Legislator Case Law & Legislation
1304/2006 AI generated

Appeal allowed due to lack of specific reasoning regarding the bank's knowledge and sale price.

Case Number 1304/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece overturned the Second Instance Court's conviction for fraud against a bank. The defendant sold property to evade a debt, but the lower court failed to explain when the bank discovered the crime or if the sale price was fair. The court ruled that the judgment lacked the specific reasoning required by law regarding these critical facts.

Legislator headnote

AI generated

Articles 397(1) and 510(1)(d) of the Criminal Code; The conviction for fraud against a lender requires specific reasoning regarding the creditor's knowledge of the crime and the equivalence of the sale price, otherwise the judgment is voidable.

Keywords

AI generated
fraud against lenders lack of specific reasoning equivalence of sale price creditor knowledge voidable judgment criminal appeal property sale

Cited Legislation

AI generated
Article 397(1) of the Criminal Code
Article 510(1)(d) of the Code of Criminal Procedure
Article 519 of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1304 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1304/2005

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε΄ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Δημήτριο Κιτρίδη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, (κωλυομένου του Προεδρεύοντος Αρεοπαγίτη, Κωνσταντίνου Βαρδαβάκη και του αρχαιοτέρου Αρεοπαγίτη Γεωργίου Ναυπλιώτη), ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, Φώτιο Καϋμενάκη-Εισηγητή, Πλαστήρα Αναστασάκη, Ελένη Παναγιωτάκη και Αιμιλία Λίτινα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Μαΐου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Βασιλείου Μαρκή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ1, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Κλειδαρά, για αναίρεση της 11306/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με πολιτικώς ενάγουσα την Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρεία με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ», εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και που εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Βουρνά. Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος, ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Φεβρουαρίου 2006 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 502/2006.

Αφού άκουσεΤους πληρεξουσίους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τη διάταξη του άρθρου 397 παρ. 1 του Π.Κ. συνάγεται ότι για τη στοιχειοθέτηση του προβλεπομένου και τιμωρουμένου από αυτήν εγκλήματος της καταδολίευσης δανειστών, απαιτείται υποκειμενικώς μεν πρόθεση, δηλαδή δόλος, που περιέχει τη γνώση, ότι ορισμένος δανειστής του υπαιτίου έχει αξίωση κατ' αυτού από συγκεκριμένη νομική αιτία και τη θέληση να ματαιώσει την ικανοποίηση αυτού ολικώς ή μερικώς, αντικειμενικώς δε ματαίωση της ικανοποίησης του δανειστή ολικώς ή μερικώς σε μία από τις ρητώς και περιορισμένως οριζόμενες στην ανωτέρω διάταξη πράξεις, μεταξύ των οποίων είναι και η απαλλοτρίωση οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου του οφειλέτη χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα.

Η από την παραπάνω διάταξη αξιούμενη ύπαρξη σχέσης οφειλέτη και δανειστή μεταξύ του δράστη και του παθόντος και συνακόλουθα η ύπαρξη απαίτησης του δεύτερου κατά του πρώτου από οποιαδήποτε νόμιμη αιτία, μπορεί να είναι και η απαίτηση από την κατά τα άρθρα 847, 848 και 851 ΑΚ σύμβαση εγγύησης, με την οποία ο εγγυητής ανέλαβε απέναντι στον δανειστή την ευθύνη, ότι θα καταβληθεί από μέρους του πρωτοφειλέτη το κατάλοιπο, που μέλλει να προκύψει από την λειτουργία της μεταξύ τούτων σύμβασης πιστώσεως με αλληλόχρεο λογαριασμό, μέχρι του ποσού της εγγύησης, διότι ο εγγυητής ευθύνεται πλήρως, δηλαδή ενέχεται, όπως κάθε γνήσιος οφειλέτης έναντι του δανειστή του, με την διαφορά, ότι ο εγγυητής ενέχεται ή ευθύνεται για την οφειλή του πρωτοφειλέτη και όταν καταβάλει, εκπληρώνει μεν την παροχή του πρωτοφειλέτη, αλλά, συγχρόνως, εκπληρώνει και την δική του παροχή.

