1304/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο της συνθέσεως, μη υπάρχοντος Αντιπροέδρου στη σύνθεση του Τμήματος), Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1304/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Full text
Απόφαση 1304 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1304/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο της συνθέσεως, μη υπάρχοντος Αντιπροέδρου στη σύνθεση του Τμήματος), Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καλούντων: 1) Κ. Μ. του Α. και 2) Α. Μ. του Κ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Εμμανουήλ Παπαπαναγιώτου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων - καθ’ ων η κλήση: 1) Σ. Π. του Ν., 2) Γ. Π. του Σ., 3) Ν. Π. του Σ., κατοίκων ... (συνοικ. ...), ατομικά και ως μόνων εξ αδιαθέτου κληρονόμων και καθολικών διαδόχων σε ποσοστά του πρώτου κατά 1/4, εκάστου δε των λοιπών (δευτέρου και τρίτου) σε ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου της αποβιωσάσης στις 25-7-2007 και αρχικώς δεύτερης ενάγουσας Α. συζ. Σ. Π., στη θέση της οποίας υπεισήλθαν και συνεχίζουν τη δίκη υπό την άνω ιδιότητά τους και κατά τα ανωτέρω ποσοστά ήδη από τη δίκη ενώπιον του Εφετείου, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημοσθένη Γούλα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 4) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ Ανώνυμη Εταιρία Γενικών Ασφαλίσεων Ζημιών", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-3-2006 αγωγή των ήδη 1ου, 2ου και 3ου των αναιρεσιβλήτων και της ήδη αποβιωσάσης Α. συζ. Σ. Π., που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας και συνεκδικάστηκε με την από 31-5-2006 παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη 4ης αναιρεσίβλητης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 149/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 511/2009 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 5-10-2009 αίτησή τους.
Εκδόθηκε η 244/2011 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Η υπόθεση επανέρχεται για συζήτηση με την από 15-10-2014 κλήση των αναιρεσειόντων - καλούντων.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 23-11-2010 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Δημητρούλας Υφαντή, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 5-10-2009 αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, "αν ο Άρειος Πάγος κρίνει νόμιμη και παραδεκτή την αναίρεση, εξετάζει το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της". Έτσι στην περίπτωση που το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες επάλληλες αιτιολογίες και με τους λόγους αναίρεσης πλήττεται η μία μόνο από αυτές, οι λόγοι αυτοί της αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, αφού οι μη πληττόμενες αιτιολογίες στηρίζουν επαρκώς το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο Λάρισας με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε ανελέγκτως, ως προς τις συνθήκες τέλεσης του ένδικου τροχαίου ατυχήματος, επί της από 17-3-2006 κύριας αγωγής των τριών πρώτων των αναιρεσιβλήτων κατά των αναιρεσειόντων και της τέταρτης αναιρεσίβλητης ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: [Στις 29-10-2005 και περί ώρα 19.20’ , ο πρώτος εναγόμενος (ήδη πρώτος αναιρεσείων) Κ.
Μ., οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, το οποίο ανήκε κατά συγκυριότητα και σε ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου στον ίδιο και στον πατέρα του δεύτερο εναγόμενο (ήδη δεύτερο αναιρεσείοντα) Α. Μ. και το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από την κυκλοφορία του στην τρίτη εναγόμενη (ήδη τέταρτη αναιρεσίβλητη) ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ Α.Ε.Γ.Α.", εκινείτο στην Π.Α.Θ.Ε. - Νέα Εθνική Οδός Αθηνών - Θεσσαλονίκης, με κατεύθυνση τη Θεσσαλονίκη, πλησιάζοντας στο 322° χιλιόμετρο της εν λόγω οδού.
Στο σημείο εκείνο υπάρχουν δύο αντίθετα ρεύματα κυκλοφορίας, που διαχωρίζονται με υπερυψωμένη νησίδα ασφαλείας, ενώ στο ρεύμα πορείας προς Θεσσαλονίκη, που έχει συνολικό πλάτος 11,5 μ., υπάρχουν τρεις λωρίδες κυκλοφορίας, δύο πλάτους 4,5 μ. η κάθε μία και μία βοηθητική πλάτους 2,5 μ., οι οποίες διαχωρίζονται με απλή διακεκομμένη διαγράμμιση.
Δεξιά δε της βοηθητικής λωρίδας υπάρχει ασφάλτινο έρεισμα πλάτους 1,3 μ., στη συνέχεια αυλάκι πλάτους 1,2 μ., και αμέσως μετά το αυλάκι υπάρχουν μεταλλικές μπάρες ασφαλείας (βλ. το πρόχειρο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας). Όταν ο πρώτος εναγόμενος έφθασε στην ανωτέρω χιλιομετρική θέση, κινούμενος με μεγάλη ταχύτητα στη μεσαία (δεύτερη από δεξιά) λωρίδα κυκλοφορίας, καθώς επιχείρησε να προσπεράσει από αριστερά το με αριθμό κυκλοφορίας ...
Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Κ. Π. και που εκινείτο ομόρροπα και μπροστά απ’ αυτόν και στην ίδια (μεσαία) λωρίδα κυκλοφορίας, επέπεσε, με το εμπρόσθιο δεξιό μέρος του αυτοκινήτου του, στο οπίσθιο αριστερό μέρος του πιο πάνω προπορευομένου αυτοκινήτου. Αμέσως μετά το αυτοκίνητο του Κ. Π., λόγω του σφοδρού κτυπήματος που δέχθηκε από πίσω, εκτινάχθηκε διαγωνίως προς τα δεξιά ως προς την πορεία του, προσέκρουσε στις μπάρες ασφαλείας που υπήρχαν κατά τα ανωτέρω στα δεξιά του δρόμου, στη συνέχεια επανήλθε ανεξέλεγκτα στο οδόστρωμα και ακινητοποιήθηκε στην αριστερή (τρίτη από δεξιά) λωρίδα κυκλοφορίας, με το εμπρόσθιο τμήμα του να έχει κατεύθυνση προς Αθήνα.
Το δε αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου ακινητοποιήθηκε μετά τη σύγκρουση σε απόσταση 65 περίπου μέτρων στην αριστερή και αυτό λωρίδα κυκλοφορίας, αφού προηγουμένως προσέκρουσε στην υπερυψωμένη νησίδα ασφαλείας. Αμέσως μετά ο πρώτος εναγόμενος, έχοντας τραυματισθεί ελαφρά, εγκατέλειψε τον τόπο του ατυχήματος και με διερχόμενο αυτοκίνητο μετέβη στην κατοικία του στη Νέα Ιωνία Βόλου και στη συνέχεια στο Νοσοκομείο Βόλου για την παροχή πρώτων βοηθειών, όπου και συνελήφθη από τους αστυνομικούς.
Αποτέλεσμα του ατυχήματος αυτού ήταν ο θανάσιμος τραυματισμός του Κ. Π., λόγω των πολλαπλών και βαρύτατων κακώσεων του θώρακα και της κοιλίας τις οποίες υπέστη λόγω του εγκλωβισμού του μέσα στο αυτοκίνητό του... Αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος αυτού και του εξ αιτίας του προκληθέντος θανάτου του Κ.
Π., ήταν ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος από αμέλεια, ήτοι από έλλειψη της προσοχής που όφειλε ως μέσος συνετός οδηγός να καταβάλει (άρθρ. 330 εδ. β’ ΑΚ) και κατά παράβαση του άρθρου 20 παρ. 2 Ν. 2696/1999 (Κ.Ο.Κ.), οδηγούσε με ταχύτητα που υπερέβαινε και μάλιστα κατά πολύ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 120 χιλιομέτρων την ώρα, όπως μαρτυρεί το αποτέλεσμα της πρόσκρουσης του αυτοκινήτου του στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου του Κ.
