Legislator Case Law & Legislation
1303/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against conviction for non-payment of public debts exceeding 100,000 euros.

Case Number 1303/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a criminal conviction for non-payment of public debts exceeding 100,000 euros. The appellant argued for lack of reasoning, misinterpretation of law, and abuse of power, but the court found these grounds baseless. The court upheld the lower court's findings that the debt was validly established against the appellant as a director of a dissolved company.

Legislator headnote

AI generated

Articles 25(1) of Law 1882/1990; Article 510(1)(D), E, Th of the Code of Criminal Procedure: The Supreme Court rejects appeals based on lack of reasoning, misinterpretation of law, or abuse of power when the lower court correctly applies statutory provisions regarding public debt collection and director liability without exceeding its authority.

Keywords

AI generated
non-payment of public debts criminal conviction appeal director liability dissolved company debts abuse of power Supreme Court dismissal tax evasion penalty

Cited Legislation

AI generated
Article 25(1) of Law 1882/1990
Articles 18(2) and 28(2)-4 of Law 2948/2001
Article 34 of Law 3016/2002
Article 34(1) of Law 20/2004
Article 3(1) of Law 3943/2011
Article 20 of Law 4...1/2015
Article 8 of Law 4337/2015
Articles 111 and 113 of the Penal Code
Article 510(1)(D), E, Th of the Code of Criminal Procedure
Article 578 of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1303 / 2024 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) Μ.Κ.

Αριθμός 1303/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρία Λεπενιώτη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Πρίγγουρη, Παρασκευή Τσούμαρη-Εισηγήτρια, Σταυρούλα Κουσουλού και Αγαθή Δερέ, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 4 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημήτριου Μητρουλιά (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Γεράσιμου Βάλσαμο, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Ν. Δ. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ευγενία Κουτσούλη, για αναίρεση της υπ'αριθ. 1833/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών.

Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που περιλαμβάνονται στην από ....2024 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2024.

Αφού άκουσε Τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και την πληρεξούσια δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινομένη από ...-2024 αίτηση του Ν. Δ. του Δ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 1833/2024 καταδικαστικής σε βάρος του αποφάσεως, του δικάσαντος κατ'έφεση Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων ..., με την οποία του επιβλήθηκε ποινή φυλακίσεως δέκα οκτώ (18) μηνών για το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, έχει ασκηθεί νομότυπα, με δήλωση της εχούσης ειδικής πληρεξουσιότητας δικηγόρου του αιτούντος, στην γραμματεία του εκδόντος την απόφαση δικαστηρίου και εμπρόθεσμα (άρθρα 464, 466,473, 474, 504 του ΚΠΔ), περιέχει δε ως λόγους αναίρεσης την έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, την εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης και την υπέρβαση εξουσίας. Επομένως, είναι παραδεκτή και πρέπει να εξεταστεί περαιτέρω κατ'ουσίαν.

Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 1 του Ν. 1882/1990, όπως αυτές τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν με τα άρθρα 18 παρ. 2 και 28 παρ. 2 - 4 του Ν. 2948/2001, 34 του Ν. 3016/2002, 34 παρ. 1 του Ν. ...20/2004, 3 παρ. 1 του Ν. 3943/2011, 20 του Ν. 4...1/2015 και 8 του Ν. 4337/2015, "1. Όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στη Φορολογική Διοίκηση χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών τιμωρείται με ποινή φυλάκισης:

α) Ενός (1) τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ. β) Τριών (3) τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ.

Η ποινική δίωξη ασκείται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή των Ελεγκτικών Κέντρων ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους, που συνοδεύεται υποχρεωτικά από πίνακα χρεών, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων ...". Κατά τη σαφή διατύπωση του ανωτέρω άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, για κάθε πίνακα χρεών, ο οποίος υποβάλλεται στον εισαγγελέα με την αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ., ασκείται ξεχωριστή ποινική δίωξη, που περιλαμβάνει, ως μία πράξη, τη μη καταβολή του αναφερόμενου στον πίνακα συνολικού χρέους, το οποίο είναι δυνατόν να προέρχεται από οποιαδήποτε αιτία, χωρίς διάκριση πλέον και επιρροή, ανάλογα με το ύψος και την προέλευση του κάθε επιμέρους χρέους του πίνακα.

Δεν πρόκειται, δηλαδή, λόγω της μη καταβολής καθενός χρέους του πίνακα, για κατ' εξακολούθηση έγκλημα, ήτοι για περισσότερες πράξεις τελεσθείσες με ενότητα δόλου, αλλά ο νόμος κυριαρχικά θεωρεί πλέον, ότι τα μη καταβληθέντα και περιεχόμενα σε κάθε πίνακα χρέη συνιστούν ένα και μόνο έγκλημα, της μη καταβολής του αθροίσματος των χρεών του πίνακα.

Με τη ρύθμιση αυτή, η καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο αποκτά τη μορφή ενός εν δυνάμει ιδιότυπου αθροιστικού εγκλήματος, αφού θεμελιώνεται πλέον ποινική ευθύνη στην περίπτωση κατά την οποία το μη καταβληθέν ποσό ξεπερνά το ελάχιστο όριο, ήδη το χρηματικό ποσό των εκατό χιλιάδων ευρώ (100.000,00 €) ή μετά από επανειλημμένη μη καταβολή χρεών συνολικού ποσού ανωτέρου των διακοσίων χιλιάδων ευρώ (200.000,00 €), χωρίς, όμως, τη συνδρομή του στοιχείου της καθ' έξη ή κατ' επάγγελμα τέλεσης στη νομοτυπική μορφή, που χαρακτηρίζει τα αθροιστικά εγκλήματα, γι' αυτό και γίνεται λόγος για ιδιότυπο αθροιστικό έγκλημα (Α.Π. 1012/2021, Α.Π. 181/2021, Α.Π. 818/2020).

