Legislator Case Law & Legislation
1303/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against administrative debt collection, ruling lower court lacked jurisdiction over statute of limitations.

Case Number 1303/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by three creditors against a final judgment of the Third Instance Court of Thrace. The creditors argued that the lower court erred in its legal reasoning regarding the statute of limitations and the validity of administrative debt collection procedures. The court held that the lower court lacked jurisdiction to examine the statute of limitations issue because the administrative acts were already res judicata, preventing the civil courts from reviewing their legality.

Legislator headnote

AI generated

Articles 939, 941, 942, 943 of the Civil Code; Articles 332, 562 § 2γ of the Code of Civil Procedure: The civil courts lack jurisdiction to examine the legality of administrative acts that have acquired the force of res judicata, even incidentally, thereby rendering arguments based on the statute of limitations regarding such acts inadmissible in civil appeals.

Keywords

AI generated
statute of limitations res judicata administrative debt collection civil court jurisdiction appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Articles 939, 941, 942, 943 of the Civil Code
Articles 495, 553, 556, 558, 564 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 § 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 332, 562 § 2γ of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 84 § 4 of Law 2238/1994
Articles 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1303 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1303/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Κορνηλία Πανούτσου και Μιχαήλ Αποστολάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 31 Μαρτίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Μ. του Α., 2) Α. Μ. του Κ. και 3) Ε. Χ. του Σ., κατοίκων ... Ο δεύτερος και η τρίτη ως ασκούντες από κοινού τη γονική μέριμνα και για λογαριασμό της ανήλικης θυγατέρας τους Α. Μ. του Α. και της Ε. Ο πρώτος και η τρίτη εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Χειμωνίδη. Ο δεύτερος αναιρεσείων δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Στο σημείο αυτό ο πληρεξούσιος δικηγόρος των παραστάντων αναιρεσειόντων δήλωσε, ότι ο δεύτερος αναιρεσείων απεβίωσε και συνεπώς η Ε. Χ. του Σ. ενεργεί αποκλειστικά ως ασκούσα την γονική μέριμνα της ανήλικης θυγατέρας της Α. Μ. του Α. και της Ε.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Άννα Μαλιαρά, Νομική Σύμβουλο του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-12-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 42/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 83/2021 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24-02-2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 24-2-2022 αίτηση για την αναίρεση της υπ'αριθ. 83/2021 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στους αναιρεσείοντες στις 28-1-2022 και η αίτηση για την αναίρεσή της κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Θράκης στις 24-2-2022 μαζί με το νόμιμο παράβολο (άρθ. 495, 553, 556,558, 564 § 1 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ'ιδίαν λόγων της (άρθ. 577 § 3 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 939, 941, 942, 943 ΑΚ συνάγεται ότι οι δανειστές δικαιούνται να απαιτήσουν τη διάρρηξη κάθε απαλλοτρίωσης που έγινε από τον οφειλέτη προς βλάβη τους, εφόσον η υπόλοιπη περιουσία του δεν επαρκεί για την ικανοποίησή τους. Προϋποθέσεις προστασίας των δανειστών είναι: 1) απαίτηση του δανειστή κατά του οφειλέτη γεννημένη κατά τον χρόνο που ο τελευταίος επιχειρεί την απαλλοτρίωση, 2) απαλλοτρίωση εκ μέρους του οφειλέτη. 3 ) απαλλοτρίωση με πρόθεση βλάβης των δανειστών, η οποία πρόθεση θεωρείται ότι υπάρχει όταν ο οφειλέτης γνωρίζει πως με την απαλλοτρίωση του περιουσιακού του στοιχείου θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η περιουσία του που απομένει να μη επαρκεί για την ικανοποίηση των δανειστών, αφού στην περίπτωση αυτή είναι προφανές ότι ο οφειλέτης γνωρίζει πως συνέπεια της πράξης του είναι η βλάβη των δανειστών, την οποία αποδέχεται, 4) βλάβη των δανειστών, δηλαδή ελάττωση της περιουσίας του οφειλέτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε η υπόλοιπη περιουσία του να μην αρκεί προς ικανοποίηση των δανειστών.

