Supreme Court dismisses appeal in inheritance dispute, upholding lower court's partial acceptance of claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision in an inheritance dispute regarding a hotel business. The appellant argued the lower court erred in calculating her share and awarded damages exceeding her claim, but the court found these arguments baseless. The court ruled that the First Instance Court correctly applied the law based on the evidence presented and did not exceed the requested amount.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559 nos. 8 and 9 of the Code of Civil Procedure; An appeal against a judgment of the Court of First Instance is inadmissible if it attacks the uncontrollable discretion of the court regarding the inheritance status of the parties and the resulting payment obligation, which arose from the evidence and did not alter the basis of the claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1303 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1303/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Μαΐου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Μ. του Κ., συζύγου Ι. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Χριστοδούλου, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Λ. Χ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Γιαννάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/12/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 471/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 132/2017 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 27/10/2017 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 27.10.2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 132/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννινων, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης της από 04.05.2015 και με αριθ. καταθ. 122/2015 έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 471/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή. Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε τυπικά δεκτή και κατ' ουσία η ανωτέρω έφεση, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση και έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Από τη διάταξη 1710 παρ. 1 του ΑΚ, που ορίζει ότι "κατά το θάνατο του προσώπου η περιουσία του ως σύνολο (κληρονομία) περιέρχεται από το νόμο ή από διαθήκη σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα (κληρονόμοι)", προκύπτει ότι αντικείμενο της κληρονομικής διαδοχής, η οποία επέρχεται είτε με διαθήκη είτε από το νόμο, είναι το σύνολο των δεκτικών χρηματικής αποτιμήσεως δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αποβιώσαντος, με εξαίρεση τα συνδεόμενα στενά με το πρόσωπο του, περιλαμβάνονται δηλαδή όχι μόνον τα δικαιώματα (ή υποχρεώσεις) σε ενσώματα αντικείμενα της κληρονομίας, αλλά κατά τρόπο ενιαίο και όλες οι περιουσιακού χαρακτήρα έννομες σχέσεις και καταστάσεις, είτε μεμονωμένα, είτε ως διακριτές στις συναλλαγές περιουσιακές ομάδες, εφόσον από τη φύση τους ή από ειδική διάταξη νόμου ή από την ιδιωτική βούληση δεν έχουν αποκλεισθεί από την κληρονομική διαδοχή.
Τέτοιες μεταβιβάσιμες περιουσιακού χαρακτήρα έννομες σχέσεις και καταστάσεις είναι εκείνες που συγκροτούν την έννοια της επιχειρήσεις (βλ. άρθρο 479 ΑΚ), αλλά και το σύνολο της επιχειρήσεως ως οργανωμένης οικονομικής ενότητας δικαιωμάτων, υποχρεώσεων και πραγματικών καταστάσεων (Ολ. ΑΠ 7/2009, ΑΠ 340/2010.) Από το συνδυασμό των άρθρων 648, 651, 652 και 653 ΑΚ προκύπτει ότι επί συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ο μισθωτής της εργασίας (εργοδότης) είναι συνήθως, αλλά όχι πάντοτε, ο κύριος της επιχειρήσεως προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων της οποίας συνάπτεται η σύμβαση.
Εάν υφίσταται αμφισβήτηση ως προς το πρόσωπο του εργοδότη, για τον προσδιορισμό της ως άνω ιδιότητας αποβλέπουμε πρώτα στο πρόσωπο εκείνου προς το συμφέρον του οποίου παρέχεται η εργασία, αυτός δε είναι ο φορέας της επιχειρήσεως και περαιτέρω αποβλέπομε στο πρόσωπο, φυσικό ή νομικό που φέρει τις δαπάνες και τους κινδύνους της επιχειρήσεως (ΑΠ 873/2009).
Συνήθως, αλλά όχι πάντοτε, εργοδότης είναι ο κύριος της επιχείρησης προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων της οποίας συνάπτεται η σύμβαση. Αν υφίσταται αμφισβήτηση ως προς το πρόσωπο του εργοδότη, για τον προσδιορισμό της πιο πάνω ιδιότητας λαμβάνεται υπόψη πρώτα το πρόσωπο προς το συμφέρον του οποίου παρέχεται η εργασία και αυτός είναι ο φορέας της επιχείρησης και περαιτέρω το πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, που φέρει τις δαπάνες και τους κινδύνους της επιχείρησης (Α.Π. 873/2009).