Από όσα προαναφέρθηκαν παρέπεται: 1) ότι, αφού πρόκειται για έγκλημα που τελείται εφάπαξ και όχι εξακολουθητικά, κατά λογική και νομική αναγκαιότητα, ως χρόνος τέλεσης αυτού νοείται η συμπλήρωση τετραμήνου από τον χρόνο ταμειακής βεβαίωσης (από και με την οποία η σχετική αστική αξίωση γίνεται ληξιπρόθεσμη) του μερικότερου χρέους με τη χρονικά εγγύτερη ταμειακή βεβαίωση προς τη σύνταξη του συνοδεύοντος την αίτηση για άσκηση της ποινικής δίωξης οικείου πίνακα χρεών, ο χρόνος δε αυτός καλύπτει και τους αντίστοιχους χρόνους των υπόλοιπων, εχόντων προγενέστερες ταμειακές βεβαιώσεις, χρεών, τα οποία, κατά την έννοια του νόμου, συσσωματώνονται σε ένα και μόνο αθροιστικό χρέος, και 2) ότι τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του σχετικού εγκλήματος είναι:

α) η μη καταβολή των βεβαιωμένων στις αρμόδιες Δ.Ο.Υ. ή στα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο και τα λοιπά αναφερόμενα πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα από οποιαδήποτε αιτία, β) η παρέλευση τετραμήνου από τον χρόνο που έπρεπε το χρέος να καταβληθεί και γ) το συνολικό άθροισμα των μερικότερων χρεών, με κάθε είδους τόκους και προσαυξήσεις, κατά τον χρόνο σύνταξης του οικείου πίνακα χρεών, να υπερβαίνει το οριζόμενο από τον νόμο χρηματικό ποσό με τις διακρίσεις και κλιμακώσεις που προαναφέρθηκαν, ενώ για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται δόλος (πρόθεση) με την έννοια του άρθρου 27 παρ. 1 του Π.Κ., ο οποίος πρέπει να καλύπτει όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, αφού δεν καθορίζεται στην οικεία διάταξη άλλη μορφή υπαιτιότητας (άμεσος ή υπερχειλής δόλος).

Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των παρ. 2 και 3 του άρθρου 25 του Ν. 1882/1990, όπως τροποποιήθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 23 του Ν.2523/1997 (Φ.Ε.Κ. 179/11-9-1997, τεύχος πρώτο), ορίζονται τα ακόλουθα: παρ. 2. Στις πιο κάτω περιπτώσεις οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων πλην ιδιωτών, οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, επιβάλλονται και προκειμένου:

α) (...) β) Για εταιρίες ομόρρυθμες ή ετερόρρυθμες, στους ομόρρυθμους εταίρους και στους διαχειριστές τους. (...). παρ.3. Για τα πρόσωπα, που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, η ποινική δίωξη ασκείται για τα χρέη προς το Δημόσιο και τρίτους πλην ιδιωτών, που ήταν βεβαιωμένα κατά τον χρόνο απόκτησης της πιο πάνω ιδιότητας ή βεβαιώθηκαν κατά την διάρκεια που είχαν την συγκεκριμένη ιδιότητα, ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιανδήποτε αιτία, καθώς και για χρέη που βεβαιώθηκαν ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων, αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται στο χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή.

Με τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 25 παρ. 2 και 3 του Ν.1882/1990 προσδιορίζονται τα φυσικά πρόσωπα των ανωνύμων και λοιπών εμπορικών εταιρειών, συνεταιρισμών, κοινοπραξιών, κοινωνιών, αστικών εταιρειών, συμμετοχικών ή αφανών εταιρειών που ασκούν επιχείρηση, αλλοδαπών επιχειρήσεων γενικά, κάθε είδους αλλοδαπών οργανισμών, καθώς και των άλλων νομικών προσώπων και οντοτήτων, τα οποία υπέχουν ευθύνη για την καταβολή των χρεών προς το Δημόσιο, που ήταν βεβαιωμένα ή γεννήθηκαν ή κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά τον χρόνο που είχαν την ιδιότητα που αναφέρεται στην ανωτέρω διάταξη του άρθρου 25 παρ. 2 του Ν. 1882/1990, προκειμένου να αντιμετωπιστεί το κοινωνικό πρόβλημα της φορο-υπερημερίας, που δημιουργείται από τις αλλεπάλληλες μεταβολές, που υφίστανται τα νομικά πρόσωπα στην εκπροσώπηση, διοίκηση ή διαχείριση των υποθέσεών τους, με συνέπεια να επιβάλλεται, σε κάθε περίπτωση, να προσδιορίζεται η κατά τα άνω ιδιότητα του υπόχρεου για την καταβολή των χρεών και υπέχοντος προς τούτο ποινική ευθύνη (Α.Π. 565/2022, Α.Π. 190/2021).

Τέλος, με το άρθρο 469 του ισχύοντος από 1-7-2019 Ποινικού Κώδικα, ορίζεται ότι "Μετά το εδάφιο β' της παρ. 1 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 προστίθεται εδάφιο γ' ως εξής: "Στην αίτηση και στον πίνακα χρεών που υποβάλλονται σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο δεν συμπεριλαμβάνονται και δεν υπολογίζονται για τον προσδιορισμό της ευθύνης του προσώπου, τα χρέη που προέρχονται από τη μη εκτέλεση χρηματικών ποινών που επιβλήθηκαν από ποινικό δικαστήριο και οι σχετικές με αυτά προσαυξήσεις, τόκοι και λοιπές επιβαρύνσεις, καθώς και τα χρέη από τα αδικήματα που τυποποιούνται στο άρθρο 66 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας μαζί με τις σχετικές με αυτά προσαυξήσεις, τόκους και λοιπές επιβαρύνσεις".

Με τη διάταξη αυτή του νέου Ποινικού Κώδικα ρυθμίζεται, με τον αναφερόμενο σ' αυτή τρόπο, το προβλεπόμενο από το άρθρο 25 του Ν. 1882/1990 ποινικό αδίκημα της μη καταβολής βεβαιωμένων στη φορολογική διοίκηση χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημόσιου δικαίου, καθώς και τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, αφού ρητά ορίζεται ότι στις (νέες) αιτήσεις και στον πίνακα χρεών που υποβάλλονται προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών, κατά το άρθρο αυτό, δεν συμπεριλαμβάνονται και δεν υπολογίζονται για τον προσδιορισμό της ποινικής ευθύνης του προσώπου οι οφειλές που αφορούν:

α) χρέη που προέρχονται από τη μη εκτέλεση (αμιγώς) χρηματικών ποινών που επιβλήθηκαν από ποινικό δικαστήριο και οι σχετικές με αυτές προσαυξήσεις, τόκοι και λοιπές επιβαρύνσεις και β) χρέη που προέρχονται από τα φορολογικά αδικήματα, που τυποποιούνται στο άρθρο 66 του Ν. 4174/2013 (ΚΦΔ), μαζί με τις σχετικές με αυτά προσαυξήσεις, τόκους και λοιπές επιβαρύνσεις.

Για την ερμηνεία και εφαρμογή της ως άνω δεύτερης περίπτωσης περί του ποια χρέη δεν πρέπει να περιλαμβάνονται στον πίνακα χρεών γιατί τυποποιούνται στο άρθρο 66 του ΚΦΔ, σημειώνονται τα ακόλουθα: κατά τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 1 και 2 του Ν. 2523/1997, όπως ίσχυαν μετά την αντικατάστασή τους με την παρ. 2 εδ.

