1304/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΠολιτική δικονομία. Αίτηση αναίρεσης. Προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως κατά της πρωτόδικης απόφασης όταν η έφεση απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη. Λόγοι αναιρέσεως. Πότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως του αρθρ. 559 αρ. 20 ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου. Ο λόγος αναιρέσεως του αρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ δεν δημιουργείται από ελλείψεις στην αιτιολογία της απόφασης που αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση ή στάθμιση ή αιτιολόγηση του πορίσματος που προκύπτει από αυτές, αρκεί τούτο να αναφέρεται με σαφήνεια στην απόφαση. Ανέλεγκτη η κρίση του Εφετείου για το παραδεκτό του αποδεικτικού μέσου που προσάγεται το πρώτον ενώπιον του (άρθρ. 529 ΚΠολΔ) Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως κατά των υπ’ αριθ. 1032/2009 και 42842/2007 αποφάσεων του Εφετείου και του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αντίστοιχα.
Legislator headnote
AI generated1304/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εν προκειμένω, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Η δεύτερη από τις προσβαλλόμενες υπ'αριθμ. 42842/2007 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο - ενάγοντα την 29.11.2007 με επιμέλεια των αναιρεσειόντων - εναγομένων, και κατά των οποίων, εκτός από τον ενάγοντα, τρέχει έκτοτε η προθεσμία για την άσκηση των ενδίκων μέσων (άρθρ. 144 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
Full text
Απόφαση 1304 / 2011 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Πολιτική δικονομία. Αίτηση αναίρεσης. Προθεσμία για την άσκηση αναιρέσεως κατά της πρωτόδικης απόφασης όταν η έφεση απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη. Λόγοι αναιρέσεως. Πότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως του αρθρ. 559 αρ. 20 ΚΠολΔ για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου. Ο λόγος αναιρέσεως του αρθρ. 559 αρ. 19 ΚΠολΔ δεν δημιουργείται από ελλείψεις στην αιτιολογία της απόφασης που αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση ή στάθμιση ή αιτιολόγηση του πορίσματος που προκύπτει από αυτές, αρκεί τούτο να αναφέρεται με σαφήνεια στην απόφαση. Ανέλεγκτη η κρίση του Εφετείου για το παραδεκτό του αποδεικτικού μέσου που προσάγεται το πρώτον ενώπιον του (άρθρ. 529 ΚΠολΔ) Απορρίπτει αίτηση αναιρέσεως κατά των υπ’ αριθ. 1032/2009 και 42842/2007 αποφάσεων του Εφετείου και του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, αντίστοιχα.
Αριθμός 1304/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A2' Πολιτικό Τμήμα ---
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ρένα Ασημακοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Κουτρομάνο, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπρο-πούλου και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Φεβρουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Ι. Μ. του Ε. και 2. Ε. Μ. του Ι. , κατοίκων ... , οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Πάσχο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ι. Π. του Α. , κατοίκου ... , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παναγιώτη Ζαχόπουλο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-7-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 19956/2006 μη οριστική, 42842/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1032/2009 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των αποφάσεων αυτών ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 8-7-2009 αίτησή τους, που κατατέθηκε στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης με αριθ. καταθ. 2875/09 και στο Εφετείο Θεσσαλονίκης με αριθ. καταθ 219/2009.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αργύριος Σταυράκης ανέγνωσε την από 18-2-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και του μοναδικού πρόσθετου λόγου αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά το άρθρο 577 του ΚΠολΔ το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης. Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Αν ο Άρειος Πάγος κρίνει νόμιμη και παραδεκτή την αναίρεση, εξετάζει το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της. Εξάλλου, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 552, 553 παρ.1 περ. β', 556 παρ.1 και 564 παρ. 1 του ίδιου ΚΠολΔ προκύπτει ότι για τον διάδικο που άσκησε εκπρόθεσμη έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης, η οποία και απορρίφθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ως εκπρόθεσμη, η προθεσμία για την άσκηση της αναίρεσης κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης αρχίζει όχι από την επίδοση της απορριπτικής απόφασης του Εφετείου, αλλά από την πάροδο της προθεσμίας για την άσκηση εφέσεως κατά της πρωτόδικης απόφασης, αφότου και η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη. Υπό αντίθετη εκδοχή ο διάδικος θα μπορούσε, ασκώντας οποτεδήποτε ήθελε εκπρόθεσμη έφεση, να καταστρατηγήσει τις διατάξεις για την προθεσμία της αιτήσεως αναιρέσεως (ΑΠ 967/04, 115/03).
