1304/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Δημήτριο Τζιούβα - Εισηγητή και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1304/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ιδίου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η γνώση αυτού (δράστη), χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1304 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1304/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Δημήτριο Τζιούβα - Εισηγητή και Διονυσία Μπιτζούνη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Ιανουαρίου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Άννας Ζαΐρη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ε. Γ. του Μ., κατοίκου ..., που παρέστη αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 14/2015 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου.
Το Πενταμελές Εφετείο Αιγαίου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 6 Μαΐου 2015 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 560/2015.
Αφού άκουσε
Τον παραστάντα αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 224 παραγρ. 2 σε συνδυασμό με παραγρ. 1 του Π.Κ., όπως η παραγρ. 1 αντικαταστάθηκε από το αρθρ. 1 παρ.1 Ν. 3327/2005, με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται α) ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ενώπιον αρμόδιας για την εξέταση του αρχής. Η αρμοδιότητα της αρχής, ενώπιον της οποίας δίνεται η κατάθεση, αποτελεί συστατικό όρο του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα, θεωρείται δε ως αρμόδια αρχή εκείνη, ενώπιον της οποίας είναι δυνατό, κατά διάταξη νόμου, να γίνει ένορκη κατάθεση κάποιου, η οποία να μπορεί στη συνέχεια να ληφθεί υπόψη ως έγκυρο αποδεικτικό μέσο από αρχή, που είναι και αυτή αρμόδια προς διάγνωση κάποιας διαφοράς, β) τα πραγματικά περιστατικά, που αυτός κατέθεσε, να είναι ψευδή και γ) να υπάρχει άμεσος δόλος, ο οποίος συνίσταται στη γνώση του μάρτυρα, ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή στο ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να τα καταθέσει.
Η ένορκη κατάθεση του δράστη του εγκλήματος αυτού πρέπει να αναφέρεται σε γεγονότα αντικειμενικώς ανακριβή και όχι σε κρίσεις, γνώμες ή πεποιθήσεις, εκτός εάν αυτές είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένες προς τα γεγονότα που κατέθεσε, θεωρείται δε αντικειμενικώς ψευδές το περιστατικό όχι μόνον, όταν αυτό είναι αντίθετο προς την αντικειμενική πραγματικότητα, αλλά και ως προς εκείνα, που ο μάρτυρας αντιλήφθηκε ή πληροφορήθηκε από διηγήσεις τρίτων και, ως εκ τούτου, γνώριζε.
Προϋπόθεση για την τέλεση του εν λόγω εγκλήματος αποτελεί και το ότι τα κατατεθέντα περιστατικά θα πρέπει να αναφέρονται σε γεγονότα, τα οποία έχουν σχέση με την υπόθεση και αναφέρονται, προκειμένου μεν για αστική διαφορά στα αποδεικτέα θέματα, προκειμένου δε για ποινική δίκη στα στοιχεία του εγκλήματος, που αποτελεί το αντικείμενο αυτής, ή σε άλλα περιστατικά συνδεόμενα αναποσπάστως με τα γεγονότα αυτά, στερείται σημασίας, όμως, το αν είναι ουσιώδη ή επουσιώδη για την έκβαση της δίκης.
Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ Κ.Ποιν.Δ., όταν αναφέρονται σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της αποφάσεως, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που ελήφθησαν υπόψη από το δικαστήριο για την καταδικαστική του κρίση, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ’ είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα1 χωριστά, πρέπει όμως να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσεως, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποίο ή ποία αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.
Όμως, δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον, στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Η ύπαρξη του δόλου δεν είναι, κατ’ αρχήν, αναγκαίο να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών, που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως η τέλεση της πράξεως εν γνώσει ορισμένου περιστατικού (άμεσος δόλος) ή σκοπός επελεύσεως ορισμένου πρόσθετου αποτελέσματος (εγκλήματα με υπερχειλή υποκειμενική υπόσταση).