α', β' και γ' του άρθρου 2 του Ν. 3943/2011 (Φ.Ε.Κ. 66/...-2011, τεύχος πρώτο), "1. Όποιος, προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου εισοδήματος, αποκρύπτει καθαρά εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή, παραλείποντας να υποβάλει δήλωση ή υποβάλλοντας ανακριβή δήλωση, τελεί αδίκημα φοροδιαφυγής στη φορολογία εισοδήματος. Ως απόκρυψη καθαρών εισοδημάτων νοείται και η περίπτωση κατά την οποία καταχωρούνται στα βιβλία εικονικές ολικά ή μερικά δαπάνες ή γίνεται επίκληση στη φορολογική δήλωση τέτοιων δαπανών, ώστε να μην εμφανίζονται καθαρά εισοδήματα ή να εμφανίζονται αυτά μειωμένα. 2.

Ο δράστης του αδικήματος αυτού τιμωρείται: α) με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον ενός (1) έτους, εφόσον ο φόρος που αναλογεί στα καθαρά εισοδήματα που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνει σε κάθε διαχειριστική περίοδο το ποσό των δεκαπέντε χιλιάδων (15.000) ευρώ και β) με κάθειρξη, εφόσον ο φόρος που αναλογεί στα καθαρά εισοδήματα που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνει σε κάθε διαχειριστική περίοδο το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ.

Κατά την επιμέτρηση της ποινής λαμβάνεται υπόψη και η διάρκεια της απόκρυψης.". Οι ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 17 του Ν. 2523/1997 καταργήθηκαν με το άρθρο 71 του Ν. 4174/2013 (Φ.Ε.Κ. 170/26-7-2013, τεύχος πρώτο), όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 8 του Ν. 4337/2015 (Φ.Ε.Κ. 129/17-10-2015, τεύχος πρώτο), και το ζήτημα του αδικήματος της φοροδιαφυγής στο εισόδημα ρυθμίστηκε από τις διατάξεις του άρθρου 66 παρ. 1 περ.

α', 3 και 4 του Ν. 4174/2013 (Φ.Ε.Κ. 170/26-7-2013, τεύχος πρώτο), όπως ίσχυσαν μετά την προσθήκη και αναρίθμηση του ανωτέρω άρθρου 66 με το άρθρο 8 του Ν. 4337/2015 (Φ.Ε.Κ. 129/17-10-2015, τεύχος πρώτο), ήδη δε ρυθμίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 66 παρ. 1 περ. α', 3 και 4 του ισχύοντος από 4-11-2022 Ν. 4987/2022 (Φ.Ε.Κ. 206/4-11-2022, τεύχος πρώτο), κατά το οποίο, "1.

Έγκλημα φοροδιαφυγής διαπράττει όποιος με πρόθεση: α) προκειμένου να αποφύγει την πληρωμή φόρου εισοδήματος, ΕΝ.Φ.Ι.Α. ή ειδικού φόρου ακινήτων (Ε.Φ.Α.), αποκρύπτει από τα όργανα της Φορολογικής Διοίκησης φορολογητέα εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή ή περιουσιακά στοιχεία, ιδίως παραλείποντας να υποβάλει δήλωση ή υποβάλλοντας ανακριβή δήλωση ή καταχωρίζοντας στα λογιστικά αρχεία εικονικές (ολικά ή μερικά) δαπάνες ή επικαλούμενος στη φορολογική δήλωση τέτοιες δαπάνες, ώστε να μην εμφανίζεται φορολογητέα ύλη ή να εμφανίζεται αυτή μειωμένη, (...) 3.

Όποιος διαπράττει έγκλημα φοροδιαφυγής από τα αναφερόμενα στην παρ. 1 τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών ή χρηματική ποινή σύμφωνα με το άρθρο 57 του Π.Κ.: α) αν ο φόρος που αναλογεί στα φορολογητέα εισοδήματα ή στα περιουσιακά στοιχεία που έχουν αποκρυβεί υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ ανά είδος φόρου, (...). 4.

Επιβάλλεται κάθειρξη, αν το ποσό του φόρου, τέλους ή εισφοράς της παρ. 3 υπερβαίνει ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος τις εκατό χιλιάδες (100.000) ευρώ, εφόσον αφορά Φ.Π.Α., ή τις εκατό πενήντα χιλιάδες (150.000) ευρώ σε κάθε άλλη περίπτωση φόρου, τέλους ή εισφοράς.". Από τις ανωτέρω νέες διατάξεις, που καλύπτουν τις σοβαρές περιπτώσεις φοροδιαφυγής και εξορθολογίζουν το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο με τον επαναπροσδιορισμό των προϋποθέσεων στοιχειοθέτησης των σχετικών εγκλημάτων, προκύπτει ότι, σε σχέση με το αδίκημα της αποφυγής πληρωμής φόρου εισοδήματος, ο υπαίτιος αυτού τιμωρείται σε βαθμό πλημμελήματος, με φυλάκιση τουλάχιστον δύο (2) ετών ή χρηματική ποινή, αν ο φόρος που αναλογεί στα αποκρυβέντα εισοδήματα υπερβαίνει, ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος, το ποσό των εκατό χιλιάδων ευρώ (100.000,00 €), σε βαθμό δε κακουργήματος, με κάθειρξη, αν ο φόρος που αναλογεί στα αποκρυβέντα εισοδήματα υπερβαίνει, ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος, το ποσό των εκατό πενήντα χιλιάδων ευρώ (150.000,00 €), ενώ όταν ο φόρος που αναλογεί στα αποκρυβέντα εισοδήματα δεν υπερβαίνει το ποσό των εκατό χιλιάδων ευρώ (100.000,00 €), ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος, αλλά είναι μικρότερος αυτού, δεν υφίσταται αξιόποινη πράξη.

Από τα προαναφερόμενα συνάγεται ότι όλες οι φορολογικές παραβάσεις δεν στοιχειοθετούν ποινικά αδικήματα ανεξαρτήτως ποσού ή χρονικού διαστήματος, αλλά τυποποιούνται ως εγκλήματα σε συνάρτηση με την υπέρβαση συγκεκριμένου ποσού, ανά είδος φόρου και ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος. Εξάλλου, από τη χρήση της λέξης "προκειμένου" στο κείμενο της ανωτέρω διάταξης (άρθρο 66 του ήδη ισχύοντος Ν. 4987/2022, παρόμοιες δε ήταν και οι ρυθμίσεις του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013, που έχουν καταργηθεί με το άρθρο 71 παρ. 4 του Ν. 4987/2022), συνάγεται ότι στις περιπτώσεις αυτές διαπλάθεται έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υπόστασης (έγκλημα σκοπού) και ο φορολογούμενος πρέπει να ενεργεί με υπερχειλή δόλο (άρθρο 27 παρ. 2 εδ.