Περαιτέρω, κατά την ουσιαστικού αλλά και δικονομικού δικαίου διάταξη του άρθρου 117 παρ. 1 του αυτού Π.Κ., όταν ο νόμος απαιτεί έγκληση για την ποινική δίωξη κάποιας αξιόποινης πράξης, το αξιόποινο εξαλείφεται αν ο δικαιούχος δεν υπέβαλε την έγκληση μέσα σε τρεις μήνες από την ημέρα που έλαβε γνώση για την πράξη που τελέστηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για έναν από τους συμμετόχους της.

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στ. Δ΄ ΚΠΔ λόγο αναίρεσης, όταν σε αυτή περιέχονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία στο ακροατήριο σχετικά με τα υποκειμενικά και αντικειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις στις οποίες θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά, καθώς και οι σκέψεις με τις οποίες το δικαστήριο υπήγαγε τα αποδειχθέντα περιστατικά στην εφαρμοσθείσα ποινική διάταξη.

Ειδικότερα δε για τα εγκλήματα που διώκονται κατ' έγκληση, όπως είναι και η καταδολίευση δανειστών, εφόσον η έγκληση υποβλήθηκε μετά την παρέλευση τριμήνου από την τέλεσή του, πρέπει η καταδικαστική απόφαση να διαλαμβάνει ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία και ως προς τον χρόνο κατά τον οποίο ο δικαιούμενος εις έγκληση έλαβε γνώση για την πράξη που τελέστηκε και για το πρόσωπο που την τέλεσε ή για έναν από τους συμμετόχους της.

Αν λείπει τέτοια αιτιολογία, αν δηλαδή στην απόφαση δεν εκτίθενται με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι σκέψεις με τις οποίες υπήχθησαν τα περιστατικά αυτά στην πιο πάνω διάταξη του άρθρου 117 παρ. 1 Π.Κ., δημιουργείται ο ανωτέρω από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ΄ του ΚΠΔ λόγος αναίρεσης. 2. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ' αριθμ. 11306/2005 απόφασης, τα οποία ως ενιαίο σύνολο αλληλοσυμπληρώνονται παραδεκτώς, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι από τα αποδεικτικά στοιχεία που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει, αποδείχθηκαν τα εξής:

«Ο κατηγορούμενος τέλεσε την πράξη που του αποδίδει το κατηγορητήριο. Ειδικότερα κατά της εταιρίας με την επωνυμία «MEGA TRADE ΑΕ» και κατά του κατηγορουμένου που ήταν εγγυητής της, η μηνύτρια Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος είχε ληξιπρόθεσμη απαίτηση 69.453.280 δραχμών, προερχόμενη από χρεωστικό υπόλοιπο της μεταξύ τους υπ' αριθ. ....

σύμβασης πίστωσης ανοιχτού (αλληλόχρεου) λογαριασμού, συμβατικού ορίου 250.000.000 δραχμών, η οποία έκλεισε οριστικά στις 7-10-1997 με υπόλοιπο οφειλής 81.821.228 δρχ., πράγμα που γνωστοποιήθηκε και στον κατηγορούμενο ως εγγυητή. Επειδή η συνολική απαίτηση της μηνύτριας Τράπεζας δεν ασφαλιζόταν επαρκώς με την προσημείωση υποθήκης ποσού 25.000.000 δραχμών που είχε αυτή εγγράψει σε οικόπεδο του συνεγγυητή ....., ζήτησε (η μηνύτρια) με το από 16-6-1998 έγγραφό της και στη συνέχεια με την από 10-8-1998 αίτησή της προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, πού κοινοποίησε στον κατηγορούμενο, την κατ' αντιδικία εγγραφή προσημείωσης ποσού 40.000.000 δραχμών στο ½ εξ αδιαιρέτου ενός ακινήτου του κατηγορουμένου (οικόπεδο με την οικία μέσα σε αυτό) που βρίσκεται στη θέση «....» της Κοινότητας ....