Όταν οι ρόλοι αυτοί είναι κατανεμημένοι σε περισσότερα του ενός πρόσωπα ή ασκούνται από περισσότερα του ενός πρόσωπα, αποτελεί ζήτημα πραγματικό αν την ιδιότητα του εργοδότη έχουν περισσότεροι του ενός ή αν εργοδότης είναι μόνο ένας, στο πρόσωπο του οποίου συγκεντρώνονται οι κυριότεροι από τους ως άνω ρόλους, ενώ τα υπόλοιπα πρόσωπα έχουν δευτερεύουσα και νομικώς μη αξιόλογη συμμετοχή στη σχέση που έχει αναπτυχθεί ( ΑΠ 12/2018, ΑΠ 519/2015).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 του Ν.2112/1920 "η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογήν των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος νόμου". Ο ίδιος κανόνας περιέχεται στο άρθρο 9 παρ.1 του ΒΔ 16/18.7.1920 και στο άρθρο 3 παρ.2 του ΠΔ 572/1988, προκύπτει δε και από το άρθρο 8 του Ν. 3514/1928.
Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, εφόσον διατηρείται η ταυτότητα της επιχείρησης και η οικονομική της δραστηριότητα, συνεπάγεται, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβίβασης, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και απαλλαγή του προηγούμενου εργοδότη από τις έναντι τρίτων υποχρεώσεις, που γεννώνται από της μεταβιβάσεως και εντεύθεν.
Το αποτέλεσμα δε αυτό επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων. (ΑΠ 1097/2013). Κατά την έννοια του άρθρου 1142 ΑΚ, επικαρπία είναι το εμπράγματο δικαίωμα σε ξένο πράγμα, που του παρέχει την εξουσία σε πλήρη χρήση και κάρπωση, διατηρώντας, όμως, ακέραιη την ουσία του. Έτσι, κατά την έννοια του νόμου, περιεχόμενο της επικαρπίας είναι η πλήρης άσκηση των εξουσιών της κυριότητας, η οποία απογυμνώνεται και καθίσταται ψιλή.
Η επιχείρηση ως οικονομικά αυθύπαρκτο δικαίωμα, είναι δεκτικό μεταβίβασης και συνεπώς επικαρπίας. Επίσης η κοινωνία είναι η νομική κατάσταση, σύμφωνα με την οποία ένα δικαίωμα έχει περισσότερα υποκείμενα, έχει δηλαδή ενταχθεί στις περιουσίες περισσότερων προσώπων, με τρόπο που το περιεχόμενό του ανήκει από κοινού σε όλους κατ' ιδανικά μέρη.
Αντικείμενο της κοινωνίας μπορεί να είναι κάθε είδους δικαίωμα ιδιωτικό ή δημοσίου δικαίου. Έτσι αντικείμενο της κοινωνίας μπορεί να είναι τα εμπράγματα δικαιώματα, όπως η κυριότητα και η επικαρπία. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις περί κοινωνίας, στην τακτική διοίκηση του κοινού, η οποία ανήκει κατ' αρχήν σε όλους μαζί τους κοινωνούς (άρθρο 789 ΑΚ), υπάγεται κάθε υλική η νομική ενέργεια, που επιβάλλεται κατ' αντικειμενική εκτίμηση και με βάση τις ειδικές συνθήκες κάθε κοινωνίας, από τη φύση και τον προορισμό του κοινού πράγματος, η οποία γίνεται προς το συμφέρον όλων των κοινωνών, ανήκουν δηλαδή οι πράξεις που είναι απαραίτητες για τη συντήρηση, εκμετάλλευση, χρησιμοποίηση και αύξηση της αξίας του κοινού πράγματος, την παραγωγή των φυσικών ή την κτήση των πολιτικών καρπών.
Με την έννοια αυτή πράξεις τακτικής διοίκησης είναι η σύμβαση μίσθωσης εργασίας ή έργου, η πρόσληψη ή απόλυση υπαλλήλου κλπ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. α' ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, γιατί δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, δηλαδή αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση (Ολ ΑΠ 7/2014, 2/2013).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ ΑΠ 15/2006). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 455/2014). Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.
Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθεται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Εξάλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην των παραπάνω, να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις.( ΑΠ 670/2018, ΑΠ 121/2014, 1504/2011, 479/2009).
Και στις δύο περιπτώσεις πρέπει επιπρόσθετα να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι υποβλήθηκε στο Εφετείο ισχυρισμός για την αντιμετώπιση του οποίου εσφαλμένα εφαρμόστηκε ή, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί, εσφαλμένα δεν εφαρμόστηκε ο επικαλούμενος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 32/1996, 27/1998).