β' του Π.Κ.), συγκεκριμένα δε θα πρέπει να αποκρύπτει και να μη δηλώνει στην αρμόδια φορολογική αρχή καθαρά φορολογητέα εισοδήματα, γνωρίζοντας και επιδιώκοντας να αποφύγει την πληρωμή του φόρου που αναλογεί στα αποκρυβέντα εισοδήματα. Αν δεν υπάρχει ο ανωτέρω εγκληματικός σκοπός στο πρόσωπο του φορολογουμένου, δεν πληρούται η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και δεν στοιχειοθετείται το αδίκημα του άρθρου 66 του ανωτέρω νόμου (Α.Π. 983/2021, Α.Π. 1015/2019).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 55Α παρ. 1 του ισχύοντος από 4-11-2022 Ν. 4987/2022, που ορίζει ότι: "Εάν, με βάση την οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου ή την πράξη επιβολής προστίμου, συντρέχει περίπτωση τέλεσης ή απόπειρας τέλεσης εγκλήματος φοροδιαφυγής, όπως ορίζεται στο άρθρο 66, υποβάλλεται μηνυτήρια αναφορά από τον Διοικητή, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παρ. 1 του άρθρου 68.

Η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπαγγέλτως.", σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 68 παρ. 1 του ίδιου νόμου, που ορίζει ότι: "1. Εάν συντρέχει περίπτωση τέλεσης ή απόπειρας τέλεσης εγκλήματος του Κώδικα υποβάλλεται αμελλητί μηνυτήρια αναφορά από τον Διοικητή ή από τα όργανα της Φορολογικής Διοίκησης ή από τη Διεύθυνση Οικονομικής Αστυνομίας της Ελληνικής Αστυνομίας.

Η ποινική δίωξη ασκείται αυτεπαγγέλτως." (παρόμοιες ήταν και οι διατάξεις των άρθρων 55Α παρ. 1 και 68 παρ. 1 του Ν. 4174/2013 που καταργήθηκαν με το άρθρο 71 παρ. 4 του Ν. 4987/2022), σαφώς συνάγεται ότι η κίνηση της ποινικής δίωξης, στις περιπτώσεις των εγκλημάτων της φοροδιαφυγής, τόσο υπό το ισχύον νομικό καθεστώς όσο και υπό την ισχύ του Ν. 4174/2013 και του Ν. 2523/1997 (άρθρο 21), προϋποθέτει την πλήρωση των εξής όρων:

α) τη διενέργεια ελέγχου από τη φορολογική αρχή, β) την έκδοση διοικητικής καταλογιστικής πράξης για το φόρο που προσπάθησε να διαφύγει ο φορολογούμενος και γ) την υποβολή μηνυτήριας αναφοράς από την αρμόδια αρχή, με συνυποβολή των αποδεικτικών εγγράφων για τη συνδρομή των προηγούμενων όρων. Ειδικότερα όσον αφορά το έγκλημα της φοροδιαφυγής στο εισόδημα το αδίκημα αυτό στοιχειοθετείται αντικειμενικά είτε με την μη υποβολή δήλωσης φορολογίας εισοδήματος είτε με την υποβολή ανακριβούς δήλωσης φορολογίας εισοδήματος, από την οποία όμως ο φόρος που αναλογεί στα αποκρυβέντα εισοδήματα υπερβαίνει το ποσό των εκατό χιλιάδων ευρώ (100.000,00 €), ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος, οπότε η πράξη αυτή διώκεται σε βαθμό πλημμελήματος, ή το ποσό των εκατό πενήντα χιλιάδων ευρώ (150.000,00 €), ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος, οπότε η εν λόγω πράξη διώκεται σε βαθμό κακουργήματος.

Έτσι, όταν το ποσό του φόρου που αναλογεί στα αποκρυβέντα εισοδήματα υπολείπεται του ποσού των εκατό χιλιάδων ευρώ (100.000,00 €), ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος, η πράξη είναι ανέγκλητη και δεν τυποποιείται στα αδικήματα του άρθρου 66 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας. Εξάλλου, η επιβληθείσα με τις διατάξεις του άρθρου 31 του Νόμου 3986/2011 ετήσια επί του εισοδήματος φορολογική επιβάρυνση (τέλος επιτηδεύματος), που ορίζεται σε πάγιο, κατά κατηγορία υπόχρεων, ποσό, στους επιτηδευματίες και στους ασκούντες ελεύθερο επάγγελμα, που τηρούν βιβλία Β' και Γ' κατηγορίας του Κ.Β.Σ., θεσπίσθηκε ως φόρος επί του εισοδήματος.

Ο νομοθέτης στηρίχθηκε στην παραδοχή ότι η άσκηση επιχειρηματικής ή επαγγελματικής δραστηριότητας, υπό συνθήκες που περιγράφονται στο νόμο, αποφέρει ένα ελάχιστο ποσό ετήσιου εισοδήματος, στο οποίο αντιστοιχεί, ως ελάχιστη φορολογική επιβάρυνση, το προβλεπόμενο πάγιο ποσό φόρου [Σ.τ.Ε. 89/2019]. Έτσι, η αποφυγή πληρωμής του τέλους επιτηδεύματος, αποτελεί φόρο επί του εισοδήματος, τυποποιείται όμως στο έγκλημα φοροδιαφυγής του άρθρου 66 του Κ.Φ.Δ., μόνο όταν υπερβαίνει το κατά τα ανωτέρω οριζόμενο ποσό για το αξιόποινο αυτού.

Περαιτέρω, η αντικειμενική υπόσταση του αδικήματος της φοροδιαφυγής στο εισόδημα δεν στοιχειοθετείται, ακόμη και όταν ο φόρος, που αναλογεί σ' αυτό (εισόδημα) και δεν καταβλήθηκε, υπερβαίνει το ποσό των εκατό χιλιάδων ευρώ (100.000,00 €), ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος, στην περίπτωση κατά την οποία ο φορολογούμενος υποβάλει νόμιμα και εμπρόθεσμα δήλωση φορολογίας εισοδήματος, ακολούθως όμως δεν αποδίδει τον φόρο που οφείλει στο Δημόσιο και αναλογεί στα εισοδήματά του, με βάση την ακριβή (όχι ανακριβή) δήλωσή του, καθόσον στην περίπτωση αυτή αποκλείεται εν τη γενέσει της η ύπαρξη του απαιτούμενου υπερχειλούς δόλου του, δηλαδή η επιδίωξή του να αποφύγει την καταβολή του φόρου που αναλογεί στα εισοδήματά του, αφού με την υποβολή της ακριβούς δήλωσής του, ελλείπει το στοιχείο της μερικής ή ολικής απόκρυψης των καθαρών εισοδημάτων του, που κατατείνει σ' αυτόν τον σκοπό.