Η αφερεγγυότητα αυτή του οφειλέτη, που είναι ένα από τα στοιχεία της αγωγής, πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο ασκήσεως της αγωγής, που είναι ο κρίσιμος χρόνος για τον προσδιορισμό της βλάβης των δανειστών, η οποία υπάρχει μόνο όταν ο οφειλέτης είναι κατά τον χρόνο αυτόν αφερέγγυος και 5) γνώση του τρίτου ότι ο οφειλέτης απαλλοτριώνει προς βλάβη των δανειστών, η οποία γνώση τεκμαίρεται, όταν ο τρίτος είναι κατά την απαλλοτρίωση σύζυγος ή συγγενής σε ευθεία γραμμή ή σε πλάγια γραμμή εξ αίματος έως και τον τρίτο βαθμό ή από αγχιστεία έως το δεύτερο βαθμό, ενώ το τεκμήριο αυτό δεν ισχύει, αν πέρασε ένα έτος από την απαλλοτρίωση έως την έγερση της αγωγής.

Επίσης, η ανωτέρω γνώση δεν απαιτείται, αν η απαλλοτρίωση έγινε από χαριστική αιτία (ΑΠ 1319/2017).

Εξάλλου, η επάρκεια ή η ανεπάρκεια της περιουσίας του οφειλέτη και επομένως η ύπαρξη αφερεγγυότητάς του κατά τα κρίσιμα χρονικά σημεία κρίνεται με βάση τα εμφανή περιουσιακά του στοιχεία (ΟλΑΠ 15/2012, ΑΠ 651/2008, ΑΠ 1001/2007) και τέτοια είναι κατ` αρχήν όσα είναι γενικώς γνωστά και μπορούν να επιχειρήσουν σ` αυτά εκτέλεση οι δανειστές για την ικανοποίησή τους, όπως προπάντων είναι τα ακίνητα, ως προς τα οποία ισχύει σύστημα δημοσιότητας, ενώ δεν υπολογίζονται τα αφανή περιουσιακά στοιχεία, δηλαδή όσα δεν είναι γενικώς γνωστά στους δανειστές και επομένως εξομοιώνονται με ανύπαρκτα γι` αυτούς περιουσιακά στοιχεία, αφού με διαφορετική εκδοχή τίθεται σε κίνδυνο ο επιδιωκόμενος με τη διάρρηξη σκοπός της προστασίας των δανειστών από καταδολιευτικές απαλλοτριώσεις (ΑΠ 1244/2021, ΑΠ 928/2014).

Εξάλλου, σε περίπτωση αγωγής διάρρηξης δικαιοπραξίας λόγω καταδολίευσης των δανειστών, η απαίτηση του δανειστή πρέπει να είναι τέτοια, ώστε η ικανοποίησή της να μην φαίνεται ως τελείως ανέφικτη με τη διάρρηξη της δικαιοπραξίας, ενώ η παραγραφή αποτελεί λόγο αποσβεστικό της απαίτησης. Όταν η ικανοποίηση της απαίτησης καθίσταται ανέφικτη, όπως συμβαίνει στην περίπτωση παραγραφής της απαίτησης, τότε ο ενάγων δανειστής στερείται εννόμου συμφέροντος προς διάρρηξη της δικαιοπραξίας και η αγωγή απορρίπτεται. Ο τυχόν δε προβαλλόμενος ισχυρισμός του απαλλοτριούντος οφειλέτη περί παραγραφής της απαιτήσεως του αιτούντος τη διάρρηξη δανειστή, συνιστά άρνηση της αγωγής και συγκεκριμένα του έννομου συμφέροντος, το οποίο συγκαταλέγεται στις διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης και ερευνάται από το δικαστήριο αναφορικά με το αντικείμενο της σχετικής δίκης (ΑΠ 1664/1995) και όχι ένσταση καταλυτική της αγωγής περί διαρρήξεως (όπως είναι εκείνη του άρθρου 946 ΑΚ) (ΑΠ 1881/2006).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ , αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ , αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη δε νομίμου βάσεως της αποφάσεως συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες.

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1539/2022, ΑΠ 51/2022, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1075/2019, ΑΠ 708/2017).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος εναγόμενος διατηρούσε στην πόλη της Ξάνθης ατομική επιχείρηση εμπορίας παλαιών σιδήρων και μετάλλων "scrap" και τηρούσε βιβλία Β' κατηγορίας του Κ.Β.Σ, ήδη δε από το έτος 2009 διέκοψε τη λειτουργία της.

Με το με αριθμό ....2011 Δελτίο Πληροφοριών του Σ.Δ.Ο.Ε Περιφερειακής Διεύθυνσης Ανατολικής Μακεδονίας Θράκης του Υπ. Οικονομικών (ΤΜΗΜΑ ΕΛΕΓΧΩΝ ΚΟΜΟΤΗΝΗΣ) διεξήχθη έρευνα, από τους ελεγκτές Η. Β. και Ι. Λ., προς διαπίστωση παραβίαση της φορολογικής νομοθεσίας και τυχόν ύπαρξης εικονικών φορολογικών στοιχείων, οι οποίοι στις 8.7.2011 μετέβησαν στο γραφείο του λογιστή Μ.