Εν προκειμένω, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Η δεύτερη από τις προσβαλλόμενες υπ'αριθμ. 42842/2007 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης επιδόθηκε στον αναιρεσίβλητο - ενάγοντα την 29.11.2007 με επιμέλεια των αναιρεσειόντων - εναγομένων, και κατά των οποίων, εκτός από τον ενάγοντα, τρέχει έκτοτε η προθεσμία για την άσκηση των ενδίκων μέσων (άρθρ. 144 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
Η έφεση των εναγομένων αυτών, που αφορά, ειδικότερα, τον δεύτερο αναιρεσείοντα - εναγόμενο Ε. Μ. και την παραδοχή από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως προς τον διάδικο αυτό της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου, απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη με την πρώτη από τις προσβαλλόμενες ήδη υπ'αριθμ. 1032/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία και δεν προσβάλλεται με λόγον αναιρέσεως για την παραδοχή της αυτή.
Επομένως, μετά την πάροδο της προθεσμίας των τριάντα ημερών, από την ανωτέρω επίδοση, για την άσκηση της εφέσεως (άρθρ. 518 παρ. 1 του ΚΠολΔ), οπότε η απόφαση αυτή (πρωτόδικη) κατέστη τελεσίδικη, άρχισε η προθεσμία των τριάντα, επίσης, ημερών για την άσκηση της αναίρεσης (άρθρ. 564 παρ. 1 του ΚΠολΔ), η προθεσμία δε αυτή είχε προ πολλού συμπληρωθεί κατά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης κατά της πρωτόδικης απόφασης, που έλαβε χώρα την 9.7.2009, όπως τούτο προκύπτει από τη σχετική έκθεση καταθέσεως του γραμματέα του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, και η αίτηση αυτή, κατά το ως άνω μέρος της και τον αντίστοιχο τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (εκπρόθεσμη) και αυτεπαγγέλτως.
ΙΙ. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, που ανάγεται δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Στην τελευταία αυτή περίπτωση πρόκειται για παράπονο που αναφέρεται στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Για να θεμελιωθεί πάντως ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολομ. ΑΠ 2/2008).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη υπ'αριθμ. 1032/2009 απόφαση, το Εφετείο που την εξέδωσε, μετά από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, που είχε δεχθεί τα αντίθετα, και κατά μερικήν παραδοχήν της ένδικης αγωγής του αναιρεσιβλήτου, α) αναγνώρισε ως άκυρη τη σύμβαση μεταξύ του αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος κι του πρώτου αναιρεσείοντος - εναγομένου, που περιέχεται στο από 8.9.1999 ιδιωτικό συμφωνητικό περί εκχωρήσεως από τον πρώτο στον δεύτερο του συνόλου "των περιουσιακών εξουσιών" του (ενάγοντος) που απέρρεαν από το υπ'αριθμ. ...
δίπλωμα ευρεσιτεχνίας του Οργανισμού Βιομηχανικής ιδιοκτησίας (Ο.Β.Ι.), του οποίου (διπλώματος) ο αναιρεσίβλητος είναι νόμιμος κάτοχος και β) αναγνώρισε ως άκυρο επίσης το υπ' αριθμ. ... πιστοποιητικό του ανωτέρω Οργανισμού, το οποίο εκδόθηκε βάσει της προρρηθείσης συμβάσεως εκχωρήσεως και το οποίο πιστοποιούσε ότι τα δικαιώματα του αναιρεσιβλήτου από το ως άνω δίπλωμα μεταβιβάστηκαν στον πρώτο αναιρεσείοντα.