Π., το οποίο πίσω μέρος (και κυρίως το πίσω αριστερό) μετατοπίσθηκε (συρρικνώθηκε) κυριολεκτικά προς τα εμπρός και μέχρι τα μπροστινά καθίσματα (βλ. τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες). Βέβαια ένα μέρος του αποτελέσματος αυτού προφανώς οφείλεται και στην πρόσκρουση του αυτοκινήτου του Κ. Π. στις μεταλλικές μπάρες ασφαλείας, δεν αναιρεί όμως τη σφοδρότητα με την οποία το αυτοκίνητο αυτό κτυπήθηκε από πίσω, λόγω της μεγάλης ταχύτητας με την οποία εκινείτο το αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου, εξ αιτίας της οποίας μάλιστα εκτινάχθηκε κατά τα παραπάνω προς τις μπάρες ασφαλείας.
Δεν θα πρέπει δε να παραγνωριστεί το γεγονός ότι το αποτέλεσμα αυτό προκλήθηκε ενώ το αυτοκίνητο του Κ. Π. δεν ήταν σε στάση, αλλά εκινείτο με ταχύτητα 80 περίπου χιλιομέτρων την ώρα, οπότε προκύπτει και από το γεγονός αυτό ότι η διαφορά της ταχύτητας των δύο οχημάτων ήταν ιδιαίτερα μεγάλη ώστε να προκληθούν από την πρόσκρουση τα ανωτέρω αποτελέσματα.
Επί πλέον ο πρώτος εναγόμενος, όπως αποδείχθηκε, κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου του βρισκόταν υπό την επήρεια τοξικών ουσιών, εξ αιτίας της προηγούμενης χρήσης ναρκωτικών ουσιών (παράβ. άρθρου 42 παρ. 1 Κ.Ο.Κ.). Ειδικότερα, σύμφωνα με την .../2-12-2005 έκθεση τοξικολογικής εξέτασης του Εργαστηρίου Ιατροδικαστικής και Τοξικολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, στα αποσταλέντα δείγματα βιολογικών υγρών (αίματος και ούρων) του πρώτου εναγομένου που λήφθηκαν στο Γ.Ν.
Βόλου, ανιχνεύθηκε η παρουσία εξαρτησιογόνων ουσιών και συγκεκριμένα μορφίνης, κωδεΐνης και μονοακετυλομορφίνης. Την προηγούμενη χρήση ναρκωτικών, πριν ξεκινήσει για το συγκεκριμένο ταξίδι από το Βόλο με προορισμό τη Θεσσαλονίκη και συγκεκριμένα ινδικής κάνναβης και ηρωίνης ομολόγησε ο πρώτος εναγόμενος και στους αστυνομικούς που τον συνέλαβαν (βλ.
τις από 30-10-2005 προανακριτικές καταθέσεις των αστυνομικών Α. Γ. και Α. Γ.), ενώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι σε έρευνα που διενήργησαν οι αστυνομικοί στο αυτοκίνητό του, που όπως προαναφέρθηκε εγκατέλειψε στον τόπο του ατυχήματος βρήκαν στο δάπεδο του αυτοκινήτου και συγκεκριμένα στη θέση του συνοδηγού, ένα νάιλον περιτύλιγμα που περιείχε τεμάχιο βαμβακιού, εμποτισμένο με ηρωίνη, ενώ σε μικρό τσαντάκι στο πορτμπαγκάζ βρήκαν πέντε καπάκια συριγγών που περιείχαν τεμάχια βαμβακιού, επίσης εμποτισμένα με ηρωίνη, καθώς και επτά αχρησιμοποίητες σύριγγες...
Σημειωτέον ότι ο ίδιος ομολογεί ότι είναι τοξικομανής. Η χρήση δε των ανωτέρω ναρκωτικών ουσιών σαφώς επηρέασαν την οδηγητική του ικανότητα, αν ληφθούν υπόψη οι συνθήκες του ατυχήματος, όπως αυτές αναφέρθηκαν παραπάνω. Η μεγάλη έως υπερβολική και πολύ πέραν του επιτρεπομένου ορίου ταχύτητα με την οποία εκινείτο και το γεγονός ότι προσέγγισε με την ταχύτητα αυτή το προπορευόμενο και κινούμενο στην ίδια με αυτόν λωρίδα κυκλοφορίας αυτοκίνητο του Κ.
Π., το οποίο την τελευταία στιγμή αποφάσισε να προσπεράσει από αριστερά, αποδεικνύουν ότι, λόγω της κατάστασής του, δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί και να εκτιμήσει τις συνθήκες κυκλοφορίας και να συμμορφωθεί στους κανόνες ασφαλούς οδήγησης και προπαντός να εκτιμήσει ότι το προπορευόμενο όχημα εκινείτο με ταχύτητα πολύ μικρότερη από τη δική του, ώστε να μειώσει την ταχύτητα του δικού του αυτοκινήτου (άρθρ. 19 παρ. 2 Κ.Ο.Κ) ή να τηρήσει την απόσταση ασφαλείας απ’ αυτό (άρθρ. 19 παρ. 7 Κ.Ο.Κ.) ή να επιχειρήσει να το προσπεράσει πριν το προσεγγίσει επικίνδυνα από πίσω (άρθρ. 17 παρ. 1 Κ.Ο.Κ.), τη στιγμή μάλιστα που είχε αναπτύξει και εκινείτο με την υπερβολική ταχύτητα που προαναφέρθηκε.
Εξ άλλου στοιχεία συνυπαιτιότητας του θανόντος Κ. Π. δεν αποδείχθηκαν. Ειδικότερα αυτός, όπως προαναφέρθηκε, εκινείτο με κανονική ταχύτητα στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας, όπως είχε το σχετικό δικαίωμα ενόψει της ύπαρξης τριών λωρίδων (άρθρ. 17 παρ. 8 Κ.Ο.Κ.), οι δε δυνατότητες αντίδρασής του, ενόψει του αιφνίδιου κτυπήματος που δέχθηκε από πίσω, ήταν ουσιαστικά ανύπαρκτες.
Δεν αποδείχθηκε επίσης ο ισχυρισμός των εναγομένων ότι ο θανών επιχείρησε ξαφνικά να αλλάξει λωρίδα κυκλοφορίας και να κινηθεί στην αριστερή (τρίτη από δεξιά), όπου εκινείτο ο πρώτος εξ αυτών, με αποτέλεσμα την ανωτέρω πρόσκρουση, παρά την τροχοπέδηση που επιχείρησε την τελευταία στιγμή ο πρώτος των εναγομένων, όπως η τροχοπέδηση αυτή αποτυπώνεται στο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, με τα ίχνη της να απεικονίζονται σ’ αυτό.
Κατ’ αρχήν, όπως προκύπτει από το ανωτέρω σχεδιάγραμμα, τα ίχνη τροχοπέδησης απεικονίζονται σαφώς στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας και όχι στην αριστερή, όπου, όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, εκινείτο ο πρώτος εξ αυτών. Κατά δεύτερον, το αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου, εργοστασίου κατασκευής FORD, τύπου FOCUS TREND, ήταν εξοπλισμένο με σύστημα αντιμπλοκαρίσματος των τροχών (ABS...) και τα αυτοκίνητα με τέτοιο σύστημα δεν αφήνουν στο οδόστρωμα ίχνη σε περίπτωση ξαφνικού και ακαριαίου φρεναρίσματος...
Επομένως τα ίχνη τροχοπέδησης που απεικονίζονται στο σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, που σημειωτέον είναι μονά και όχι διπλά και έχουν μήκος 19,80 μ., δεν ανήκουν στο αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου. Αλλά ούτε και στο αυτοκίνητο του Κ. Π. ανήκουν τα ίχνη αυτά (ούτε οι εναγόμενοι ισχυρίστηκαν κάτι τέτοιο), καθώς από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι αυτός προέβη σε ξαφνική και παρατεταμένη τροχοπέδηση του αυτοκινήτου του πριν ή κατά τη σύγκρουση των δύο οχημάτων.
