Legislator Case Law & Legislation
1304/2014 AI generated

1304/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1304/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαΐου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-3-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 203/2006 μη οριστική, 1666/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6158/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-9-2009 αίτησή του.

Legislator headnote

AI generated

1304/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Με την κρινόμενη 1029/30-9-2009 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 6158/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως αυτή προκύπτει από την επιτρεπτή, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Keywords

AI generated
excessive speed dangerous overtaking accident insurance matter cessation of accident benefits extreme speeding offence non-roadworthy vehicle
AI generated
52/2016
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
1496/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε.ς Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, δήλωσε στο Δικαστήριο ότι παραιτείται από το 10-5-2012 δικόγραφο της αναίρεσης ως προς την υπό στοιχείο 1 αναιρεσίβλητη, Α. χήρα Α. Α. το γένος Ν., και την συνέχιση της δίκης για τους λοιπούς αναιρεσίβλητους. Επίσης δήλωσε ότι η υπό στοιχείο 10ε,12) Ε. Α. του Δ., ενηλικιώθηκε και διορθώνει το παραπάνω λανθασμένο όνομα Ε., στο ορθό Δ..
1308/2014
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Mαΐου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-2-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:1826/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4453/2013 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-11-2013 αίτησή τους.
1505/2008
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ : ΙΙ) 2.1. Ψ7, 2.2. Ψ8, τους οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Αντώνιος Φούσας, 2.3. Ψ9, 2.4. Ψ10, 2.5. Ψ11, τους οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Φώτιος Κρεμμύδας, 2.6. Ψ12 και 2.7. Ψ13, τους οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Αντώνιος Φούσας.
432/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Ναυσικά Φράγκου, Αρεοπαγίτες.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1304 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1304/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη και Χαράλαμπο Καλαματιανό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Μαΐου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Φραντζή και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΛΑΣΤΙΚΑ MICHELIN Α.Ε.Β.Ε." που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-3-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 203/2006 μη οριστική, 1666/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6158/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-9-2009 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης, Χαράλαμπος Καλαματιανός ανέγνωσε την από 24-12-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη όλων των λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτή με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την υπ' αριθ. 3949/7-3-2014 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., που προσκομίζει και επικαλείται ο αναιρεσείων, ακριβές αντίγραφο της από 22-1-2014 αίτησης- κλήσης του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης, με την οποία επαναφέρεται για συζήτηση η 1029/30-9-2009 αίτηση αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης και ορισμό ως δικασίμου της αναφερομένης στην αρχή της παρούσας, καθώς και ακριβές αντίγραφο της ανωτέρω αίτησης αναίρεσης νόμιμα και εμπρόθεσμα επιδόθηκαν στην εν λόγω αναιρεσίβλητη με την επιμέλεια του έχοντος προς τούτο πληρεξουσιότητα πληρεξούσιου δικηγόρου του επισπεύδοντος τη συζήτηση αναιρεσείοντος. Η αναιρεσίβλητη όμως δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της προκειμένης υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου στην ως άνω δικάσιμο. Επομένως πρέπει, σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη του όρθρου 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία αυτού.

Με την κρινόμενη 1029/30-9-2009 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 6158/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, που αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, όπως αυτή προκύπτει από την επιτρεπτή, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων.

Ο αναιρεσείων με την από 15-3-2005 αγωγή του ιστορούσε, ότι λόγω ελαττώματος ελαστικού μάρκας MICHELIN, το οποίο του είχε προμηθεύσει η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη και αυτός είχε τοποθετήσει στο ΙΧΕ αυτοκίνητο του, προκλήθηκε θραύση αυτού κατά την οδήγησή του, με συνέπεια να εκτραπεί και να υποστεί εκτεταμένες ζημίες.