Στην κρίση του αυτή κατέληξε το Εφετείο αφού έλαβε υπόψη το από 9.9.1999 έγγραφο με τίτλο "ΔΗΛΩΣΗ - ΒΕΒΑΙΩΣΗ" που φέρει την επαγγελματική σφραγίδα και την υπογραφή του πρώτου αναιρεσείοντος Ι. Μ. και το οποίο είχε προσκομίσει και επικαλεσθεί ο αναιρεσίβλητος. Το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού έχει κατά λέξη ως εξής: "Ο υπογεγραμμένος - Μ.
του Ε. δια της παρούσης δηλώνων και βεβαιώ τα κατωτέρω: Συνεπεία του από 08.09.99 ιδιωτικού συμφωνητικού εκχωρήσεως δικαιωμάτων και της με αυτήν ημεροχρονολογία βεβαιώσεως, ο Ι. Π. του Α. προέβη στην εκχώρηση εγγράφως προς εμέ το σύνολο των περιουσιακών δικαιωμάτων, που απορρέουν από το δίπλωμα ευρεσιτεχνίας που κατέχει αυτός με τίτλο "... " και με αριθμό του διπλώματος ευρεσιτεχνίας του Οργανισμού Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας ... .
Ρητά ανεγράφη στα ανωτέρω-έγγραφα, πράγμα το οποίο και σήμερα δια της παρούσης ομολογώ και αποδέχομαι ότι η εκχώρηση αυτή αφορά μόνο την ανάληψη του έργου στο ... και κανένα άλλο. Δια της παρούσης αναγνωρίζω, ομολογώ και αποδέχομαι ότι το ποσό, το οποίο θα λάβω δια την ανάληψη και εκτέλεση του συγκεκριμένου έργου εκ δραχμών πενήντα εκατομμυρίων (50.000.000) περίπου μετά του ΦΠΑ δε μου ανήκει παρά μόνο κατά ποσοστό 35%, όπως ρητά ισχύει με βάση τη μεταξύ μας συμφωνία.
Το υπόλοιπο 65% ανήκει, 55% στον Ι. Π. , 5% στη Μ. Κ. και 5% στον Δ. Ρ. . Ως εκ τούτου αναγνωρίζω και αποδέχομαι ότι η λήψη οιουδήποτε ποσού εκ του συγκεκριμένου έργου, ανεξάρτητα από την έκδοση εντάλματος πληρωμής στο όνομα μου, αποτελεί κατά το ποσοστό του 65% ξένο κινητό πράγμα, με συνέπεια η λήψη του ποσού και η μη απόδοση κατά τα ανωτέρω ποσοστά στους ανωτέρω αναφερθέντες (55%, 5% και 5%) στοιχειοθετεί από πλευράς μου το αδίκημα της υπεξαίρεσης και μάλιστα αντικειμένου ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και με κατάχρηση εμπιστοσύνης λόγω της μεταξύ μας σχέσης.
Τέλος, δια της παρούσης αναγνωρίζω, ομολογώ και αποδέχομαι ωσαύτως ότι τυχόν αξίωση μου κατά του Ι. Π. από προηγούμενη συνεργασία μας και από οποιαδήποτε άλλη αιτία δεν μπορεί κατ' ουδενί τρόπω να οδηγήσει σε συμψηφισμό χρηματικών ποσών ή περιουσιακών δικαιωμάτων, τα οποία τυχόν δικαιώματα ή ποσά είναι εντελώς ανεξάρτητα της συγκεκριμένης συνεργασίας, με το ποσό το οποίο θα λάβω.