Το τελευταίο συμβαίνει και στο έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα, που προβλέπεται από το άρθρο 224 παρ.2 Π.Κ., για τη θεμελίωση της υποκειμενικής υποστάσεως του οποίου απαιτείται άμεσος δόλος, που περιλαμβάνει τη γνώση, ότι τα ενόρκως κατατεθέντα είναι ψευδή. Η ύπαρξη τέτοιου δόλου πρέπει να αιτιολογείται ειδικά στην καταδικαστική απόφαση για την ως άνω πράξη, με παράθεση των περιστατικών, που δικαιολογούν τη γνώση αυτή, διαφορετικά η απόφαση στερείται της ειδικής και εμπεριστατωμένης, κατά την ανωτέρω έννοια, αιτιολογίας, αφού η γνώση, ως ενδιάθετη βούληση, επιβάλλεται να εξειδικεύεται και να συνοδεύεται από εκδηλώσεις του δράστη, ώστε να συνάγεται σαφώς, ότι το περιεχόμενο της καταθέσεως ήταν αποτέλεσμα της ενσυνείδητης ενεργείας του.
Υπάρχει, όμως, και στις περιπτώσεις αυτές η εν λόγω αιτιολογία, όταν, σύμφωνα με τις παραδοχές της αποφάσεως, ο σχετικός με το ψευδές γεγονός ισχυρισμός του δράστη θεμελιώνεται σε προσωπική πεποίθηση ή αντίληψη του ιδίου ή σε δική του πράξη ή παράλειψη, οπότε είναι αυτονόητη η γνώση αυτού (δράστη), χωρίς να απαιτείται παράθεση άλλων, σχετικών με τη γνώση, περιστατικών.
Ακόμη, με βάση τα προεκτεθέντα, για την πληρότητα της αιτιολογίας επί καταδίκης για το έγκλημα της ψευδορκίας μάρτυρα, πρέπει να αναφέρονται και τα αληθή περιστατικά, που γνώριζε ο εξετασθείς (κατηγορούμενος) και αντ’ αυτών κατέθεσε τα ψευδή, δηλαδή να εκτίθεται σ’ αυτήν ποία ήταν τα αληθινά γεγονότα κατ’ αντιπαράθεση προς εκείνα, που το δικαστήριο δέχθηκε ότι ήταν ψευδή και κήρυξε αντιστοίχως ένοχο ψευδορκίας τον κατηγορούμενο.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Πενταμελές Εφετείο Αιγαίου, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 14/2015 απόφαση του, κήρυξε τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, ένοχο ψευδορκίας μάρτυρα και τον καταδίκασε σε ποινή φυλακίσεως έξη (6) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία. Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας, στο σκεπτικό της δέχθηκε, επί λέξει, τα εξής: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, την εκκαλούμενη 40/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου και τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν και αναφέρονται παραπάνω λεπτομερώς, σε συνδυασμό με τις απολογίες των κατηγορουμένων και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδεικνύονται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Α.1. Στη ..., στις 19 3-2008, ο πρώτος κατηγορούμενος, Α. Κ. Η., υπέβαλε στο Α.Τ. ... την από 19-3-2008, τιτλοφορούμενη ως "Αναφορά - Καταγγελία", μήνυση σε βάρος του Γ. Λ. του Κ., Υπαστυνόμου Β’ , που υπηρετούσε στο Α.Τ. ..., στην οποία ανέφερε ότι ο εγκαλών Γ. Λ., Υπαστυνόμος Β’ του Α.Τ. ..., παραβαίνει το καθήκον της υπηρεσίας του, μη προβαίνοντας ο ίδιος, αλλά ούτε οι αστυνομικοί του Α.Τ. ..., κατόπιν υποδείξεων του (του εγκαλούντος), στη σύλληψη κατά την αυτόφωρη διαδικασία του Δ.
Γ. και του Δ. Γ., σε βάρος των οποίων αυτός (μηνυτής - πρώτος κατηγορούμενος) είχε καταθέσει έξι (6) εγκλήσεις για το αδίκημα της αυτοδικίας. Τα παραπάνω όμως δεν ανταποκρίνονταν στην αλήθεια, διότι επί των εγκλήσεων που είχε υποβάλει, έγιναν οι εξής ενέργειες: α) κατόπιν της από 26.2.2008 έγκλησης σε βάρος του Δ.