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κλπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 841/2017, 638/2016, ΑΠ 1530/2008, ΑΠ 559/2008, ΑΠ 141/2006).
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1455/2009, ΑΠ 94/2008). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009).
Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτημα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης (ΟλΑΠ 25/2003). Τέτοια αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ενδίκου μέσου (ΑΠ 886/2017, ΑΠ 941/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα με την από 18.12.2012 αγωγή, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων ισχυρίστηκε ότι τον Σεπτέμβριο του έτους 2000 προσλήφθηκε από την Μ. Μ., με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να εργασθεί ως καμαριέρα στο ξενοδοχείο που διατηρούσε η τελευταία στα ...
υπό τη μορφή ατομικής επιχείρησης, ούσα εφοδιασμένη με το απαιτούμενο βιβλιάριο υγείας. Ότι από την πρόσληψή της εργάσθηκε στην ανωτέρω επιχείρηση κατά τα έτη 2006 έως και 2010 όλες τις αργίες και τα Σαββατοκύριακα με τέσσερα (4) ρεπό το μήνα και κατά τα έτη 2011 και 2012 όλες τις αργίες και Κυριακές το μήνα με πέντε (5) ρεπό το μήνα και για οκτώ ώρες ημερησίως, μέχρι την 26-10-2012, οπότε καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας της.
Ότι για την ως άνω παρασχεθείσα εργασία της κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2007 έως τον χρόνο της απόλυσής της, της οφείλεται για διαφορές μεταξύ νόμιμων και καταβληθέντων αποδοχών, διαφορές επιδομάτων εορτών και αδείας, καθώς και διαφορά αποδοχών αδείας με την προσαύξηση - ποινή - λόγω υπαίτιας μη χορήγησης της αδείας της, αμοιβή για την εργασία της κατά τα Σάββατα και προσαύξηση για την εργασία της τις Κυριακές και διαφορά αποζημίωσης απόλυσης, το συνολικό ποσό των 68.974,80 ευρώ.
Ότι η ανωτέρω εργοδότριά της απεβίωσε στις 3-4-2012 και άφησε την ...00/2012 Δημόσια Διαθήκη της, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Π. Κ., με την οποία, μεταξύ άλλων διατάξεων, άφησε στην εναγόμενη την επιχείρηση του ξενοδοχείου, όπου απασχολήθηκε η ίδια (ενάγουσα), καθώς και τον εξοπλισμό του, ενώ μετά τον θάνατο αυτής συνέχισε τη λειτουργία της επιχείρησης η εναγόμενη, με τις εντολές και οδηγίες της οποίας η ίδια (ενάγουσα) συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες της μέχρι 26-10-2012, οπότε καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας της.
Ενόψει αυτών, η ενάγουσα ισχυριζόμενη ότι η εναγόμενη δεν αποποιήθηκε την ως άνω κληρονομιά της μητέρας της, ζήτησε να υποχρεωθεί αυτή, ως νόμιμος κληρονόμος της εργοδότριάς της στην επιχείρηση, ευθυνόμενη, ως εκ τούτου, για τα χρέη αυτής, να της καταβάλει το ως άνω συνολικό ποσό των 68.974,80 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την ημερομηνία που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από τον χρόνο οχλήσεως (17-5-2012), στην οποία προέβη ενώπιον του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, άλλως από την επίδοση της αγωγής, κυρίως με βάση τη σύμβαση εργασίας της και επικουρικά, σε περίπτωση ακυρότητας της σύμβασης εργασίας της, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της καταβάλει το ανωτέρω ποσό, κατά το οποίο κατέστη πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας της, χωρίς νόμιμη αιτία, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή, ως απαράδεκτη λόγω, αοριστίας. Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους της ενάγουσας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη αποφαση με την οποία το Εφετείο εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη.
Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης δέχθηκε κατ' ανέλεγκτη κρίση, τα ακολουθα : "Η ενάγουσα προσλήφθηκε τον Σεπτέμβριο του έτους 2000 από την Μ. Μ., μητέρα της εναγόμενης, προκειμένου να απασχοληθεί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως καμαριέρα στην επιχείρηση ξενοδοχείου με τον διακριτικό τίτλο "...", με έδρα τα ...
επί της οδού .... Οι όροι αμοιβής και εργασίας της συμψωνήθηκε να διέπονται και να καθορίζονται από τις διαδοχικά ισχύουσες κάθε φορά εθνικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις όλης της χώρας. Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής η ενάγουσα, με την ανωτέρω ειδικότητά της προσέφερε την εργασία της στην παραπάνω ξενοδοχειακή επιχείρηση μέχρι την 26-10-2012, οπότε η εναγόμενη από κοινού με τον σύζυγό της Ι.
