1304/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/6/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 331/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 301/2008 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13/4/2009 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated1304/2010 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η τυχόν καθυστέρηση τμηματικής πέραν από τον οριζόμενο στο ασφαλιστήριο χρόνο καθιστά το ασφαλιστήριο άκυρο . Η ασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να επικαλεστεί την ακυρότητα μόνο αφού προηγουμένως ειδοποιήσει αποδεδειγμένα τον ασφαλισμένο με επιστολή πριν από τριάντα ( 30 ) τουλάχιστον ημέρες χωρίς να επιτρέπεται αντίθετη συμφωνία στο σημείο αυτό.
Full text
Απόφαση 1304 / 2010 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1304/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελευθέριο Μάλλιο, Γεωργία Λαλούση, Ευτύχιο Παλαιοκαστρίτη και Βασιλική Θάνου-Χριστοφίλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαρτίου 2010, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρίας με την επωνυμία "EUROSTAR ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ ΖΗΜΙΩΝ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Πατσούρη και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ1, κατοίκου ..., ο οποίος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, 2) Χ2, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βησσαρίωνα Τόγελο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3/6/2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τρικάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 331/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 301/2008 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13/4/2009 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ευτύχιος Παλαιοκαστρίτης ανέγνωσε την από 16/3/2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των 1Α, 1Β, 1Γ, 1Ε, 2 και 4 λόγων της αναίρεσης και την απόρριψη των υπολοίπων.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του παραστάντος αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την με αρίθμ. ... έκθεση επιδόσεως του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Τρικάλων αποδεικνύεται, ότι επικυρωμένο αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για εμφάνιση σε αυτήν νομότυπα και εμπρόθεσμα επιδόθηκε στον πρώτο αναιρεσίβλητο. Ο τελευταίος δεν εμφανίστηκε στην, ως άνω, δικάσιμο στο ακροατήριο, κατά την οποία εκφωνήθηκε η υπόθεση από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και ούτε παραστάθηκε με δήλωση του άρθρου 242 Κ.Πολ.Δ . Πρέπει, επομένως, να δικαστεί ερήμην να προχωρήσει όμως το δικαστήριο στην εκδίκαση της υποθέσεως σαν να ήταν και αυτός παρών ( αρθρ. 576 παρ 1 Κ.Πολ.Δ ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 189 επ. του Εμπ.Ν, προκύπτει, ότι η σύναψη της αμφότερους συμβάσεως ασφαλίσεως προϋποθέτει πρόταση του αντισυμβαλλόμενου και αποδοχή από τον ασφαλιστή . Η σύμβαση θεωρείται καταρτισμένη αφότου ο ασφαλιστής αποδεχτεί την περί ασφαλίσεως αίτηση . Η αποδοχή μπορεί να εκδηλωθεί και σιωπηρώς όπως με την αποστολή του ασφαλιστηρίου εγγράφου , την με οποιοδήποτε τρόπο ειδοποίηση κ.λ.π. Το ασφαλιστήριο αποτελεί αποδεικτικό και όχι συστατικό έγγραφο, εκδίδεται δε από τον ασφαλιστή, από τον οποίο και υπογράφεται, χωρίς να απαιτείται και υπογραφή από τον ασφαλισμένο. Περαιτέρω, στη διάταξη του άρθρου 33 παρ 1 του ν.δ 400/1970 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 του ν. 2170/1993 ορίζεται, ότι τα ασφάλιστρα των ασφαλιστηρίων καταβάλλονται σε μετρητά είτε κατά το χρόνο σύναψης της ασφάλισης εφάπαξ, είτε κατ ελάχιστον με μηνιαίες ισόποσες τμηματικές καταβολές Κάθε τμηματική καταβολή γίνεται στις καθοριζόμενες στο ασφαλιστήριο ημερομηνίες ..
Η τυχόν καθυστέρηση τμηματικής πέραν από τον οριζόμενο στο ασφαλιστήριο χρόνο καθιστά το ασφαλιστήριο άκυρο . Η ασφαλιστική επιχείρηση μπορεί να επικαλεστεί την ακυρότητα μόνο αφού προηγουμένως ειδοποιήσει αποδεδειγμένα τον ασφαλισμένο με επιστολή πριν από τριάντα ( 30 ) τουλάχιστον ημέρες χωρίς να επιτρέπεται αντίθετη συμφωνία στο σημείο αυτό.
Η τήρηση της διαδικασίας αυτής είναι απαραίτητη τόσο στην περίπτωση που συμφωνήθηκε τμηματική καταβολή των ασφαλίστρων, όσο και εφάπαξ καταβολή αυτών, εφόσον, για την κατάρτιση της συμβάσεως, αρκεί η αποδοχή από τον ασφαλιστή της πρότασης του αντισυμβαλλόμενου, ενώ η καθυστέρηση της καταβολής ως μόνο αποτέλεσμα έχει την περιέλευση του ασφαλισμένου σε υπερημερία και την ακυρότητα της σύμβασης ασφαλίσεως, με την προϋπόθεση, όμως, ότι σε κάθε περίπτωση θα γίνει η, ως άνω, ειδοποίηση εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των τριάντα ημερών.