Σημειωτέον ότι κατά το μάρτυρα των εναγόντων, ο οποίος μετέβη στο σημείο του ατυχήματος αμέσως μετά απ’ αυτό, τα πιο πάνω ίχνη, λόγω του εύρους τους, προέρχονταν από ελαστικά μεγάλους πλάτους, δηλ. από φορτηγό αυτοκίνητο και όχι επιβατηγό. Επί πλέον, αν το αυτοκίνητο του θανόντος εισερχόταν ξαφνικά στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας από τη μεσαία όπου εκινείτο προηγουμένως, όπως ισχυρίζονται οι εναγόμενοι, το αυτοκίνητο του πρώτου εναγομένου, που όπως επίσης ισχυρίζονται οι εναγόμενοι εκινείτο στη λωρίδα αυτή (αριστερή), θα προσέκρουε στην αριστερή πίσω πλευρά του αυτοκινήτου του θανόντος και όχι στο πίσω αριστερό του μέρος και μάλιστα με φορά από το πίσω μέρος του οχήματος προς τα εμπρός...
Θα πρέπει να σημειωθεί εξ άλλου ότι ο πρώτος εναγόμενος, σε αντίθεση με όσα ισχυρίζονται κατά τα ανωτέρω οι εναγόμενοι, έχει δώσει τρεις διαφορετικές εκδοχές για το επίδικο ατύχημα. Ειδικότερα, εξεταζόμενος ως κατηγορούμενος κατά την προανάκριση, κατέθεσε ότι δεν ευθύνεται για το ατύχημα, επειδή το αυτοκίνητο του θανόντος ήταν σταματημένο στο δρόμο και δεν πρόλαβε να αντιδράσει (βλ.
την από 30-10-2005 έκθεση εξέτασης κατηγορουμένου ενώπιον του Αρχ/κα Γ. Θ. και του Ανθ/μου Α. Η.). Κατά την απολογία του ενώπιον της Ανακρίτριας Λάρισας, κατέθεσε ότι εκινείτο στην αριστερή λωρίδα με ταχύτητα 120 χιλιομέτρων την ώρα και ένα προπορευόμενο αυτοκίνητο στη λωρίδα στην οποία εκινείτο ο ίδιος ακινητοποιήθηκε ξαφνικά, με αποτέλεσμα να μην προλάβει να αντιδράσει, παρά μόνο να πατήσει φρένο για να αποφύγει τη σύγκρουση, χωρίς όμως αποτέλεσμα, καθώς η απόσταση ήταν μικρή, 40-50 μέτρα περίπου (βλ.
την από 2-11-2005 ανακριτική απολογία του). Απολογούμενος τέλος ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας, κατέθεσε ότι "Προπορευόταν ο Π., άναψα φλας για να τον ειδοποιήσω ότι θα τον προσπεράσω, αλλά αυτός βγήκε μπροστά μου και ακινητοποιήθηκε ξαφνικά. Με φρένο έπεσα πάνω στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου του θανόντα" (βλ.
τα με αριθμό 74/14-2-2007 πρακτικά και απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου). Θα πρέπει να σημειωθεί εδώ ότι με την 74/2007 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων Λάρισας, ο πρώτος εναγόμενος κηρύχθηκε ένοχος για τις πράξεις α) της οδήγησης μεταφορικού μέσου υπό την επίδραση ναρκωτικών ουσιών, από την οποία πράξη του προέκυψε κοινός κίνδυνος ζωής (αναγνωρίζοντάς του όμως το Δικαστήριο ότι ήταν τοξικομανής), β) της ανθρωποκτονίας από αμέλεια και γ) της παράβασης του άρθρου 43 παρ. 2 περ.
α’ και β’ Ν. 2696/1999 και καταδικάστηκε σε συνολική ποινή φυλάκισης τεσσάρων ετών και πέντε μηνών. Επομένως και με βάση όλα τα παραπάνω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του δέχθηκε ότι αποκλειστικός υπαίτιος του ατυχήματος και του εξ αιτίας του θανάσιμου τραυματισμού του Κ.
Π. ήταν ο πρώτος εναγόμενος, απορρίπτοντας παράλληλα ως ουσιαστικά αβάσιμες τις ενστάσεις περί αποκλειστικής υπαιτιότητας, άλλως συνυπαιτιότητας του θανόντος στο ατύχημα και τις οποίες επαναφέρουν ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου με τις εφέσεις τους, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, όσα δε αντίθετα υποστηρίζουν οι δύο πρώτοι εναγόμενοι με τον πρώτο λόγο της έφεσής τους και η τρίτη εναγομένη με τους σχετικούς λόγους της έφεσής της, καθώς και με το μοναδικό λόγο της αντέφεσής της, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα...].
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, ως προς το κρίσιμο, για την έκβαση του πρώτου (υπό στοιχ. Α’ ) λόγου αναίρεσης, ζήτημα, απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την από 24-5-2007 έφεση (καθώς και τους πρόσθετους λόγους αυτής) των αναιρεσειόντων, ενώ έκανε δεκτή την, αντίθετη, από 17-5-2007 έφεση των τριών πρώτων των αναιρεσιβλήτων (που ζήτησαν να τους καταβληθούν, για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, μεγαλύτερα ποσά από εκείνα που επιδίκασε η πρωτόδικη απόφαση) και, αφού εξαφάνισε, κατά το μέρος που προσβλήθηκε, την εκκαλούμενη 149/2007 οριστική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας), δικάζοντας επί της κύριας πιο πάνω αγωγής, υποχρέωσε τους αναιρεσείοντες να καταβάλουν στους τρεις πρώτους των αναιρεσιβλήτων τα αναφερόμενα χρηματικά ποσά για αποζημίωση (λόγω θετικών ζημιών) και χρηματική ικανοποίηση (λόγω ψυχικής οδύνης).
Ήδη με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και, ειδικότερα, 1) δεν προκύπτει με σαφήνεια ποίων ναρκωτικών ουσιών έκανε χρήση ο οδηγός (πρώτος αναιρεσείων), ήτοι αυτών που ανιχνεύτηκαν κατά την τοξικολογική εξέταση ή εκείνων που φέρεται ότι ο ίδιος ομολόγησε, 2) δεν διευκρινίζει η απόφαση, γιατί δέχτηκε ως ειλικρινή την ομολογία του οδηγού - πρώτου αναιρεσείοντος για τη χρήση από αυτόν, πριν από την έναρξη του επίμαχου ταξιδιού, ινδικής κάνναβης και ηρωίνης, ενώ, κατά την τοξικολογική εξέταση, δεν ανιχνεύτηκαν τέτοιες ουσίες στο αίμα και στα ούρα του αλλά μορφίνη, κωδεΐνη και μονοακετυλομορφίνη, ούτε αν και πότε είχε κάνει χρήση ηρωίνης από την ποσότητα που βρέθηκε στο αυτοκίνητο και, συγκεκριμένα, αν αυτή είχε χρησιμοποιηθεί ή όχι από τον ίδιο ή άλλο φιλικό του πρόσωπο ή αν επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί και 3) δεν αναφέρεται στην απόφαση η ποσότητα των αναγραφόμενων στην τοξικολογική εξέταση πιο πάνω τοξικών ουσιών που ανιχνεύτηκαν και για ποίο λόγο οι ποσότητες αυτές επέδρασαν πράγματι στην ικανότητα του πρώτου αναιρεσείοντος για ασφαλή οδήγηση, έστω και αν ο τελευταίος είναι, σύμφωνα με ομολογία του, κατά την προσβαλλομένη, "τοξικομανής".
Ο λόγος αυτός, κατά το μέρος που προβάλλεται κατά των τριών πρώτων των αναιρεσιβλήτων, σχετικά με την παραδοχή της προσβαλλομένης ότι ο οδηγός - πρώτος αναιρεσείων οδηγούσε υπό την επίδραση τοξικών ουσιών (ναρκωτικών) κατά το χρόνο που συνέβη το ένδικο ατύχημα, είναι αλυσιτελής, αφού αφορά, ως προς αυτούς, επάλληλη αιτιολογία.