Ζήτησε δε, μετά τον περιορισμό του αιτήματος της αγωγής, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη του οφείλει το συνολικό ποσό των 12.150 ευρώ, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για τη ζημία και την ηθική βλάβη που αυτός υπέστη από την αδικοπραξία της εν λόγω εναγομένης. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, αφού διέταξε πραγματογνωμοσύνη με την 203/2006 μη οριστική απόφασή του, στη συνέχεια με την 1666/2007 απόφαση απέρριψε κατ' ουσίαν την αγωγή.

Κατ' αυτής άσκησε την από 12-6-2007 έφεση ο αναιρεσείων, με την οποία ζήτησε την εξαφάνιση της πρωτόδικης, προκειμένου να γίνει δεκτή η αγωγή του. Επ' αυτής το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, όπως από αυτή προκύπτει, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση του ως αποδειχθέντα, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: " Στις 4-6-2004 και περί ώρα 16.00', ο ενάγων οδηγώντας το υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας του, εργοστασίου κατασκευής TOYOTA, τύπου YARIS, 1300 κυβ. εκ., κινούμενος στο ύφος του 399,5 χλμ της Νέας Εθνικής οδού Αθηνών - Θεσσαλονίκης, με κατεύθυνση προς Θεσσαλονίκη, με ταχύτητα περί τα 100 χλμ/ωρ (όπως ο ίδιος αναφέρει στην αγωγή του), επί ανωτάτου επιτρεπομένου ορίου ταχύτητας 60 χλμ/ωρ βάσει της εκεί πινακίδας Ρ-32 (βλ.

το από 1-11-2006, με αριθμ. πρωτ. 2517/3/664 έγγραφο του Τμήματος Τροχαίας Κατερίνης), απώλεσε τον έλεγχο του αυτοκινήτου του, το οποίο παρεξέκλινε της πορείας του προς τα δεξιά, και, αφού περιστράφηκε περί τον άξονά του, προσέκρουσε με σφοδρότητα, με το αριστερό εμπρόσθιο τμήμα του, όχι σε "στηθαίο, το οποίο διαχωρίζει στο σημείο εκείνο τα ρεύματα από και προς Θεσ/νίκη", όπως ο ενάγων αναφέρει στην αγωγή του, αλλά στο μεταλλικό στηθαίο, που βρίσκεται στο δεξιό (σε σχέση με την πορεία του), άκρο της ως άνω Εθνικής οδού.

Σημειώνεται εδώ ότι από τη διάταξη του αρθρ. 224 ΚΠολΔ συνάγεται ότι οι εκ μέρους του ενάγοντος διορθώσεις αγωγικών ισχυρισμών μετά την πρώτη συζήτηση είναι χωρίς άλλο απαράδεκτες, ο δε ενάγων προέβαλε το πρώτον τον ως άνω ισχυρισμό, τον οποίο και πάλι αναφέρει στην έφεσή του (ότι δηλ. το ως άνω αυτοκίνητό του στο μεταλλικό στηθαίο, που βρίσκεται στο δεξιό (σε σχέση με την πορεία του), άκρο της ως άνω Εθνικής οδού, όχι κατά την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του ως άνω πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, αλλά με το από 7-4-2006 εξώδικη δήλωσή του προς τον ως άνω πραγματογνώμονα.

Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι, αποτέλεσμα της σύγκρουσης αυτής ήταν να υποστεί το ως άνω αυτ/το εκτεταμένες φθορές στο αριστερό (εμπρόσθιο και πλάγιο) τμήμα του, το δε ως άνω στηθαίο να υποστεί κάμψη, όπως αυτά βεβαιώνονται στο σχετικώς συνταχθέν από το Τμήμα Τροχαίας Κατερίνης "Δελτίο Τροχαίου Ατυχήματος με Υλικές Ζημίες", κατά το οποίο (Δελτίο) τα σημεία σύγκρουσης του ως άνω αυτ/του είναι η "αριστερά πλευρά", οι δε προκληθείσες φθορές σε τεχνικές κατασκευές της οδού είναι "Κάμψη στηθαίου" και στο οποίο δελτίο αναφέρεται ότι "κατά δήλωση του οδηγού το ατύχημα οφείλεται σε ρήξη ελαστικού με αποτέλεσμα να χάσει τον έλεγχο και να συγκρουσθεί με το στηθαίο", χωρίς ειδικότερη αναφορά περί του ποιο ελαστικό διερράγη.

