Legislator Case Law & Legislation
1303/2022 AI generated

Supreme Court allows partial appeal against labor court judgment regarding interest rate calculation period for public entity.

Case Number 1303/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece partially allowed the State's appeal against a labor court judgment regarding the calculation of default interest. The State argued that interest rates applicable after April 1, 2019, should follow a new law rather than the old Code of Civil Procedure. The court agreed that the lower court erred in applying the old statute to the post-2019 period, ordering the State to pay the disputed amount with the correct, updated interest rates.

Legislator headnote

AI generated

Art. 45 of Law 4607/2019; Art. 21 of the Code of Civil Procedure: When a new law specifically regulates interest rates applicable from a certain date, lower courts must apply the new law retroactively to periods falling within its scope, correcting errors where the old Code of Civil Procedure was incorrectly applied to post-transition dates.

Keywords

AI generated
labor dispute interest rate calculation statutory interpretation public entity liability retroactive application appeal procedure default interest

Cited Legislation

AI generated
Art. 45 of Law 4607/2019
Art. 21 of the Code of Civil Procedure
Art. 580 para. 3 lit. a of the Code of Civil Procedure
Art. 22 para. 2 lit. b of Law 3693/1957
Arts. 178 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1303 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1303/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο, Κωνσταντίνα Νάκου και Νικόλαο Πουλάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 8 Μαρτίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ασημίνα Δημητρακοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Σκορδάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12/7/2018 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1026/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 5324/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με την από 22/6/2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.-Με την κρινόμενη από 22 Ιουνίου 2021 και με αριθ. κατάθ. 4742/633/22.6.2021 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθμ. 5324/14.9.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την από 14.6.2019 και με αριθ.

καταθ. 50266/4019/18.6.2019 έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου και κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία με αριθ. 1026/6.5.2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε δεχθεί εν μέρει την από 12.7.2018 και με αριθμό κατ. 69140/2024/13.7.2018 αγωγή και Α) είχε αναγνωρίσει α) ότι δεν επήλθε αυτοδίκαιη λύση της από 8.1.1996 σύμβασης εργασίας του ενάγοντος ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, η οποία (αυτοδίκαιη λύση) διαπιστώθηκε με την υπ' αριθμ.

πρωτ. ...-.../26.4.2018 απόφαση του ΣΤ' Γενικού Διευθυντή κ.ε.α, Προσωπάρχη ΥΠΕΞ, Δ. Κ., Πληρεξουσίου Υπουργού Α', β) ότι η από 26.4.2018 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, η οποία (καταγγελία) του ανακοινώθηκε με την ΑΠ Π 10ΚΛ-26255/8.5.2018 ανακοίνωση απαλλαγής από καθήκοντα του ανωτέρω Προσωπάρχη, είναι άκυρη και Β) είχε υποχρεώσει το εναγόμενο α) να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 16.932,69 ευρώ, που αντιστοιχεί σε μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 8.5.2018 έως 5.11.2018 με το νόμιμο τόκο 6% ετησίως, από τις αφετηρίες κατά τις διακρίσεις που γίνονται στην απόφαση και β) είχε υποχρεώσει το εναγόμενο να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντος ως κλητήρα στο Γενικό Προξενείο της Ελλάδας στο ...

με τις ίδιες συνθήκες και αποδοχές με αυτές που εργάζονταν στην ίδια θέση πριν από την επίδικη απόλυσή του. Η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, αφού κατά τα διαλαμβανόμενα στο αναιρετήριο που δεν αμφισβητούνται από τον αναιρεσίβλητο (άρθρο 261 ΚΠολΔ), η προσβαλλόμενη απόφαση επιδόθηκε στο Ελληνικό Δημόσιο στις 24.5.2021, η δε αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου, στις 22.6.2021 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). 2.-Σύμφωνα με το άρθρο 69 του ν. 419/1976 "περί οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών" (ΦΕΚ Α' 221), το οποίο τιτλοφορείται "Βοηθητικόν Προσωπικόν Εξωτερικής Υπηρεσίας επί σχέσει Ιδιωτικού Δικαίου", [ο οποίος νόμος καταργήθηκε στη συνέχεια με το άρθρο 150 παρ. 2 του ν. 2594/1998], "1.

Αι εν άρθρ. 59, παρ. 1 στοιχ. β` θέσεως Βοηθητικού Προσωπικού της εξωτερικής Υπηρεσίας πληρούνται υπό προσωπικού Ελληνικής ή αλλοδαπής ιθαγενείας, επί σχέσει Ιδιωτικού Δικαίου, της μηνιαίας αποζημιώσεώς των οριζομένης δια της συμβάσεως εις το ύψος των αποδοχών του βαθμού του Κλητήρος Α` της Κεντρικής Υπηρεσίας, μετά του επιδόματος υπηρεσίας αλλοδαπής, κατά τα εν άρθρ. 131 παρ. 10 προβλεπόμενα και δυναμένης να αναπροσαρμόζεται δια καταρτίσεως εκάστοτε νέας συμβάσεως Εργασίας, μετά την παρέλευσιν του απαιτουμένου δια την αναπροσαρμογήν των αποδοχών των χρόνου, κατά την αντιστοιχίαν της παρ. 2 του άρθρ. 59, κατ` αναλογίαν των κρατούντων δια το μόνιμον εκ του Κλάδου των Βοηθητικόν Προσωπικόν. 2.