Εξάλλου, από το άρθρο 11 παρ. 2εδ α' και β' του π.δ 237/86, που κωδικοποίησε τις διατάξεις του ν. 489/76, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με το νόμο 1569/1985 και τα π.δ 1019/1981 και 118/85, η ακύρωση ή η λήξη κατά του τρίτου μεν προσώπου που ζημιώθηκε μπορεί να αντιταχθεί, μόνο, αφού το ατύχημα συνέβη μετά πάροδο δεκαέξι ημερών από την εκ μέρους του ασφαλιστή γνωστοποίηση της ακύρωσης ή της λήξης ή αναστολής.
Η γνωστοποίηση γίνεται στην κατοικία η διαμονή του ασφαλισμένου ή του αντισυμβαλλόμενου με έγγραφο του οποίου αποδεικνύεται η χρονολογία λήψης και το περιεχόμενο, μετά δε την έναρξη ισχύος του άρθρου 7 του ν. 2170/1993 γίνεται στην κατοικία ή διαμονή με επιστολή του ασφαλιστή προς τον ασφαλιζόμενο. Σχετικά, όμως, με τον ασφαλιζόμενο εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 7 του Ν.2170/1993 και 361 του ΑΚ, από τις οποίες προκύπτει, ότι η σύμβαση ασφαλίσεως μπορεί να λυθεί, εκτός των άλλων προβλεπομένων περιπτώσεων, και με καταγγελία οποτεδήποτε από οποιοδήποτε αντισυμβαλλόμενο καθώς και με κατάργηση της με αντισυμφωνία χωρίς να είναι απαραίτητο να τηρηθούν οι προθεσμίες και η διαδικασία που προβλέπονται από τις, ως άνω, διατάξεις για την περίπτωση δηλαδή που προβάλλονται αξιώσεις από τον ζημιωθέντα τρίτο κατά του ασφαλιστή του ζημιογόνου αυτοκινήτου .
Κατά συνέπεια, αν δεν γίνει νομότυπα ή δεν γίνει καθόλου η γνωστοποίηση της λύσης της σύμβασης ασφάλισης, ο ασφαλιστής, παρά τη λύση της, εξακολουθεί κατά το νόμο να ευθύνεται έναντι του ζημιωθέντος τρίτου και το ποσόν που τυχόν θα καταβάλει στον τελευταίο, δικαιούται να το αναζητήσει από τον ασφαλισμένο από τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα Ασφαλιστική Εταιρία, με την από 3-6-2003 αγωγή της, ισχυρίστηκε, ότι ο εναγόμενος Χ2 την 28-3-1996 υπέβαλε πρόταση προς αυτήν δια του πράκτορά της στα ... ..., με την οποία ζητούσε την ασφάλιση του με αρίθμ.... ΦΙΧ αυτοκινήτου του . Η αναιρεσείουσα αποδέχτηκε την πρόταση αυτή και εξέδωσε την 1-4-1996 το με αρίθμ. ...
ασφαλιστήριο συμβόλαιο για το χρονικό διάστημα από 30-3-1996 μέχρι 30-9-1996. Ο, ως άνω, όμως, αντισυμβαλλόμενος παρά τις επανηλειμένες οχλήσεις και προσκλήσεις να παραλάβει το ασφαλιστήριο αφού καταβάλει τα ασφάλιστρα τα οποία είχε συμφωνηθεί να καταβληθούν εφάπαξ δεν προσήλθε για την παραλαβή του ασφαλιστηρίου και την καταβολή των ασφαλίστρων και για το λόγο αυτό η αναιρεσείουσα με την με αρίθμ. ...
πρόσθετη ακυρωτική πράξη της ακύρωσε το ασφαλιστήριο, που είχε εκδώσει προηγουμένως. Την 4-5-1996 το, ως άνω, αυτοκίνητο με οδηγό το πρώτο αναιρεσίβλητο συγκρούστηκε με την χωρίς αριθμ. μοτοσικλέτα που οδηγούσε ο Φ . Με την 3951/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών η οποία έγινε τελεσίδικη μετά την έκδοση της με αρίθμ. 8882/2000 απόφασης του Εφετείου Αθηνών έγινε μερικά δεκτή η από 27-3-98 αγωγή, που άσκησε ο Φ και απορρίφθηκε η από 15-1-1999 παρεμπίπτουσα αγωγή της αναιρεσείουσας κατά των αναιρεσίβλητων .