Κατά την υπ' αριθμ. 2850/14-6-2004 "πραγματογνωμοσύνη" του εξουσιοδοτημένου συνεργείου της TOYOTA "Ε. Γ. Α.Ε.Β.Ε." οι ζημίες του ως άνω αυτ/του ανέρχονται: α) για αγορά ανταλλακτικών σε 2.532,13 ευρώ, β) για εργασίες επισκευής σε 1.165,50 ευρώ και γ) για εργασίες βαφής σε 923,35 ευρώ, ήτοι συνολικά 4.646,30 ευρώ. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι το αριστερό πρόσθιο ελαστικό του ως άνω αυτ/του του ενάγοντος ήταν εργοστασίου κατασκευής MICHELIN, διάστασης 165/65 R 14 ENERGY Ε3Α TL, με κωδικό ΗΗ CD Η 4Μ, Made in Italy, E2 022548, εισαχθέν από Ιταλία, στο δε σημείο όπου το ελαστικό αυτό φέρει (στο εξωτερικό πλάγιο τμήμα του), τα στοιχεία ημερομηνίας υπήρχε, μετά το ως άνω ατύχημα, οπή, περίπου κυκλική, διαμέτρου 2-3 εκατοστών.

Το ελαστικό αυτό (το οποίο είχε αγοράσει ο ενάγων, όπως αυτός ισχυρίζεται, το Μάρτιο του 2004, από το κατάστημα του Χ. Μ. (..., Αθήνα), ο οποίος το είχε προμηθευτεί από την εναγομένη, αποκλειστική αντιπρόσωπο των ελαστικών αυτών στην Ελλάδα, η οποία τα εισάγει από διάφορες χώρες της Ευρώπης, ανάλογα με τον τύπο του ελαστικού και το εργοστάσιο κατασκευής του, κατ' εξουσιοδότηση της, στη Γαλλία, μητρικής εταιρίας), εξετάσθηκε (βλ.

υπ' αριθμ. .../2005 ένορκη βεβαίωση Γ. Μ., τεχνικού και εμπορικού υπευθύνου προϊόντων της εναγομένης), στις 8-6-2004, στο ως άνω κατάστημα, από τον Π. Κ., επιθεωρητή πωλήσεων της εναγομένης, ο οποίος κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ως άνω οπή προκλήθηκε προφανώς από κάποια ανώμαλη πρόσκρουση, δεδομένου ότι υπήρχαν σημάδια κτυπήματος στο πέλμα του ελαστικού ακριβώς πάνω από την οπή, αλλά και παραπλεύρως αυτής.

Ο ίδιος ως άνω, κατά τη μετάβασή του στις 29-6-2004 στο προαναφερόμενο συνεργείο, όπου υπήρχε η ξεμονταρισμένη εμπρόσθια αριστερή ζάντα, διαπίστωσε ότι και αυτή ήταν αρκετά χτυπημένη και έφερε εμφανή ίχνη παραμόρφωσης, που προκλήθηκε προφανώς από σύγκρουση. Κατόπιν αυτών η εναγομένη, με το από 20-7-2004 έγγραφό της, με θέμα: "Αποτελέσματα τεχνικού ελέγχου ελαστικού", ανάφερε στον ενάγοντα ότι "η συγκεκριμένη φθορά του ελαστικού (διαμπερές τραύμα) οδηγεί στο ασφαλές συμπέρασμα ότι ο τραυματισμός του προκλήθηκε από κάποια σοβαρή πρόσκρουση (κτύπημα) σε αιχμηρή και ανώμαλη επιφάνεια, ενώ ταυτόχρονα αποκλείει οιοδήποτε πρόβλημα κατασκευής του ελαστικού, το οποίο άλλωστε κατά τη διαδικασία παραγωγής υφίσταται λεπτομερείς ελέγχους με υπερσύγχρονα ηλεκτρονικά μέσα, που εγγυώνται την άριστη ποιότητά του" (βλ.

