Legislator Case Law & Legislation
1304/2017 AI generated

1304/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1304/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1304/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Και αυτό γιατί και το μέρος αυτό της αξίωσης, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί (εμμέσως) με δύναμη δεδικασμένου (άρθρο 331 ΚΠολΔ) με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία, για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημίωσης του παθόντος γενικά για κάθε ζημία από την αδικοπραξία.

Keywords

AI generated
traumatic brain injury cessation of accident benefits driving whilst disqualified cognitive impairment unfit notwithstanding health condition health impairment in military insurance
AI generated
1896/2024
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μυρσίνη Παπαχίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ασπασία Μεσσηνιάτη - Γρυπάρη, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.
514/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23/8/2001 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 177/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2928/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10/7/2007 αίτησή του.
851/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλοϋ - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Χρήστο Βρυνιώτη, Αρεοπαγίτες.
270/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
535/2023
Με την από 1.2.2022 και με αριθ.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1304 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1304/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Μ. Α. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ουρανία Μπουρδάκη.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Αρνέλλο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-8-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1732/2011 εν μέρει οριστική και 3691/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 486/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-2-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Τζανακάκη διάβασε την από 30-9-2015 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Ειρήνης Καλού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 12-2-2015 αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 486/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 12-2-2015 (αρ. κατ. …/2015) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αρ. 486/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη Σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ) έχει ασκηθεί νομότυπα, εμπρόθεσμα και είναι παραδεκτή. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των άρθρων 247, 251, 248, 914 και 937 ΑΚ συνάγεται ότι σε περίπτωση αδικοπραξίας, αφότου εκδηλώθηκε το ζημιογόνο γεγονός, γεννάται υπέρ του ζημιωθέντος απαίτηση αποζημίωσης για την όλη ζημία, θετική και αποθετική, παρούσα ή μέλλουσα η δε παραγραφή της αντίστοιχης αξίωσης, έστω και αν αφορά μέλλουσα ζημία, που όμως είναι προβλεπτή κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, είναι κατ' αρχήν πενταετής και εφόσον η δικαστική επιδίωξη αυτής της αξίωσης είναι δυνατή, πράγμα που, εξαιρέσει σχετικού νομικού κωλύματος, πάντοτε συμβαίνει, η εν λόγω παραγραφή αρχίζει να τρέχει, για όλες τις ζημίες ενιαίως, από τότε που ο ζημιωθείς έλαβε γνώση της πρώτης επιζήμιας συνέπειας και του υπόχρεου προς αποζημίωση.

Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 261 εδαφ. α' ΑΚ και 221 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση άσκησης αγωγής για μέρος μόνο της αξίωσης για αποζημίωση, η επίδοση της αγωγής διακόπτει την παραγραφή μόνο για το μέρος αυτό, ως προς το οποίο δημιουργείται αντιστοίχως εκκρεμοδικία. Περαιτέρω σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 268 ΑΚ, κατά την οποία "κάθε αξίωση που βεβαιώθηκε με τελεσίδικη απόφαση ή με δημόσιο έγγραφο εκτελεστό παραγράφεται μετά είκοσι χρόνια και αν ακόμη η αξίωση καθαυτή υπαγόταν σε συντομότερη παραγραφή", εάν βεβαιωθεί με τελεσίδικη δικαστική απόφαση η ύπαρξη αξίωσης για θετική ή αποθετική ζημία από αδικοπραξία, η οποία υπόκειται κατ' αρχήν στην πενταετή παραγραφή του άρθρου 937 παρ. 1 ΑΚ, από την τελεσιδικία αρχίζει εικοσαετής παραγραφή και ως προς το μέρος της όλης αξίωσης αποζημίωσης για αποθετική ζημία η οποία ανάγεται σε χρόνο μεταγενέστερο εκείνου για τον οποίο επιδικάστηκε αποζημίωση.

Και αυτό γιατί και το μέρος αυτό της αξίωσης, καίτοι δεν περιέχεται ειδική αναγνωριστική διάταξη στην απόφαση, θεωρείται ότι έχει βεβαιωθεί (εμμέσως) με δύναμη δεδικασμένου (άρθρο 331 ΚΠολΔ) με την παρεμπίπτουσα δικαστική κρίση, η οποία ήταν αναγκαία, για την ύπαρξη δικαιώματος αποζημίωσης του παθόντος γενικά για κάθε ζημία από την αδικοπραξία.

Η νέα, όμως, αυτή (εικοσαετής) παραγραφή προϋποθέτει αναγκαίως, κατά την έννοια του άρθρου 268 ΑΚ, την ύπαρξη αξίωσης, που δεν έχει ήδη υποκύψει στην μέχρι της τελεσιδικίας ισχύουσα βραχυχρόνια παραγραφή, δεδομένου ότι η τελεσίδικη επιδίκαση της επίδικης τότε αξίωσης, δεν επιφέρει αναβίωση της αξίωσης και κατά το μέρος που δεν έχει ασκηθεί και έχει πλέον αποσβεστεί λόγω παραγραφής, η οποία διέδραμε χωρίς διακοπή κατά το άρθρο 261 ΑΚ (Ολ.ΑΠ 24/2003, ΑΠ 2/2010, 377/2009).

Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 322, 324 και 331 ΚΠολΔ και 914, 297 και 298 ΑΚ προκύπτει ότι η τελεσίδικη απόφαση που εκδόθηκε επί αγωγής αποζημίωσης λόγου θανάτωσης ή βλάβης του σώματος ή της υγείας προσώπου, αποτελεί δεδικασμένο για τη νέα δίκη αποζημίωσης με την ίδια ιστορική και νομική αιτία, ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες έλαβε χώρα η αδικοπραξία, την ευθύνη του υπαιτίου, την τυχόν συνυπαιτιότητα του παθόντος και τη ζημία που έπαθε ο ενάγων για το χρονικό διάστημα που αναφέρεται στην πρώτη αγωγή όχι όμως και για το μεταγενέστερο χρόνο, κατά τον οποίο η αδικοπραξία είναι δυνατό να εξακολουθήσει να έχει επιζήμιες συνέπειες, γιατί αυτές δεν είχαν προβληθεί ούτε καταστεί αντικείμενο έρευνας κατά την πρώτη αγωγή.

Επομένως, αν υπάρξει τελεσίδικη κρίση, ως προς την αδικοπρακτική ευθύνη του υπόχρεου για ορισμένο χρονικό διάστημα, το παραγόμενο από την απόφαση αυτή δεδικασμένο εκτείνεται και ευθέως (άρθρα 322 και 324 ΚΠολΔ) και εμμέσως (άρθρο 331 ΚΠολΔ), μόνο στο χρονικό διάστημα, για το οποίο ζητήθηκε αποζημίωση είτε με αναγνωριστική αγωγή είτε με καταψηφιστική και δεν εκτείνεται και στη μελλοντική αξίωση, εφόσον αυτή δεν κατήχθη σε δίκη και δεν κρίθηκε (Ολ.ΑΠ 24/2003, ΑΠ 2039/2013).

Στην περίπτωση δε που από τη ζημιογόνο πράξη προκύπτει και δυσμενής συνέπεια, που είναι απρόβλεπτη, και συνεπώς για τη σχετική αξίωση που απορρέει από αυτή αρχίζει νέα χωριστή παραγραφή, ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι η δυσμενής συνέπεια ήταν από την αρχή απρόβλεπτη δεν αποτελεί αντένσταση, αλλά άρνηση της ενστάσεως παραγραφής.

Έτσι, ο ενάγων δεν έχει το βάρος να επικαλεσθεί το χαρακτηρισμό της ζημίας του ως απρόβλεπτης, αλλά ο εναγόμενος, ως ενιστάμενος, έχει το βάρος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι η ζημία ήταν από την αρχή προβλεπτή, διότι αυτό είναι το περιεχόμενο της ενστάσεώς του (ΑΠ 1010/2015, πρβλ. επίσης, ΑΠ 21/2012, ΑΠ 831/2011).

Από τα παραπάνω συνάγεται ότι δεν καλύπτονται από το δεδικασμένο της τελεσίδικης αποφάσεως, η οποία εξεδόθη επί της πρώτης αγωγής του παθόντος, οι δυσμενείς συνέπειες, που αποτελούν επιδείνωση της υπάρχουσας καταστάσεως της υγείας αυτού και δεν μπορούσαν να προβλεφθούν από την αρχή ότι θα επέλθουν κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων, δηλαδή δεν μπορούσε κανείς να υπολογίσει κατά το πέρας της προφορικής συζητήσεως ενώπιον του Πρωτοδίκου δικαστηρίου. Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας περί του προβλεπτού ή μη της μέλλουσας επιδεινώσεως της καταστάσεως της υγείας του παθόντος, προκύπτουσα από τις αποδείξεις ή τα εκτιθέμενα στην αγωγή, ως εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν ελέγχεται αναιρετικώς (ΑΠ 790/2015, πρβλ. επίσης, ΑΠ 51/2011).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 622/1983). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες (ΑΠ 413/1993).

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 1547/1997).

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 845/2012, ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015).

Με τον 6ο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι δεν έχει νόμιμη βάση με την εκ πλαγίου παραβίαση της ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξης του άρθρ. 937 ΑΚ, διότι με ανεπαρκείς αιτιολογίες για το ουσιώδες για το αποτέλεσμα της δίκης ζήτημα της απρόβλεπτης ή όχι επιδείνωσης της υγείας του και του χρόνου γνώσης αυτής εκ μέρους του, το Εφετείο κατέληξε σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα και απέρριψε την αγωγή του κατά της ασφαλιστικής εταιρείας, ως παραγεγραμμένη, κατά παραδοχή ως ουσιαστικά βάσιμης της σχετικής ένστασης παραγραφής της υπόχρεης ασφαλιστικής εταιρείας και ήδη αναιρεσίβλητης.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι σε τροχαίο ατύχημα που συνέβη στις 4-6-2001 στα Χανιά της νήσου Κρήτης, τραυματίστηκε ο αναιρεσείων, ο οποίος άσκησε την από 24-11-2001 (αρ. κατ. .../2003) αρχική αγωγή κατά του οδηγού του ζημιογόνου οχήματος, Α.

Μ., που σήμερα δεν είναι διάδικος και κατά της ασφαλιστικής εταιρείας αυτού και ήδη αναιρεσίβλητης. Με την αρχική ως άνω αγωγή ο παθών αναιρεσείων αξίωνε αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για τις ζημίες που υπέστη εξαιτίας του ανωτέρω τροχαίου ατυχήματος. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αρ. 293/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία, με δύναμη δεδικασμένου, έκρινε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος είναι ο ασφαλισμένος στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου.

Ακολούθως, ο παθών -αναιρεσείων άσκησε την ένδικη από 8-8-2010 (αρ. κατ. .../ 2010) αγωγή, με την οποία αξίωνε διαφυγόντα εισοδήματα για χρονικό διάστημα 18 ετών μέχρι την συνταξιοδότησή του, λόγω της απρόβλεπτης επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του με επιληπτικές κρίσεις. Η αγωγή απευθυνόταν κατά της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας με βάση την ευθύνη της από την σωρευτική αναδοχή χρέους, λόγω της κατάθεσης από τον ασφαλισμένο υπαίτιο οδηγό του ασφαλιστηρίου συμβολαίου στο οικείο αστυνομικό τμήμα.