Η κύρια αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, σύμφωνα με τις παραδοχές της για τη θεμελίωση της βάσης της αγωγής που στηρίζεται στην αδικοπρακτική ευθύνη του οδηγού - πρώτου αναιρεσείοντος, ότι δηλαδή "αποκλειστικά υπαίτιος του ατυχήματος αυτού και του εξαιτίας του προκληθέντος θανάτου του Κ. Π. ήταν ο πρώτος εναγόμενος (ήδη πρώτος αναιρεσείων), ο οποίος από έλλειψη της προσοχής που όφειλε ως μέσος συνετός οδηγός να καταβάλει (άρθρ. 330 εδάφ.
β’ ΑΚ) και κατά παράβαση του άρθρου 20 παρ. 2 Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), οδηγούσε με ταχύτητα που υπερέβαινε και μάλιστα κατά πολύ το ανώτατο επιτρεπόμενο όριο των 120 χιλιομέτρων την ώρα, όπως μαρτυρεί το αποτέλεσμα της πρόσκρουσης του αυτοκινήτου του στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου του Κ. Π.... καθώς επιχείρησε να προσπεράσει από αριστερά το...
αυτοκίνητο, που οδηγούσε ο Κ. Π. και που εκινείτο ομόρροπα και μπροστά απ’ αυτόν και στην ίδια (μεσαία) λωρίδα κυκλοφορίας...", παραβαίνοντας και τις διατάξεις των άρθρων 19 παρ. 2 και 7, 17 παρ. 1 του ΚΟΚ, στηρίζει αυτοτελώς και επαρκώς το διατακτικό της εν λόγω απόφασης και δεν πλήττεται αναιρετικά.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ’ αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή, εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκείμενη περίπτωση οι ίδιες πιο πάνω αιτιάσεις, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που προβάλλονται από τους αναιρεσείοντες, αναφορικά και με την παραδοχή της από 31-5-2006 παρεμπίπτουσας αγωγής (αναγωγής) της τέταρτης αναιρεσίβλητης εναντίον τους, είναι αβάσιμες, διότι για την κρίσιμη, στην ερευνώμενη περίπτωση, παραδοχή της προσβαλλομένης, δηλαδή ότι ο πρώτος αναιρεσείων κατά την οδήγηση του οχήματός του βρισκόταν υπό την επίδραση τοξικών (ναρκωτικών) ουσιών και ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράβασης αυτής και του ατυχήματος, το Εφετείο στήριξε την κρίση του, ανελέγκτως, στη συνεκτίμηση όλων των παρατιθέμενων σ’ αυτή αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και η δήλωση - "ομολογία" του πρώτου αναιρεσείοντος, κατά τη σύλληψή του, προς τους αστυνομικούς που τον συνέλαβαν, ότι είχε κάνει χρήση ηρωίνης πριν από το ατύχημα, χωρίς να είναι αναγκαίο να μνημονεύεται η ποσότητα των ναρκωτικών ουσιών που ανιχνεύτηκαν κατά την τοξικολογική εξέταση, όπως θα αναφερθεί και στην επόμενη σκέψη της παρούσας.
Το Εφετείο, εφόσον δέχεται, όπως προαναφέρθηκε, ότι ο πρώτος αναιρεσείων τελούσε, κατά την οδήγηση, υπό την επίδραση των μνημονευόμενων ναρκωτικών ουσιών και ότι το εν λόγω γεγονός συνέβαλε στην πρόκληση του ατυχήματος, ήτοι ότι τελούσε σε αιτιώδη συνάφεια με αυτό, διέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες σχετικά με το υπόψη ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (επί της αναγωγής).
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά τα λοιπά, πλήττει, υπό το πρόσχημα της επίκλησης αναιρετικής πλημμέλειας, την αναιρετικά ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και, συνεπώς, είναι απαράδεκτος, κατ’ άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ.
Κατά τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 6 παρ. 1, 10 παρ. 1 και 11 παρ. 1 του ν. 489/1976 "περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης", όπως κωδικοποιήθηκε με το π.δ. 237/1986, ο κύριος ή κάτοχος αυτοκινήτου που κυκλοφορεί μέσα στην Ελλάδα επί οδού, υποχρεούται να έχει καλύψει με ασφάλιση την εκ τούτου έναντι τρίτων αστική ευθύνη, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος (2 παρ. 1 εδάφ.
α’ ). Η ασφάλιση πρέπει να καλύπτει την αστική ευθύνη του κυρίου, του κατόχου και κάθε οδηγού ή προστηθέντος για την οδήγηση ή υπεύθυνου του ασφαλισμένου αυτοκινήτου (6 παρ. 1 εδάφ. α’ ). Το πρόσωπο που ζημιώθηκε έχει από την ασφαλιστική σύμβαση και μέχρι το ποσό αυτής ιδία αξίωση κατά του ασφαλιστή (10 παρ. 1).
Με την επιφύλαξη του δικαιώματος άσκησης αγωγής κατά του λήπτη της ασφάλισης, του ασφαλισμένου και του οδηγού, ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του ζημιωθέντος τρίτου, όταν αυτός ασκεί την αξίωση της παραγράφου 1 του άρθρου 10, ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση (11 παρ. 1). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 25 αριθμ. 8 της Κ4/585/5-4-1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου "περί καθορισμού των γενικών όρων του ασφαλιστηρίου, του καλύπτοντος την εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικήν ευθύνην" (ΦΕΚ 795/1978 τ.
ΑΕ και ΕΠΕ), η οποία έχει εφαρμογή στην εξεταζόμενη περίπτωση λόγω του χρόνου τέλεσης του τροχαίου ατυχήματος (29-10-2005) και με την οποία προβλέπεται, στο πλαίσιο της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων που καθιερώνεται με το άρθρο 361 του ΑΚ (στην οποία περιλαμβάνεται και η ελευθερία διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης), ότι μπορεί στη σύμβαση ασφάλισης της αστικής ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα να περιληφθεί όρος για αποκλεισμό της ευθύνης ασφαλιστή σε ορισμένες περιπτώσεις, αποκλείονται από την ασφάλιση ζημίες που προκαλούνται "καθ’ ον χρόνον ο οδηγός του αυτοκινήτου οχήματος ετέλει υπό την επίδρασιν οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά την έννοιαν και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 του Κ.Ο.Κ (Νόμος 614/1977)".
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 εδάφ. α’ του Ν. 2496/1997, τον λήπτη της ασφάλισης βαρύνουν όλες οι υποχρεώσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, εκτός από εκείνες που από τη φύση τους πρέπει να εκπληρωθούν από τον ασφαλισμένο. Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων, από τις οποίες η τελευταία εφαρμόζεται συμπληρωματικά και στην ασφάλιση της αστικής ευθύνης από αυτοκινητικά ατυχήματα, συνάγεται ότι η ρήτρα στο ασφαλιστήριο για εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη των ζημιών, που προκαλούνται κατά το χρόνο που ο οδηγός έχει καταναλώσει οινόπνευμα περισσότερο του επιτρεπτού από τον ΚΟΚ (ήδη ν. 2696/ 1999), τοξικών ουσιών ή φαρμάκων που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού (άρθρ. 42 ν. 2696/1999), αποτελεί αληθώς καλυμμένο συμβατικό ασφαλιστικό βάρος (ΑΠ 1068/2013, ΑΠ 1016/2013).
Στο νόμο δεν αναγράφονται όρια τοξικών ουσιών (κυρίως ναρκωτικών) πέρα των οποίων ο ελεγχόμενος οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση αυτών και δεν είναι ικανός προς ασφαλή οδήγηση, όπως το αντίθετο συμβαίνει με τη χρήση οινοπνεύματος, για την οποία γίνεται τέτοιος καθορισμός στο άρθρο 42 του ΚΟΚ.