την υπ' αριθμ. .../2005 ένορκη βεβαίωση του Α. Π., δ/ντη πωλήσεων επιβατηγών ελαστικών και ελαστικών 4X4 της εναγομένης, καθώς και τις ληφθείσες απ' την τελευταία φωτογραφίες). Περαιτέρω αποδεικνύεται (βλ και την ως άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης), ότι το ως άνω ελαστικό ήταν τύπου tubeless (χωρίς αεροθάλαμο). Τα ελαστικά αυτού του τύπου (τα οποία παράγονται σε ειδικά καλούπια, με πολλές στρώσεις φύλλων γόμας (καουτσούκ), εξωτερικά και εσωτερικά, μεταξύ των στρώσεων αυτών ευρίσκεται ο σκελετός του ελαστικού, ο οποίος αποτελείται από τα λινά, τα δε παραπάνω υλικά κατά την παραγωγή πιέζονται έντονα και θερμαίνονται σε υψηλές θερμοκρασίες, (250 βαθμούς), ώστε να συγκολληθούν), παρέχουν μεγάλη οδική ασφάλεια, αφού, πέραν του ότι υποβάλλονται, κατά τη διαδικασία παραγωγής τους, σε καθολικό και όχι δειγματοληπτικό έλεγχο, έτσι ώστε να αποκλείονται κατασκευαστικά ελαττώματα, τα υλικά και η διαδικασία κατασκευής τους καθιστούν σχεδόν αδύνατη τη ρήξη τους κατά την κίνηση, ενώ μία βαθμιαία διαφυγή του αέρα διαπιστώνεται εγκαίρως, αφού η απώλεια πίεσης είναι αργή.

Επίσης, μετά τη μακροσκοπική εξέταση του ελαστικού από τον πραγματογνώμονα και τους τεχνικούς συμβούλους που διορίσθηκαν από τους διαδίκους, διαπιστώθηκε από όλους ότι αυτό βρισκόταν σε άριστη κατάσταση και ότι το πέλμα του είχε βάθος 6 χιλιοστά του μέτρου, ενώ το καινούριο έχει βάθος 7 χιλιοστά του μέτρου περίπου, η μικρή δε αυτή φθορά δικαιολογείται από τα διανυθέντα χιλιόμετρα και τη συνήθη χρήση του αυτοκινήτου.

Επίσης διαπιστώθηκε ότι το ελαστικό δεν είχε διανύσει απόσταση χωρίς αέρα, ώστε να έχει υποστεί έντονη φθορά στα πλαϊνά μέρη του. Εν συνεχεία ο πραγματογνώμονας με ειδικό μαχαίρι δημιούργησε τομή, σχήματος Π, γύρω από την οπή καθώς και άλλες δύο όμοιες, σχήματος Π, τομές, σε άλλα σημεία του πλαϊνού τμήματος του ελαστικού, έτσι ώστε όλες οι τομές να έχουν ίση απόσταση μεταξύ τους.

Εν συνεχεία μετρήθηκε το πάχος του ελαστικού στις τρεις αυτές τομές, από την εσωτερική περιφέρεια του ελαστικού και διαπιστώθηκε ότι τα αντίστοιχα πάχη ήταν ίσα, δηλαδή δεν υπήρχε ελάττωμα στην περιοχή της οπής σχετικά με το πάχος του ελαστικού. Διαπιστώθηκε επίσης ότι στην περιοχή της οπής δεν υπήρχε ελάττωμα στο σκελετό του ελαστικού (λινά), ούτε αποκόλληση των δύο φύλλων της γόμας (καουτσούκ), που περιβάλλουν τα λινά, τα οποία δεν είχαν υποστεί κάποια διάβρωση, δεν ήταν ξεφτισμένα, ούτε καμένα, ούτε υπήρχε αλλοίωση της γόμας.