Επί της ένδικης αγωγής εκδόθηκε η υπ' αρ. 1732/2011 μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε δικαστική ιατρική πραγματογνωμοσύνη και μετά τη διενέργεια αυτής εκδόθηκε η οριστική εκκαλουμένη υπ' αρ. 3691/2012 απόφαση του ως άνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη.

Κατά της απόφασης αυτής η ασφαλιστική εταιρεία άσκησε την από 8-12-2012 (αρ. κατ. .../2012) έφεση επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αρ. 486/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και αφού δίκασε την αγωγή, απέρριψε αυτήν ως παραγεγραμμένη κατά παραδοχή της ένστασης πενταετούς παραγραφής του άρθρου 937 ΑΚ, που είχε προβάλει η εκκαλούσα ασφαλιστική εταιρεία με σχετικό λόγο έφεσης.

Περαιτέρω, από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, που επιτρεπτά επισκοπείται για τις ανάγκες του ανωτέρω αναιρετικού λόγου (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το Εφετείο, ως προς τις συνθήκες του ατυχήματος και τις σωματικές βλάβες του αναιρεσείοντα δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του τα εξής: "Με την υπ' αριθ. 293/2009 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 24/11/2003 αγωγής του ίδιου ενάγοντος κατά των ίδιων εναγομένων, έγινε δεκτό με δύναμη δεδικασμένου ότι ο πρώτος εναγόμενος Α.

Μ. είναι αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος που έλαβε χώρα την 4/6/2001 και ώρα 20.20' στην οδό Μουρνιών, στην πόλη των Χανίων, καθόσον ως οδηγός του υπ' αριθ. κυκλοφ. ... Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου, εξήλθε αιφνιδίως από το χώρο όπου βρισκόταν σταθμευμένος, χωρίς να επιδείξει την απαιτούμενη επιμέλεια, με αποτέλεσμα να επιπέσει στο υπ' αριθ. ...

Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, το οποίο οδηγούμενο από τον ενάγοντα έβαινε συννόμως στο οδόστρωμα. Επίσης, με την ίδια απόφαση κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι ο ενάγων, κατά το ατύχημα αυτό τραυματίστηκε και συγκεκριμένα υπέστη εκδορές, εκχυμώσεις και άλλα ελαφρύτερα τραύματα, καθώς και κρανιοεγκεφαλική κάκωση, συνεπεία της οποίας νοσηλεύτηκε και εξετάσθηκε στο Γ.Ν.

Χανίων "Ο Άγιος Γεώργιος", ενώ οι ιατροί συνέστησαν σε αυτόν να απέχει από την εργασία του επί τρίμηνο και ότι, εξαιτίας του ατυχήματος υπέστη τις εξής ζημίες, οι οποίες και επιδικάσθηκαν στον ενάγονται α) ποσό 15.000 ευρώ ως θετική ζημία για την ολοσχερή καταστροφή του αυτοκινήτου του, β) ποσό 350 ευρώ για τη δαπάνη ιατρικών εξετάσεων, γ) ποσό 3.600 ευρώ, λόγω του ότι ήταν ανίκανος να εργασθεί για διάστημα 3,5 μηνών από του ατυχήματος, και έτσι απώλεσε ισόποσα εισοδήματα που θα αποκέρδαινε από την εργασία του ως βαφέας αυτοκινήτων και δ) ποσό 5.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.

Περαιτέρω, ο ενάγων ισχυρίζεται στην αγωγή του ότι συνεπεία της ως άνω κρανιοεγκεφαλικής κακώσεως και με την πάροδο του χρόνου η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε, ότι την επιδείνωση αυτή δεν γνώριζε, ως αναμενόμενη προοπτική, το έτος 2003 που άσκησε την προγενέστερη αγωγή του, ότι για πρώτη φορά το Δεκέμβριο 2009 πληροφορήθηκε τούτο, οπότε έλαβε γνώση ότι πάσχει "από μετατραυματικές επιληπτικές κρίσεις μη ελεγχόμενες" και ότι εξαιτίας της απρόβλεπτης αυτής επιδείνωσης κατέστη ανίκανος, από 1.12.2009 να ασκεί το επάγγελμά του, με αποτέλεσμα να απωλέσει, κατά το διάστημα από 1.1.2010 έως 31.12.2028, οπότε θα συνταξιοδοτείτο, εισοδήματα ύψους 897.838,56 ευρώ.

Μάλιστα, προς απόδειξη του ισχυρισμού του επικαλείται και προσκομίζει τις υπ' αριθ. …/1. 12.2009 και …/29.11.2010 ιατρικές βεβαιώσεις του … του Νευροχειρουργικού Τμήματος του Γενικού Νομαρχιακού Νοσοκομείου Χανίων, Γ. Α., στην πρώτη εκ των οποίων με ημερομηνία 1.12.2009, ο εν λόγω ιατρός, σημειώνει κατ' ακριβή διατύπωση, ότι: "ο Α.