Μ., που είχε αναλάβει καθήκοντα λογιστή στην ως άνω ατομική επιχείρηση του πρώτου εναγομένου. Κατά τη διάρκεια του ελέγχου κατέσχεσαν τα κάτωθι φορολογικά στοιχεία α) δεκατρία (13) τιμολόγια της εταιρίας LAMDA SCRAP MON. E.Π.Ε με τα συνημμένα ζυγολόγια και τις φορτωτικές και συγκεκριμένα (...) συνολικής αξίας 200.709,55, β) την μηνιαία αναλυτική κατάσταση του τηρηθέντος βιβλίου εσόδων-εξόδων του μηνός Νοεμβρίου του 2004, στην οποία φαίνονται καταχωρημένα έξι τιμολόγια της εταιρίας "LAMDA SCRAP ΜΟΝ Ε.Π.Ε", ενώ δεν βρέθηκε η μηνιαία κατάσταση του μηνός Δεκεμβρίου 2004 όπου έπρεπε να απεικονίζονται τα υπόλοιπα τιμολόγια, παρά την υποχρέωση διαφύλαξης αυτών κατά παράβαση της παρ. 2 του άρθρου 13 του Κ.Φ.Δ Ν. 4174/2013 (βιβλίων και στοιχείων).

Ακολούθως, συντάχθηκε η με αριθμό ....2011 έκθεσης κατάσχεσης η οποία μαζί με το με αριθμό .../2011 Υπηρεσιακό Σημείωμα Ελέγχου (Υ.Σ.Ε) επιδόθηκαν στο λογιστή του πρώτου εναγομένου στις 8.7.2011.

Περαιτέρω, δυνάμει του με αριθμό ....2011 συμβολαίου, της συμβολαιογράφου Ξάνθης Ε. Κ., το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του υποθηκοφυλακείου Ξάνθης, στον τόμο 1182, με αύξοντα αριθμό 30, ο πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε και παρέδωσε κατά πλήρη κυριότητα νομή και κατοχή αιτία δωρεάς εν ζωή στην ανήλικη εγγονή του Α. Μ., όπως αυτή εκπροσωπείται από τους δεύτερο και τρίτο των εναγομένων -γονείς της, το κάτωθι ακίνητο (...). Η εμπορική αξία του επίδικου ακινήτου με βάση τη θέση, το εμβαδόν του, την παλαιότητά του, τα ειδικότερα χαρακτηριστικά του και σύμφωνα με τους συναλλακτικούς κανόνες και τις επικρατούσες στην αγορά των ακινήτων συνθήκες, κατά την κρίση του Δικαστηρίου ανέρχεται στο ποσό των 40.500,00 ευρώ, ήτοι όση και η αντικειμενική του αξία, ως αυτή ανέκυψε με το σύστημα του αντικειμενικού προσδιορισμού, η οποία δεν αμφισβητείται από τους διαδίκους.

Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι δόθηκε αρχικά η με αριθμό ....2013 εντολή φορολογικού ελέγχου του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ Ξάνθης και κατόπιν η με αριθμό ....2015 εντολή μερικού φορολογικού ελέγχου, βάσει της οποίας διενεργήθηκε επανέλεγχος στην επιχείρηση του πρώτου εναγομένου, όπου διαπιστώθηκε ότι ο τελευταίος έλαβε από την εταιρία "LAMDA SCRAP ΜΟΝ ΕΠΕ", κατά τη χρήση 2004 τα ως άνω τιμολόγια τα οποία κρίθηκαν από τους ελεγκτές εικονικά.

Για την παράβαση αυτή εκδόθηκαν οι με αριθμό ....2015, ....2015, ....2015, ....2015 και ....2015 πράξεις του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ Ξάνθης, αντιστοίχως, με τις οποίες επιβλήθηκαν σε βάρος του πρώτου εναγομένου πρόστιμα συνολικού ύψους 711.176,06 ευρώ, με την αιτιολογία της λήψης 13 εικονικών φορολογικών στοιχείων (αγορά αγαθών) εντός της διαχειριστικής περιόδου από 1.1.2004 έως 31.12.2004, που αφορά το οικονομικό έτος 2005, εκδόσεως της επιχειρήσεως "LAMDA SCRAP ΜΟΝ ΕΠΕ".