Μάλιστα, ο ως άνω πραγματογνώμονας εξέτασε σε διάφορα καταστήματα πώλησης ελαστικών μεταχειρισμένα ελαστικά, που είχαν υποστεί διάρρηξη κατά την κίνηση τους και διαπίστωσε ότι όλα αυτά τα ελαστικά βρισκόταν σε κατάσταση έντονης, προχωρημένης και καθολικής φθοράς από πολυετή χρήση. Διαπίστωσε επίσης ότι σε καμία περίπτωση δεν υπήρχε αποκόλληση ολόκληρου τμήματος του ελαστικού, αλλά σε όλες τις περιπτώσεις υπήρχε ρωγμή (σχίσιμο) του ελαστικού, χωρίς αποκόλληση υλικού.

Έτσι ο ως άνω πραγματογνώμονας κατέληξε στα εξής συμπεράσματα: 1) ότι η οπή διαμέτρου περίπου 2-3 εκατοστών του μέτρου, που φέρει το ελαστικό, δεν οφείλεται σε κατασκευαστικό ελάττωμα του ελαστικού, 2) ότι δεν ήταν δυνατό να υποστεί το ελαστικό διάρρηξη (σκάσιμο - κλατάρισμα ) εν κινήσει, με την αποκόλληση τμήματος του, που ευρίσκετο στη θέση της οπής και ως εκ τούτου να προκληθεί το ατύχημα από την αιτία αυτή και 3) ότι η οπή αυτή δημιουργήθηκε πολύ πιθανόν κατά την πρόσκρουση του εμπρόσθιου αριστερού τροχού σε σκληρή επιφάνεια (μπάρα,) οπότε το ελαστικό δίπλωσε, πιέστηκε έντονα από τη ζάντα και κόπηκε (δεν αποκολλήθηκε) το τμήμα του ελαστικού που ευρίσκετο στην οπή.

Πρέπει εδώ να σημειωθεί, σε σχέση με την τελευταία διαπίστωση ότι, όπως αποδεικνύεται από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες φωτογραφίες του ως άνω στηθαίου ("μπάρας"), ναι μεν αυτή αρχίζει, κατά το οριζόντιο τμήμα της, από ύψος περί τα 40 εκ. από το έδαφος, στηρίζεται όμως σ' αυτό με κάθετες βάσεις, ανά 4 περίπου μέτρα.

Τα παραπάνω δεν αναιρούνται από την ένορκη στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης, κατά τον οποίο τέτοια οπή, σαν αυτή που υπήρχε στο ελαστικό, μπορούσε να ανοιχθεί μόνο με λέιζερ, μέσον του οποίου αποκλείεται να έγινε χρήση στην προκειμένη περίπτωση κατά την κίνηση του αυτοκινήτου, οπότε κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος υπέστη θραύση το ελαστικό, ούτε από το κατατεθέν υπόμνημα του ορισθέντος από τον ενάγοντα τεχνικού συμβούλου του ενάγοντος Θ.

Ε., ο οποίος, αν και συμπεραίνει ότι η οπή δεν θα μπορούσε να δημιουργηθεί από την πρόσκρουση του ελαστικού σε αιχμηρή επιφάνεια, δεν διατυπώνει κατηγορηματικά την άποψη ότι στο σημείο της οπής υπήρχε κατασκευαστικό ελάττωμα, αλλά θεωρεί ότι τούτο δεν αποκλείεται, εν όψει της αντικειμενικής αδυναμίας υποβολής του ελαστικού σε χημικό έλεγχο και με το επιχείρημα ότι η αστοχία υλικού δεν μπορεί να αποκλεισθεί ακόμη και στις υψηλότερες προδιαγραφές.

Μετά τα παραπάνω, ουδόλως αποδεικνύεται ότι υπήρξε κατασκευαστικό ελάττωμα του ως άνω ελαστικού, εξ αιτίας του οποίου μάλιστα προκλήθηκε αιφνίδια θραύση (κλατάρισμα) αυτού εν κινήσει, ώστε να δημιουργείται εις βάρος της εναγομένης, που είχε προμηθεύσει το ελαστικό, ευθύνη προς αποζημίωση του ενάγοντος, ενώ αντίθετα αποδεικνύεται ότι η ως άνω πρόσκρουση οφείλεται στο ότι ο τελευταίος, κινούμενος με ταχύτητα ανώτερη της επιτρεπομένης, απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του το οποίο, μετά από περιστροφή περί τον άξονά του, προσέκρουσε με σφοδρότητα επί του ως άνω στηθαίου.