Αττικής. Ο κατηγορούμενος όμως, με το υπ' αριθ. ..... συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ειρήνης Μπορόβα, που μετέγραψε νόμιμα στο υποθηκοφυλακείο Μαραθώνα στις 23-10-1998, πούλησε στην Κυπριακή εταιρία... το παραπάνω ακίνητό του, γεγονός μάλιστα που απέκρυψε και από το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών κατά τη δικάσιμο της 27-10-98 που είχε ορισθεί η συζήτηση της αίτησης της μηνύτριας για την παροχή άδειας προσημείωσης υποθήκης και ζήτησε αναβολή για τις 8-1-1999, οπότε η συζήτηση ματαιώθηκε.

Με τον τρόπο αυτό ο κατηγορούμενος, ο οποίος με την από 13-12-1996 βεβαίωσή του προς την Τράπεζα (μηνύτρια) βεβαίωνε ότι δεν θα εκποιήσει ή υποθηκεύσει την ακίνητη περιουσία του, χωρίς προηγουμένη συναίνεσή της, ματαίωσε την ικανοποίηση της απαίτησης της μηνύτριας, αφού δεν αποδείχθηκε ότι είχε άλλα εμφανή περιουσιακά στοιχεία ελεύθερα από βάρη, από τα οποία θα μπορούσε αυτή να ικανοποιήσει την αξίωσή της, πράγμα άλλωστε που δεν έγινε μέχρι σήμερα.

Επομένως, σύμφωνα με τα προηγούμενα, πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της πράξης αυτής».

3. Με τις παραδοχές του αυτές το Δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, με την έννοια που αναπτύχθηκε ανωτέρω. Ειδικότερα, ενόψει του ότι από το χρόνο τέλεσης του κατ' έγκληση διωκομένου εγκλήματος, για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, δηλαδή στις 21-10-1998, όπως δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, μέχρι την υποβολή της έγκλησης από την εγκαλούσα Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος στις 22-3-1999, όπως προκύπτει από την παραδεκτώς επισκοπούμενη έκθεση εγχειρίσεως, είχε παρέλθει το τρίμηνο, έπρεπε να εκτίθεται στην απόφαση ο χρόνος κατά τον οποίο η παθούσα Τράπεζα έλαβε γνώση της εγκληματικής πράξης και του δράστη αυτής.

Όμως, ούτε στο σκεπτικό ούτε στο διατακτικό γίνεται λόγος για τον χρόνο κατά τον οποίο οι εκπρόσωποι της εγκαλούσας Τράπεζας έλαβαν γνώση της αναφερόμενης απαλλοτρίωσης. Περαιτέρω δεν αναφέρεται στην απόφαση το τίμημα πώλησης και η αξία του ακινήτου για να κριθεί αν το αντάλλαγμα είναι ισότιμο και αξιόχρεο, κι αυτό γιατί η απαλλοτρίωση τότε είναι νομικά σημαντική, όταν γίνεται χωρίς ισότιμο και αξιόχρεο αντάλλαγμα, δηλαδή όταν δεν αντισταθμίζεται ή δεν αντισταθμίζεται πλήρως από κάποια αντιπαροχή.

Επομένως, πρέπει κατά παραδοχή ως βασίμου του σχετικού από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ΄ ΚΠΔ λόγου της αίτησης αναίρεσης, για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένη αιτιολογίας, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν (άρθρο 519 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 11306/2005 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Και

Παραπέμπει την υπόθεση, για νέα συζήτηση, στο παραπάνω Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους, που την είχαν δικάσει προηγουμένως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2006.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Μαΐου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