Κατά των πράξεων αυτών, οι οποίες του κοινοποιήθηκαν εντός του έτους 2015 ο πρώτος εναγόμενος άσκησε την με αριθμό ....2015 ενδικοφανή προσφυγή του και την ταυτάριθμη αίτηση αναστολής εκτελέσεως, ενώπιον της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών της Γ.Γ.Δ.Ε του Υπ. Οικονομικών και κατόπιν της σιωπηρής απορρίψεως της ασκηθείσας ενδικοφανούς προσφυγής, βεβαιώθηκαν τα αντίστοιχα ποσά των προστίμων.

Σύμφωνα δε με το πόρισμα της έκθεσης του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ Ξάνθης, τα συγκεκριμένα φορολογικά στοιχεία ήταν εικονικά, καθώς ουδέποτε πραγματοποιήθηκε συναλλαγή στο χώρο που δήλωσε ο εκδότης αυτών ως έδρα της επιχείρησης, ούτε υπεβλήθησαν δηλώσεις φορολογίας εισοδήματος, εκκαθαριστικές δηλώσεις Φ.Π.Α, δηλώσεις Φ.Μ.Υ και συγκεκριμένες καταστάσεις τιμολογίων πελατών-προμηθευτών, υπάρχει αναντιστοιχία στις αγορές δαπάνες και στις αντίστοιχες πωλήσεις, υπήρξαν πλαστά δελτία αστυνομικής ταυτότητας του εκδότη των στοιχείων, στον υποτιθέμενο χώρο αποθήκευσης εμπορευμάτων, δεν ήταν δυνατόν να πραγματοποιηθούν φόρτωση και εκφόρτωση εμπορευμάτων, σκοπός της τιμολόγησης ήταν να επωφεληθούν τόσο ο εκδότης όσο και ο λήπτης αυτών (εικονικών τιμολογίων) από τον αναλογούντα Φ.Π.Α ο πρώτος και από την έκπτωση αυτού ο δεύτερος.

Οι δε ως άνω ενέργειες που έλαβαν χώρα στα πλαίσια του διενεργηθέντος ελέγχου, όπως η ως άνω αναφερόμενη κατάσχεση των φορολογικών στοιχείων, συνέδραμαν στον σχηματισμό του τελικού πορίσματος και επιβεβαίωσε την αιτία του αρχικού ελέγχου. Επομένως, ενόψει των ανωτέρω αναφερομένων ο πρώτος εναγόμενος είχε λάβει γνώση κατά το χρόνο της ως άνω μεταβίβασης τόσο την αιτία για την οποία έλαβαν χώρα οι ανωτέρω ενέργειες από την πλευρά του ενάγοντος, η οποία συνίστατο στην απαίτηση που διατηρούσε αυτό έναντι του αναφορικά με τα κατασχεθέντα φορολογικά στοιχεία.

Από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη επαρκούς εναπομείνασας εμφανούς περιουσίας του πρώτου εναγομένου για την ικανοποίηση της απαίτησης του ενάγοντος.

Συνεπώς, αποδεικνύεται ότι με τη μεταβίβαση αυτή ο πρώτος των εναγομένων κατέστησε ανέφικτη την ικανοποίηση της απαιτήσεως του ενάγοντος κατ' αυτού, η οποία ήδη είχε γεννηθεί πριν το χρόνο της επίδικης μεταβίβασης και δεδομένου ότι δεν του απέμεινε επαρκής περιουσία προς τούτο. Η δε μεταβίβαση του προαναφερθέντος μοναδικού ακινήτου από τον πρώτο εναγόμενο προς την ανήλικη εγγονή του Α. Μ. τέκνο του δευτέρου και της τρίτης των εναγομένων, έγινε με σκοπό βλάβης του δανειστή ενάγοντος και προκειμένου να αποστερηθεί αυτό της δυνατότητας να ικανοποιήσει την απαίτησή του, καθώς αυτός γνώριζε ήδη κατά τον χρόνο της επίδικης απαλλοτρίωσης την αδυναμία να ανταποκριθεί στις φορολογικές υποχρεώσεις του. Άλλωστε, η δωρεά εν ζωή αποτελεί χαριστική δικαιοπραξία και επομένως δεν απαιτείται η γνώση από τους δεύτερο και τρίτο των εναγομένων για λογαριασμό της ανήλικης του δόλου του πρώτου εξ αυτών...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου, εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που είχε απορρίψει την αγωγή και ακολούθως, δικάζοντας την υπόθεση κατ` ουσίαν, δέχθηκε αυτήν ως ουσιαστικά βάσιμη και απήγγειλε τη διάρρηξη της προαναφερόμενης καταδολιευτικής δικαιοπραξίας.

Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 939, 941, 942, 943 ΑΚ , καθόσον τα δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά πληρούσαν το πραγματικό των άνω διατάξεων και δικαιολογούσαν τη διάρρηξη της ένδικης απαλλοτριωτικής δικαιοπραξίας, αφού, σύμφωνα με τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης:

α) τα δικαιοπαραγωγικά περιστατικά της απαίτησης του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου είχαν συντελεστεί κατά τον κρίσιμο χρόνο της κατάρτισης του επίμαχου μεταβιβαστικού συμβολαίου, καθόσον είχαν ως γενεσιουργό αιτία τις προαναφερόμενες φορολογικές παραβάσεις του πρώτου αναιρεσείοντος, οι οποίες είχαν λάβει χώρα σε προγενέστερη της απαλλοτριώσεως διαχειριστική περίοδο και είχαν διαπιστωθεί, ομοίως πριν από αυτήν, από τα αρμόδια όργανα κατόπιν ασκήσεως ελέγχου, ενώ τα επί μέρους ποσά της εν λόγω απαίτησης είχαν οριστικοποιηθεί και βεβαιωθεί ταμειακά και, ως εκ τούτου, η απαίτηση του αναιρεσιβλήτου είχε καταστεί ληξιπρόθεσμη, κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής, β) ο πρώτος αναιρεσείων προέβη στην κατάρτιση της ένδικης δωρεάς εν ζωή, η οποία αποτελεί χαριστική δικαιοπραξία, με πρόθεση βλάβης του αναιρεσιβλήτου, καθόσον γνώριζε ότι είχε υποπέσει στο προηγούμενο χρονικό διάστημα σε σοβαρές φορολογικές παραβάσεις και ότι κατά το χρόνο κατάρτισης της εν λόγω μεταβιβαστικής πράξεως, το ενάγον Ελλ.Δημόσιο ήταν δανειστής του, και ειδικότερα είχε λάβει γνώση των ελέγχων που διενεργούντο σε βάρος της ατομικής επιχείρησής του και επί πλέον γνώριζε την εικονικότητα και πλαστότητα των άνω φορολογικών στοιχείων και ότι θα εκδίδονταν σε βάρος του, για τις παραβάσεις αυτές, οι καταλογιστικές πράξεις επιβολής των άνω προστίμων και προσδιορισμού ΦΠΑ και φόρου εισοδήματος, γι` αυτό και ενήργησε με σκοπό να ματαιωθεί η ικανοποίηση της ως άνω απαίτησης του αναιρεσιβλήτου, και γ) κατά το χρόνο ασκήσεως της αγωγής ο πρώτος αναιρεσείων δεν είχε άλλο εμφανές περιουσιακό στοιχείο, ο ίδιος δε γνώριζε ότι με τη μεταβίβαση αυτή θα περιέλθει σε τέτοια οικονομική κατάσταση, ώστε η υπολειπόμενη περιουσία του να μην αρκεί για την ικανοποίηση των άνω απαιτήσεων του ενάγοντος.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο (άρθ. 939 επ.ΑΚ), καθόσον η απαίτηση του αναιρεσιβλήτου Ελλ.Δημοσίου γεννήθηκε κατά το χρόνο έκδοσης των καταλογιστικών πράξεων επιβολής προστίμων και των εν γένει κυρώσεων ήτοι στις 13-8-2015 με αποτέλεσμα η απαίτησή του εκ φορολογικής δημοσίου δικαίου ενοχής, να μην ήταν γεγενημένη κατά το χρόνο μεταβίβασης του ακινήτου ήτοι στις 19-9-2011, είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, όπως αυτές ισχύουν από 18.4.2001 μετά την αναθεώρηση του εν λόγω άρθρου με το από 6 Απριλίου 2001 Ψήφισμα της Ζ` Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, ορίζεται ότι στο Συμβούλιο της Επικρατείας και τα τακτικά διοικητικά δικαστήρια υπάγονται οι διοικητικές διαφορές, όπως νόμος ορίζει, με την επιφύλαξη των αρμοδιοτήτων του Ελεγκτικού Συνεδρίου (παρ. 1) και ότι στα πολιτικά δικαστήρια υπάγονται οι ιδιωτικές διαφορές, καθώς και υποθέσεις εκούσιας δικαιοδοσίας, όπως νόμος ορίζει (παρ. 2).

Με τη διάταξη δε του άρθρου 1 του ΚΠολΔ ορίζεται περαιτέρω ότι στη δικαιοδοσία των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ανήκουν α) οι διαφορές του ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν τις έχει υπαγάγει σε άλλα δικαστήρια β) ... γ)..., ενώ με τη διάταξη του άρθρου 2 του ιδίου Κώδικα ορίζεται ότι τα πολιτικά δικαστήρια απαγορεύεται να επεμβαίνουν σε διοικητικές διαφορές ή υποθέσεις που υπάγονται σε διοικητικά δικαστήρια ή αρχές ...