Τούτο εξηγείται για το λόγο ότι η επιστήμη δεν έχει φθάσει ακόμα σε βαθμό τέτοιο ώστε να καθορίσει όρια πέρα των οποίων ο οδηγός θεωρείται ότι τελεί υπό την επίδραση αυτών και δεν είναι ικανός προς ασφαλή οδήγηση. Στην 43500/5691/24-7-2002 κοινή απόφαση των Υπουργών Υγείας και Πρόνοιας - Μεταφορών και Επικοινωνιών - Δημόσιας Τάξης (ΦΕΚ 1055/12-8-2002 τ.
Β’ ) που εκδόθηκε κατ’ εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 42 του ΚΟΚ διαγράφεται η διαδικασία, η οποία πρέπει να τηρείται, για την ανίχνευση, με την ταυτόχρονη λήψη από τα ελεγχόμενα πρόσωπα αίματος και ούρων, στα αρμόδια εργαστήρια, οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων. Η διαγραφόμενη, όμως, κατά τα προαναφερόμενα, διαδικασία ανίχνευσης των εν λόγω απαγορευμένων ουσιών δεν είναι αποκλειστική.
Συγκεκριμένα, οι διατάξεις της απόφασης αυτής προσδιορίζουν τη διαδικασία που πρέπει να τηρείται για να διαπιστωθεί στην ποινική δίκη αν ο δράστης τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος κ.λπ. κατά την τέλεση του εγκλήματος και δεν είναι θεμελιωτικές της σχετικής αστικής αγωγής. Γι’ αυτό η απόδειξη για το αν ο οδηγός του ζημιογόνου οχήματος τελούσε κατά το ατύχημα υπό την επίδραση οινοπνεύματος κ.λπ.
μπορεί να προκύψει και από άλλα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, όπως ο τρόπος ομιλίας, οσμή οινοπνεύματος, βάδιση κ.ά. Τις τυχόν συνταχθείσες εκθέσεις εξέτασης αίματος του οδηγού και ανίχνευσης οινοπνεύματος κ.λπ., παρά τη μη τήρηση των διατυπώσεων που προβλέπονται από την πιο πάνω κοινή υπουργική απόφαση, μπορεί να συνεκτιμήσει το δικαστήριο της ουσίας ως δικαστικά τεκμήρια.
Η εφαρμογή της κοινής αυτής απόφασης δεν αποτελεί δηλαδή αποκλειστικό τρόπο διάγνωσης, ότι ο οδηγός του οχήματος τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος κ.λπ. Έτσι δεν πάσχει το αποτέλεσμα της διάγνωσης, αν στηρίχτηκε σε άλλα αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 602/2008, ΑΠ 1750/2006). Εξάλλου, μόνη η ανίχνευση οινοπνεύματος κ.λπ.
δεν οδηγεί χωρίς άλλο στην απαλλαγή του ασφαλιστή αλλά απαιτείται η συνδρομή αιτιώδους συνάφειας, δηλαδή η συμπεριφορά του βαρυνόμενου με το ασφαλιστικό βάρος προσώπου που συνιστά την εκ μέρους του παράβαση του βάρους αυτού πρέπει να συνδέεται αιτιωδώς με την ασφαλιστική περίπτωση που γεννά την υποχρέωση του ασφαλιστή να αποζημιώσει τον παθόντα τρίτο.
Τούτο ρητά πλέον ορίζεται με την προσθήκη της νέας διάταξης του άρθρου 6β παρ. 1 εδάφ. β’ του Ν. 489/1976 με το άρθρο 4 του ν. 3557/2007, σύμφωνα με την οποία "εξαιρούνται από την ασφάλιση οι ζημιές που προκαλούνται: α).... β) από οδηγό, ο οποίος, κατά το χρόνο του ατυχήματος, τελούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά παράβαση του ΚΟΚ, όπως εκάστοτε ισχύει, εφόσον η εν λόγω παράβαση τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πρόκληση του ατυχήματος..." (ΑΠ 1497/2014, ΑΠ 1996/2013).
Όμως, απαραίτητη προϋπόθεση για την ενεργοποίηση του όρου του άρθρου 25 αριθμ. 8 της προαναφερόμενης κοινής υπουργικής απόφασης για την εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη των ζημιών που προκαλούνται κατά το χρόνο που ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος κ.λπ., σε βάρος του λήπτη της ασφάλισης, ο οποίος δεν έχει τις υποχρεώσεις από την ασφαλιστική σύμβαση που μπορούν να εκπληρωθούν μόνο από τον ασφαλισμένο οδηγό του αυτοκινήτου, είναι να υφίσταται υπαιτιότητα αυτού (άρθρο 330 ΑΚ).
Επομένως, ο ασφαλιστής που υποχρεώθηκε να καταβάλει αποζημίωση σε ζημιωθέντα τρίτο χωρίς να έχει ευθύνη, λόγω της συμβατικής εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη των ζημιών που προκαλούνται όταν ο οδηγός του ασφαλισμένου αυτοκινήτου, κατά την οδήγηση, βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών κ.λπ., δεν δικαιούται να στραφεί αναγωγικά κατά του κυρίου και μη οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και να αξιώσει από αυτόν τα ποσά που κατέβαλε, αν τον τελευταίο δεν βαρύνει υπαιτιότητα σε σχέση με το γεγονός ότι ο οδηγός του αυτοκινήτου του βρισκόταν υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών κ.λπ., όταν προξένησε το ατύχημα (ΑΠ 1497/2014, ΑΠ 1016/2013).
Ειδικότερα, παθητικά υποκείμενα του δικαιώματος αναγωγής του ασφαλιστή, όταν συντρέχει περίπτωση αποκλεισμού της ευθύνης του τελευταίου, είναι ο υπαίτιος οδηγός, ο αντισυμβαλλόμενος, ανεξάρτητα αν έχει ή όχι παράλληλα και την ιδιότητα του ασφαλισμένου, δηλαδή του κυρίου, κατόχου ή οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και ο ασφαλισμένος, δηλαδή ο κύριος ή κάτοχος του αυτοκινήτου, έστω και αν δεν οδηγεί το ασφαλισμένο αυτοκίνητο.
Καθένα από τα πρόσωπα αυτά ευθύνεται αυτοτελώς, υπάρχει δηλαδή παράλληλη και εις ολόκληρον υποχρέωση καθενός των εν λόγω υπόχρεων προσώπων, έναντι του ασφαλιστή. Οι πιο πάνω περιπτώσεις αποκλεισμού της ευθύνης του ασφαλιστή και εξαίρεσής του από την ασφαλιστική κάλυψη, μεταξύ των οποίων και η περίπτωση οδήγησης υπό την επήρεια τοξικών ουσιών (ναρκωτικών), αποτελούν, όπως έχει προεκτεθεί, στην πραγματικότητα καλυμμένο ασφαλιστικό βάρος, το οποίο απευθύνεται και αφορά κάθε ασφαλιζόμενο πρόσωπο, δηλαδή όχι μόνο τον οδηγό, αλλά και τον ιδιοκτήτη ή κάτοχο του οχήματος, όταν οι τελευταίοι είναι πρόσωπα διαφορετικά από τον οδηγό και κατά των οποίων δικαιούται, κατ’ αρχήν, ο ασφαλιστής να ασκήσει αναγωγή, επικαλούμενος τη συνδρομή των προϋποθέσεων του νόμου (τα τυπικά στοιχεία του τροχαίου ατυχήματος και την οδήγηση υπό την επήρεια τοξικών ουσιών).
Για να τελεσφορήσει, όμως τελικά η αναγωγή αυτή, πρέπει τα παραπάνω πρόσωπα να βαρύνονται με υπαιτιότητα για την παράβαση αυτή, η οποία συντρέχει όταν ο ιδιοκτήτης ή κάτοχος παραχωρεί την οδήγηση του οχήματος σε πρόσωπο, για το οποίο γνωρίζει ότι δεν είναι ικανό προς ασφαλή οδήγηση, εξαιτίας του ότι βρίσκεται υπό την επίδραση τοξικών ουσιών.