Με την εν λόγω απόφαση έγινε δεκτό, ότι αποκλειστικά υπαίτιος της συγκρούσεως των, ως άνω, οχημάτων ήταν ο πρώτος αναιρεσίβλητος, ο οποίος οδηγούσε σε κατάσταση μέθης με ποσοστό 1,45 ο/οο , ότι δεν είχε ακυρωθεί η ασφαλιστική σύμβαση του ζημιογόνου αυτοκινήτου, εφόσον δεν αποδείχτηκε, ότι επιδόθηκε στον αντισυμβαλλόμενο της ασφαλιστικής εταιρίας η πρόσθετη πράξη ακυρώσεως της συμβάσεως, ότι δεν ήταν εφαρμοστέα η περ. 8 του άρθρου 25 της Κ4/585/78 ΑΥΕ, διότι το ασφαλιστήριο δεν έφερε την υπογραφή του αντισυμβαλλόμενου της Ασφαλιστικής εταιρίας και ότι ο αντισυμβαλλόμενος (δεύτερος αναιρεσίβλητος) δεν δεσμεύονταν από το ασφαλιστήριο διότι δεν εγνώριζε τους όρους του ασφαλιστηρίου .
Με την 6841/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγινε μερικά δεκτή συμπληρωματική αγωγή του, ως άνω, ζημιωθέντος Φ με βάση και τις παραδοχές που αναφέρονται ανωτέρω. 'Ετσι, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, ο δεύτερος εναγόμενος, ο οποίος ήταν ο λήπτης του ασφαλίσματος, έγινε αδικαιολόγητα πλουσιότερος κατά το ποσόν των 178891,05 ευρώ σε βάρος της περιουσίας της αναιρεσείουσας, εφόσον αυτό καταβλήθηκε από αυτήν προς εκπλήρωση υποχρεώσεως των αναιρεσίβλητων, χωρίς αντίστοιχη υποχρέωση της για το λόγο ότι δεν είχαν καταβληθεί τα ασφάλιστρα και ότι, επίσης, οι αναιρεσίβλητοι έγιναν αδικαιολόγητα πλουσιότεροι κατά το ίδιο, ως άνω, ποσόν, το οποίο κατέβαλε η αναιρεσείουσα στον ζημιωθέντα τρίτο, αν και δεν ήταν υποχρεωμένη από την ασφαλιστική σύμβαση, δεδομένου ότι οι αντισυμβαλλόμενοι αυτής δεν είχαν καταβάλει τα ασφάλιστρα εφάπαξ κατά την κατάρτιση της ασφαλιστικής σύμβασης και για το λόγο αυτό δεν είχε αρχίσει η ασφαλιστική κάλυψη και επικουρικά διότι είχε επέλθει η λήξη αυτής με αντισυμφωνία η οποία καταρτίστηκε σιωπηρά από τον ασφαλισμένο με την εν γένει στάση του και με την έκδοση της πρόσθετης ακυρωτικής πράξης .
Ζητούσε δε να υποχρεωθούν οι αναιρεσίβλητοι να της καταβάλουν σε ολόκληρο ο καθένας το ποσόν των 178891,05 ευρώ που υποχρεώθηκε να καταβάλει στον κυρίως ενάγοντα με τις ως άνω αποφάσεις, από τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού . Με τέτοιο περιεχόμενο και αιτήματα η εν λόγω αγωγή είναι προφανές, ότι εμπεριέχει νομική βάση μόνο από τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού από αχρεώστητη καταβολή του ασφαλίσματος στον ζημιωθέντα τρίτο δυνάμει συμβάσεως ασφαλίσεως, από την οποία οι αναιρεσίβλητοι δεν είχαν αξίωση για την καταβολή του ασφαλίσματος, διότι δεν είχαν καταβληθεί τα ασφάλιστρα, που είχαν συμφωνηθεί και αυτή είχε λυθεί με αντισυμφωνία.
Επομένως, το Εφετείο, το οποίο δέχτηκε, ότι η αγωγή περιείχε βάση από τη σύμβαση ασφαλίσεως, την οποία απέρρριψε ως μη νόμιμη, δέχτηκε πράγματα, τα οποία δεν προτάθηκαν, και ειδικότερα δέχτηκε, ότι η αγωγή είχε βάση από τη σύμβαση Ασφαλίσεως, ενώ δεν υπήρχε τέτοια βάση και δεν δέχτηκε πράγματα τα οποία είχαν νόμιμα προταθεί, και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη, ότι η αγωγή είχε βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο παραβίασε ευθέως τις, ως άνω, διατάξεις περί συμβάσεως Ασφαλίσεως και εκείνες του αδικαιολογήτου πλουτισμού, που επικαλείται και η αναιρεσείουσα, υπέπεσε στις πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρίθμ. 1 και 8 Κ.Πολ.Δ, που αποδίδει η αναιρεσείουσα στην προσβαλλομένη απόφαση με τους 1Α, 1Β , 1Γ και ΙΕ λόγους της αναίρεσης, οι οποίοι είναι βάσιμοι και πρέπει να γίνουν δεκτοί.
Μετά την παραδοχή των ανωτέρω λόγων της αναίρεσης παρέλκει η εξέταση των υπολοίπων και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, που την εξέδωσε, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, λόγω της ήττας τους (άρθρ. 176, 183 Κ.Πολ.Δ), όπως στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 301/2008 απόφαση του Εφετείου Λάρισας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο Λάρισας, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως.
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσόν των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιουνίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