και επιτρέπεται μόνο η εξέταση των ζητημάτων που ανακύπτουν παρεμπιπτόντως. Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι κρίσιμη από την άποψη της συνδρομής ή μη δικαιοδοσίας, είναι η φύση του δικαιώματος και, γενικότερα η φύση της έννομης σχέσης, που αποτελεί το αντικείμενο της διαφοράς, και όχι η εκτελεστή πράξη της Διοίκησης, από την οποία απορρέει το δικαίωμα αυτό ή η σχέση.

Το κύρος δε και η νομιμότητα της εκτελεστής αυτής πράξης των οργάνων της διοίκησης στις περιπτώσεις αυτές, ερευνάται κατά το άρθρο 2 του ΚΠολΔ από τα πολιτικά δικαστήρια παρεμπιπτόντως, ακόμη και μετά την πάροδο της προθεσμίας ακύρωσης αυτής (ΑΠ 281/2017, ΑΠ 1627/2017, ΑΠ 1709/2010, ΑΠ 127/2002), εφ` όσον τούτο δεν έχει αποκλεισθεί με νόμο και δεν υπάρχει περί του κύρους αυτής απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, παράγουσα δεδικασμένο και δεσμεύουσα τα πολιτικά δικαστήρια (ΟλΑΠ 1/2018, ΟλΑΠ 447/1984, ΑΠ 81/2023, ΑΠ 1163/2019, ΑΠ 1366/2018, ΑΠ 229/2016).

Εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, το πολιτικό δικαστήριο, όταν εξετάζει παρεμπιπτόντως μία διοικητική πράξη, ελέγχει μόνο, αν η διοίκηση ενήργησε μέσα στα πλαίσια της νομοθετικής εξουσιοδότησης, αν τήρησε τους καθορισμένους τύπους, αν ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθά το νόμο, αν εκδόθηκε από το αρμόδιο όργανο ή καθ` υπέρβαση της εξουσίας του και τέλος αν είναι ή όχι αιτιολογημένη.

Δηλαδή ο παρεμπίπτων έλεγχος έχει την έννοια, ότι τα πολιτικά δικαστήρια δεν ακυρώνουν τη διοικητική πράξη, που θεωρούν άκυρη κ.λ.π., ούτε αποκρούουν την εκτελεστότητά της, αλλά απλώς δεν την εφαρμόζουν στη συγκεκριμένη περίπτωση (ΟλΑΠ 1/2018, ΑΠ 246/2019). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 73 § 1 του ν.δ. 356/1974 περί Κώδικος Εισπράξεων Δημοσίων Εσόδων, όπως ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 85 § 5 του νέου Κ.Ε.Δ.Ε, ο οποίος κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο Ν.4978/2022, ορίζετο ότι επιτρέπεται η προβολή κάθε αντίρρησης ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου ως και η αμφισβήτηση του κατ` ουσίαν βασίμου της απαίτησης του Δημοσίου, εφόσον ο προσδιορισμός αυτής δεν έχει ανατεθεί σε δικαστήρια ή σε διοικητικές επιτροπές αποφαινόμενες με δύναμη δεδικασμένου (ΑΠ 81/2023).

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθ. 84 § 1 του ν.2238/1994 (Κ.Φ.Ε.) με την μη εφαρμογή της αντί της διάταξης του άρθ. 84 § 4 του ίδιου νόμου με την εφαρμογή της ενώ δεν ήταν εφαρμοστέα, απορρίπτοντας την νομίμως προταθείσα ένσταση περί παραγραφής των αξιώσεων του Ελλ.Δημοσίου λόγω παρόδου 5ετίας από την τέλεση της πράξης (2005) έως τη διενέργεια ελέγχου και κατάσχεσης (8-7-2011), ενώ με τον τρίτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στην έλλειψη νόμιμης βάσης σχετικά με την εφαρμογή της ως άνω διάταξης αφού δεν αιτιολογεί την εφαρμογή της περί 10ετούς παραγραφής διάταξης του άρθ. 84 § 4 ν.2238/1994, αντ' αυτής του άρθ. 84 § 1 ν.2238/1994.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως προκύπτει ότι αυτή διέλαβε, κατά το ενδιαφέρον τους εν λόγω αναιρετικούς λόγους μέρος της, τα ακόλουθα: "Εξάλλου, θα πρέπει να σημειωθεί ότι σύμφωνα με τα αναλυτικά αναφερόμενα στην υπό στοιχείο (