Μ., λόγω κεφαλαλγίας, ιλίγγων, μετά από αναφερόμενο τροχαίο ατύχημα στις 4 Ιουνίου 2001, προσήλθε στα εξωτερικά ιατρεία της ν/χ κλινικής. Από το ιστορικό αναφέρθηκαν κρίσεις απώλειας συνείδησης και εδόθη θεραπεία με Depakine 500 gr χ 2 και συνεστήθη μακρά αναρρωτική άδεια από την εργασία του. Από την επανεξέταση και το νευροακτινολογικό έλεγχο του ασθενούς, διαπιστώθηκε ότι πάσχει από μετατραυματικές επιληπτικές κρίσεις, μη ελεγχόμενες και διεύρενσης του περιφερικού υπαραχνοειδούς χώρου, στην αριστερή κροταφική και μετωπιαία χώρα με ισχαιμικές βλάβες πιθανής μετατραυματικής αιτιολογίας.

Ο ασθενής πρέπει να είναι υπό συνεχή ιατρική παρακολούθηση και να αποφεύγει χειρωνακτική εργασία, διότι λόγω επαγγέλματος (φανοποιός - βαφείο αυτοκινήτων), οι κρίσεις δεν ελέγχονται λόγω αναθυμιάσεων", ενώ στη δεύτερη, επαναλαμβάνεται, κατά βάση η ίδια βεβαίωση, με ενσωμάτωση του πορίσματος του ηλεκτροεγκεφαλογραφήματος που διαπιστώνει αραιά βραδέα κύματα θ και δ ικανού δυναμικού στις μετωποβρεγματικές περιοχές του εγκεφάλου, και απάλειψη της λέξης "πιθανής", ώστε να συνάγεται με σαφήνεια ότι οι βλάβες είναι μετατραυματικής αιτιολογίας.

Επίσης, ο ενάγων προσκομίζει την από 19.6.2001 ιατρική βεβαίωση του ίδιου ιατρού, εκδοθείσα κατά τον εγγύς του ατυχήματος χρόνο, στην οποία ο τελευταίος βεβαιώνει ότι "λόγω κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης της 4ης Ιουνίου 2001, μετά από αναφερόμενο τροχαίο ατύχημα, (ο ενάγων) επανεξετάσθη επανειλημμένως στα εξωτερικά ιατρεία της νευροχειρουργικής κλινικής λόγω κεφαλαλγίας, ιλίγγων και αναφερόμενης κρίσης απώλειας συνειδήσεως.

Είναι σε συνεχή φαρμακευτική αγωγή με Depakine 500 gr 1 χ 2 και συνεστήθη τρίμηνη αποχή από βαριά εργασία και επανεξέταση λόγω της εργασίας του ασθενούς (βαφείο αυτοκινήτων)". Εξάλλου, η νομίμως διορισθείσα από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο πραγματογνώμων, Ό. Α., νευροχειρουργός, αφού εξέτασε τον ενάγοντα, την 21.1.2012, συνέταξε την υπ' αριθ.

…/2012 έκθεση ιατρικής πραγματογνωμοσύνης, στην οποία, η πραγματογνώμων διαπιστώνει ότι ο ενάγων, κατά την κλινική εξέταση ήταν σε πλήρη εγρήγορση, προσανατολισμένος σε χώρο, χρόνο και πρόσωπα, ότι δεν παρατηρείται νευρολογική σημειολογία και ότι η μυϊκή ισχύς των άνω και κάτω άκρων εμφανίζεται χωρίς παθολογικά ευρήματα, ενώ στη συνέχεια αναφέρει ότι ο ενάγων αιτιάται για κεφαλαλγία, ζάλη και επιληπτικές κρίσεις, για τις οποίες, κατά τα αναφερόμενα από τον ίδιο, λαμβάνει αντιεπιληπτική αγωγή.

Ακολούθως, αφού αξιολόγησε και τις πιο πάνω βεβαιώσεις του θεράποντος ιατρού Γ. Α., τα πορίσματα των από 14.6.2001, 24.11.2008 και 30.11.2011 μαγνητικών τομογραφιών εγκεφάλου καθώς και το από 25.11. 2010 ηλεκτροεγκεφαλογράφημα - φλοιοχαρτογράφηση εγκεφάλου (βλ. σχετικό συμπέρασμα του νευρολόγου Ν. Κ.), παρατηρεί ότι ήδη η πρώτη μαγνητική τομογραφία της 14.6.2001 ανέδειξε θλάσεις εγκεφάλου και καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι εγκεφαλικές κακώσεις που υπέστη ο ενάγων κατά το ένδικο ατύχημα, επέφεραν μετατραυματική βλάβη στο μετωπιαίο λοβό και αριστερά κροταφικά και ότι η βλάβη αυτή αναγνωρίζεται σε σειρά μαγνητικών τομογραφιών εγκεφάλου που διενεργήθηκαν από το έτος 2001 έως και σήμερα.

Επισημαίνει δε ότι οποιαδήποτε βλάβη του φλοιού του εγκεφάλου προδιαθέτει στην εμφάνιση μετατραυματικής επιληψίας, η οποία είναι δυνατόν να εμφανισθεί έως και 15 έτη μετά τον τραυματισμό και αποτελεί αναμενόμενο δυνητικά σύμβαμα στα πλαίσια της κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης, αλλά μη προβλέψιμο χρονικά με ακρίβεια, χαρακτηρίζει τη βλάβη μόνιμη και αποφαίνεται ότι ο ενάγων είναι ανίκανος για εργασίες που απαιτούν γειτνίαση με μηχανήματα, τα οποία μπορεί να προκαλέσουν βλάβες σε περίπτωση ζάλης ή απώλειας αισθήσεων, και καταλήγει ότι η εισπνοή χημικών ουσιών που χρησιμοποιούνται ως διαλυτικά μέσα στις βαφές αυτοκινήτων μπορούν εν δυνάμει να εκλύσουν επιληπτικές κρίσεις στα πλαίσια μετατραυματικής επιληψίας επί εδάφους κρανιοεγκεφαλικής κάκωσης και εν κατακλείδι θεωρεί ότι η ανικανότητά του προς εργασία ως βαφέας αυτοκινήτων είναι ολική, δεδομένης και της δυσμενούς επίδρασης των χημικών μέσων στην έκλυση των επιληπτικών κρίσεων.