Θεσσαλονίκη, 09.09.1999. Ο ΔΗΛΩΝ ΚΑΙ ΒΕΒΑΙΩΝ" (έπεται σφραγίδα και υπογραφή). Σχετικά με το έγγραφο αυτό το Εφετείο δέχθηκε τα εξής, μετά την αναφορά του στην προαναφερθείσα από 8.9.1999 σύμβαση εκχωρήσεως, ήτοι "Παράλληλα, την επόμενη ημέρα από τη σύναψη της άνω σύμβασης, ο πρώτος εναγόμενος υπέγραψε, σε εκτέλεση της άνω συμφωνίας των διαδίκων, μία δήλωση-βεβαίωση, με ημερομηνία 9-9-1999, με την οποία, αφού "ομολογούσε και αποδεχόταν", όπως επί λέξει αναγράφεται σ' αυτήν, ότι η προεκτεθείσα εκχώρηση "αφορούσε μόνο την ανάληψη του έργου στο ...
και κανένα άλλο έργο", στη συνέχεια "αναγνώριζε, ομολογούσε και αποδεχόταν" ότι, το ποσό των 50.000.000 δραχμών περίπου, το οποίο θα ελάμβανε από την εκτέλεση του συγκεκριμένου έργου, θα κατανεμόταν μεταξύ του ιδίου, του ενάγοντος και δύο άλλων φυσικών προσώπων (μη διαδίκων), κατά τα εκεί αναφερόμενα ποσοστά, με βάση τη μεταξύ τους συμφωνία.
Τέλος, ο πρώτος εναγόμενος "αναγνώριζε" κ.λ.π. ότι τυχόν αξίωση του κατά του ενάγοντος από προηγούμενη συνεργασία τους και από οποιαδήποτε άλλη αιτία, δεν θα μπορούσε να συμψηφισθεί με το ποσό που θα ελάμβανε από το άνω έργο". Με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με τις προαναφερθείσες παραδοχές του παραμόρφωσε το περιεχόμενο του ανωτέρω από 9.9.1999 εγγράφου ("ΔΗΛΩΣΗ - ΒΕΒΑΙΩΣΗ"), το οποίο "ανέγνωσε ως νέα σύμβαση, που καταργεί την προηγουμένη, ενώ στην πραγματικότητα είναι μονομερής δήλωση βούλησης".
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης και καθόσον επιχειρείται να θεμελιωθεί στο άρθρο 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού ούτε από τις ως άνω παραδοχές του Εφετείου ούτε από άλλες προκύπτει ότι το δικαστήριο εσφαλμένα ανέγνωσε, υπό την προεκτεθείσα έννοια, το ειρημένο από 9.9.1999 έγγραφο και ότι κατά συνέπειαν παραμόρφωσε το περιεχόμενό του, τούτο δε πέραν του ότι όπως προκύπτει από τις ίδιες παραδοχές του Εφετείου, το δικαστήριο δεν έδωσε στο έγγραφο αυτό την αποδιδόμενη ως άνω από τον αναιρεσείοντα έννοια, ότι πρόκειται δηλαδή για νέα σύμβαση, που καταργεί την πρώτη, αλλ' ότι πρόκειται για μία και μόνη, την αρχική σύμβαση, της οποίας το περιεχόμενο διευκρινίζεται με την ως άνω "δήλωση - βεβαίωση", πράγμα το οποίο άλλωστε και ρητώς αναφέρεται και σε άλλο σημείο του αιτιολογικού της αναιρεσιβαλλομένης (σελ. 24).