Γι' αυτό το λόγο, άλλωστε, οι μηνυτήριες αναφορές που αφορούν το αδίκημα της φοροδιαφυγής στο εισόδημα, αναφέρονται είτε στον συνολικό φόρο που δεν απέδωσε ο φορολογούμενος, έχοντας προηγουμένως παραλείψει να υποβάλει την οικεία δήλωση, είτε, επί υποβολής ανακριβούς εκ μέρους του δήλωσης, στον υπερβάλλοντα φόρο, που προκύπτει από τη διαφορά των μεγεθών, δηλαδή του φόρου που αναλογεί στα αποκρυβέντα εισοδήματα που δεν δηλώθηκαν και του φόρου που αναλογεί στα ανακριβώς δηλωθέντα εισοδήματα, ή σε περίπτωση μη υποβολής δήλωσης ο φόρος που αναλογεί στα αποκρυβέντα εισοδήματα, ύστερα από τον οικείο φορολογικό έλεγχο.

Συνεπώς, στην περίπτωση κατά την οποία ο φορολογούμενος δεν υποβάλει ανακριβή δήλωση φορολογίας εισοδήματος, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για την τέλεση εκ μέρους του της πράξης της φοροδιαφυγής στο εισόδημα, η οποία θα ενεργοποιούσε το φορολογικό ελεγκτικό μηχανισμό, θα κατέληγε δε στη σύνταξη έκθεσης ελέγχου και στην έκδοση διοικητικής καταλογιστής πράξης για το φόρο που προσπάθησε αυτός να διαφύγει, ή εφόσον δεν έχει προηγηθεί αυτεπάγγελτος φορολογικός έλεγχος που να διαπιστώνει με την οικεία έκθεση ελέγχου την ανακρίβεια της δήλωσης του φορολογουμένου και να προσδιορίζει το ακριβές ύψος του φόρου που αυτός απέφυγε να καταβάλει, δεν στοιχειοθετείται η αντικειμενική υπόσταση του αντίστοιχου εγκλήματος που τυποποιείται στο άρθρο 66 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, με μόνη τη μη πληρωμή του φόρου που οφείλει να καταβάλει και αναλογεί στα εισοδήματά του με βάση την ακριβή δήλωση που ο ίδιος έχει υποβάλει.

Περαιτέρω η διάταξη του άρθρου 469 του Π.Κ., ερμηνευόμενη τελολογικά και γραμματικά επιβάλλει να δεχθούμε ότι αυτή δεν εκτείνεται οριζόντια, καταλαμβάνοντας και εξαιρώντας όλες τις περιπτώσεις χρεών που προκύπτουν από πράξεις φοροδιαφυγής στα διάφορα είδη φόρων που μνημονεύονται στο άρθρο 66 ΚΦΔ, ανεξαρτήτως δηλαδή του εκάστοτε ποσού διαφυγόντος φόρου και του εάν το ποσό αυτό είναι κατώτερο του ελάχιστου ορίου θεμελίωσης του αξιοποίνου, αλλά μόνο όσα εξ αυτών, προέρχονται από πράξη που πληρεί όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης της αξιόποινης πράξης του άρθρου 66 του ΚΦΔ , είναι δηλαδή αξιόποινη και αυτοτελώς με βάση το άρθρο 66, καθόσον δεν υπάρχει τυποποίηση αδικήματος εάν η πράξη που περιγράφεται σε αυτό δεν συνεπάγεται επιβολή ποινής.

Κατ' ακολουθίαν των προαναφερομένων, η διάταξη του άρθρου 469 του Π.Κ., ως προς τα μη υπολογιζόμενα χρέη για τον προσδιορισμό της ευθύνης του οφειλέτη χρεών προς το Δημόσιο, εφαρμόζεται μόνο όταν τα περιλαμβανόμενα στον αντίστοιχο πίνακα χρέη αποτελούν αυτοτελώς και φορολογικό αδίκημα, που τυποποιείται στις διατάξεις του άρθρου 66 του ήδη ισχύοντος από 4-11-2022 Ν. 4987/2022 "Κύρωση Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας" (Φ.Ε.Κ. 206/4-11-2022, τεύχος πρώτο), προηγουμένως δε τυποποιούταν στις διατάξεις του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013 "Φορολογικές διαδικασίες και άλλες διατάξεις" (Φ.Ε.Κ. 170/26-7-2013, τεύχος πρώτο), όπως προστέθηκε και αναριθμήθηκε με το άρθρο 8 του Ν. 4337/2015, που καταργήθηκε, κατά τα προαναφερόμενα, με το άρθρο 71 παρ. 4 του Ν. 4987/2022, τούτο δε προϋποθέτει αφενός να στοιχειοθετείται ως φορολογικό αδίκημα, αφετέρου δε να υπερβαίνει το οριζόμενο στο ανωτέρω άρθρο 66 του Ν. 4987/2022 ποσό για τη θεμελίωση του αξιοποίνου.

Περαιτέρω κρίνεται σκόπιμο να επισημανθεί ότι η διατύπωση στο άρθρο 469 του ισχύοντος Π.Κ. της φράσης "αδικήματα που τυποποιούνται στο άρθρο 66 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας" ουδόλως υποδηλώνει βούληση του νομοθέτη για πλήρη αποκλεισμό της τιμωρίας των οφειλετών του Δημοσίου για τα προερχόμενα από τις ανωτέρω αιτίες χρέη, όταν αυτά δεν πληρούν τα κριτήρια υπαγωγής στο άρθρο 66 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας.

Τουναντίον, η αληθής, συνεπής προς τη συνταγματική δικαιοταξία (άρθρο 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος), βούληση του νομοθέτη είναι τα, κατά τα ως άνω, μη υπαγόμενα (λόγω ποσού ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος, ή λόγω μη στοιχειοθέτησης της υποκειμενικής υποστάσεως του εν λόγω αδικήματος), στη διάταξη του άρθρου 66 του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας χρέη, να συνυπολογίζονται ή να συναθροίζονται με άλλες προερχόμενες από διάφορες αιτίες λοιπές οφειλές προς το Δημόσιο προς σχηματισμό του διαγραφομένου για την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος που προβλέπεται στο άρθρο 25 του Ν. 1882/1990 ποσοτικού ορίου(ΟΛ ΑΠ 1/2023).