ΙΙ) νομική σκέψη της παρούσας, το δικαίωμα του ενάγοντος να προβεί στον έλεγχο και ακολούθως στην επιβολή των οικείων προστίμων και κοινοποίησης αυτών στον πρώτο εναγόμενο το έτος 2015 που αφορούσε το οικονομικό έτος 2005 και χρήση του 2004 δεν είχε υποπέσει στη σχετική παραγραφή, ώστε να υποτεθεί ότι ουδέποτε το Ελληνικό Δημόσιο, διατηρούσε τέτοιο δικαίωμα και αξίωση έναντι του πρώτου εναγομένου για τη συγκεκριμένη χρήση. Το ενάγον κατά τις προβλέψεις του νομοθέτη και ως αυτές σημειώθηκαν αναλυτικά στην ως άνω νομική σκέψη, προέβη σε σύννομες εις βάρος του πρώτου εναγομένου διαδικασίες και εντός των νομίμων προθεσμιών, καθόσον η έκδοση των σχετικών καταλογιστικών πράξεων και κοινοποίησης αυτών στον πρώτο εναγόμενο, έλαβαν χώρα προ της καταληκτικής προθεσμίας της της 31.12.2015 με αποτέλεσμα να διακοπεί η σχετική παραγραφή. Η ανωτέρω ενέργεια του δημοσίου είναι καθόλα, σύμφωνα με την αρχή της φανερής δράσης της Διοίκησης, δυσμενής και κατά νόμο η δημοσιευτέα καταλογιστική πράξη δεν επιφέρει τα έννομα αποτελέσματά της έναντι εκείνου σε βάρος του οποίου χωρεί ο καταλογισμός, παρά μόνον από την κοινοποίησή της προς αυτόν, ή τουλάχιστον από τη γνώση του, δίχως η κοινοποίηση να καθίσταται συστατικό στοιχείο της πράξης.

Συνεπώς, δεν μπορεί η τήρηση της προθεσμίας της παραγραφής, μετά την πάροδο της οποίας δεν είναι νόμιμη η βεβαίωση και επιβολή φόρου ή και κύρωσης για παράβαση των σχετικών διατάξεων, να συναρτάται προς γεγονός άγνωστο στον διοικούμενο και να επέρχεται πριν από την κοινοποίηση της καταλογιστικής πράξης σ' αυτόν ή έστω την εκ μέρους του γνώση αυτής.

Η δε απαίτησή του, ως ανωτέρω αναφέρθηκε, εκκινά εντός του έτους του αρχικού ελέγχου και κατάσχεσης των φορολογικών στοιχείων. Επομένως, θα πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος ο αντίθετα προβαλλόμενος ισχυρισμός του πρώτου εναγομένου με τον οποίο διαλαμβάνεται ότι κατά τα ως άνω έτη που έλαβαν χώρα οι ανωτέρω ενέργειες το Ελληνικό Δημόσιο δεν μπορούσε να προχωρήσει σε σχετικό έλεγχο αναφορικά με το οικονομικό έτος 2005, και να εκδώσει ακολούθως πράξεις επιβολής φόρων και προστίμων, διότι αυτό είχε υποπέσει στην οικεία παραγραφή, η δε παράταση του χρόνου παραγραφής του δικαιώματος του Ελληνικού Δημοσίου για δύο έτη με το άρθρο 22 του Ν. 4203/2013, είναι αντισυνταγματική.

Μετά ταύτα, το ενάγον δικαιούται να απαιτήσει τη διάρρηξη της επίδικης δικαιοπραξίας ενόψει του ότι η αξία του μεταβιβασθέντος ακινήτου υπολείπεται του ύψους της απαίτησης του ενάγοντος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη και να διαταχθεί η διάρρηξη της ανωτέρω δικαιοπραξίας".

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 578 ΚΠολΔ αν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης αποφάσεως κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αίτηση αναιρέσεως. Ο κανόνας αυτός, όμως, δεν εφαρμόζεται αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της (ΑΠ 540/2017).

Κατά τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης αποφάσεως, ο πρώτος αναιρεσείων κατά των μνημονευόμενων πράξεων καταλογισμού άσκησε την με αριθμό ....2015 ενδικοφανή προσφυγή του και την ταυτάριθμη αίτηση αναστολής εκτελέσεως, ενώπιον της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών της Γ.Γ.Δ.Ε του Υπ. Οικονομικών και κατόπιν της σιωπηρής απορρίψεως της ασκηθείσας ενδικοφανούς προσφυγής και μη ασκήσεως προσφυγής του κατά της σιωπηρής αυτής απόρριψης ενώπιον του αρμοδίου διοικητικού δικαστηρίου, βεβαιώθηκαν ταμειακώς (εν στενή εννοία) τα αντίστοιχα ποσά των καταλογισθέντων σε βάρος του προστίμων και κατέστησαν εισπρακτέα σύμφωνα με τον τότε ισχύοντα Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων.