Αν, επομένως, ο ιδιοκτήτης του οχήματος δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα, διότι δεν γνώριζε, ούτε μπορούσε να αποτρέψει, τη λήψη από τον οδηγό τοξικών ουσιών, τότε δεν τελεσφορεί η αναγωγή του ασφαλιστή που ασκήθηκε εναντίον του. Το βάρος απόδειξης της ανυπαρξίας υπαιτιότητας, στην περίπτωση της παράβασης του ασφαλιστικού βάρους της μη οδήγησης υπό την επήρεια τοξικών ουσιών, έχει, κατά τις γενικές αρχές (άρθρ. 336 ΑΚ), ο εναγόμενος ιδιοκτήτης, στο πρόσωπο του οποίου τεκμαίρεται η ύπαρξη της υπαιτιότητας, ότι δηλαδή παραχώρησε την οδήγηση του οχήματος σε πρόσωπο που τελεί, κατά την επέλευση του ατυχήματος, υπό την επίδραση τοξικών ουσιών.
Ο εναγόμενος ιδιοκτήτης, για να καταρρίψει το σε βάρος του τεκμήριο υπαιτιότητας, πρέπει να επικαλεστεί (και να αποδείξει) συγκεκριμένα περιστατικά για το ότι δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα, διότι δεν γνώριζε, ούτε μπορούσε να γνωρίζει, ότι το πρόσωπο στο οποίο παραχώρησε την οδήγηση του αυτοκινήτου του δεν ήταν ικανό προς οδήγηση, κατά το χρόνο επέλευσης του ατυχήματος, εξαιτίας του ότι τελούσε υπό την επίδραση τοξικών ουσιών (ΑΠ 1497/2014, ΑΠ 1451/2009).
Με βάση αυτά που προαναφέρθηκαν, δεν αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής (αναγωγής), η οποία ασκείται από την ασφαλιστική εταιρεία (που έχει ασφαλίσει το ζημιογόνο όχημα) κατά του ιδιοκτήτη (ή συνιδιοκτήτη) του οχήματος, το στοιχείο της γνώσης στο πρόσωπο του τελευταίου για το ότι ο υπαίτιος οδηγός βρισκόταν, κατά τον κρίσιμο χρόνο, υπό την επίδραση τοξικών ουσιών, αλλά προτείνεται, όπως προαναφέρθηκε, κατ’ ένσταση από τον ιδιοκτήτη για να καταρρίψει το τεκμήριο υπαιτιότητας που υπάρχει σε βάρος του (ΑΠ 1459/2012, ΑΠ 2277/2009).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμ. 14 του ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από το δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις από δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο. Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 περ.
β’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/ 2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολομ.ΑΠ 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009).
Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολομ.ΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013).
Ακόμη "πράγμα", κατά την έννοια της ίδιας διάταξης, είναι κάθε περιστατικό που, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί, κατά νόμο, στη γέννηση ή κατάλυση του ασκούμενου με την αγωγή ή την ένσταση δικαιώματος, ανεξάρτητα από τη βασιμότητά του, η οποία είναι ζητούμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και όχι προϋπόθεση αυτοτέλειας του ισχυρισμού (ΑΠ 87/2013).
Με βάση αυτά, δεν αποτελούν "πράγματα", με την παραπάνω έννοια, και η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου των αποδείξεων, αλλά ούτε και τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα που διατυπώνονται κατά την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 87/2013, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 94/ 2008). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή, αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως το δικαστήριο της ουσίας δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχτηκε, ανελέγκτως, αναφορικά με την παρεμπίπτουσα αγωγή (αναγωγή) της τέταρτης αναιρεσίβλητης - ασφαλιστικής εταιρείας εναντίον των αναιρεσειόντων τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: [Αποδείχθηκε περαιτέρω από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία ότι με σύμβαση ασφάλισης που καταρτίστηκε μεταξύ της παρεμπιπτόντως ενάγουσας ασφαλιστικής εταιρείας (τρίτης εναγομένης στην ως άνω κύρια αγωγή) και του πρώτου των παρεμπιπτόντως εναγομένων Κ.
Μ. (πρώτου εναγομένου στην ίδια κύρια αγωγή), η εν λόγω εταιρεία είχε ασφαλίσει το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο (που οδηγούσε ο ανωτέρω κατά τη στιγμή του ατυχήματος) για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη από τη λειτουργία του και είχε εκδώσει το με αριθμό ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο, το οποίο ανανεώθηκε στη συνέχεια, τελευταία δε με το ...
ανανεωτήριο συμβόλαιο για το χρονικό διάστημα από 6-6-2005 έως 6-6-2006. Σημειωτέον ότι στο συμβόλαιο αυτό ο δεύτερος παρεμπιπτόντως εναγόμενος Α. Μ. (δεύτερος εναγόμενος στην πιο πάνω κύρια αγωγή) αναφέρεται ως συνιδιοκτήτης του αυτοκινήτου, είναι όμως και αυτός ασφαλισμένος όσον αφορά το δικαίωμα της συγκυριότητάς του.
Όπως δε αποδεικνύεται από το προσκομιζόμενο αντίγραφο του συμβολαίου αυτού, συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλομένων ότι "η παρούσα ασφαλιστική σύμβαση διέπεται από τις διατάξεις του ν. 489/1976 και της Υ.Α. Κ4-585-78 ΦΕΚ 795, όπως ισχύει, ενώ στο άρθρο 8 της σύμβασης αυτής και υπό τον τίτλο "Γενικές εξαιρέσεις", συμφωνήθηκε ότι "Δεν καλύπτονται με το ασφαλιστήριο και αποκλείονται από την ασφάλιση ζημίες που προξενήθηκαν: 1)... 7) Εάν κατά το ατύχημα ο οδηγός του αυτοκινήτου ευρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος ή τοξικών ουσιών, κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 του Κ.Ο.Κ.
και ανεξαρτήτως εάν η παράβαση αυτή συνετέλεσε στην πρόκληση του ατυχήματος". Η πιο πάνω εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη, που τέθηκε με το προαναφερθέν άρθρο του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, είναι καθόλα έγκυρη και δεσμευτική, έστω και αν δεν καλύπτεται από την υπογραφή των ασφαλισμένων παρεμπιπτόντως εναγομένων.
Οι τελευταίοι ισχυρίζονται βέβαια με τον τρίτο λόγο της έφεσής τους ότι αγνοούσαν την εξαίρεση αυτή και δεν την αποδέχθηκαν, ούτε και προσυπόγραψαν το ασφαλιστήριο. Πλην όμως ο ισχυρισμός τους αυτός δεν έχει έννομη επιρροή, δεδομένου ότι για τη δέσμευση του ασφαλισμένου δεν είναι απαραίτητο να υπογράφεται το ασφαλιστήριο, όπως και οι ειδικότεροι όροι του ασφαλιστηρίου, απ’ αυτόν, αλλά αρκεί το γεγονός ότι αυτός αποδέχθηκε την ασφαλιστική σύμβαση με τους όρους που περιλαμβάνονται σ’ αυτήν, έστω και σιωπηρά.
Πράξεις δε που συνιστούν αποδοχή της ασφαλιστικής σύμβασης εκ μέρους του ασφαλισμένου και των όρων που περιλαμβάνονται στο ασφαλιστήριο, μπορούν να αποτελέσουν η παραλαβή του ασφαλιστηρίου συμβολαίου από τον ασφαλισμένο, η παραλαβή του ειδικού σήματος και της βεβαίωσης ασφάλισης, η καταβολή του ασφαλίστρου κ.λπ...
Στην προκειμένη δε περίπτωση, ο πιο πάνω όρος για την εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη έγινε σιωπηρά αποδεκτός από τους ασφαλισμένους - παρεμπιπτόντως εναγομένους και απέκτησε συμβατική ισχύ, καθόσον μάλιστα αυτοί είχαν παραλάβει και χρησιμοποιήσει την ασφαλιστική βεβαίωση που τους χορήγησε η ανωτέρω ασφαλιστική εταιρεία και είχαν καταβάλει σ’ αυτήν τα ασφάλιστρα, ενώ επί πλέον η μητέρα του Κ.