Εξάλλου, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σ' αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα προκύψαντα από την αποδεικτική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό της απόφασης, τα οποία αποτελούν ενιαίο σύνολο, δεν υπάρχει δε έλλειψη αιτιολογίας και στην περίπτωση που αυτή εξαντλείται σε επανάληψη του διατακτικού της απόφασης, το οποίο, όμως, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου, περιέχει και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατύπωσης του σκεπτικού της.

Σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο προκειμένου να μορφώσει την καταδικαστική του κρίση, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 παρ. 1 και 178 του ΚΠΔ, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) χωρίς να απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τί προέκυψε από το καθένα χωριστά.

Πρέπει, όμως, να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι το δικαστήριο τα έλαβε υπόψη και τα συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο ορισμένα από αυτά κατ' επιλογή, ενώ δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους και δεν απαιτείται να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για το σχηματισμό της δικανικής κρίσης, ούτε χρειάζεται να διευκρινίζεται από ποιο ή ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή.

Όταν δε εξαίρονται ορισμένα από τα αποδεικτικά μέσα, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα, ούτε ανακύπτει ανάγκη αιτιολόγησης γιατί δεν εξαίρονται τα λοιπά. Δεν αποτελεί λόγο αναίρεσης η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και των εγγράφων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Τέλος, κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του Κ.Ποιν.Δ., λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει, όταν στο πόρισμα της απόφασης, το οποίο περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης .

Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων ..., με την προσβαλλομένη με αρ. 1833/2024 απόφαση του, μετά από συνεκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων, κατ'είδος τους αποδεικτικών μέσων, δέχτηκε στο σκεπτικό του, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα: "Στην Αθήνα, στις ...-2016, ο κατηγορούμενος, όντας οφειλέτης του Δημοσίου και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. ...20/2004, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο και προς νπδδ για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 4 μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα 200.000 ευρώ.

Συγκεκριμένα, σε βάρος της εταιρείας με την επωνυμία "Ν..Δ. Γ.. Λ. Κ. Σ. Ο.", της οποίας ο κατηγορούμενος τυγχάνει ομόρρυθμο μέλος, είχαν βεβαιωθεί και είχαν ήδη καταστεί ληξιπρόθεσμα διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου αλλά και υπέρ των νπδδ ΕΚΠΑ και ΤΑΧΔΙΚ στην αρμόδια ΔΟΥ ..., όπως ακριβώς αυτά τα χρέη, συνολικού ποσού 381.092,29 ευρώ, κατ' είδος, κατ' αριθμό και ημερ.

βεβαίωσής τους από την αρμόδια ΔΟΥ κατά οφειλόμενο κεφάλαιο και συνεισπραττόμενα ποσά, κατά τρόπο και ημερομηνία πληρωμής ως και ημερομηνία λήξης ενός εκάστου, αναλυτικά αναφέρονται στον με αρ. ειδ. βιβλίου .../2016 πίνακα χρεών της ανωτέρω ΔΟΥ και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής τη μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου αυτής.

Ειδικότερα, ο κατηγορούμενος, έχοντας την προαναφερόμενη ιδιότητα και έχοντας ειδοποιηθεί με ειδοποίηση της άνω ΔΟΥ ... για την άνω συνολική οφειλή του από τον άνω πίνακα χρεών, με ημερομηνία λήξης του χρόνου καταβολής της τελευταίας δόσης του τελευταίου μερικότερου χρέους με τη χρονικά εγγύτερη προς τη σύνταξη του οικείου πίνακα χρεών, που συνοδεύει την αίτηση για άσκηση της ποινικής δίωξης, την ...-2015 (και όχι την ...- 2015 όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος), η οποία προδήλως καλύπτει και τις αντίστοιχες ημερομηνίες των υπολοίπων χρεών, που έχουν προγενέστερες τέτοιες και κατά την έννοια του νόμου συσσωματώνονται σε ένα και μόνο αθροιστικό χρέος, ηθελημένα καθυστέρησε την καταβολή της πέραν των 4 μηνών από την ...-2015, μη καταβάλλοντας μέχρι την ...-2016 και τελώντας έκτοτε σε καθυστέρηση καταβολής του, υπέχοντας εντεύθεν ποινική ευθύνη, το άνω χρέος ποσού 381.092,29 ευρώ, που αφορά βεβαιωμένα και ληξιπρόθεσμα χρέη προς το Δημόσιο (τα με α.α ...

του πίνακα χρεών) και προς τα νπδδ ΕΚΠΑ και ΤΑΧΔΙΚ (τα με α.α ... του πίνακα χρεών), όπως αναλυτικά εμφαίνονται στον κατωτέρω πίνακα: Σύμφωνα δε, με το ...-2020 έγγραφο της ΔΟΥ ..., σε βάρος της εταιρείας με την επωνυμία "Ν..Δ. Γ.. Λ. Κ. Σ. Ο." βεβαιώθηκαν σύμφωνα με τους ορισμούς της διάταξης του άρθρου 91 του ΚΕΔΕ, οι παρακάτω χρηματικοί κατάλογοι: 1) ο ...-2013 χρηματικός κατάλογος του ΤΑΧΔΙΚ για οφειλόμενα μισθώματα ακίνητης περιουσίας ύψους 95.200 ευρώ, ο οποίος βεβαιώθηκε δια του ...-2013 ΑΤΒ ως έσοδο εκτός προϋπολογισμού στον ΚΑΕ .... 2) ο ...-2013 χρηματικός κατάλογος του ΕΚΠΑ για οφειλόμενα μισθώματα ακίνητης περιουσίας ύψους 82.398,96 ευρώ, ο οποίος βεβαιώθηκε δια του ...-2013 ΑΤΒ ως έσοδο εκτός προϋπολογισμού στον ΚΑΕ .... 3) ο ...-2013 χρηματικός κατάλογος του ΕΚΠΑ για οφειλόμενα μισθώματα ακίνητης περιουσίας ύψους 110.308,46 ευρώ, ο οποίος βεβαιώθηκε δια του ...-2013 ΑΤΒ ως έσοδο εκτός προϋπολογισμού στον ΚΑΕ ....

Πρόκειται για τις με α.α. ... εγγραφές του πίνακα χρεών. Οι ανωτέρω οφειλές προς τα προαναφερόμενα νπδδ βεβαιώθηκαν προς είσπραξη από τη ΔΟΥ ... λόγω της έλλειψης ταμειακής υπηρεσίας εντός των εν λόγω νπδδ, συννόμως δε βεβαιώθηκαν και περιελήφθησαν στον άνω πίνακα χρεών, περαιτέρω δε, νομίμως ασκήθηκε η ποινική δίωξη μετά από μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της ΔΟΥ ... (και όχι από τον Πρύτανη του ΕΚΠΑ ή το ΔΣ του ΤΑΧΔΙΚ, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο κατηγορούμενος), κατά τις ρητές προβλέψεις του άρθρου 25 παρ.1 του Ν. 1882/1990.