Τέλος, ο ίδιος ο ενάγων, εξεταζόμενος ανωμοτί ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, βεβαίωσε ότι από το έτος 2001 έως το Δεκέμβριο 2009 είχε μεν επιληπτικές κρίσεις 1-2 φορές το χρόνο και λάμβανε αντιεπιληπτική αγωγή και συγκεκριμένα το φαρμακευτικό σκεύασμα Depakine, σε ημερήσια δόση 500 gr χ 2, πλην όμως έκτοτε οι επιληπτικές κρίσεις εμφανίζονται με συχνότητα 2-3 φορές το μήνα, με αποτέλεσμα να μην είναι πλέον σε θέση να εργασθεί και στο γεγονός αυτό θεμελιώνει τον ισχυρισμό του περί απρόβλεπτης επιδείνωσης της υγείας του.

Όμως ο ισχυρισμός του αυτός, που καθ' υποφορά περιλαμβάνεται στην αγωγή του, δεν ενισχύεται από κανένα αποδεικτικό μέσο στον απαιτούμενο βαθμό. Ειδικότερα, το ότι ο ενάγων υφίστατο επιληπτικές κρίσεις από το έτος 2001 προκύπτει με σαφήνεια α) από την κατάθεση του ιδίου, ο οποίος χαρακτηριστικά δήλωσε ότι "...θεραπεία συνεχίζω από το 2001 μέχρι σήμερα για τις επιληπτικές κρίσεις που είχα από τότε..." και β) από την έκθεση της πραγματογνώμονος, η οποία αναφερόμενη στο ιστορικό του ενάγοντος από το έτος 2001 σημειώνει ότι ο ενάγων παρουσίασε επιληπτικές κρίσεις με απώλεια συνειδήσεως και τέθηκε σε αντιεπιληπτική αγωγή.

Από τα στοιχεία αυτά, σε συνδυασμό με το σύνολο του προσκομισθέντος αποδεικτικού υλικού, αποδεικνύεται πλήρως ότι οι εμφανισθείσες επιληπτικές κρίσεις δεν συνιστούν απρόβλεπτη μεταγενέστερη επιδείνωση της κατάστασης της υγείας του ενάγοντος με την έννοια που προεκτέθηκε αλλ' αντιθέτως ήταν και αναμενόμενες κατά τα διδάγματα της ιατρικής επιστήμης και κυρίως ήταν ήδη αντικειμενικά ορατές και διαγνωστές, και είχαν εκδηλωθεί από το έτος 2001 και έκτοτε ο ενάγων γνώριζε την εμφάνισή τους, την οποία βεβαίως ήδη γνώριζε και κατά το χρόνο ασκήσεως της προγενέστερης αγωγής το έτος 2003.

Το γεγονός α) ότι οι εγκεφαλικές κακώσεις και οι θλάσεις εγκεφάλου που ευθύνονται για τη μετατραυματική βλάβη του μετωπιαίου λοβού και της αριστερής κροταφικής χώρας και ακολούθως για την εμφάνιση της μετατραυματικής επιληψίας αναγνωρίζονται σε σειρά μαγνητικών τομογραφιών εγκεφάλου που διενεργήθηκαν στα πλαίσια ιατρικής παρακολούθησης του ενάγοντος ήδη από το έτος 2001 έως σήμερα, χωρίς να προκύπτει κάποια διαφοροποίηση και β) ότι ήδη από το έτος 2001, ο ενάγων λάμβανε το φαρμακευτικό σκεύασμα Depakine 500 gr χ 2 ημερησίως, καταδεικνύει ότι η εμφάνιση των επιληπτικών κρίσεων ήταν προβλέψιμη και αναμενόμενη και ακριβώς στη αντιμετώπιση αυτών στόχευε η φαρμακευτική αγωγή.

Ας σημειωθεί ότι ούτε καν τροποποίηση ή αύξηση της φαρμακευτικής αγωγής δεν αποδεικνύεται, που κατά τα διδάγματα της ανθρώπινης εμπειρίας, θα ήταν αναμενόμενη, σε περίπτωση επιδεινώσεως της καταστάσεώς του. Ούτε οι προαναφερόμενες ιατρικές βεβαιώσεις του ιατρού Γ. Α., ούτε η πραγματογνώμων ιατρός κάνουν λόγο περί απρόβλεπτης δυσμενούς επιδείνωσης, αντιθέτως, μάλιστα η ιατρική πραγματογνωμοσύνη αναφέρει ότι η εμφάνιση επιληπτικών κρίσεων είναι "δυνητικά αναμενόμενη", που σημαίνει ότι αντικειμενικά ήταν προβλέψιμη.

Η αόριστη αναφορά στις από 1.12.2009 και 29.11.2010 ιατρικές βεβαιώσεις του θεράποντος ιατρού Γ. Α. - ταυτόσημη και στις δύο - ότι οι κρίσεις επιληψίας "δεν ελέγχονται", δεν είναι επαρκής, ώστε να διαφοροποιήσει την κρίση του Δικαστηρίου, εφόσον δεν προκύπτει κατά πόσο οι κρίσεις ήταν "ελεγχόμενες" κατά το προηγούμενο διάστημα, και επιπροσθέτως δεν είναι σαφής η έννοια της αναφοράς αυτής, καθόσον δεν γίνεται καμία μνεία για την ένταση, τη διάρκεια ή τη συχνότητα εμφανίσεως των επιληπτικών κρίσεων, η οποία -σημειωτέον- (συχνότητα κρίσεων) σύμφωνα με την κατάθεση του ίδιου του ενάγοντος, συνιστά την απρόβλεπτη επιδείνωση.