Μ., επικαλούμενοι την ιδιότητά τους ως συγκληρονόμων της Μ. Μ., κατά ποσοστό 43,75% η πρώτη και 12,50% ο δεύτερος, προέβησαν σε έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της. Ακόμη αποδείχθηκε ότι, κατά την πρόσληψη της ενάγουσας από την Μ. Μ., η τελευταία ενεργούσε υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστριας της κοινωνίας δικαιώματος που υπήρχε κατά τον χρόνο εκείνο μεταξύ αυτής (Μ.
Μ.) και των θυγατέρων της ήτοι της εναγόμενης Ε. Μ. και της Μ. Μ. (μη διαδίκου) και αφού είχε προηγηθεί ο διορισμός της ως διαχειρίστριας με ομόφωνη απόφαση όλων των κοινωνών. Ειδικότερα, αναφορικά με την φύση της εκμετάλλευσης της εν λόγω επιχείρησης ξενοδοχείου και μετά την αμφισβήτηση εκ μέρους της εναγόμενης της ιδιότητας της επιχείρησης αυτής ως ατομικής, ανήκουσας αποκλειστικά στη μητέρα της Μ.
Μ., πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Η παραπάνω επιχείρηση ανήκε αρχικά στον Κ. Μ., ο οποίος λειτουργούσε το εν λόγω ξενοδοχείο από το έτος 1958 και, μετά το θάνατό του στις 14-8-1982, με την υπ' αριθ. ...1/1975 δημόσια διαθήκη του, που συνέταξε ο τότε συμβολαιογράφος Ι. Π. και η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα στις 18-12-2006, κατέλιπε την επικαρπία της ακίνητης περιουσίας του, κατ' ίσα μέρη, στη σύζυγό του Μ.
Μ. και στα τρία τέκνα του Π., Μ. και Ε., ορίζοντας περαιτέρω ότι, μετά το θάνατο της συζύγου του, το μερίδιό της επί της επικαρπίας θα περιέλθει στα τέκνα του, ενώ, μετά το θάνατο ενός από τα τέκνα του, το μερίδιό του θα περιέρχεται στα λοιπά επιζώντα τέκνα του. Περαιτέρω, αναφορικά με το δικαίωμα επικαρπίας στην επιχείρηση ξενοδοχείου ως στοιχείου της κληρονομιαίας περιουσίας, ο διαθέτης κατέστησε με τη διαθήκη του τις θυγατέρες του συνεπικαρπώτριες, συστήνοντας, όμως, υπέρ αυτών περιτετμημένη, κατ' ιδανικά μερίδια, επικαρπία, με την έννοια του αποκλεισμού αυτών από τη διαχείριση της ξενοδοχειακής μονάδας και με διατήρηση παράλληλα του δικαιώματος στην απόλαυση κατά το μερίδιό τους των κερδών της επιχείρησης ξενοδοχείου, καθώς και στον έλεγχο του κανονικού τους μεριδίου που θα τους αποδιδόταν από το δικαιούχο κληρονόμο, παρά, όμως, την αφαίρεση της εν λόγω εξουσίας, αυτές εξακολουθούσαν να είναι φορείς του αφηρημένου δικαιώματος της επικαρπίας.
Ακολούθως μετά το θάνατο και του υιού του διαθέτη Π. Μ., που επήλθε το έτος 1984, χωρίς να αφήσει τέκνα, το καταλειφθέν σε αυτόν ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου της επικαρπίας των κληρονομιαίων, περιήλθε, με βάση την οικεία διάταξη της ως άνω διαθήκης για καταπίστευση της κληρονομιάς, στις αδελφές του, ήτοι την Μ. και Ε.
Μ. (εναγόμενη). Με βάση τα περιστατικά αυτά, μέχρι τον θάνατο της Μ. Μ. επί της ανωτέρω επιχείρησης ξενοδοχείου υφίστατο κοινωνία δικαιώματος επικαρπίας, κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου υπέρ της Μ. Μ., 3/8 εξ αδιαιρέτου υπέρ της Μ. Μ. (2/8 από τη διαθήκη του πατέρα της Κ. Μ. και 1/8 από το μερίδιο του αποβιώσαντος αδελφού της Π.