Άλλωστε, αν είχε συμβεί τέτοιο "κλατάρισμα" του ως άνω αριστερού εμπρόσθιου ελαστικού, το ως άνω όχημα θα κατευθυνόταν αριστερά και όχι δεξιά, σε σχέση με την πορεία του". Με βάση δε τις παραδοχές το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση.

Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι οποίοι συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και έτσι θεμελιώνουν το αίτημά των. Επομένως, δεν είναι πράγματα με την έννοια αυτή, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, το περιεχόμενο των αποδεικτικών μέσων, τα επιχειρήματα των διαδίκων ή τα συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων (Α.Π. 2166/2009). Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης (κατά τη δεύτερη αιτίαση αυτού) αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ., διότι, κατά τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, το Εφετείο δεν απάντησε στους ισχυρισμούς του, με τους οποίους έκανε εξαντλητική απαρίθμηση των λόγων, για τους οποίους η πιθανολογούμενη από τον πραγματογνώμονα εκδοχή δεν είναι δυνατόν να ευσταθεί. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι τα προδιαληφθέντα συνιστούν επιχειρήματα και δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια της ως άνω διάταξης.

Κατά το άρθρο 559 αρ.9 περιπτ. γ ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης, προστασίας, υπό οποιαδήποτε έννομη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία.

Τέτοια αίτηση είναι, ιδίως, η της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρεμβάσεως, της αυτοτελούς προσθέτου παρεμβάσεως, της ανακοπής, της τριτανακοπής και του ενδίκου μέσου (ΑΠ 1486/97). Ως "αίτηση" δεν νοείται και ο λόγος εφέσεως, που περιέχει παράπονο κατά της εκκαλουμένης αποφάσεως, το οποίο αφορά σε πραγματικές ή νομικές αυτής πλημμέλειες, αναφορικώς με ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ο οποίος μπορεί να συνιστά "πράγμα", κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 Κ.Πολ.Δ., η λήψη ή μη λήψη υπόψη του οποίου θεμελιώνει τον από τον αριθμό 8 προβλεπόμενο αναιρετικό λόγο (A.Π. 845/2009, A.Π. 567/2009, Α.Π. 483/2011).

Επομένως οι δεύτερος (κατά την τρίτη αιτίαση αυτού), τρίτος (κατά την πρώτη αιτίασή του) και τέταρτος (κατά την πρώτη αιτίαση αυτού) λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτεται ότι το Εφετείο παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμούς- επιχειρήματα περί της βασιμότητας της αγωγής- διαλαμβανομένους στους δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγους της έφεσης, και επικύρωσε την πρωτόδικη απορρίπτοντας την έφεση, δεν ιδρύουν την πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.9 Κ.Πολ.Δ.

και πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι.

Ο προβλεπόμενος με το άρθρο 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως, μετά την κατάργηση της δεύτερης περίπτωσης, που προέβλεπε τη δυνατότητα αναίρεσης, αν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά "χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη", με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν, 2915/2001, όπως και μετά την κατάργηση της διατάξεως του άρθρου 341 Κ.Πολ.Δικ.

για τη δυνατότητα έκδοσης προδικαστικής αποφάσεως και την εφαρμογή του άρθρου 270 Κ.Πολ.Δ. σε όλες τις υποθέσεις, με το άρθρο 14 παρ. 1 του ίδιου νόμου, έχει περιορισμένη εφαρμογή στην περίπτωση που "το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη", δηλαδή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσαχθεί καμιά απόδειξη ( Α.Π. 273/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, τις ... και .../11-10-2005 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμ/φου Αθηνών Αικατερίνης Ζαχαρία -Μπασούκου, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικος μεταξύ των οποίων το από 15-5-2005 υπόμνημα του τεχνικού συμβούλου του ενάγοντος και τις προσκομιζόμενες με επίκληση φωτογραφίες, και την από 18-4-2006 με αρ.εκθ.