Ο αριθμός των θέσεων Βοηθητικού Προσωπικού της Εξωτερικής Υπηρεσίας ορίζεται, εν συνόλω, εις "318", κατανεμομένας εις τας Αρχάς της Εξωτερικής Υπηρεσίας, ως εις τους εν άρθρ. 154 του παρόντος Πίνακας Α` και Β` ορίζονται αύται. Δι` αποφάσεως του Υπουργού Εξωτερικών αι θέσεις αύται δύνανται να ανακατανέμωνται μεταξύ των Διπλωματικών και των Προξενικών Αρχών. 3.

Οι ούτω προσλαμβανόμενοι Έλληνες υπήκοοι δύνανται να υπαχθούν εις την Ελληνικήν Νομοθεσίαν περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Ούτοι εξαιρούνται των περί ορίου ηλικίας διατάξεων, δεν δύνανται να προσληφθώσιν οι υπερβάντες το 60όν έτος της ηλικίας των, απολύονται δε πάντως άμα τη συμπληρώσει του 65ου έτους. 4.

Η σύναψις της Συμβάσεως προσλήψεως του Βοηθητικού Προσωπικού της Εξωτερικής Υπηρεσίας και η καταγγελία ταύτης γίνεται υπό του Προϊσταμένου της Αρχής εις ην προσλαμβάνεται τούτο. Εν τη συμβάσει της προσλήψεως καθορίζονται και οι ειδικώτεροι όροι και ρυθμίσεις αι αφορώσαι εις την υπηρεσιακήν κατάστασιν του προσλαμβανομένου προσωπικού κατά τας διατάξεις του παρόντος.

Προκειμένου περί υπηρετούντος δυνάμει Συμβάσεως εις τας ως άνω θέσεις πέραν της εξαετίας, εις την καταγγελίαν της Συμβάσεως προβαίνει ο Υπουργός. . .", όπως ο αριθμός των θέσεων του βοηθητικού προσωπικού της εξωτερικής υπηρεσίας με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου τροποποιήθηκε ως άνω με την παρ. 6 του άρθρου 8 του ν. 2162/1993.

Επίσης, κατά το άρθρο 129 του ν. 2594/1998 "Κύρωση ως κώδικα του σχεδίου νόμου "Οργανισμός του Υπουργείου Εξωτερικών"" (ΦΕΚ Α 62), το οποίο τιτλοφορείται "Προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου", [ο οποίος νόμος καταργήθηκε στη συνέχεια με το άρθρο 171 παρ. 2 του ν. 3566/2007], "[...] .2. Στις αρχές του εξωτερικού ορίζονται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών και Οικονομικών, θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου.

Σε αυτές περιλαμβάνονται θέσεις ιδιαιτέρων γραμματέων, διερμηνέων και μεταφραστών, οδηγών, κλητήρων, φυλάκων - θυρωρών, τηλεφωνητών, προσωπικού ασφαλείας, κηπουρών, συντηρητών και οικιακού προσωπικού εν γένει [...]. Στις θέσεις αυτές προσλαμβάνονται, επιτοπίως, μόνιμοι κάτοικοι της χώρας όπου εδρεύει η συγκεκριμένη αρχή, οι οποίοι γνωρίζουν την τοπική γλώσσα.

Για την πρόσληψη απαιτείται κοινή απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομικών, μετά από πρόταση του προϊσταμένου της εν λόγω αρχής. Με την κοινή αυτή απόφαση καθορίζεται και το ύψος της αντιμισθίας των ανωτέρω υπαλλήλων, μετά από εισήγηση του προϊσταμένου της αρχής, λαμβάνοντας υπόψη τις τοπικές συνθήκες αγοράς εργασίας.

Η πρόσληψη γίνεται με σύμβαση, η οποία καταρτίζεται από τον προϊστάμενο της αρχής [...]. 5. Οι κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου υπηρετούντες με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην εξωτερική υπηρεσία διατηρούν το συμβατικό καθεστώς τους μέχρι την καθ` οιονδήποτε τρόπο λήξη του, οπότε οι οργανικές θέσεις τους μετατρέπονται σε θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου κα εξακολουθούν να αμείβονται όπως μέχρι την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.

Ειδικά, για όσους από αυτούς ελάμβαναν το επίδομα υπηρεσίας στην αλλοδαπή, το ύψος αυτού μπορεί να αναπροσαρμόζεται, με απόφαση του Υπουργού Εξωτερικών, μετά από εισήγηση του προϊσταμένου της αρχής, στην οποία υπηρετούν...". Εξάλλου, στο άρθρο 149 του ν. 3566/2007 "Κύρωση ως κώδικα του Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών" (FEK A 117), το οποίο τιτλοφορείται "Προσωπικό με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου", ορίζονται τα ακόλουθα: "... 2.

Στις αρχές του εξωτερικού υφίστανται θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, που έχουν συσταθεί με το π.δ. 194/1998 (ΦΕΚ 144 Α`), όπως ισχύει. Με διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών και Οικονομίας και Οικονομικών, μπορεί να συσταθούν θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, στις οποίες περιλαμβάνονται θέσεις ιδιαιτέρων γραμματέων, διερμηνέων και μεταφραστών, οδηγών, κλητήρων, φυλάκων - θυρωρών, τηλεφωνητών, προσωπικού ασφαλείας, κηπουρών, συντηρητών και οικιακού προσωπικού εν γένει [...].