Περαιτέρω, καμία από τις εγγραφές του πίνακα χρεών και ειδικότερα οι με α.α ... εγγραφές, οι οποίες αφορούν χρεωστικές δηλώσεις ΦΠΑ μέσω INTERNET, εισφορές και τέλος επιτηδεύματος Ν. 3986/2011, δήλωση φόρου εισοδήματος ν.π και χρεωστικές δηλώσεις ΦΠΑ μέσω INTERNET, αντίστοιχα, δεν είναι προϊόν ελέγχου, κατά συνέπεια, δεν τίθεται θέμα εφαρμογής του άρθρου 66 του Ν. 4174/2013 (βλ.

το αρ.πρωτ. ...-2024 έγγραφο της ΑΑΔΕ) σε συνδυασμό με το άρθρο 469 του νέου ΠΚ, με το οποίο προστέθηκε εδάφιο γ' μετά το εδ.β της παρ. 1 του άρθρου 25 του ν.1882/1990, έτσι ώστε να συμπεριλαμβάνονται και αυτές και να υπολογίζονται για τον προσδιορισμό της ευθύνης του εκκαλούντος. Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι αυτοτελείς ισχυρισμοί του κατηγορουμένου και να κηρυχθεί αυτός ένοχος για το αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και ΝΠΔΔ, με το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ.2β του ΠΚ, που του έχει ήδη αναγνωρισθεί πρωτοδίκως".

Ακολούθως το δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα - κατηγορούμενο, για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής ληξιπρόθεσμων χρεών στο Δημόσιο, με την ελαφρυντική περίσταση του άρθρου 84 παρ.2 β' του Π.Κ. και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης δέκα οκτώ (18) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό: " ΚΗΡΥΣΣΕΙ τον κατηγορούμενο ένοχο με ελαφρυντικό άρθρου 84 § 2β του Π.Κ.

του ότι: Στην ..., στις .../2016, όντας οφειλέτης του Δημοσίου καθώς και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν....20/04, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα 200.000 ευρώ .

Συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος της εταιρείας με την επωνυμία Ν.. Δ. Γ. Λ. Κ. Σ. Ο..Ε.. της οποίας τυγχάνει ΟΜΟΡΡΥΘΜΟ ΜΕΛΟΣ διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου, του Εθνικού Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών και του Ταμείου Χρηματοδότησης ..., στη Δ.Ο.Υ. ... όπως ακριβώς αναφέρονται στο πίνακα χρεών της παραπάνω Δ.Ο.Υ (αρ ειδ.

Βιβλίου .../2016) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτών την από .../2016 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω Δ.Ο.Υ, ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό ευρώ #381.092,29#, που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο και τα προαναφερόμενα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, όπως τα βεβαιωμένα αυτά, ληξιπρόθεσμα και καθυστερημένα ταυτόσημα χρέη εμφαίνονται στον κατωτέρω πίνακα:

Με τις παραδοχές αυτές, οι οποίες διαλαμβάνονται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με όσα αναφέρονται στο διατακτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που παραδεκτά αλληλοσυμπληρώνονται, η εν λόγω απόφαση περιέχει την επιβαλλόμενη, κατά τα άνω, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρονται σ` αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά και κατά τρόπο επιτρέποντα τον αναιρετικό έλεγχο, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του ως άνω εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, για το οποίο καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, με παράθεση όλων των στοιχείων, που απαρτίζουν τη νομοτυπική μορφή του εγκλήματος αυτού, οι αποδείξεις, που το θεμελιώνουν, καθώς και οι συλλογισμοί, με βάση τους οποίους το Δικαστήριο της ουσίας έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1,12, 14, 26, 27 του Π.Κ.

και άρθρο 25 παρ.1β, 2, 3 του ν. 1882/1990, όπως η παρ.1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 20 παρ.1 του ν. 4...1/2015, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα αναφέρονται: α) η αρμόδια φορολογική αρχή που βεβαίωσε το χρέος σε βάρος του κατηγορουμένου και ήδη αναιρεσείοντος, β) η ιδιότητα του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου ως ομορρύθμου μέλους της οφειλέτριας ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία Ν.

Δ. Γ..Λ. Ο., κατά το χρόνο, κατά το οποίο βεβαιώθηκαν τα χρέη, γ)τα είδη των επί μέρους χρεών που προέρχονται στη συγκεκριμένη περίπτωση από τη μη καταβολή χρεωστικών δηλώσεων ΦΠΑ μέσω ιντερνετ, δηλώσεις φόρου εισοδήματος, εισφορές και τέλος επιτηδεύματος, μισθώματα ακίνητης περιουσίας των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου που αναφέρονται αναλυτικά στο σκεπτικό και διατακτικό της προσβαλλομένης, καθώς και το ύψος αυτού (χρέους), δ) ο χρόνος βεβαίωσής του, ε) ο τρόπος πληρωμής του και στ) η παρέλευση τετραμήνου από το χρόνο, κατά τον οποίο αυτό έπρεπε να καταβληθεί.

Περαιτέρω και σε σχέση με τις ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος: α) με αυτά που δέχτηκε το δικαστήριο της ουσίας και ειδικότερα με τις παραδοχές ότι καθένα από τα με αύξοντα αριθμό ... ληξιπρόθεσμα χρέη που αναφέρονται στον συννημένο στο σκεπτικό και διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης πίνακα χρεών της Δ.Ο.Υ. ..., για τα οποία κηρύχτηκε ένοχος και καταδικάστηκε ο αναιρεσείων- κατηγορούμενος και αφορούν , το με αριθμό …χρεωστικές δηλώσεις ΦΠΑ μέσω Ιντερνετ ύψους 694,65 ευρώ, το με αριθμό … εισφορές και τέλος επιτηδεύματος Ν. 3986/2011, ύψους 2.214,99 ευρώ, το με αριθμό … δηλώσεις φόρου εισοδήματος ΝΠ ύψους 1.795,65 ευρώ και το με αριθμό … χρεωστικές δηλώσεις ΦΠΑ μέσω Ιντερνετ ύψους 409,74 ευρώ, δεν τυποποιούνται στην νομοτυπική μορφή των αδικημάτων του άρθρου 66 του ΚΦΔ και ως εκ τούτου δεν υφίσταται πεδίο εφαρμογής εν προκειμένου της διάταξης του άρθρου 469 του ΠΚ, ορθά εφάρμοσε τις προαναφερθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις, σύμφωνα με τις σκέψεις που αναπτύχτηκαν στην αρχή της παρούσης καθόσον οι μεν χρεωστικές δηλώσεις ΦΠΑ μέσω ιντερνετ και η δήλωση φόρου εισοδήματος προέκυψαν με βάση τα στοιχεία που ο ίδιος ο κατηγορούμενος είχε υποβάλλει στην αρμόδια αρχή και όχι κατόπιν φορολογικού ελέγχου, ενώ οι εισφορές και το τέλος επιτηδεύματος ύψους 2.214,99 ευρώ, υπολείπεται του ποσού των 100.000 ευρώ, ανά φορολογικό ή διαχειριστικό έτος, που απαιτείται για την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του αδικήματος του άρθρο 66 του ΚΦΔ.