κατάθεσης 106/2006 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του διορισθέντος πραγματογνώμονας. Επομένως η προσβαλλόμενη απόφαση δεν δέχθηκε χωρίς απόδειξη, ότι δεν αποδείχθηκε κατασκευαστικό ελάττωμα του ελαστικού, ώστε να δημιουργείται ευθύνη της εναγομένης προς αποζημίωση του ενάγοντος, και ότι, αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι η θραύση αυτού οφείλεται στο ότι ο τελευταίος, κινούμενος με ταχύτητα ανώτερη της επιτρεπομένης, απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του το οποίο, μετά από περιστροφή περί τον άξονά του, προσέκρουσε με σφοδρότητα επί του στηθαίου που βρίσκεται στο άκρο της Εθνικής οδού, η οποία στηρίζεται σε κάθετες βάσεις, ανά 4 περίπου μέτρα, ο δε αντίθετος πέμπτος από το άρθρο 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δ.

λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο, Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ. .Π. 2/2008).

Δεν αποτελούν έγγραφα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, εκείνα στα οποία αποτυπώνονται άλλα αποδεικτικά μέσα, όπως οι γνωμοδοτήσεις πραγματογνωμόνων, οι εισηγητικές εκθέσεις και οι εκθέσεις αυτοψίας ή τα πρακτικά και οι αποφάσεις που περιέχουν καταθέσεις μαρτύρων (Α.Π. 5/2011). Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, κατά την τέταρτη αιτίαση αυτού, από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προβάλλει ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, διότι κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ένδικη οπή στο ελαστικό προήλθε από πρόσκρουση στην πλευρική μπάρα.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι, όπως προαναφέρθηκε, η έκθεση αυτή δεν αποτελεί έγγραφο κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 20 Κ.Πολ.Δ. Περαιτέρω, είναι και αβάσιμος, γιατί το Εφετείο, δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση της πιο πάνω έκθεσης αλλά, αφού την ανέγνωσε σωστά, την συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Ολ.Α.Π. 9/2013).

Εξ άλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ, αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.

Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικό μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, A.Π 9/2013).

Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 17 Κ.Πολ.Δ. δημιουργείται αν η ίδια απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Προκειμένου να ιδρυθεί ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλόμενης απόφασης να υπάρχει στο διατακτικό της, έτσι ώστε να καθίσταται εξαιτίας αυτής, αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου.

Εάν η αντίφαση υπάρχει στο αιτιολογικό ή ανάμεσα στο αιτιολογικό και το διατακτικό της απόφασης και έχει τη μορφή ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, μπορεί να θεμελιωθεί ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ( Α.Π. 1153/2010). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη και την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου , γιατί είναι κρίση νομική αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας η παράβαση των οποίων ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ.

Αντίθετα η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά πράγματα και δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε, ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του Α.Κ., τις οποίες εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης.

Συγκεκριμένα, αξιολόγησε αρνητικά και απέρριψε αιτιολογημένα τους αγωγικούς ισχυρισμούς περί ύπαρξης κατασκευαστικού ελαττώματος στο εμπρόσθιο αριστερό ελαστικό του αυτοκινήτου του ενάγοντος - αναιρεσείοντος, στην οποία ο τελευταίος αποδίδει την θραύση αυτού, προσπαθώντας να θεμελιώσει υποχρέωση της εναγομένης - αναιρεσίβλητης εταιρείας προς αποζημίωσή του για τη ζημία που υπέστη από την πρόσκρουση του αυτοκινήτου του στο εξωτερικό μεταλλικό στηθαίο της Εθνικής οδού, και κατέληξε στο συμπέρασμα με εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ότι ο αναιρεσείων, εξ αιτίας της υπερβολικής ταχύτητας, με την οποία οδηγούσε το όχημά του, απώλεσε τον έλεγχό του, με συνέπεια αυτό να παρεκκλίνει της πορείας του προς τα δεξιά και, μετά από περιστροφή γύρω από τον άξονά του, να προσκρούσει με σφοδρότητα με το εμπρόσθιο αριστερό τμήμα του στο μεταλλικό στηθαίο, που βρίσκεται στο δεξιό άκρο της Εθνικής οδού, το οποίο στηρίζεται σε κάθετες βάσεις ανά 4 περίπου μέτρα.

Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. προβλεπόμενες πλημμέλειες, οι οποίες αποδίδονται με τους πρώτο, δεύτερο, τρίτο (κατά τη δεύτερη αιτίαση) και τέταρτο (κατά τη δεύτερη αιτίαση) λόγους αναίρεσης, οι οποίοι πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Ειδικότερα δε οι παραδοχές, ότι "...

τα ελαστικά αυτού του τύπου ... παρέχουν μεγάλη οδική ασφάλεια, αφού, πέραν του ότι υποβάλλονται, κατά τη διαδικασία παραγωγής τους, σε καθολικό και όχι δειγματοληπτικό έλεγχο, έτσι ώστε να αποκλείονται κατασκευαστικά ελαττώματα ..." και "... τα υλικά και η διαδικασία κατασκευής τους καθιστούν σχεδόν αδύνατη τη ρήξη τους κατά την κίνηση ...", όχι μόνο δεν συνιστούν αντιφατικές αιτιολογίες, όπως διατείνεται ο αναιρεσείων, αλλά αντιθέτως, ενισχύουν αμφότερες την τελική κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ότι "ουδόλως αποδεικνύεται ότι υπήρξε κατασκευαστικό ελάττωμα του ως άνω ελαστικού, εξ αιτίας του οποίου μάλιστα προκλήθηκε αιφνίδια θραύση (κλατάρισμα) αυτού εν κινήσει ...".

Περαιτέρω, με τον τέταρτο λόγο κατά το οικείο μέρος του ο αναιρεσείων, υπό την επίκληση του αριθμού 17 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφασή του έχει αντιφατικές διατάξεις στο αιτιολογικό της, διότι δέχεται, αφ' ενός το περιεχόμενο εγγράφου της εναγομένης, σύμφωνα με το οποίο η ρήξη του ελαστικού προκλήθηκε από κάποια σοβαρή πρόσκρουση σε αιχμηρή και ανώμαλη επιφάνεια, και αφ' ετέρου την πιθανολόγηση της έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, ότι η οπή αυτή προήλθε από την πρόσκρουση στην πλευρική μπάρα, επιφάνεια η οποία δεν είναι ούτε αιχμηρή ούτε ανώμαλη.

Ο λόγος αυτός, στον οποίο προσήκει η πλημμέλεια από τον αρ. 19 και όχι από τον αρ. 17 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., αφού με αυτόν προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αντιφάσεις στο αιτιολογικό και όχι στο διατακτικό αυτής, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι η υποτιθέμενη αντιφατικότητα έχει σχέση με επιχειρηματολογία των διαδίκων, συμπεράσματα πραγματογνώμονος και τεχνικού συμβούλου και εκτίμηση αποδείξεων, ενώ, όπως προαναφέρθηκε, η παραδοχή της αναιρεσιβαλλομένης, ότι η οπή του ελαστικού του αυτοκινήτου του αναιρεσείοντος προήλθε από την σφοδρή πρόσκρουση αυτού στο προστατευτικό στηθαίο, όπως προαναφέρθηκε, και δεν οφείλεται σε κατασκευαστικό ελάττωμα, είναι σαφής και έχει πλήρη και επαρκή αιτιολογία.

Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την υπ' αρ. εκθ. κατάθεσης 1029/30-9-2009 αίτηση για αναίρεση της 6158/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 30η Μαΐου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 12η Ιουνίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