Μ.) και 3/8 εξ αδιαιρέτου υπέρ της εναγόμενης Ε. Μ. (2/8 από τη διαθήκη του πατέρα της Κ. Μ. και 1/8 από το μερίδιο του αποβιώσαντος αδελφού της Π. Μ.). Τα ανωτέρω προκύπτουν από τις παραδοχές της 170/2011 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων, η οποία εκδόθηκε επί αγωγών που ασκήθηκαν μεταξύ των συγκληρονόμων του Κ. Μ. και έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη, μετά την απόρριψη της ασκηθείσας κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης με την 1029/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Σημειωτέον ότι με την ίδια ως άνω απόφαση, κατ' αποδοχήν ως ουσία βάσιμης σχετικής αγωγής της Μ. Μ., ακυρώθηκε εν μέρει η διαθήκη του Κ. Μ., ως προς τη διάταξή της με την οποία ο θανών σύζυγός της κατέλιπε σε αυτήν μόνο ποσοστό % εξ αδιαιρέτου ΤΓς επικαρπίας των κληρονομιαίων ακινήτων, περιορίζοντας έτσι τη νόμιμη μοίρα της και συνακόλουθα κρίθηκε ότι η Μ.
Μ. δικαιούται να λάβει ως νόμιμη μοίρα, πέραν του 1/4 εξ αδιαιρέτου της επικαρπίας, εφόσον δεν υπάρχει αντίθετη διάταξη στη διαθήκη, κατά πλήρη κυριότητα το 1/8 εξ αδιαιρέτου επί ολόκληρης της ακίνητης περιουσίας του διαθέτη. Επομένως, μετά το θάνατο του Π. Μ., μεταξύ της Μ. Μ. και των θυγατέρων της Μ. και Ε. (εναγόμενης) υφίστατο σχέση κοινωνίας επί της επικαρπίας της επιχείρησης ξενοδοχείου ως κληρονομιαίου στοιχείου και μάλιστα κοινωνία ετεροειδών δικαιωμάτων, επειδή η Μ.
Μ. ήταν κατά 1/8 πλήρης κυρία της επιχείρησης (ως εκ της νόμιμης μοίρας της) και κατά 1/8 επικαρπώτρια (ως εκ της διαθήκης του συζύγου της), ενώ οι θυγατέρες της ήταν κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου εκάστη επικαρπώτριες, μόνο, της επιχείρησης. Στο πλαίσιο της μεταξύ τους κοινωνίας, με τη σύμφωνη γνώμη των συγκοινωνών της θυγατέρων, η Μ.
Μ. ορίσθηκε διαχειρίστρια και ανέλαβε τη διοίκηση της εν λόγω επιχείρησης ξενοδοχείου (άρθρο 788 ΑΚ), συνεπικουρούμενη στη λειτουργία του ξενοδοχείου και από τις συνεπικαρπώτριες θυγατέρες της, οι οποίες απασχολούνταν σ' αυτό για αρκετά έτη, χωρίς αμοιβή, και συνέβαλαν στην αντιμετώπιση διαφόρων θεμάτων του.
Από τα προαναφερόμενα συνάγεται ότι η Μ. Μ. δεν ήταν αποκλειστική εργοδότης της ενάγουσας, ως ιδιοκτήτρια της ατομικής επιχείρησης του ως άνω ξενοδοχείου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα, αλλά εργοδότες αυτής ήταν, κατά το διάστημα πριν από το θάνατο της Μ. Μ., οι συνεπικαρπώτριες κοινωνοί, δηλαδή η Μ.
Μ. και οι θυγατέρες της Μ. και Ε. (εναγόμενη), προς τις οποίες η ενάγουσα προσέφερε την εργασία της από κοινού και όχι στην κάθε μία χωριστά για την ιδανική της μερίδα στο κοινό, ευθυνόμενες, συνεπώς, απέναντι της, συνολικά ως κοινωνοί και επίσης ως έμπρακτοι αποδέκτες της εργασίας της, με την καταβολή του μισθού και των εν γένει αποδοχών της.
Το γεγονός ότι η Μ. Μ. ήταν αυτή που προσέλαβε την ενάγουσα και η συνεχής απασχόλησή της στο ξενοδοχείο με την εκτέλεση των διαχειριστικών πράξεων δεν αρκεί για να της αποδοθεί η ιδιότητα της (μοναδικής) εργοδότριας,...... , καθόσον αυτή ασκούσε τις δραστηριότητες αυτές υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστρια της ως άνω κοινωνίας δικαιώματος, εκπροσωπώντας και τα υπόλοιπα μέλη της, η οποία (κοινωνία) ήταν και ο φορέας της επιχείρησης του ξενοδοχείου, προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων της οποίας συνήφθη η σύμβαση εργασίας της ενάγουσας και συνεπώς τα μέλη της (κοινωνίας) ήταν οι εργοδότες της ενάγουσας.