Για τις θέσεις της παραγράφου αυτής προσλαμβάνονται, επιτοπίως, μόνιμοι κάτοικοι της χώρας όπου εδρεύει η συγκεκριμένη αρχή, εφόσον γνωρίζουν την τοπική γλώσσα. Για την πρόσληψη απαιτείται κοινή απόφαση των Υπουργών Εξωτερικών και Οικονομίας και Οικονομικών, μετά από εισήγηση του προϊσταμένου της εν λόγω αρχής.

Με την κοινή αυτή απόφαση καθορίζεται και το ύψος της αντιμισθίας των ανωτέρω υπαλλήλων, μετά από εισήγηση του προϊσταμένου της αρχής, και αφού ληφθούν υπόψη οι τοπικές συνθήκες αγοράς εργασίας. Η πρόσληψη γίνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου διαρκείας δύο ετών, η οποία καταρτίζεται από τον προϊστάμενο της αρχής και η οποία δύναται να ανανεώνεται, κατ` εξαίρεση των κειμένων διατάξεων [...]. 5.

Οι κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος συμβασιούχοι αορίστου χρόνου της Εξωτερικής Υπηρεσίας διατηρούν το κατά νόμο συμβατικό και μισθολογικό καθεστώς τους μέχρι την καθ` οιονδήποτε τρόπο αποχώρηση από την εξωτερική υπηρεσία, οπότε οι θέσεις αυτές μετατρέπονται σε ορισμένου χρόνου της αρχής όπου υπηρετούν (όπως η παρ. 5 προστέθηκε με την παρ. 37γ του άρθρου 41 του ν. 3712/2008).

Περαιτέρω, με το άρθρο 50 παρ. 5 του ν. 3566/2007, η σύνθεση των έμμισθων προξενικών αρχών καθορίζεται με διάταγμα που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εξωτερικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών και με όμοιο διάταγμα είναι δυνατή η μεταφορά των θέσεων αυτών σε άλλες περιοχές της Εξωτερικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών.

Τέλος, κατά το άρθρο 52 παρ. 1 του π.δ. 410/1988 "Κώδικας του Προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου του Δημοσίου, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης και των λοιπών Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου" (ΦΕΚ Α 191), το οποίο τιτλοφορείται ως "Απόλυση λόγω κατάργησης θέσης", η σύμβαση εργασίας λύεται αυτοδικαίως με την κατάργηση της θέσης του απασχολουμένου και αν μέσα σε ένα έτος από την απόλυση αυτή συσταθεί και πάλι η θέση που καταργήθηκε, ο απολυθείς προτιμάται για την κατάληψή της.

3.-Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 330/2022, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013). 4.-Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Ο ενάγων προσελήφθη, δυνάμει του άρθρου 69 παρ. 4 του ν. 419/1976, ως κλητήρας στο Γενικό Προξενείο της Ελλάδας στο ..., με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου που υπεγράφη την 8.1.1996 μεταξύ του ιδίου και του Β.

Μ., διευθύνοντος τότε το ανωτέρω Προξενείο, ο οποίος ενεργούσε ως εκπρόσωπος του εναγομένου μετά 1) την υπ' αριθ' 375/4.10.1995 απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου (βάσει ΠΥΣ 276/95), 2) τη βεβαίωση με αριθμό 13744/6.12.1995 της Υ•Ε•Ε. και 3) την έγκριση της Ε1 Διεύθυνσης Προσωπικού με αριθμό .../ΑΣ 11774/14.12.1995, με μηνιαία αποζημίωση αντίστοιχη του μισθού εσωτερικού κλητήρα Α' της Κεντρικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών και το στους υπαλλήλους του κλάδου αυτού παρεχόμενο επίδομα υπηρεσίας αλλοδαπής, της αποζημίωσης καταβαλλομένης κάθε δύο μήνες και υποκείμενης στις νόμιμες κρατήσεις.

Με το άρθρο 129 παρ. 2 του ν.2594/1998 ορίστηκε ότι, στις αρχές του εξωτερικού ορίζονται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών και Οικονομικών, θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, στις δε θέσεις αυτές περιλαμβάνονται, μεταξύ αυτών θέσεις κλητήρων.

Ωστόσο, λόγω του γεγονότος ότι, ήδη υπηρετούσαν στις αρχές του εξωτερικού άτομα με συμβάσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου εισήχθη με την παρ. 5 του άρθρου 129 του ν.2594/1998 μεταβατική διάταξη σύμφωνα με την οποία οι υπηρετούντες κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στην εξωτερική υπηρεσία, διατηρούν το συμβατικό καθεστώς τους, μέχρι την καθ' οιονδήποτε τρόπο λήξη του, οπότε οι οργανικές θέσεις τους μετατρέπονται σε θέσεις με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου και συνεπώς ο ενάγων συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες του στην εξωτερική υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών στο Γενικό Προξενείο του ...

ως κλητήρας με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Με το άρθρο 2 του π.δ. 194/1998 "περί συνθέσεως προσωπικού διπλωματικών και προξενικών αρχών", το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση και του άρθρου 129 παρ. 2 του ν. 2594/1998, ορίστηκαν δύο οργανικές θέσεις κλητήρων ιδιωτικού δικαίου στο Γενικό Προξενείο του ...