Μ. υπέβαλε (προφανώς για λογαριασμό του, καθώς ο ίδιος ήταν τότε κρατούμενος στη Φυλακή) την προσκομιζόμενη από 1-2-2006 υπεύθυνη δήλωση ατυχήματος προς την ασφαλιστική εταιρεία, όπου γίνεται ρητή αναφορά της ανωτέρω ασφαλιστικής σύμβασης και του ανανεωτηρίου συμβολαίου. Από τα περιστατικά δε αυτά τεκμαίρεται η αποδοχή εκ μέρους τους του συνόλου των όρων της σύμβασης και επομένως και της πιο πάνω εξαίρεσης και όχι μόνον αυτών που τους ευνοούν.
Περαιτέρω, όπως εκτέθηκε παραπάνω, ο πρώτος παρεμπιπτόντως εναγόμενος κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου του βρισκόταν υπό την επήρεια τοξικών ουσιών και ειδικότερα ναρκωτικών. Στην πιο πάνω αναφερόμενη έκθεση τοξικολογικής εξέτασης των αποσταλέντων δειγμάτων βιολογικών υγρών του ανωτέρω (αίματος και ούρων), δεν αναφέρεται το ποσοστό των αναυρεθεισών εξαρτησιογόνων ουσιών (μορφίνης κ.λπ.), καθώς ούτε στο νόμο (άρθρ. 42 Ν. 2696/1999) καθορίζονται τέτοια ποσοστά για τις τοξικές ουσίες (όπως συμβαίνει στην περίπτωση της οδήγησης υπό την επίδραση οινοπνεύματος), χωρίς όμως από το γεγονός αυτό να προκύπτουν αμφιβολίες για το αν πράγματι αυτός τελούσε κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου του υπό την επίδραση τέτοιων ουσιών.
Αλλά και ανεξάρτητα από την ως άνω έκθεση, όπως επίσης εκτέθηκε πιο πάνω, ο ίδιος ο πρώτος παρεμπιπτόντως εναγόμενος ομολόγησε στους αστυνομικούς που τον συνέλαβαν ότι πριν ξεκινήσει με το αυτοκίνητό του είχε κάνει χρήση ναρκωτικών, ενώ επίσης οι συνθήκες υπό τις οποίες συνέβη το επίδικο ατύχημα, καθώς και η όλη συμπεριφορά του (του πρώτου παρεμπιπτόντως εναγομένου) κατά το ατύχημα και μετά απ’ αυτό, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, αποδεικνύουν ότι αυτός εμφανώς τελούσε κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου υπό την επίδραση ναρκωτικών ουσιών, η δε κατάστασή του αυτή συνδέεται αιτιωδώς με το ατύχημα, σύμφωνα με όσα επίσης εκτέθηκαν ανωτέρω.
Θα πρέπει να σημειωθεί εξ άλλου ότι η διαδικασία που προβλέπεται από τη με αριθμό 43500/5691/24-7-2002 κοινή απόφαση των Υπουργών Υγείας και Πρόνοιας - Μεταφορών και Επικοινωνιών - Δημόσιας Τάξης για τη διαπίστωση της οδήγησης αυτοκινήτου υπό την επίδραση τοξικών ουσιών, δεν είναι αποκλειστική, ώστε σε περίπτωση παράβασής της, είναι δυνατόν να διαπιστωθεί ότι όντως έλαβε χώρα η οδήγηση αυτοκινήτου υπό την επίδραση τέτοιων ουσιών και από άλλα αποδεικτικά μέσα...
Ο ισχυρισμός επομένως των παρεμπιπτόντως εναγομένων ότι δεν τηρήθηκαν οι προβλεπόμενες διαδικασίες για τη λήψη των δειγμάτων και ότι δεν τους δόθηκε η δυνατότητα επανεξέτασης των δειγμάτων, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, από τη στιγμή που αποδείχθηκε κατά τα παραπάνω και από άλλα αποδεικτικά μέσα ότι ο πρώτος απ’ αυτούς βρισκόταν κατά την οδήγηση του ζημιογόνου αυτοκινήτου υπό την επίδραση τοξικών ουσιών.
Επομένως, εφόσον στην προκειμένη περίπτωση, κατά τα παραπάνω εκτιθέμενα ως αποδειχθέντα, ο Κ. Μ. κατά τη στιγμή του επιδίκου ατυχήματος οδηγούσε το αυτοκίνητό του υπό την επήρεια ναρκωτικών κατά την έννοια και τις προϋποθέσεις του άρθρου 42 του Ν. 2696/1999, η περίπτωση αυτή δεν καλύπτεται από την ανωτέρω ασφαλιστική σύμβαση.
Η παρεμπιπτόντως δηλ. ενάγουσα εταιρεία, ναι μεν δεν μπορεί να προτείνει κατά του ζημιωθέντος τρίτου και στην προκειμένη περίπτωση κατά των εναγόντων της παραπάνω κύριας αγωγής, την πιο πάνω εξαίρεση από την ασφαλιστική κάλυψη, ευθυνόμενη έναντι αυτών εις ολόκληρον μετά των ασφαλισμένων της και συνεναγομένων της στην κύρια αυτή αγωγή...
δικαιούται όμως, με βάση την ανωτέρω ασφαλιστική σύμβαση, να αξιώσει από τους ασφαλισμένους της και παρεμπιπτόντως εναγομένους να της καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό υποχρεωθεί να καταβάλει η ίδια ως εναγομένη στους ενάγοντες της κύριας αγωγής, επικαλούμενη την εξαίρεση από την ασφαλιστική της κάλυψη...].
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την από 24-5-2007 έφεση (και τους πρόσθετους λόγους αυτής), και κατά το μέρος που στρεφόταν κατά της τέταρτης αναιρεσίβλητης, ενώ δέχτηκε την από 9-5-2007 έφεση της τελευταίας και, μετ’ εξαφάνιση της εκκαλουμένης, κατά το σημείο τούτο, δικάζοντας επί της παρεμπίπτουσας αγωγής, αναγνώρισε ότι οι παρεμπιπτόντως εναγόμενοι - αναιρεσείοντες είναι υποχρεωμένοι να καταβάλουν στην ήδη τέταρτη αναιρεσίβλητη οποιοδήποτε ποσό υποχρεωθεί να καταβάλει η ίδια στους κυρίως ενάγοντες - τρεις πρώτους των αναιρεσιβλήτων.
Ήδη, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 14, 8 και 1 (αλλά, κατ’ εκτίμηση, και από τον αριθμό 19) του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται 1) ότι η παρεμπίπτουσα αγωγή έπρεπε, κατά παραδοχή του σχετικού λόγου της έφεσής τους, να απορριφθεί ως απαράδεκτη, εξαιτίας της αοριστίας της, επειδή δεν διαλαμβάνεται σ’ αυτή ότι ο συνεναγόμενος συνιδιοκτήτης και πατέρας του εναγόμενου οδηγού Α.