Το κρίσιμο αυτό το στοιχείο, της συχνότητας των επιληπτικών κρίσεων, δεν βεβαιώνει ούτε η διορισθείσα πραγματογνώμων, αρκεσθείσα μόνο στην αναφορά του ιδίου του ενάγοντος περί συχνών επιληπτικών κρίσεων, χωρίς μάλιστα να διευκρινίζει αν οι κρίσεις αυτές πολλαπλασιάσθηκαν σε σύγκριση με το προγενέστερο χρονικό διάστημα.

Μόνη η περί τούτου κατάθεση του ιδίου του ενάγοντος δεν είναι ικανή να οδηγήσει το Δικαστήριο στην απαιτούμενη δικανική πεποίθηση. Ας σημειωθεί ακόμη ότι ο ενάγων πλην των προαναφερθέντων ιατρικών πιστοποιητικών, δεν προσκομίζει ανταποδεικτικά κανένα άλλο ιατρικό έγγραφο ή απεικονιστική εξέταση, που να σχετίζεται με την εξέλιξη και εν γένει πορεία της υγείας του, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 2001 έως 2009, ώστε το δικαστήριο να σχηματίσει σαφή εικόνα περί της καταστάσεως του ενάγοντος κατά το πριν του έτους 2009 χρονικό διάστημα, μολονότι, κατά το διάστημα αυτό βρισκόταν υπό ιατρική παρακολούθηση, στα εξωτερικά ιατρεία της νευροχειρουργικής κλινικής του Γενικού Νομαρχιακού Νοσοκομείου Χανίων (βλ.

έκθεση πραγματογνωμοσύνης). Και ναι μεν ο ενάγων ισχυρίζεται ότι μέχρι το Δεκέμβριο 2009 ήταν σε θέση να εργασθεί, ενώ έκτοτε κατέστη ανίκανος για τη συγκεκριμένη εργασία του βαφέα αυτοκινήτων που μέχρι τότε ασκούσε, πλην όμως το γεγονός αυτό δεν επιβεβαιώνεται με ασφάλεια στον απαιτούμενο δικανικό βαθμό.

Ειδικότερα τόσο, κατά τον πραγματογνώμονα ιατρό, όσο και κατά τον θεράποντα ιατρό, η ανικανότητα του ενάγοντος, ανατομική ή παθολογική, οφείλεται όχι σε κάποια αδυναμία προς εργασία, αλλά μόνο στην έκθεσή του σε τυχόν εργατικό ατύχημα (γειτνίαση σε μηχανήματα, ανάβαση σε ύψος κ.λπ.) καθώς και στην επιβάρυνσή του από εισπνοές χημικών ουσιών που χρησιμοποιούνται στη συγκεκριμένη εργασία (βαφές οχημάτων), που αποτελούν εκλυτικό, για τις επιληπτικές κρίσεις, παράγοντα.

Επομένως και εφόσον και κατά το προγενέστερο χρονικό διάστημα 2001 - 2009 που ο ενάγων έπασχε από επιληπτικές κρίσεις στον ίδιο βαθμό, σύμφωνα με τις αμέσως πιο πάνω παραδοχές του Δικαστηρίου, ήταν, κατά την ομολογία του ίδιου, ικανός να εργάζεται στη συγκεκριμένη εργασία, παρά το ότι και κατά το διάστημα αυτό ήταν εκτεθειμένος σε γειτνίαση μηχανημάτων και αναθυμιάσεις χημικών, το Δικαστήριο οδηγείται στο συμπέρασμα ότι και μετά το έτος 2009, που κατά τα προεκτεθέντα, η κατάσταση της υγείας του δεν παρουσίασε ουσιώδη μεταβολή, συνέχισε να είναι ικανός προς εργασία.

Το γεγονός ότι την 1-12-2009 μεταβίβασε την επιχείρηση συντήρησης και επισκευής μηχανοκίνητων οχημάτων που διατηρούσε στην οδό ... αρ. …, στις Μουρνιές του Δήμου Ελευθερίου Βενιζέλου του νομού Χανίων, στον εικοσαετή γιο του Σ. και μάλιστα, χωρίς κανένα αντάλλαγμα, δεν αποδεικνύει, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ανικανότητα να εργασθεί, αλλ' αντιθέτως έγινε για άλλους δικούς του λόγους με τη βούλησή του να συμβάλει στην οικονομική αυτοτέλεια του γιου του και προς το σκοπό επαγγελματικής αποκατάστασης τούτου, όπως η βούληση αυτή αποτυπώνεται και στο από 1-12-2009 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταβίβασης, στο οποίο δεν γίνεται καμία μνεία για αναγκαστική, εκ της ανικανότητάς του, μεταβίβαση.

Άλλωστε, η μεταβίβαση αυτή δεν συνάδει χρονικά και σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής λογικής με τον ισχυρισμό του ενάγοντος ότι έλαβε γνώση της επιδείνωσης της υγείας του την 1.12.2009 και την ίδια ημέρα μεταβίβασε την επιχείρησή του. Εξάλλου, τόσο η πραγματογνώμων, όσο και ο θεράπων ιατρός, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα θέτουν ως προϋπόθεση της κρίσης τους περί ολικής ανικανότητας του ενάγοντος, την επαγγελματική του ιδιότητα ως βαφέα οχημάτων που προϋποθέτει χρήση χημικών πτητικών ουσιών και δεν βεβαιώνουν ότι αυτός είναι ανίκανος αδιακρίτως να εργασθεί σε οποιοδήποτε επάγγελμα.