Ούτε, άλλωστε, το γεγονός ότι η λειτουργία του ξενοδοχείου αδειοδοτήθηκε από τις αρμόδιες υπηρεσίες ως ατομική επιχείρηση της Μ. Μ., προφανώς με τη συναίνεση των θυγατέρων της, δύναται να αναιρέσει τον προαναφερόμενο δεσμό της κοινωνίας δικαιώματος μεταξύ των συγκληρονομούν του Κ. Μ.. Περαιτέρω....η Μ. Μ.
απεβίωσε στις 3-4-2012 χωρίς, όμως, να μεταβληθεί ως προς τη νομική του υπαγωγή, το καθεστώς διαχείρισης της επίμαχης ξενοδοχειακής μονάδας. Ειδικότερα η Μ. Μ. με την ....900/22-3-2012 δημόσια διαθήκη της ενώπιον του Συμβολαιογράφου Π. Κ., η οποία δημοσιεύθηκε με τα 214/11-4-2012 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, κατέλιπε στον σύζυγο της εναγόμενης, Ι.
Μ., το ανερχόμενο σε 1/8 ποσοστό της νόμιμης μοίρας της στην κληρονομιά του συζύγου της Κ. Μ., δηλαδή, μεταξύ άλλων, κατέλιπε και ποσοστό 1/8 ή 12,50% αδιαίρετα κατά πλήρη κυριότητα του ακινήτου, όπου στεγάζεται η επίμαχη ξενοδοχειακή μονάδα, με την επιχείρηση που ασκείται σ' αυτό και με την υποχρέωση τρία έτη μετά τη δημοσίευση αμετάκλητων δικαστικών αποφάσεων, που εκκρεμούσαν σχετικά με τα κληρονομικά της δικαιώματα, να μεταβιβάσει τα καταλιπόμενα σε αυτόν περιουσιακά στοιχεία ως καταπίστευμα στην εγγονή της Ε.
Μ.. Όσον αφορά στο επιπλέον ποσοστό 1/8 στην επικαρπία της ξενοδοχειακής μονάδας, η οποία είχε καταλειφθεί στη Μ. Μ. με βάση την ...1/1975 διαθήκη του θανόντος συζύγου της είχε ορισθεί ότι, μετά τον θάνατό της, το μερίδιο της επικαρπίας της θα περιέλθει κατ' ίσα μέρη στα τέκνα του διαθέτη Κ. Μ. και επομένως, λόγω της ρήτρας αυτής για κληρονομική καταπίστευση της επικαρπίας, τα μερίδια των θυγατέρων της, ως συνεπικαρπωτριών, ανέρχονται για κάθε μία σε 3/8 ή 6/16 + 1/16 από το μερίδιο της Μ.
Μ. = 7/16 ή 43,75%, ενώ για τον σύζυγο της εναγόμενης το ποσοστό αυτό είναι 12,50%. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το ξενοδοχείο ... εξακολούθησε να λειτουργεί και μετά το θάνατο της Μ. Μ., ενώ τη διαχείριση και διοίκησή του ανέλαβαν πλέον από τους συγκοινωνούς η εναγόμενη και ο σύζυγός της, οι οποίοι κατήγγειλαν τη σύμβαση εργασίας της ενάγουσας, επικαλούμενοι, όπως προκύπτει από το από 26-10-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό που υπογράφηκε μεταξύ αυτών με επιφύλαξη της ενάγουσας κάθε νόμιμου δικαιώματος της, την ιδιότητά τους ως συγκληρονόμων και συγκοινωνών με την Μ.
Μ., με ποσοστό 43,75% η εναγόμενη και 12,50% ο σύζυγός της Ι. Μ.. Η επιχείρηση αυτή έπαυσε να λειτουργεί τέλος Οκτωβρίου 2012, καθόσον δεν χορηγήθηκε άδεια λειτουργίας, παρά την υποβολή σχετικής αίτησης από την εναγόμενη και τον σύζυγό της, από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. ....., διότι δεν κατέστη δυνατόν να διαπιστωθεί με ασφάλεια ποια πλευρά διαθέτει την πλειοψηφία των μερίδων της κληρονομιάς και σε ποιο ποσοστό, προκειμένου να συνεχιστεί ή όχι η λειτουργία του ξενοδοχείου.