Μ. (δεύτερος αναιρεσείων) γνώριζε ότι ο γιος του Κ. Μ. οδηγούσε υπό την επίδραση ναρκωτικών ουσιών (αριθμ. 14), 2) αλλιώς, σε κάθε περίπτωση, προβλήθηκε από τον δεύτερο αναιρεσείοντα τέτοιος ισχυρισμός - ένσταση, ότι, δηλαδή, αυτός δεν γνώριζε ότι ο γιος του - οδηγός είχε κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών και, μάλιστα, ότι τελούσε υπό την επίδρασή τους κατά την οδήγηση (αριθμ. 8) και 3) η προσβαλλόμενη απόφαση δέχτηκε, εσφαλμένα, και την έναντι του δεύτερου αναιρεσείοντος -συνιδιοκτήτη εξαίρεση της ευθύνης της παρεμπιπτόντως ενάγουσας -ασφαλιστικής εταιρείας, ήδη τέταρτης αναιρεσίβλητης, χωρίς, όμως, να υπάρχει παραδοχή ότι αυτός γνώριζε ότι ο πρώτος αναιρεσείων τέλεσε το επίμαχο τροχαίο ατύχημα, οδηγώντας υπό την επίδραση ναρκωτικών ουσιών, ήτοι ότι και ο ίδιος βαρύνεται με υπαιτιότητα, και έτσι η προσβαλλομένη αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από όσα απαιτούνται από τις διατάξεις των άρθρων 361 ΑΚ, 25 αριθμ. 8 της Κ4/585/1978 απόφασης του Υπουργού Εμπορίου και 42 ΚΟΚ (αριθμ. 1 αλλά και 19).
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και ως προς τα τρία σκέλη του. Ειδικότερα: 1) Το στοιχείο της γνώσης στο πρόσωπο του ιδιοκτήτη, για το ότι ο υπαίτιος οδηγός βρισκόταν, κατά την οδήγηση, υπό την επίδραση ναρκωτικών ουσιών, δεν απαιτείται για την πληρότητα της υπόψη αγωγής (αναγωγής), αλλά προβάλλεται, κατ’ ένσταση, από τον ιδιοκτήτη για να καταρρίψει το τεκμήριο υπαιτιότητας που υπάρχει σε βάρος του, όπως αναλύθηκε στη σχετική μείζονα σκέψη της παρούσας, 2) από την επισκόπηση του περιεχομένου των δικογράφων της έφεσης και των δύο προτάσεων (με τη μία από τις οποίες ασκήθηκαν και πρόσθετοι λόγοι) των αναιρεσειόντων ενώπιον του Εφετείου που παραδεκτά ελέγχονται, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, δεν προκύπτει ότι ο δεύτερος από αυτούς, συνιδιοκτήτης του ζημιογόνου αυτοκινήτου, επικαλέστηκε με τρόπο σαφή και πλήρη τα περιστατικά που θεμελίωναν τον αυτοτελή ισχυρισμό - ένσταση που ανατρέπει την τεκμαιρόμενη υπαιτιότητά του ότι δεν γνώριζε, ούτε μπορούσε να γνωρίζει, ότι ο γιος του -πρώτος αναιρεσείων τελούσε υπό την επίδραση ναρκωτικών ουσιών κατά την οδήγηση του αυτοκινήτου, όταν συνέβη το ατύχημα.
Ο ίδιος ο δεύτερος αναιρεσείων υποστηρίζει ότι "επιχειρήθηκε" η προβολή του σχετικού ισχυρισμού με τις πρωτόδικες, από 13-11-2006, προτάσεις και, συγκεκριμένα, ότι γίνεται τέτοια μνεία στο μέσο της τέταρτης σελίδας του κύριου σώματος αυτών, όπως παρατίθεται. Ο ισχυρισμός, όμως, αυτός, και με την εκδοχή ότι επαναφέρθηκε στο Εφετείο με λόγο έφεσης, αναφέρεται, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πιο πάνω προτάσεων, στην απόκρουση της επικουρικής βάσης της κύριας αγωγής για την ευθύνη του δεύτερου αναιρεσείοντος από την επικαλούμενη σχέση πρόστησης που, βέβαια, δεν ενδιαφέρει αναιρετικά και 3) το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, τις προπαρατιθέμενες ουσιαστικές διατάξεις, καθόσον η υπαιτιότητα του συνιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου - δεύτερου αναιρεσείοντος τεκμαίρεται, χωρίς, επομένως, το δικαστήριο να αρκεστεί σε λιγότερα στοιχεία από όσα, κατά νόμο, απαιτούνται, ενώ είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων που εφάρμοσε.
Όλα αυτά, σχετικά με την τεκμαιρόμενη υπαιτιότητα του δεύτερου αναιρεσείοντος και τη μη προβολή απ’ αυτόν, σαφούς και πλήρους, ισχυρισμού, προκειμένου να καταρρίψει το σε βάρος του τεκμήριο, αναλύθηκαν στην προσβαλλόμενη απόφαση (33η έως και 36η σελίδες αυτής), με την παράθεση των οικείων διατάξεων και, κατόπιν τούτου, απορρίφθηκαν οι συναφείς ισχυρισμοί - λόγοι έφεσης που προβάλλονται τώρα με τον πιο πάνω δεύτερο λόγο αναίρεσης, αφού έγινε δεκτό ότι ο δεύτερος αναιρεσείων δεν επικαλέστηκε, κατ’ ένσταση, ότι δεν τον βαρύνει υπαιτιότητα, υπό την έννοια που έχει προαναφερθεί, για την πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος.
Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ’ του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι’ αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο (και τελευταίο) λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα παρακάτω έγγραφα, που οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα, για την απόδειξη, μεταξύ των άλλων, της ένστασής τους για συνυπαιτιότητα του οδηγού Κ.
Π. που τραυματίστηκε θανάσιμα, ήτοι α) το σχεδιάγραμμα της αστυνομικής αρχής που επιλήφθηκε του ένδικου ατυχήματος, στο οποίο, κατά τους ισχυρισμούς τους, το ατύχημα εμφανίζεται να έχει γίνει σε διαφορετική λωρίδα από αυτή που δέχτηκε το Εφετείο, με τη συνεκτίμηση των σπασμένων γυαλιών και των ιχνών τροχοπέδησης που σημειώνονται στο ίδιο σχεδιάγραμμα και β) την από 30-10-2005 απολογία του πρώτου αναιρεσείοντος στον "ανακριτή Βόλου" (χωρίς άλλη επεξήγηση), με την οποία αναίρεσε τις προανανακριτικές καταθέσεις των αστυνομικών Α.
Γ. και Α. Γ. που δόθηκαν την ίδια ημέρα, σύμφωνα με τις οποίες ο πρώτος αναιρεσείων, κατά τη σύλληψή του, δήλωσε - "ομολόγησε" σε αυτούς ότι, πριν ξεκινήσει τη διαδρομή με το αυτοκίνητο από το Βόλο προς Θεσσαλονίκη, είχε κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών (χασίς και ηρωίνης). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι το Εφετείο κατέληξε στην κρίση του για την ουσία της υπόθεσης, σε σχέση με την έλλειψη συνυπαιτιότητας του θανατωθέντος οδηγού και, συνακόλουθα, την αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου αναιρεσείοντος, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, όπως βεβαιώνεται με την προσβαλλόμενη απόφαση, και όλα τα έγγραφα που προσκομίστηκαν με επίκληση από τους διαδίκους, μεταξύ των οποίων και τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας (9η σελίδα της προσβαλλομένης), όπου περιλαμβάνονται και τα επίμαχα δύο έγγραφα.
Το πρώτο, μάλιστα, απ’ αυτά μνημονεύεται και ρητά σε τέσσερα σημεία της απόφασης και αξιολογείται χωριστά. Με βάση αυτά, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά. Οι λοιπές αιτιάσεις που περιέχονται στον ίδιο λόγο αποτελούν ουσιαστικές προσεγγίσεις, εκ μέρους των αναιρεσειόντων, που τα εκτιμούν διαφορετικά, οι οποίες απαραδέκτως προβάλλονται, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ και δεν συνιστούν αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 του ίδιου Κώδικα.
Μετά από αυτά, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες που νικήθηκαν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των τριών πρώτων των αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό, ενώ δεν επιδικάζεται δικαστική δαπάνη υπέρ της τέταρτης αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2, σε συνδυασμό με άρθρ. 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις, διότι δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5 Οκτωβρίου 2009 αίτηση των 1) Κ. Α. Μ. και 2) Α. Κ. Μ. για αναίρεση της 511/2009 απόφασης του Εφετείου Λάρισας. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των τριών πρώτων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Νοεμβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