Κατά τα λοιπά ο ίδιος αυτός πρώτος λόγος αναιρέσεως συνιστά παράπονο που αναφέρεται στην από το δικαστήριο της ουσίας εκτίμηση του περιεχομένου του υπόψη εγγράφου ως αποδεικτικού μέσου και επομένως εκτίμηση πραγμάτων που δεν υπόκειται, κατά τα προεκτεθέντα, σε αναιρετικό έλεγχο (άρθρ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ), με αποτέλεσμα ο λόγος αυτός να είναι κατά τούτο απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Με τον τρίτο λόγο του αναιρετηρίου και τον συναφή μοναδικό λόγο του δικογράφου πρόσθετων λόγων αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των από 20.8.2003 και 28.9.2003 εξώδικων προσκλήσεων - δηλώσεων κλ.π. του αναιρεσιβλήτου προς τον Οργανισμό Βιομηχανικής Ιδιοκτησίας (Ο.Β.Ι.) και τον πρώτο αναιρεσείοντα, αντίστοιχα, με το να δεχθεί ότι το αναφερόμενο στις εξώδικες αυτές προσκλήσεις από 9.9.1999 έγγραφο - βεβαίωση είναι η προαναφερθείσα από 9.9.1999 "ΔΗΛΩΣΗ - ΒΕΒΑΙΩΣΗ" που φέρει την επαγγελματική σφραγίδα και την υπογραφή του αναιρεσείοντος, ενώ, κατά τους ισχυρισμούς του τελευταίου, από την ανάγνωση του περιεχομένου του ανωτέρω εξωδίκου, το οποίο και παραθέτει, προέκυπτε ότι το μνημονευόμενο σ'αυτά ως άνω έγγραφο είναι άλλο, και δή βεβαίωση του αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος, με διαφορετικό περιεχόμενο, το οποίο, επίσης παραθέτει, και όχι η φερόμενη ως εκδοθείσα από αυτόν (αναιρεσείοντα) ανωτέρω από 9.9.1999 "ΔΗΛΩΣΗ - ΒΕΒΑΙΩΣΗ".
Τις εξώδικες αυτές προσκλήσεις του αναιρεσιβλήτου, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά και ο αναιρεσείων αναφέρει, τις είχε προσκομίσει στο Εφετείο (όπως και στο Πρωτοδικείο) ο πρώτος αναιρεσείων - εναγόμενος προς ενίσχυση του ισχυρισμού που είχε προβάλει ότι το κρίσιμο από 9.9.1999 ως άνω έγγραφο "ΔΗΛΩΣΗ-ΒΕΒΑΙΩΣΗ" ήταν πλαστά και δεν μπορούσε να ληφθεί υπόψη, επικαλούμενος (ο αναιρεσείων) ότι στις ειρημένες εξώδικες προσκλήσεις "ουδεμία αναφορά κάνει (ο αναιρεσίβλητος) στην εν λόγω από 9.9.99 δήλωση, την οποία για πρώτη φορά ανέφερε στην ένδικη αγωγή του".
Από την ίδια προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτόν (ένσταση πλαστότητας) του αναιρεσείοντος ως κατ' ουσίαν αβάσιμο και ότι το σχετικό αποδεικτικό του πόρισμα το στήριξε στα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων, και ιδίως, η υπ'αριθμ. 3291/14.3.2007 έκθεση πραγματογνωμοσύνης της διορισθείσης πρωτοδίκως δικαστικής γραφολόγου Κ.
Ξ. και η από 14.10.2008 έκθεση του ειδικού δικαστικού γραφολόγου - δικηγόρου Δ.Σ. , η προταθείσα δε πλαστότητα του εγγράφου ήταν εν προκειμένω και το αποδεικτέο γεγονός. Επομένως, και αφού τα φερόμενα ως παραμορφωθέντα κατά το περιεχόμενό τους ως άνω έγγραφα (εξώδικες προσκλήσεις - δηλώσεις) αφορώντα άλλωστε επιχείρημα των αναιρεσειόντων και όχι ουσιώδη ισχυρισμό, δεν στήριξαν αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου σχετικά με το αποδεικτέο γεγονός (ένσταση πλαστότητος), ο τρίτος αυτός λόγος αναιρέσεως και ο συναφής μοναδικός πρόσθετος λόγος είναι, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Περαιτέρω, ο λόγος αναιρέσεως του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ για εκ πλαγίου, ήτοι με ανεπαρκείς, ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες της αποφάσεως, παράβαση διατάξεως ουσιαστικού δικαίου δημιουργείται όταν με τις ελλείψεις αυτές της αιτιολογίας της αποφάσεως παραβιάζεται κανόνας ουσιαστικού δικαίου, όχι δε και δικονομικού δικαίου, όπως όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση ή στάθμιση ή αιτιολόγηση του πορίσματος που προκύπτει από αυτές, αρκεί τούτο να αναφέρεται με σαφήνεια στην απόφαση (ΑΠ 1987/2007).