Γ., συνελήφθη ο τελευταίος στο πλαίσιο της αυτόφωρης διαδικασίας και αφέθηκε ελεύθερος μετά από προφορική εντολή της Εισαγγελέα Πρωτοδικών Νάξου, β) επί της από 29.2.2008 έγκλησης εις βάρος των Δ. Γ. και Δ. Γ., επειδή δεν προέκυψε η τέλεση αυτόφωρου αδικήματος, καθώς δεν προσδιοριζόταν ο χρόνος τέλεσης αυτού, η δικογραφία απεστάλη αρμοδίως στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Νάξου, γ) κατόπιν της από 11.3.2008 έγκλησης εις βάρος των Δ.
Γ. και Δ. Γ., αφού αναζητήθηκαν οι εγκαλούμενοι εντός των ορίων της αυτόφωρης διαδικασίας και δεν ανευρέθηκαν, η δικογραφία διαβιβάστηκε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Νάξου, δ) κατόπιν της από 15 3-2008 έγκλησης εις βάρος των Δ. Γ., Χ. Δ. και Ν. Δ., συνελήφθησαν οι τελευταίοι στο πλαίσιο της αυτόφωρης διαδικασίας και αφέθηκαν ελεύθεροι μετά από προφορική εντολή της Εισαγγελέα Πρωτοδικών Νάξου, ε) κατόπιν της από 17 3 2008 έγκλησης εις βάρος των Δ.
Γ. και Δ. Γ., αφού αναζητήθηκαν οι εγκαλούμενοι εντός των ορίων της αυτόφωρης διαδικασίας και δεν ανευρέθηκαν, η δικογραφία διαβιβάστηκε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Νάξου και στ) κατόπιν της από 19-3-2008 έγκλησης εις βάρος των Δ. Γ., Δ. Γ., Ι. Σ., Χ. Δ., Ν. Δ. και Δ. Φ., συνελήφθησαν στο πλαίσιο της αυτόφωρης διαδικασίας οι Ι.
Σ., Χ. Δ., Ν. Δ. και Δ. Φ. και οδηγήθηκαν στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Νάξου, ενώ οι Δ. Γ. και Δ. Γ., αν και αναζητήθηκαν εντός των ορίων της αυτόφωρης διαδικασίας, δεν ανευρέθηκαν. Ο πρώτος κατηγορούμενος γνώριζε ότι τα ανωτέρω αναφερόμενα στη μήνυση του περί παράβασης καθήκοντος από τον εγκαλούντα ήταν ψευδή και με πρόθεση τον καταμήνυσε ψευδώς, με σκοπό να προκαλέσει την καταδίωξη του για την πράξη αυτή.
Τούτο δε διότι, άλλοτε ο ίδιος και άλλοτε ο δικηγόρος του Ε. Γ. (δεύτερος κατηγορούμενος) τηλεφωνούσαν στο AT. ... και ρωτούσαν τους αξιωματικούς υπηρεσίας σχετικά με τη σύλληψη των μηνυομένων για αυτοδικία και οι τελευταίοι τους απαντούσαν. Ο ίδιος μάλιστα ο εγκαλών είχε ενημερώσει τον ως άνω δικηγόρο του για το ότι σε ορισμένες περιπτώσεις είχαν βρεθεί και συλληφθεί οι εγκαλούμενοι και ότι είχαν αφεθεί ελεύθεροι μετά από προφορική εντολή του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Νάξου, γεγονός που μνημονεύει μάλιστα στην ίδια τη μήνυση, αλλά αμφισβητεί την αλήθεια του.
Α.2. Περαιτέρω, ο πρώτος κατηγορούμενος, Α. Κ. Η., στον ως άνω τόπο και χρόνο, με δόλο, ενώπιον τρίτων ισχυρίστηκε και διέδωσε για κάποιον άλλο γεγονός, που μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του, το γεγονός αυτό ήταν ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι είναι ψευδές. Συγκεκριμένα, κατέθεσε την από 19-3-2008 αναφορά - καταγγελία προς τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Νάξου, τον Διοικητή του Α.Τ.
