρου βαθμών δικαιοδοσίας και της παρούσας δίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουλίου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