Επομένως, μετά τον θάνατο της Μ. Μ., εργοδότες της ενάγουσας και αποδέκτες της παροχής της εργασίας της εξακολούθησαν να είναι οι συνδικαιούχοι και συνεπικαρπωτές της επιχείρησης του ξενοδοχείου, αφού η μεταβολή της κοινωνίας δικαιώματος, που επήλθε με το θάνατο της Μ. Μ., συνεπάγεται την αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις,......
μεταξύ των οποίων και η εναγόμενη κατά ποσοστό 43,75%. Εξάλλου το γεγονός ότι η Μ. Μ. στην παραπάνω διαθήκη της αναφέρει ότι καταλείπει στη θυγατέρα της εναγόμενη την ατομική της επιχείρηση, με αντικείμενο εργασιών το ξενοδοχείο, ενόψει των όσων αναλυτικά προεκτέθηκαν δεν ασκεί έννομη επιρροή, αφού η διαθέτις στην επιχείρηση του ξενοδοχείου συμμετείχε μόνο κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα καθ' όλο το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα από την πρόσληψή της μέχρι την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της απασχολήθηκε στην ως άνω ξενοδοχειακή επιχείρηση με το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, κατά την πρωινή βάρδια, ήτοι από ώρα 07.00 μέχρι ώρα 15.00 και λάμβανε ως μηνιαίες αποδοχές για το έτος 2007 το ποσό των 690 ευρώ, για το έτος 2008 το ποσό των 720 ευρώ, για το έτος 2009 το ποσό των 760 ευρώ, για τα έτη 2010, 2011 και 2012 το ποσό των 800 ευρώ, όπως τούτο προκύπτει από την κατάθεση του μάρτυρος απόδειξης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αλλά και την κατάθεση της μάρτυρος που περιέχεται στην ως άνω με αριθμό ....64/2013 ένορκη βεβαίωση.
Οι νόμιμες αποδοχές της ενάγουσας, τις οποίες αυτή δικαιούνταν να λάβει κατά το επίδικο χρονικό διάστημα σύμφωνα με τις οικείες Σ.Σ.Ε. για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις όλης της χώρας, ανέρχονταν ως εξής: Με βάση την από 16-5-2006 ΣΣΕ που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 23-5-2006 με την ΥΑ 11922/3-7-2006 (ΦΕΚ Β 966/20-7-2066) για το χρονικό διάστημα από 1-1- 2007 έως 30-6-2007 οι νόμιμες μηνιαίες αποδοχές της ενάγουσας (έγγαμη, με προϋπηρεσία δύο τριετίες και επίδομα ανθυγιεινής εργασίας) ανέρχονταν στο ποσό των 903,99 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-7-2007 έως 31-12- 2007 στο ποσό των 935,62 ευρώ, με βάση την από 26-5-2008 ΣΣΕ που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 10-6-2008 με την ΥΑ 50478/2385/8-7-2008 (ΦΕΚ Β 1439/22-7-2008) οι νόμιμες μηνιαίες αποδοχές της (έγγαμη, με προϋπηρεσία δύο τριετίες και επίδομα ανθυγιεινής εργασίας) για το διάστημα από 1-1-2008 έως 30-6-2008 ανέρχονταν στο ποσό των 968,36 ευρώ, για το διάστημα από 1-7-2008 έως 31-12-2008 στο ποσό των 998,39 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2009 έως 30-6-2009 ανέρχονταν στο ποσό των 1018,36 ευρώ και για το χρονικό διάστημα από 1-7-2009 έως 31-12-2009 (με επιπλέον επίδομα ταχύρρυθμης εκπαίδευσης) στο ποσό των 1.113,02 ευρώ, με βάση την από 22-7-2010 ΣΣΕ που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 6-8-2010 με την ΥΑ 11351/694/2011 (ΦΕΚ Β 1448/17-6-2011) οι μηνιαίες αποδοχές της ενάγουσας (έγγαμης, με προϋπηρεσία τριών τριετιών, επίδομα ανθυγιεινής εργασίας και επίδομα ταχύρρυθμης εκπαίδευσης) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2010 έως 31-12-2010 ανέρχονταν στο ποσό των 1119,67 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2011 έως 31-12-2011 στο ποσό των 1130,95 ευρώ και για χρονικό διάστημα από 1-1-2012 έως 26-10-2012 στο ποσό των 1130,95 ευρώ.