… και τον Υπουργό Δημόσιας Τάξης, του περιεχομένου της οποίας έλαβαν γνώση οι υπάλληλοι της Γραμματείας της ως άνω Εισαγγελίας, αστυνομικοί υπάλληλοι του Α.Τ. ..., υπάλληλοι του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και άλλα πρόσωπα, στην οποία ανέφερε τα προρρηθέντα υπό στοιχείο Α.1., εν γνώσει του ότι αυτά ήταν ψευδή, διότι είχε ενημερωθεί για τις ενέργειες στις οποίες είχαν προβεί οι αστυνομικοί του Α.Τ. ...ς, όπως αμέσως παραπάνω αναφέρθηκε, και τα οποία μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη του εγκαλούντος Γ.
Λ.. Β. Ο δεύτερος κατηγορούμενος Ε. Γ. του Μ., στη ..., στις 19.6.2008, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα. Ειδικότερα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο, εξεταζόμενος ως μάρτυρας ενώπιον της Πταισματοδίκη Θήρας Π. Δ., στο πλαίσιο της προκαταρκτικής εξέτασης που διενεργήθηκε επί της δικογραφίας με ΑΒΜ Β08/98, η οποία σχηματίστηκε εις βάρος του εγκαλούντος Γ.
Λ., βάσει της από 19.3.2008 μήνυσης του πρώτου κατηγορούμενου Α. Κ., κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι ο εγκαλών Γ. Λ. "κάλυπτε" τον αντίδικο του πρώτου κατηγορουμένου Δ. Γ. στις ενέργειες του, ώστε, ενώ υποβάλλονταν από τον πρώτο κατηγορούμενο μηνύσεις για το αδίκημα της αυτοδικίας, να μην συλλαμβάνεται με την αυτόφωρη διαδικασία.
Ο δεύτερος κατηγορούμενος κατέθεσε τα ως άνω εν γνώσει του γεγονότος ότι αυτά ήσαν ψευδή, καθώς η αλήθεια είναι ότι ο εγκαλών δεν παρείχε οιασδήποτε μορφής συνδρομή και βοήθεια στον αντίδικο του πρώτου κατηγορουμένου Δ. Γ., στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της υπηρεσίας του και δεν προέβη σε οιανδήποτε ενέργεια, ούτε παρέλειψε κάποια νόμιμη ενέργεια, προκειμένου να μην ακολουθηθεί η αυτόφωρη διαδικασία εις βάρος του ανωτέρω, αντίθετα επί των έξι (6) μηνύσεων που υπέβαλε ο πρώτος κατηγορούμενος σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, τρεις φορές ανευρέθηκαν και συνελήφθησαν οι εγκαλούμενοι στο πλαίσιο της αυτόφωρης διαδικασίας, αυτός δε (δεύτερος κατηγορούμενος) γνώριζε τις σχετικές ενέργειες στις οποίες πρόεβαιναν οι αστυνομικοί του Α.Τ. ..., αφού τηλεφωνούσαν επανειλημμένα, άλλοτε ο ίδιος και άλλοτε ο πρώτος κατηγορούμενος, προκειμένου να πληροφορηθούν σχετικά με τη σύλληψη των μηνυομένων.
Σημειώνεται ότι ο ίδιος ο εγκαλών τον είχε ενημερώσει για το ότι σε ορισμένες περιπτώσεις είχαν βρεθεί και συλληφθεί οι εγκαλούμενοι και ότι είχαν αφεθεί ελεύθεροι μετά από προφορική εντολή της Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Νάξου, γεγονός που είχε αναφέρει στον πρώτο κατηγορούμενο και είχε μνημονεύσει ο τελευταίος στην ως άνω μήνυση, αλλά, ωστόσο αυτός (δεύτερος κατηγορούμενος) αμφισβητούσε την αλήθεια του.
Τέλος, ο ισχυρισμός του στην ως άνω κατάθεση περί του ότι εδραιώθηκε η πεποίθηση του περί "κάλυψης" του Δ. Γ. (αντιδίκου του πελάτη του -πρώτου κατηγορουμένου) από τον εγκαλούντα Γ. Λ., διότι σε τηλεφωνική του επικοινωνία με τον εγκαλούντα ο τελευταίος του είπε "έλα κ. Δ.", νομίζοντας ότι τον είχε καλέσει ο Δ.