Έτσι ο πρώτος αναιρεσείων δεν στερήθηκε του δικαιώματός του προσφυγής στα διοικητικά δικαστήρια, κατά των καταλογιστών κατ'αυτού ως άνω επίμαχων πράξεων, και συνεπώς οι εν λόγω ανακύπτουσες διαφορές υπάγονταν αποκλειστικά στη δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων αποφαινομένων με δύναμη δεδικασμένου, το οποίο λαμβάνεται αυτεπάγγελτα υπόψη από το Δικαστήριο τούτο (άρθ. 332, 562 § 2γ ΚΠολΔ) που εν προκειμένω, λόγω μη ύπαρξης δικαστικής απόφασης, ταυτίζεται με την έλλειψη εξουσίας των πολιτικών δικαστηρίων να ελέγξουν, έστω και παρεμπιπτόντως, τη νομιμότητα των ως άνω διοικητικών πράξεων.

Το Εφετείο εν προκειμένω εισήλθε στην ουσία της υπόθεσης και απεφάνθη ότι το ενάγον Ελλ.Δημόσιο κατά τις προβλέψεις του νομοθέτη προέβη σε σύννομες εις βάρος του πρώτου εναγομένου (α'αναιρεσείοντος) διαδικασίες και εντός των νομίμων προθεσμιών, καθόσον η έκδοση των σχετικών καταλογιστικών πράξεων και κοινοποίησης αυτών στον πρώτο εναγόμενο, έλαβαν χώρα προ της καταληκτικής προθεσμίας της 31.12.2015 με αποτέλεσμα να διακοπεί η σχετική παραγραφή.

Όμως από την εσφαλμένη νομική αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως σχετικά με το κύρος των σε βάρος του πρώτου αναιρεσείοντος εκδοθέντων καταλογιστών διοικητικών πράξεων και την εντεύθεν απόρριψη της περί παραγραφής ενστάσεως του πρώτου αναιρεσείοντος κατ'αυτών, που επιστηρίζει το διατακτικό, δεν παράγεται δυσμενές για τους αναιρεσείοντες δεδικασμένο, ούτως ώστε να συντρέχει λόγος αναιρέσεως της εσφαλμένης αιτιολογίας της προσβαλλομένης αποφάσεως και για τον επιπρόσθετο λόγο ότι η ένσταση παραγραφής καθ'εαυτή, η οποία εν προκειμένω λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη, δεν δημιουργεί δεδικασμένο.

Επομένως οι προβαλλόμενοι ως άνω δεύτερος και τρίτος αναιρετικοί λόγοι εκ του αριθ. 1 και 19 του άρθ. 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμοι, η δε εσφαλμένη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης αντικαθίσταται με την ως άνω ορθή. Προσέτι, αβάσιμος είναι και ο τέταρτος και τελευταίος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθ. 559 ΚΠολΔ συνισταμένη στο ότι το Εφετείο , χωρίς να προταθεί αντένσταση εκ μέρους του ενάγοντος/εκκαλούντος και ήδη αναιρεσιβλήτου Ελλ.Δημοσίου, έλαβε υπόψη του πραγματικό ισχυρισμό που δεν προτάθηκε και συγκεκριμένα αυτόν την εφαρμογής της παρ.4 του άρθ. 84 του ν.2238/1994 περί 10ετούς παραγραφής λόγω υπάρξεως συμπληρωματικών στοιχείων, αφού με βάση τα προεκτεθέντα, τα πολιτικά δικαστήρια δεν είχαν δικαιοδοσία να ερευνήσουν, ούτε παρεμπιπτόντως, την ύπαρξη της απαιτήσεως του αναιρεσιβλήτου.

Πρέπει, συνεπώς, να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου Ελλ.Δημοσίου , κατά το βάσιμο περί αυτής αίτημα που περιέχεται στο κατατεθέν υπόμνημα του τελευταίου (άρθ. 176, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ και άρθ. 22 του ν. 3693/1957).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-2-2022 αίτηση για την αναίρεση της υπ'αριθ. 83/2021 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Και Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου εκ ποσού τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρήσασας ο αρχαιότερος της Σύνθεσης Αρεοπαγίτης

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουλίου 2025.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