β)όπως ήδη αναφέρθηκε, χρόνος τέλεσης του αδικήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου και τις επιχειρήσεις του ευρύτερου δημόσιου τομέα, νοείται η συμπλήρωση τετραμήνου από τον χρόνο ταμειακής βεβαίωσης(από και με την οποία η σχετική αξίωση καθίσταται ληξιπρόθεσμη) του μερικότερου χρέους με την χρονικά εγγύτερη ταμειακή βεβαίωση προς την σύνταξη του συνοδεύοντος την αίτηση για την άσκηση της ποινικής δίωξης οικείου πίνακα χρεών, ο χρόνος δε αυτός καλύπτει και τους αντίστοιχους χρόνους των υπολοίπων, εχόντων προγενέστερες ταμειακές βεβαιώσεις χρεών, τα οποία, κατά την έννοια του νόμου, συσσωματώνονται σε ένα και μόνο αθροιστικό χρέος.

Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι το μερικότερο χρέος με την χρονικά εγγύτερη ταμειακή βεβαίωση προς την σύνταξη του επιδίκου πίνακα χρεών, που έλαβε χώρα στις ...2016, είναι το με αριθμό … χρέος με ημερομηνία λήξης του χρόνου καταβολής της τελευταίας δόσης του την ...-2015 και όχι το με αρ.

… χρέος με ημερομηνία λήξης του χρόνου καταβολής της τελευταίας δόσης την ...-2013, όπως αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων. Συνακόλουθα ως χρόνος τέλεσης του επιδίκου εγκλήματος νοείται η ...-2016, ήτοι η παρέλευση τεσσάρων μηνών από την κατά τα ανωτέρω ημερομηνία της ...-2015 του ως άνω με αριθμό … χρέους και κατά συνέπεια κατά τον χρόνο εκδίκασης της υπό κρίση υποθέσεως στο δικαστήριο της ουσίας, ήτοι την ...-2024 δεν είχε συμπληρωθεί ο απαιτούμενος ,από τις διατάξεις των άρθρων 111 και 113 του Π.Κ., χρόνος παραγραφής του επιδίκου αδικήματος, συνυπολογιζομένου και του χρόνου αναστολής αυτής, συνολικά των οκτώ ετών.

γ) στη διάταξη του άρθρου 25 παρ.1 του ν. 1882/1990 τυποποιείται η αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και τα νπδδ, όπως είναι το ΕΚΠΑ και το ΤΑΧΔΙΚ, στα οποία νπδδ, αναφέρονται τα με αριθμό ... χρέη του επιδίκου πίνακα, χωρίς να απαιτείται να λάβει χώρα εκχώρηση των ως άνω απαιτήσεων από τα ανωτέρω ν.π.δ.δ.

προς το Δημόσιο, όπως αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων, αφού απλώς, λόγω έλλειψης ταμειακής υπηρεσίας των ως άνω νομικών προσώπων, η βεβαίωση προς είσπραξη έγινε από την Δ.Ο.Υ .... Περαιτέρω για την μη καταβολή των ως άνω, προς το Δημόσιο και τα ν.π.δ, δ. χρεών, η ποινική δίωξη ασκείται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της οικείας Δ.Ο.Υ, κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 25 παρ.1 στοιχείο β' του ν. 1882/1990, όπως έγινε και στην προκειμένη περίπτωση, χωρίς να απαιτείται ετέρα αίτηση για δίωξη από τα εν λόγω ν.π.δ.δ., όπως αβάσιμα αιτιάται ο αναιρεσείων, το δε δικαστήριο της ουσίας, που δίκασε με βάση την ανωτέρω αίτηση, ουδόλως υπερέβη την εξουσία του.

δ) Τέλος, με τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης ότι όλα τα χρέη του επιδίκου πίνακα είχαν βεβαιωθεί κατά το χρονικό διάστημα από ...2013 μέχρι τις ...-2015, ο δε αναιρεσείων κατά το διάστημα αυτό είχε την ιδιότητα του ομορρύθμου μέλους της οφειλέτριας ομορρύθμου εταιρίας με την επωνυμία Ν..Δ.

Γ.. Λ. Κ. Σ. Ο., θεμελιώνεται η ευθύνη του τελευταίου για την καταβολή τους, κατά την διάταξη του άρθρου 25 παρ. 3 του ν.1882/1990 και ουδεμία επιρροή ασκεί το γεγονός ότι η ως άνω εταιρία λύθηκε στις ...-2015, αφού κατά την προαναφερθείσα διάταξη, η οποία σκοπεί ακριβώς στο να αντιμετωπιστεί το κοινωνικό πρόβλημα της φορο-υπερημερίας, που δημιουργείται από τις αλλεπάλληλες μεταβολές, που υφίστανται τα νομικά πρόσωπα στην εκπροσώπηση, διοίκηση ή διαχείριση των υποθέσεών τους, η ευθύνη αυτού για τα ως άνω χρέη που βεβαιώθηκαν κατά τον χρόνο που είχε την ιδιότητα αυτή υπάρχει ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων.

Συνακόλουθα, οι από το άρθρο 510§1 στοιχείο. Δ', Ε' και Θ' του ΚΠΔ, αναιρετικοί λόγοι, με τους οποίους, πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης και υπέρβαση εξουσίας, με τις ανωτέρω ειδικότερες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι.

Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της ποινικής διαδικασίας(άρθ.578 του Κ.Ποιν.Δ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με τον ν. 5090/2024), κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την με από ...-2024 αίτηση του Ν. Δ. του Δ., κατοίκου ..., για αναίρεση της με αρ. 1833/2024 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών και Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, τα οποία ανέρχονται σε οκτακόσια (800) ευρώ .

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Οκτωβρίου 2024.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 5 Νοεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