Γ. αντί αυτός (δεύτερος κατηγορούμενος), κρίνεται αβάσιμος, αφού η τηλεφωνική επικοινωνία ενός αστυνομικού με πολίτη τον οποίο αποκαλεί ο πρώτος με το όνομα και όχι το επώνυμο του, από μόνη της δεν μπορεί να οδηγήσει στο*’ συμπέρασμα ότι επιδιώκει να τον "καλύψει" σε παράνομες ενέργειες του. Επομένως, με βάση τ’ ανωτέρω, πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι οι κατηγορούμενοι για τις ως άνω αξιόποινες πράξεις που τους αποδίδονται".
Και με το διατακτικό της, η προσβαλλόμενη απόφαση, κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα κατηγορούμενο, επί λέξει, του ότι: "Στη ..., στις 19/6/2008, εξεταζόμενος ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, κατέθεσε εν γνώσει του ψέματα. Ειδικότερα, στον παραπάνω τόπο και χρόνο, εξεταζόμενος ως μάρτυρας ενώπιον της Πταισματοδίκη Θήρας Π.
Δ., στο πλαίσιο της διενεργηθείσας προκαταρκτικής εξέτασης επί της δικογραφίας με ABM B08/98, που σχηματίστηκε εις βάρος του εγκαλούντος, Γ. Λ., βάσει της από 19/3/2008 μήνυσης του πρώτου κατηγορούμενου Α. Κ., κατέθεσε, μεταξύ άλλων, ότι ο εγκαλών Γ. Λ. "κάλυπτε" τον αντίδικο του πρώτου κατηγορουμένου Δ. Γ. στις ενέργειες του, ώστε, ενώ υποβάλλονταν από τον πρώτο κατηγορούμενο μηνύσεις για το αδίκημα της αυτοδικίας, να μην συλλαμβάνεται με την αυτόφωρη διαδικασία.
Ο δεύτερος κατηγορούμενος κατέθεσε τα ως άνω εν γνώσει του γεγονότος ότι αυτά ήσαν ψευδή, καθώς η αλήθεια είναι ότι ο εγκαλών δεν παρείχε οιανδήποτε μορφής συνδρομή και βοήθεια στον αντίδικο του πρώτου κατηγορουμένου Δ. Γ., στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων της υπηρεσίας του και δεν προέβη σε οιανδήποτε ενέργεια προκειμένου να μην ακολουθηθεί η αυτόφωρη διαδικασία εις βάρος του ανωτέρω".
Με τις παραδοχές αυτές η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, διότι σε αυτή περιέχονται, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικοί συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 27 παρ. 1 και 2α και 224 παρ. 2 του Π.Κ.
που εφαρμόσθηκαν. Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι ουδέν αναφέρει η προσβαλλόμενη απόφαση στις αιτιολογίες της σχετικά με το δόλο του) είναι αβάσιμες, αφού η προσβαλλόμενη δέχεται ότι αυτός κατέθεσε ψέματα ως μάρτυρας ενώπιον της Πταισματοδίκη Θήρας ότι ο εγκαλών Γ. Λ., Υπαστυνόμος Β’ , που υπηρετούσε στο Α.Τ. ..., "κάλυπτε" τον αντίδικο του πρώτου κατηγορουμένου Δ.
Γ. στις ενέργειες του, ώστε, ενώ υποβάλλονταν από τον πρώτο κατηγορούμενο μηνύσεις για το αδίκημα της αυτοδικίας, να μην συλλαμβάνεται με την αυτόφωρη διαδικασία, δηλαδή κατέθεσε ψευδές γεγονός και όχι απλή κρίση και συγκεκριμένα κατέθεσε ψευδώς ότι ο εγκαλών Υπαστυνόμος Β’ φρόντιζε να μη συλλαμβάνεται ο αντίδικος του πρώτου κατηγορουμένου Δ.