και, επειδή στη μία εξ αυτών υπηρετούσε ο ενάγων, αυτή ήταν αορίστου χρόνου μέχρι τη με οποιονδήποτε τρόπο λήξη της σύμβασης εργασίας του, οπότε η οργανική αυτή θέση θα μετατρεπόταν σε θέση με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, σύμφωνα με το άρθρο 129 παρ. 5 του ν.2594/1998. Με το άρθρο 149 παρ. 2 του ν. 3566/2007 ορίστηκε ότι, στις αρχές του εξωτερικού υφίστανται θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, που έχουν συσταθεί με το π.δ. 194/1998, όπως ισχύει, και ότι με διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Εξωτερικών και Οικονομίας και Οικονομικών, μπορεί να συσταθούν θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, στις θέσεις δε αυτές περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, θέσεις κλητήρων.

Περαιτέρω, στην παρ. 5 του άρθρου 149 του ν.3566/2007, η οποία προστέθηκε με την παρ. 37γ του άρθ. 41 του ν. 3712/2008, περιελήφθη ρητή πρόβλεψη για τους συμβασιούχους αορίστου χρόνου της εξωτερικής υπηρεσίας του Υπουργείου Εξωτερικών, για τους οποίους ορίστηκε ότι, διατηρούν, το κατά νόμο συμβατικό καθεστώς τους μέχρι την καθ' οιονδήποτε τρόπο αποχώρηση από την εξωτερική υπηρεσία, οπότε οι θέσεις αυτές μετατρέπονται σε ορισμένου χρόνου της αρχής όπου υπηρετούν, και συνεπώς ο ενάγων συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες του στην εξωτερική υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών στο Γενικό Προξενείο του ...

ως κλητήρας με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Με την υπ' αριθ. πρωτ. .../26.4.2018 απόφαση του ΣΤ' Γενικού Διευθυντή κ.ε.α., Προσωπάρχη ΥΠΕΞ, Δ. Κ., Πληρεξουσίου Υπουργού Α', η οποία κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα με την Α.Π. .../8.5.2018 ανακοίνωση απαλλαγής από καθήκοντα του ανωτέρω Προσωπάρχη, την οποία αυτός (ο ενάγων) παρέλαβε στις 10.5.2018, αποφασίστηκε η αυτοδίκαιη λύση της από 8.1.1996 σύμβασης εργασίας του ενάγοντας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου με την αιτιολογία της κατάργησης των δύο οργανικών θέσεων προσωπικού ειδικότητας κλητήρα στο Γενικό Προξενείο της Ελλάδας στο ...

και τη μεταφορά τους στο Γενικό Προξενείο ... της μίας εξ αυτών και στο Γενικό Προξενείο ... της δεύτερης εξ αυτών, χωρίς να καταβληθεί στην ενάγοντα αποζημίωση απόλυσης, στη δε ανωτέρω απόφαση αναφέρεται ότι, ελήφθησαν υπόψη οι διατάξεις του άρθρου 52 του π.δ. 410/1988, το υπ' αριθ. 36/2018 π.δ. και η ανωτέρω από 8.1.1996 σύμβαση εργασίας του ενάγοντος ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.

Σύμφωνα με το άρθρο 1 του π.δ. 36/2018, τροποποιήθηκε η σύνθεση του προσωπικού των Διπλωματικών και Προξενικών Αρχών, όπως προβλέπεται στο άρθρο 2 του π.δ. 194/1998, με μεταφορά οργανικών θέσεων προσωπικού με σύμβαση εργασίας (ΣΟΧ), όπως ορίζονται στο άρθρο 149 του ν.3566/2007, και ειδικότερα, μεταξύ άλλων, δύο θέσεων κλητήρα από το Γενικό Προξενείο ...

στο Γενικό Προξενείο ... της μίας θέσης εξ αυτών και στο Γενικό Προξενείο ... της δεύτερης εξ αυτών. Ωστόσο, η μεταφορά των ανωτέρω δύο οργανικών θέσεων προσωπικού με σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου από το Γενικό Προξενείο του ... σε άλλα Γενικά Προξενεία δεν αφορά τον ενάγοντα, ο οποίος απασχολείται στην εξωτερική υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών στο Γενικό Προξενείο του ..., με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, όπως αναλυτικά προαναφέρθηκε, κι' όχι με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου.

Σε κάθε δε περίπτωση η μεταφορά οργανικών θέσεων δεν αποτελεί κατάργηση αυτών και συνεπώς δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση η παρ. 1 του άρθρου 52 του π.δ.410/1988 περί αυτοδίκαιης λύσης της σύμβασης εργασίας του απασχολούμενου με την κατάργηση της θέσης του, όπως ορθά έκρινε η εκκαλουμένη απόφαση, απορριπτομένου του σχετικού λόγου εφέσεως του εκκαλούντος.