Και στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την με ημερομηνία 2/12/2009 βεβαίωση μεταβολής εργασιών φυσικού προσώπου της ΔΟΥ Β' Χανίων, αλλά και από το υπ' αριθ. …/ 2010 πιστοποιητικό του Επιμελητηρίου Χανίων, η επαγγελματική δραστηριότητα του ενάγοντος δεν ήταν αποκλειστικά η βαφή αυτοκινήτων, αλλά οι εν γένει υπηρεσίες επισκευής του αμαξώματος μηχανοκίνητων οχημάτων (θυρών, κλειδαριών, παραθύρων κ.λπ.) μετά από σύγκρουση, το χονδρικό εμπόριο ανταλλακτικών και εξαρτημάτων μηχανοκίνητων οχημάτων καθώς και υπηρεσίες εκτιμητή πραγματογνώμονα ασφαλίσεων, δραστηριότητες (εμπόριο ανταλλακτικών, εκτιμήσεις ζημιών) για τις οποίες από κανένα στοιχείο δεν προκύπτει ότι κατέστη ανίκανος να ασκεί, αφού όλα τα προς τούτο προσκομιζόμενα στοιχεία αναφέρονται μόνο στην επαγγελματική δραστηριότητα του βαφέα οχημάτων.

Τέλος, ας σημειωθεί, ακόμη, ότι ο αρμόδιος ασφαλιστικός φορέας του ενάγοντος ΟΑΕΕ (ΤΕΒΕ), απαντώντας επί της από 29/12/2009 αιτήσεως συνταξιοδοτήσεως του, έκρινε αυτόν ανάπηρο κατά 60% και αρνήθηκε τη χορήγηση αναπηρικής συντάξεως. Επομένως, η εκ μέρους του ενάγοντος εκποίηση της επιχειρήσεώς του και η παύση των εργασιών του και η συνακόλουθη εξ αυτής απώλεια των επικαλουμένων εισοδημάτων δεν συνδέεται αιτιωδώς με το ένδικο ατύχημα και τις εξ αυτού προκληθείσες βλάβες της υγείας του.

Πέραν τούτων, όμως με βάση τις πιο πάνω ουσιαστικές παραδοχές, εφόσον ο ενάγων όχι μόνο γνώριζε τις συνέπειες της εγκεφαλικής κακώσεως (απώλεια συνείδησης, επιληπτικές κρίσεις) που υπέστη το έτος 2001, οπότε εμφανίστηκαν οι πρώτες επιληπτικές κρίσεις, αλλ' ήδη από το έτος 2001, βίωνε αυτές, κατά την κρίση του δικαστηρίου δεν υφίσταται απρόβλεπτη μεταγενέστερη επιδείνωση της υγείας του, ώστε να αρχίσει, από το σημείο αυτό, νέα παραγραφή και συνεπώς ο χρόνος παραγραφής των επικαλουμένων ενδίκων αξιώσεων άρχισε να τρέχει από το έτος 2001.

Και τούτο γιατί, κατά τα εκτεθέντα στη νομική σκέψη της παρούσης, πρόκειται για μία ενιαία ζημία, η οποία γεννήθηκε τη στιγμή που άρχισαν να επέρχονται οι πρώτες δυσμενείς συνέπειες της εγκεφαλικής κακώσεως και πάντως προ της 19/6/2001 που άρχισαν να εκδηλώνονται οι κρίσεις απώλειας συνειδήσεως (βλ. από 19.6.2001 ιατρική βεβαίωση Γ.Ν.Ν.

Χανίων) και ήταν πλέον διαγνωστή η εμφάνιση, αλλά και η αιτία τούτων (εγκεφαλικές θλάσεις), οι οποίες αναδείχθηκαν ήδη στην από 14/6/2001 μαγνητική τομογραφία, ως συνδεόμενες με το ατύχημα. Κατά συνέπεια, εφόσον πρόκειται για την ίδια αρχική αξίωση αποζημιώσεως, μέρος της οποίας αποτέλεσε αντικείμενο της προγενέστερης από 24/11/2003 αγωγής, το δικαστήριο τούτο δεσμεύεται από το δεδικασμένο που προκύπτει από την υπ' αριθ. 293/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και σύμφωνα με το οποίο η παραγραφή της αξιώσεως αυτή, υπόκειται στη ρύθμιση των άρθρων 937 σε συνδ.

με 472 - 475 ΑΚ, καθόσον πρόκειται για αξίωση θεμελιούμενη στις περί σωρευτικής αναδοχής χρέους διατάξεις. Έτσι, σε κάθε περίπτωση οι ένδικες αξιώσεις έχουν υποπέσει σε παραγραφή, αφού από το χρόνο που η αδικοπραξία άρχισε να αναδίδει τις επιζήμιες συνέπειές της (2001), μέχρι το χρόνο ασκήσεως της αγωγής (2010) παρήλθε χρόνος μεγαλύτερος της πενταετίας.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που έκρινε ότι πρόκειται για απρόβλεπτες μεταγενέστερες συνέπειες της αδικοπραξίας, που υπόκεινται σε νέα παραγραφή, που άρχισε να τρέχει από 1.12.2009, έσφαλε και πρέπει να γίνει δεκτός ο συναφής λόγος εφέσεως και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη κατά το μέρος που αφορά στη δεύτερη εναγομένη εταιρία...".

Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 937 ΑΚ με ανεπαρκείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απρόβλεπτης ή προβλεπτής επιδείνωσης της κατάστασης της υγείας του αναιρεσείοντα, που επιδρά στο αποτέλεσμα της δίκης ως προς την επιδίκαση σ' αυτόν διαφυγόντων εισοδημάτων.

Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη δεν προσδιορίζει το χρόνο που ο παθών αναιρεσείων έλαβε γνώση των μετατραυματικών "μη ελεγχόμενων", επιληπτικών κρίσεων, ούτε πότε ακριβώς έγιναν αυτές διαγνωστές ιατρικά. Επίσης, δεν διευκρινίζει τον ακριβή αριθμό και το είδος των ανωτέρω "μη ελεγχόμενων" επιληπτικών κρίσεων το έτος 2001, που συνέβη το ατύχημα και ασκήθηκε η αρχική αγωγή και τον αριθμό αυτών και το είδος τους το έτος 2009 (που κατά τον αναιρεσείοντα έλαβε αυτός γνώση της απρόβλεπτης επιδείνωσης), ούτε τα ιατρικά ευρήματα κατά τα ανωτέρω χρονικά διαστήματα, ώστε συγκρινόμενα να δικαιολογούν την επιδείνωση ή όχι της κατάστασης της υγείας του αναιρεσείοντα, καθόσον από την επιτρεπτή, κατ' άρθρ. 561 αρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αρχικής από 24-11-2001 αγωγής του, προκύπτει ότι ο παθών ανέφερε ότι είχε υποστεί μόνον κρανιοεγκεφαλική κάκωση, δηλαδή ελαφρά σωματική βλάβη, ενώ ουδόλως αναφέρει τις μη ελεγχόμενες επιληπτικές κρίσεις, που συνιστούν σοβαρή ασθένεια, τις οποίες, εάν γνώριζε τότε, είναι βέβαιο ότι θα τις επικαλείτο στο αρχικό αγωγικό δικόγραφο.

Επισημαίνεται επίσης, ότι η προσβαλλόμενη δεν διευκρινίζει, εάν οι κρίσεις απώλειας συνειδήσεως που εμφανίστηκαν το 2001 είναι ιατρικά ταυτόσημες, ως προς τα αποτελέσματά τους, με τις μη ελεγχόμενες επιληπτικές κρίσεις, που κατά τον αναιρεσείοντα εμφανίστηκαν το έτος 2009. Επομένως, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι οι πρώτες δυσμενείς συνέπειες με απώλεια συνείδησης - επιληπτικές κρίσεις άρχισαν να εκδηλώνονται πριν από την 19-6-2001 δεν αρκούν για να καταδείξουν τη γνώση του παθόντα, ότι οι "μη ελεγχόμενες" επιληπτικές κρίσεις ήταν αναμενόμενη προοπτική ή ότι ήταν διαγνωστές από αυτόν, ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στη δίκη για την επιδίκαση των αγωγικών αξιώσεων από διαφυγόντα εισοδήματα λόγω της απρόβλεπτης επιδείνωσης της υγείας του και συνακόλουθα της έναρξης έκτοτε νέας παραγραφής των παραπάνω αγωγικών αξιώσεων.

Επομένως, με τις ελλιπείς ως άνω παραδοχές δεν καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, αλλά καταλείπονται αμφιβολίες, περί του εάν τα περιστατικά που το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν υπάγονται στο πραγματικό της διάταξης του ουσιαστικού κανόνα δικαίου του άρθρου 937 ΑΚ, την οποία το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου με ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες κατά τα ανωτέρω.

Επομένως, ο 6ος λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτός ως ουσιαστικά βάσιμος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Περαιτέρω, με δεδομένο ότι η αναιρετική εμβέλεια του 6ου αναιρετικού λόγου οδηγεί στην παραδοχή της αίτησης αναίρεσης στο σύνολό της, καθίσταται πλέον αλυσιτελής, άλλως παρέλκει η εξέταση των λοιπών αναιρετικών λόγων, που επίσης αποβλέπουν στην αποδοχή της αναίρεσης και πλήττουν το ίδιο κεφάλαιο περί μη παραγραφής των αξιώσεων του αναιρεσείοντα για διαφυγόντα εισοδήματα λόγω της απρόβλεπτης επιδείνωσης της υγείας του και ειδικότερα, παρέλκει η έρευνα του 1ου αναιρετικού λόγου κατά το Α' σκέλος αυτού εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ.

γ' ΚΠολΔ, του 1ου αναιρετικού λόγου κατά το Β' σκέλος αυτού εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, του 2ου αναιρετικού λόγου εκ του άρθρου 559 αρ. 13 ΚΠολΔ, του 3ου αναιρετικού λόγου εκ του άρθρου 559 αρ. 16 ΚΠολΔ, του 4ου αναιρετικού λόγου εκ του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ και του 5ου αναιρετικού λόγου εκ του άρθρου 559 αρ. 1 περ.

α' και β' ΚΠολΔ. Συμπερασματικά κατόπιν όλων αυτών πρέπει να γίνει δεκτή η αναίρεση και να παραπεμφθεί η υπόθεση στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλον Δικαστή (άρθρ. 580 αρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης (άρθρ. 495 παρ. 4 εδ.

ε' ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντα, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα, ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αρ. 486/2014 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των αυτοκινητικών διαφορών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο ως άνω Δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή.

Διατάσσει να επιστραφεί το παράβολο στον αναιρεσείοντα, που αυτός είχε καταθέσει για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης. Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντα, που καθορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουλίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