Γ. με την αυτόφωρη διαδικασία για τις αυτοδικίες που τον μήνυε ο πρώτος κατηγορούμενος, καθώς επίσης δέχεται και ότι αυτός γνώριζε από προσωπική αντίληψη ότι το ως άνω γεγονός που κατέθετε ήταν ψευδές γιατί είχε ενημερωθεί, τόσο από αστυνομικούς του Α.Τ. ..., αλλά και από τον ίδιο τον εγκαλούντα, όσο και από τον πρώτο κατηγορούμενο και πελάτη του, ότι στις τρεις από τις έξι μηνύσεις που είχαν υποβληθεί είχε ανευρεθεί και είχε προσαχθεί στα πλαίσια του αυτοφώρου ο αντίδικος του πελάτη του Δ.
Γ., πλην όμως είχε αφεθεί ελεύθερος κατόπιν προφορικής εντολής του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Νάξου, η δε αναφορά στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι ο αναιρεσείων κατηγορούμενος αμφισβητούσε την αλήθεια για όσα τον ενημέρωνε ο εγκαλών, δεν αντιφάσκει στην παραδοχή του άμεσου δόλου του, διότι με το σύνολο των παραδοχών του, το δικαστήριο της ουσίας δέχεται με την προσβαλλόμενη απόφαση του ότι ο κατηγορούμενος δολίως αμφισβητούσε τα όσα τον ενημέρωνε ο εγκαλών, παρά το γεγονός ότι γνώριζε ότι (τα όσα τον ενημέρωνε) ήταν αλήθεια, για να προβάλει ψευδείς ισχυρισμούς προς υποστήριξη του πελάτη του, όπως και έπραξε καταθέτοντας εν γνώσει του ψέματα.
Κατά συνέπεια, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι αβάσιμος. Η αιτίαση του αναιρεσείοντος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν εκτίμησε ορθά το ότι στην από 19-3-2013 αγωγή του ο μηνυτής ανέφερε ότι αν δεν τέλεσε το αδίκημα της ψευδορκίας, τότε τον δυσφήμισε, καθώς και οι λοιπές αιτιάσεις του ότι δεν εκτίμησε το ότι δεν κατηγορείτο ο συγκατηγορούμενός του και πελάτης του ως ηθικός αυτουργός για τη ψευδορκία του και το ότι κατέθεσε ο μηνυτής ότι αυτός πίστευε ότι δεν έκανε καλά τη δουλειά του, αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων από μέρους του δικαστηρίου της ουσίας και υπό την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας πλήττουν την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας περί την εκτίμηση των αποδείξεων και είναι απαράδεκτες.
Κατά το άρθρο 470 του Κ.Ποιν.Δ., στην περίπτωση που ασκήθηκε ένδικο μέσο εναντίον καταδικαστικής απόφασης από εκείνον που καταδικάσθηκε ή υπέρ αυτού, δεν μπορεί να γίνει χειρότερη η θέση του ούτε να ανακληθούν τα ευεργετήματα που δόθηκαν με την απόφαση που προσβάλλεται. Δεν εμποδίζεται όμως η επιβολή παρεπόμενης ποινής, που από παραδρομή δεν επιβλήθηκε, αν και σύμφωνα με το νόμο έπρεπε υποχρεωτικά να επιβληθεί ή η επιβολή μέτρου ασφαλείας προβλεπόμενου από τον Ποινικό Κώδικα.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 227 παρ. 1 του Π.Κ., όπως αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 1 παρ. 5 του Ν. 3327/2005, στις περιπτώσεις των άρθρων 224 και 226 παρ. 1 επιβάλλεται στον υπαίτιο και στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων για ένα έως πέντε έτη. Από τις διατάξεις αυτές, προκύπτει, εκτός άλλων, ότι, σε περίπτωση που ο κατηγορούμενος καταδικαστεί για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, το δικαστήριο που τον καταδίκασε οφείλει να επιβάλει και την παρεπόμενη ποινή της στερήσεως των πολιτικών δικαιωμάτων που προαναφέρθηκε, εάν δε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που καταδίκασε αυτόν, παρέλειψε, από παραδρομή, να διατάξει την επιβολή της, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που εκδικάζει το ένδικο μέσο της έφεσης του κατηγορούμενου κατά της παραπάνω καταδικαστικής αποφάσεως, δεν εμποδίζεται να διατάξει την επιβολή της ως άνω παρεπόμενης ποινής, χωρίς να καθιστά χειρότερη τη θέση αυτού και αναιρετέα την απόφαση του για υπέρβαση εξουσίας.