Επιπρόσθετα, η υπ' αριθ. πρωτ. .../26.4.2018 απόφαση του ΣΤ' Γενικού Διευθυντή κ.ε.α. Προσωπάρχη ΥΠΕΞ, Δ. Κ. Πληρεξουσίου Υπουργού Α' περί αυτοδίκαιης λύσης της σχέσης εργασίας του ενάγοντος στηρίζεται επί εσφαλμένων προϋποθέσεων και επομένως δεν έχει νόμιμο έρεισμα στις διατάξεις που αναφέρονται σε αυτή. Επομένως, όπως ορθά έκρινε και η εκκαλουμένη απόφαση, δεν επήλθε αυτοδίκαιη λύση της από 8.1.1996 σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, αφού, ουσιαστικά η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος καταγγέλθηκε από το εναγόμενο, χωρίς την επίκληση σπουδαίου λόγου, σύμφωνα με το άρθρο 53 παρ. 1 του π.δ. 410/1988 και την καταβολή της προβλεπόμενης στο άρθρο 55 παρ. 1 του π.δ. 410/1988 αποζημίωσης, η οποία, δεδομένου ότι, οι μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος, κατά τον τελευταίο μήνα πριν από την απόλυσή του, ανέρχονταν σε [(2.030+3.675,58=) 5.705,58 ευρώ: 2=] 2.852,79 ευρώ και ότι στις 26.4.2018 αυτός είχε συμπληρώσει 22 έτη υπηρεσίας στο εναγόμενο, δικαιούμενος αποζημίωσης για την απόλυσή του 16 μηνιαίων μισθών, την οποία αυτός περιορίζει σε 12 μηνιαίους μισθούς, υπολογίζεται στο ποσό των (2.852,79 ευρώ X 12 μήνες=) 34.233,48 ευρώ, το οποίο περιορίζεται στο ποσό των 15.000 ευρώ με βάση τα άρθρα 2 παρ. 2 του α.ν. 173/1967, 1 παρ. 1 του ν.δ. 618/1970 και 21 παρ. 13 του ν.3144/2003, όπως ορθά έκρινε και η εκκαλουμένη απόφαση.

Συνεπώς, η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, πράγματι, καταγγέλθηκε χωρίς σπουδαίο λόγο, και εξ αυτού του λόγου, η καταγγελία αυτή είναι άκυρη, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών του εκκαλούντος, με τον σχετικό λόγο εφέσεώς του. Εξάλλου, αφού ο ενάγων έθεσε τις υπηρεσίες του στη διάθεση του εναγομένου, το οποίο δεν τις αποδέχεται, αυτό περιήλθε σε υπερημερία ως προς την αποδοχή της εργασίας του ενάγοντος και, όπως ορθά έκρινε και η εκκαλουμένη, οφείλει σε αυτόν, σύμφωνα με το άρθρο 656 του Α.Κ., τις αποδοχές του για το χρονικό διάστημα από 8.5.2018 έως 5.11.2018, ανερχόμενες στο ποσό των [(2.852,79 ευρώ X 5 μήνες=) 14.263,95 ευρώ + (2.852,79 ευρώ X 29/31=) 2.668,74 ευρώ=] 16.932,69 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την παρέλευση της δήλης ημέρας καταβολής εκάστου μηνιαίου μισθού και οπωσδήποτε μετά την επίδοση της αγωγής μέχρι την πλήρη εξόφληση, λαμβανομένου υπόψη ότι οι αποδοχές του ενάγοντος καταβάλλονται κάθε δύο μήνες με βάση την από 8.1.1996 σύμβαση εργασίας του και ότι σύμφωνα με το άρθρο 21 του διατάγματος της 26-6/10.7.1944 (Κώδικα Νόμων Δικών Δημοσίου) η οφειλή των τόκων για τις απαιτήσεις κατά του εναγομένου αρχίζει από την επίδοση της αγωγής και ο τόκος για τις απαιτήσεις αυτές ανέρχεται σε 6% ετησίως, ήτοι με το νόμιμο τόκο 6% ετησίως.

Επιπλέον, αφού η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος είναι άκυρη, κατά τα αναλυτικά προαναφερθέντα, πρέπει να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις προσήκοντως προσφερόμενες υπηρεσίες του ενάγοντος ως κλητήρα στο Γενικό Προξενείο της Ελλάδας στο ... με τις ίδιες συνθήκες και αποδοχές με αυτές που εργαζόταν στην ίδια θέση πριν από τον επίδικη απόλυσή του, με βάση το άρθρο 656 του Α.Κ.

Δυνάμει όλων των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, σε ουδεμία πλημμέλεια υπέπεσε και ορθά αναγνώρισε 1) ότι δεν επήλθε αυτοδίκαιη λύση της από 8.1.1996 σύμβασης εργασίας του ενάγοντος ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, η οποία (αυτοδίκαιη λύση) διαπιστώθηκε με την υπ' αριθ. Πρωτ. .../26.4.2018 απόφαση του ΣΤ' Γενικού Διευθυντή κ.ε.α., Προσωπάρχη ΥΠΕΞ, Δ.

Κ. Πληρεξουσίου Υπουργού Α', και 2) ότι η 26.4.2018 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, η οποία (καταγγελία) του ανακοινώθηκε με την ΑΠ .../8.5.2018 ανακοίνωση απαλλαγής από καθήκοντα του ανωτέρω Προσωπάρχη, είναι άκυρη.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και σε ουδεμία πλημμέλεια υπέπεσε, αιτιολογώντας πλήρως και με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, ορθά δε ερμήνευσε και εφάρμοσε τις κείμενες νομικές διατάξεις και ως εκ τούτου οι λόγοι της υπό κρίση εφέσεως περί εσφαλμένης εκτιμήσεως αυτών, συνεχομένων δια ταυτοσήμου επιχειρηματολογίας, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι".

Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε τυπικά, αλλά απέρριψε στην ουσία την έφεση του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου. Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 52 παρ. 1, 53 και 55 του π.δ. 410/1988, 1 και 2 του π.δ. 36/2018 και 656 ΑΚ σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 69 παρ. 4 ν. 419/1976, 129 παρ. 2 και 5 ν. 2594/1998 και 149 παρ. 2 και 5 ν. 3566/2008, τις οποίες αντιθέτως ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.

Ειδικότερα, η από 26.4.2018 απόφαση αυτοδίκαιης λύσης της σύμβασης εργασίας του αναιρεσίβλητου, εκδόθηκε κατ' εσφαλμένη εφαρμογή των αναφερομένων στην απόφαση αυτή διατάξεων, καθώς αυτός δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του Π.Δ. 36/2018, το οποίο ρητά ορίζει ότι, λαμβανομένης υπόψη της παρ. 2 του άρθρου 149 του Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών, τροποποιεί τη σύνθεση του προσωπικού, όπως προβλέπεται στο άρθρο 2 του Π.Δ/τος 194/1998, με τη μεταφορά οργανικών θέσεων προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου (ΣΟΧ), προσωπικό στο οποίο δεν ανήκει ο ενάγων, καθώς, αφενός μεν σύμφωνα με την από 8.1.1996 σύμβαση εργασίας του, όπως ρητά αναφέρεται στην παρ. 1 αυτής, η σύμβασή του είναι αορίστου χρόνου, καταρτισθείσα σύμφωνα με τις τότε ισχύουσες διατάξεις του ν. 419/1976 και αφετέρου δε, σύμφωνα και με τις διατάξεις του άρθρου 129 παρ. 5 του ν. 2594/1998 και ήδη του άρθρου 149 παρ. 5 του ν. 3566/2007, είναι συμβασιούχος υπάλληλος αορίστου χρόνου (ΣΑΧ) του Υπουργείου Εξωτερικών και συνεπώς, μόνον με την αποχώρησή του (είτε λόγω συνταξιοδότησης είτε λόγω ορίου ηλικίας), θα μετατραπεί η θέση που κατέχει σε ορισμένου χρόνου.

Ο ενάγων, ως συμβασιούχος αορίστου χρόνου (ΣΑΧ) του Υπουργείου Εξωτερικών, σαφώς διακρίνεται και διαφέρει από τους συμβασιούχους ορισμένου χρόνου (ΣΟΧ) και συνεπώς δεν τυγχάνει εφαρμογής σ' αυτόν ούτε η παρ. 2 του άρθρου 149 του Οργανισμού του Υπουργείου Εξωτερικών, η οποία ευδιακρίτως αντιδιαστέλλεται με την παρ. 5 του ίδιου άρθρου, στην οποία και υπάγεται, ούτε το άρθρο 1 του ΠΔ 36/2018.

Συνεπώς, οποιαδήποτε τροποποίηση της σύνθεσης των θέσεων προσωπικού συμβασιούχων ορισμένου χρόνου, δεν επηρέασε τη θέση εργασίας αορίστου χρόνου του ενάγοντος. Επομένως ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης, ως προς το πρώτο σκέλος αυτού, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. 5.-Από τις διατάξεις των άρθρων 118 παρ. 2, 566 παρ. 1, 577 παρ. 3 και 578 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αν η αγωγή ή άλλη αυτοτελής αίτηση ή ανταίτηση κρίθηκε κατ' ουσίαν βάσιμη ή αβάσιμη, για να είναι ορισμένος και άρα, παραδεκτός ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στο δικαστήριο της ουσίας εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΚΠολΔ 559 αριθ. 19), δεν αρκεί να εκτίθενται στο αναιρετήριο το κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος πραγματικό μέρος της υποθέσεως, η έννοια που αποδίδει αυτός στη φερόμενη ως παραβιασθείσα διάταξη και το συμπέρασμα του δικαστηρίου, αλλά, για τη διαδικαστική πληρότητα του λόγου αυτού, όταν προβάλλεται αιτίαση για ανεπαρκείς αιτιολογίες, πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο, ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία, χωρίς να αρκούν γενικές εκφράσεις για "ανεπάρκεια", καθώς και το ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ως προς το οποίο, κατά τον αναιρεσείοντα, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (ΟλΑΠ 32/1996, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1401/2010).

Ακόμη, πρέπει, να αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε το δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσεώς του για το βάσιμο ή μη της αγωγής (ή άλλης αυτοτελούς αίτησης ή ανταίτησης). Διότι, η ευδοκίμηση της αναίρεσης εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 578), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου.

Επομένως, η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία, προκειμένου να ελεγχθεί αν τα πραγματικά γεγονότα που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού εκτίθενται επαρκώς και χωρίς αντιφάσεις, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα δε και ο έλεγχος του διατακτικού της απόφασης.

Μεμονωμένες και αποσπασματικές, παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, δεν αρκούν για το ορισμένο αυτού του αναιρετικού λόγου. Και τούτο, γιατί, μόνο κατ' αυτόν τον τρόπο, μπορεί να κριθεί, αν η νομική πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται στην απόφαση, οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο εξαρτάται, τελικά, η ευδοκίμηση της αναίρεσης.

Η αοριστία του αναιρετικού λόγου δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή στο δικόγραφο της αγωγής ή της εφέσεως ή στις προτάσεις του αναιρεσείοντος (Ολ. ΑΠ 27/1998 ΑΠ 601/2021, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 954/2008).