Εν προκειμένω προβάλλεται με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου ότι το Εφετείο προς εξαγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος περί της πλαστότητος ή μη του προσβληθέντος ως πλαστού ως άνω εγγράφου α) έλαβε υπόψη μεταξύ των άλλων και την προαναφερθείσα έκθεση του ορισθέντος από τον αναιρεσίβλητο - ενάγοντα ειδικού δικαστικού γραφολόγου Δ.Σ. , δεχόμενο (το Εφετείο) ότι η έκθεση αυτή παραδεκτά προσκομίζεται για πρώτη φορά ενώπιόν του "διότι η μη προσαγωγή της στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο δεν οφείλεται σε πρόθεση στρεψοδικίας ή σε βαριά αμέλεια του ενάγοντος (άρθρ. 529 παρ. 2 του ΚΠολΔ)", χωρίς περαιτέρω αιτιολογία για την παραδοχή αυτή ως προς το παραδεκτό του αποδεικτικού αυτού μέσου (έλλειψη προθέσεως στρεψοδικίας κ.λ.π.
του ενάγοντος) και β) δέχθηκε το πόρισμα της προαναφερθείσης υπ' αριθμ. ... εκθέσεως γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και της ανωτέρω από 14.10.2008 εκθέσεως του γραφολόγου Δ.Σ. περί γνησιότητας του ειρημένου εγγράφου, χωρίς να αναφέρει (το Εφετείο) με σαφήνεια και πληρότητα τους συγκεκριμένους λόγους για τους οποίους τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα "είναι πιο κοντά στην αλήθεια από τα (αντίθετα) ερευνητικά πορίσματα των δύο τεχνικών συμβούλων" που είχαν ορίσει οι αναιρεσείοντες, και ότι με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο διέλαβε ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την εκτίμηση των αποδεικτικών αυτών μέσων και στέρησε έτσι την απόφασή του από νόμιμη βάση, κατά παράβαση των άρθρων 340 εδ.
β', 387 και 529 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Και ο λόγος αυτός, από το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, του αναιρετηρίου είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού αναφέρεται σε παράβαση, με τις επικαλούμενες ελλείψεις στην αιτιολογία της αποφάσεως, κανόνων δικονομικού δικαίου, η παράβαση δε αυτή δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα.
Και πέραν τούτου, ως προς την προαναφερθείσα υπό α', ειδικότερα, ως άνω αιτίαση, η κρίση του Εφετείου ότι το αποδεικτικό μέσον παραδεκτώς προσάγεται το πρώτον ενώπιόν του (άρθρ. 529 παρ. 1 του ΚΠολΔ) είναι ανέλεγκτη, πολλώ δε μάλλον όταν το αποδεικτικό αυτό μέσον είναι οψιγενές, καταρτίστηκε δηλαδή μετά τη συζήτηση της υποθέσεως στον πρώτο βαθμό, όπως και εν προκειμένω η ρηθείσα από 14.10.2008 γραφολογική έκθεση του Δ.Σ. , οπότε και δεν μπορεί να αποκρουσθεί από το Εφετείο κατά το άρθρο 529 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα Ι. Μ. και την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ.1032/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, να καταδικασθούν δε οι αναιρεσείοντες στην αναφερόμενη στο διατακτικό δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά το νόμιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρ. 176 και 183 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8.7.2009 αίτηση για αναίρεση των υπ'αριθμ. 1032/2009 και 42842/2008 αποφάσεων του Εφετείου Θεσσαλονίκης και του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. αντίστοιχα. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσιες (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 28 Ιουνίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 28 Ιουλίου 2011.
Η ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