Επομένως, εφόσον στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ο αναιρεσείων καταδικάσθηκε για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα, από παραδρομή δε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν του είχε επιβάλει την παρεπόμενη ποινή της στερήσεως των πολιτικών δικαιωμάτων, δεν επήλθε χειροτέρευση της θέσεως του από την επιβολή αυτής από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση και συνεπώς δεν υπάρχει ούτε υπέρβαση εξουσίας, ούτε οποιαδήποτε ακυρότητα από την επιβολή της ως άνω παρεπόμενης ποινής από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και ο περί του εναντίου λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Όπως προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 500 εδ. γ του Κ.Ποιν.Δ., ο αρμόδιος εισαγγελέας κλητεύει ως μάρτυρες στην κατ’ έφεση δίκη δύο τουλάχιστον μάρτυρες, τους πιο σημαντικούς, από εκείνους που εξετάστηκαν στην πρωτόδικη δίκη και δεν έχει υποχρέωση να κλητεύσει όλους τους μάρτυρες που εξετάστηκαν στην πρωτόδικη δίκη. Μπορεί όμως ο κατηγορούμενος να ζητήσει από το δικαστήριο την κλήτευση όλων των μαρτύρων που εξετάστηκαν στην πρωτόδικη δίκη. Στην προκείμενη περίπτωση, από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων, προς υπεράσπιση του, ζήτησε ή έστω πρότεινε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο να κληθούν και να εξετασθούν όλοι οι μάρτυρες που είχαν εξετασθεί πρωτοδίκως. Κατά συνέπεια ουδεμία ακυρότητα επήλθε από τη μη κλήτευση και εξέταση ως μαρτύρων στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο όλων των μαρτύρων που είχαν εξετασθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και ο περί του εναντίου λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως είναι αβάσιμος.
Με τον τελευταίο λόγο της κρινόμενης αναιρέσεως, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου δεν έλαβε υπόψη της αυτεπαγγέλτως ότι στην πρωτόδικη δίκη δεν του επετράπη να αγορεύσει μετά την πρόταση του εισαγγελέα, δεν είχε κλητευθεί για να εμφανισθεί στο δικαστήριο και δεν του αναγνώρισε κανένα ελαφρυντικό. Ο λόγος αυτός, ανεξάρτητα από το ότι από τα επισκοπούμενα πρακτικά της πρωτόδικης αποφάσεως προκύπτει ότι δόθηκε στον αναιρεσείοντα ο λόγος μετά την πρόταση του εισαγγελέα και αυτός δεν πρόσθεσε τίποτα για την υπεράσπιση του και ότι αυτός είχε παραστεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δεν πρότεινε ακυρότητα ως προς την κλήτευση του και ότι δεν ζήτησε πρωτοδίκως να του αναγνωρισθεί κάποια ελαφρυντική περίσταση, είναι πρωτίστως απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν επικαλείται και δεν προσδιορίζει με σαφήνεια κάποια συγκεκριμένη σχετική ακυρότητα της διαδικασίας που την πρότεινε και δεν καλύφθηκε και που επανέφερε με λόγο εφέσεως ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (άρθρα 170, 173 και 174 Κ.Ποιν.Δ.) ή κάποια συγκεκριμένη απόλυτη ακυρότητα που προέκυψε και που μπορεί να προτείνει σε κάθε στάδιο της διαδικασίας και ενώπιον και του Αρείου Πάγου από αυτές που αναφέρονται στο άρθρο 171 του Κ.Ποιν.Δ..
Κατ’ ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αναίρεση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας (αρθρ. 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-5-2015 δήλωση - αίτηση αναιρέσεως του Ε. Γ. του Μ., που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου στις 7-5-2015, για αναίρεση της 14/2015 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Αιγαίου. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας από διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Ιανουαρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Ιουλίου 2016.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