6.-Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ως προς το δεύτερο σκέλος του, το αναιρεσείον μέμφεται το Εφετείο για την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, επικαλούμενο κατά λέξη ότι: "Επιπλέον, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση στερείται νόμιμης βάσης, διότι διέλαβε ανεπαρκή αιτιολογία επί ζητήματος που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της προκειμένης διαφοράς, και συγκεκριμένα ως προς το ζήτημα της, υπό τις περιστάσεις της κρινόμενης υπόθεσης, κατάργησης θέσεων λόγω της μεταφοράς τους και υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ".

Ο λόγος, όμως, αυτός είναι αόριστος και άρα απαράδεκτος, αφού προσδιορίζεται, σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης και ποια επί πλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ώστε να είναι επαρκής η αιτιολογία, χωρίς να αρκεί η γενική έκφραση για "ανεπάρκεια". 7.-Με το άρθρο 45 του ν. 4607/24.4.2019 (ΦΕΚ Α 65) ορίζονται τα εξής: "1.

Το ύψος του νόμιμου επιτοκίου και του επιτοκίου υπερημερίας κάθε οφειλής του Δημοσίου ισούται προς το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRΟ) που ισχύει κατά την ημερομηνία άσκησης του ένδικου βοηθήματος, πλέον τριών (3,00) εκατοστιαίων μονάδων ετησίως. Το επιτόκιο του προηγούμενου εδαφίου δεν μεταβάλλεται, κατά το μέρος που αφορά το επιτόκιο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), πριν από την εκάστοτε σωρευτική μεταβολή αυτού κατά μία (1,00) εκατοστιαία μονάδα, με σχετική βάση υπολογισμού του το επιτόκιο που ισχύει κατά την έναρξη ισχύος του παρόντος.

Τα ανωτέρω δεν ισχύουν για: α) τις απαιτήσεις των φορολογουμένων της παρ. 2 του άρθρου 53 του ν. 4174/2013 (Α` 170), β) τις περιπτώσεις όπου σε σύμβαση, στην οποία συμβάλλεται νόμιμα το Δημόσιο, έχει περιληφθεί ειδική πρόβλεψη σχετικά με το εφαρμοζόμενο επιτόκιο, γ) τις αξιώσεις ιδιωτών που στηρίζονται σε ειδικές και ευθέως εφαρμοζόμενες διατάξεις του ενωσιακού δικαίου, με τις οποίες έχει καθοριστεί, ρητά και ειδικά, ύψος επιτοκίου.

Με την επιφύλαξη των εξαιρέσεων αυτών, όπου στην κείμενη νομοθεσία γίνεται αναφορά ή παραπομπή στο ύψος του οφειλόμενου από το Δημόσιο νόμιμου επιτοκίου ή και του επιτοκίου υπερημερίας, νοείται το επιτόκιο του παρόντος. 2. Στην περίπτωση των ένδικων βοηθημάτων κατά του Δημοσίου, τόκος οφείλεται, σε κάθε περίπτωση, μόνο από την επίδοση των σχετικών δικογράφων από τον διάδικο στον Υπουργό Οικονομικών ή στο αρμόδιο όργανο του Δημοσίου ή της Αρχής που προβλέπεται από τον νόμο σε ειδικές κατηγορίες υποθέσεων.

Ειδικές διατάξεις νόμου, οι οποίες προβλέπουν ρητά διαφορετικό χρόνο έναρξης της τοκοφορίας, εξακολουθούν να ισχύουν. 3. Οι παράγραφοι 1 και 2 εφαρμόζονται και σε όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις σε οποιοδήποτε βαθμό και στάδιο, για το μέρος κατά το οποίο οι αξιώσεις για τόκο ανάγονται και υπολογίζονται σε χρόνο μετά την πρώτη του επόμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του παρόντος".

Με την πιο πάνω ρύθμιση του άρθρ. 45 του ν. 4607/2019 τροποποιήθηκε το πλαίσιο για την τοκοφορία των οφειλών του Δημοσίου, με μείωση του επιτοκίου από το έως τότε ισχύον έξι τοις εκατό (6%) ετησίως (κατ` άρθρ. 21 του Κώδικα Δικών Δημοσίου) στο ύψος που ορίζεται στην εν λόγω νέα διάταξη, επειδή, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του νόμου, το (προ)ισχύον νόμιμο επιτόκιο για τις οφειλές του Δημοσίου (ύψους 6% ετησίως), εκτός του γεγονότος ότι κρίνεται ιδιαίτερα υψηλό για τις σημερινές δημοσιονομικές συνθήκες, λόγω του αμετάβλητου χαρακτήρα του, δεν προσαρμόζεται στο εκάστοτε χρηματοοικονομικό περιβάλλον, με αποτέλεσμα τη σοβαρή επιβάρυνση του κρατικού προϋπολογισμού, λαμβανομένου υπόψη και του ρυθμού απονομής δικαιοσύνης.

Με τη διάταξη, δε, του άρθρ. 3 ενοποιείται η έως τώρα υφιστάμενη νομοθεσία και καθιερώνεται ενιαίος τρόπος υπολογισμού του οφειλόμενου από το Δημόσιο τόκου (νόμιμου και υπερημερίας), για τις σχετικές οφειλές αυτού, ανεξάρτητα από την αιτία τους, με αναφορά στο επίτοκο των πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (MRO), το οποίο ισχύει κατά την ημερομηνία άσκησης του ενδίκου βοηθήματος (γένεση επιδικίας), πλέον των προτεινόμενων εκατοστιαίων μονάδων. 8.-Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, διατείνεται ότι κατ` εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν εφάρμοσε τη διάταξη του άρθρου 45 του ν. 4607/2019, η οποία σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρου αυτού, εφαρμόζεται από 1.5.2019, σε όλες τις εκκρεμείς υποθέσεις σε οποιοδήποτε βαθμό και στάδιο βρίσκονται, με αποτέλεσμα να το υποχρεώσει να καταβάλει στον ενάγοντα ως μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 8.5.2018 έως 5.11.2018 συνολικού ύψους 16.932,69 ευρώ με το νόμιμο τόκο 6% ετησίως, ισχυρισμό του οποίο προέβαλε με τις από 20-1-2020 προτάσεις του ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.

Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι βάσιμος, αφού η νέα ως άνω ρύθμιση του άρθρ. 45 ν. 4607/2019, έχοντας ημερομηνία έναρξης ισχύος την 24.4.2019, ίσχυε κατά το χρόνο δημοσίευσης της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, δηλαδή στις 14.9.2020, και καταλάμβανε (παρ. 3 του άρθρ. 45 ν. 4607/2019) και την εκκρεμή κατά το χρόνο που άρχισε να ισχύει (δηλαδή από τις 24.4.2019) ένδικη αξίωση του ιδιώτη - ενάγοντος - εφεσίβλητου - και ήδη αναιρεσίβλητου, για τόκο, κατά το μέρος που η αξίωση αυτή ανάγεται και υπολογίζεται σε χρόνο μετά την πρώτη του επόμενου μήνα από την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου και μετέπειτα.

Επομένως, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του υποχρέωσε το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό που πρωτοδίκως επιδικάστηκε με το νόμιμο τόκο κατά τις διακρίσεις που γίνονται στην απόφαση και με επιτόκιο έξι τοις εκατό (6%) ετησίως, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου κατά το μέρος που η κρίση του αυτή (περί τοκοδοσίας) αφορά στο χρόνο που η περί τόκου αξίωση του ενάγοντος ανάγεται και υπολογίζεται σε χρόνο μετά την 1.5.2019, αφού από τότε και μετά ο οφειλόμενος τόκος υπολογίζεται με βάση τη νεότερη και ειδική ρύθμιση του άρθρ. 45 ν. 4607/2019 και όχι κατ` άρθρ. 21 του Κώδικα Δικών Δημοσίου.

Συνεπώς, ο προαναφερόμενος λόγος της αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός και ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το κεφάλαιο των τόκων. Ενόψει δε του ότι η υπόθεση δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, πρέπει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδ. α του ΚΠολΔ να κρατηθεί αυτή και δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα, στη συνέχεια να γίνει δεκτή η έφεση του εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ως προς το κεφάλαιο της επιδικάσεως σε βάρος αυτού τόκων υπερημερίας 6% ετησίως και αφού ερευνηθεί εκ νέου η αγωγή, ως προς το κεφάλαιο αυτό, να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα 16.932,69 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από τις αφετηρίες που αναφέρονται αναλυτικά στο διατακτικό της υπ' αριθμ. 1026/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών μέχρι την εξόφληση και συγκεκριμένα με το νόμιμο τόκο έξι τοις εκατό (6%) ετησίως για το διάστημα έως και τις 30.4.2019 και με το νόμιμο τόκο κατ` άρθρ. 45 ν. 4607/2019 για το διάστημα από 1.5.2019 και μετέπειτα. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφιστούν στο σύνολό τους μεταξύ των διαδίκων, κατ` άρθρο 22 παρ. 2 εδ. β` του ν. 3693/1957 σε συνδ. με τα άρθρα 178 και 183 του ΚΠολΔ, λόγω της εν μέρει νίκης και ήττας αυτών.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ την υπ' αριθμ. 5324/14.9.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο.- ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της.

ΔΕΧΕΤΑΙ τυπικά και κατ` ουσίαν την από 14.6.2019 και με αριθμό κατ. 50266/4019/2019 έφεση του Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθμ. 1026/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ως προς το κεφάλαιο της επιδικάσεως τόκων υπερημερίας, επί του ποσού των 16.932,69 ευρώ των μισθών υπερημερίας.

ΕΞΑΦΑΝΙΖΕΙ την παραπάνω απόφαση, ως προς το ανωτέρω κεφάλαιο.- ΚΡΑΤΕΙ και ΔΙΚΑΖΕΙ την από 12.7.2018 και με αριθμό κατ. 69140/2024/13.7.2018 αγωγή, ως προς το ανωτέρω κεφάλαιο. ΔΕΧΕΤΑΙ αυτή εν μέρει.

ΥΠΟΧΡΕΩΝΕΙ το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των δέκα έξι χιλιάδων εννιακοσίων τριάντα δύο ευρώ και εξήντα εννέα λεπτών (16.932,69 ευρώ), με το νόμιμο τόκο από τις αφετηρίες που αναφέρονται αναλυτικά στο διατακτικό της υπ' αριθμ. 1026/6.5.2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών μέχρι την εξόφληση και συγκεκριμένα με το νόμιμο τόκο έξι τοις εκατό (6%) ετησίως για το διάστημα έως και τις 30.4.2019 και με το νόμιμο τόκο κατ` άρθρ. 45 ν. 4607/2019 για το διάστημα από 1.5.2019 και εντεύθεν.

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ στο σύνολό τους τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