Με βάση δε τις αποδοχές αυτές σε συνδυασμό με τις αποδοχές που λάμβανε, η ενάγουσα δικαιούται τη διαφορά, που αντιστοιχεί στα ακόλουθα ποσά:
Α) Για δεδουλευμένες αποδοχές:
1) κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2007 έως 30-6-2007 το ποσό των 1.283,94 ευρώ (903,99 νόμιμος μισθός - 690 ευρώ που έλαβε, όπως η ίδια συνομολογεί = 213,99 ευρώ χ 6 μήνες),
2) από 1-7-2007 έως 31-12-2007 το ποσό των 1473,72 ευρώ (935,62 νόμιμος μισθός - 690 που έλαβε, όπως η ίδια συνομολογεί, = 245,62 χ 6 μήνες),
3) κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2008 έως 30-6-2008 το ποσό των 1.490,16 ευρώ (968,36 νόμιμος μισθός - 720 ευρώ που έλαβε, όπως η ίδια συνομολογεί, = 248,36 ευρώ χ 6 μήνες),
4) από 1-7-2008 έως 31-12-2008 το ποσό των 1.670,34 ευρώ (998,39 νόμιμος μισθός - 720 που έλαβε, όπως η ίδια συνομολογεί = 278,39 χ 6 μήνες),
5) κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2009 έως 30-6-2009 το ποσό των 1550,16 ευρώ (1018,36 νόμιμος μισθός - 760 ευρώ που έλαβε, όπως η ίδια συνομολογεί = 258,36 ευρώ χ 6 μήνες),
6) από 1-7-2009 έως 31-12-2009 το ποσό των 2.118,12 ευρώ (1113,02 νόμιμος μισθός - 760 που έλαβε, όπως η ίδια συνομολογεί = 353,02 χ 6 μήνες),
7) κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2010 έως 31-12- 2010 το ποσό των 3.828,24 ευρώ (1.119,02 νόμιμος μισθός- 800 ευρώ που έλαβε, όπως η ίδια συνομολογεί = 319,02 ευρώ χ 12 μήνες),
8) από 1-1-2011 έως 31-12-2011 το ποσό των 3.971,40 ευρώ (1130,95 νόμιμος μισθός - 800 που έλαβε, όπως η ίδια συνομολογεί = 330,95 χ 12 μήνες),
9) από 1-1-2012 έως 25-10-2012 το ποσό των 3.309,50 ευρώ (1130,95 νόμιμος μισθός - 800 που έλαβε, όπως η ίδια συνομολογεί = 330,95 χ 10 μήνες).
Συνεπώς η ενάγουσα δικαιούται για διαφορές μεταξύ νόμιμου και καταβαλλόμενου μισθού κατά το ως άνω συνολικό χρονικό διάστημα παροχής της εργασίας της στην παραπάνω επιχείρηση το ποσό των 20.695,58 ευρώ (1283,94 + 1473,72 + 1490,16 + 1670,34 + 1550,16 + 2.118,12 + 3.828,24 + 3.971,40 + 3.309,50), με το νόμιμο τόκο (κάθε επί μέρους μηνιαίως οφειλόμενου και προαναφερθέντος ποσού) από την επομένη του τέλους του αντίστοιχου μισθωτικού μήνα, κατά τον οποίο αντίστοιχα κάθε επί μέρους ποσό ήταν απαιτητό.
Επίσης τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και το επίδομα αδείας που λάμβανε η ενάγουσα υπολογιζόταν με βάση τις μειωμένες αποδοχές που της καταβάλλονταν και συνεπώς δικαιούται την αναλογία των επιδομάτων αυτών που αντιστοιχούν στη διαφορά των αποδοχών της. Έτσι αυτή δικαιούται για την παραπάνω αιτία τα ακόλουθα ποσά:
Για το έτος 2007: Για δώρο Πάσχα το ποσό των 107 ευρώ (903,99 : 2 - 345 που έλαβε), νομιμότοκα από 1-5-2007, για δώρο Χριστουγέννων 245,62 ευρώ (935,62 - 690 που έλαβε), νομιμότοκα από 1-1-2008 και για επίδομα αδείας 122,81 ευρώ (935,62 : 2 - 345 που έλαβε), νομιμότοκα από 1-1-2008. Για το έτος 2008: Για δώρο Πάσχα 124,18 ευρώ (968,36 :2 - 360 που έλαβε), νομιμότοκα από 1-5-2008, για δώρο Χριστουγέννων 278,39 ευρώ (998,39 - 720 που έλαβε),νομιμότοκα από 1-1-2009, για επίδομα αδείας 139,19 ευρώ (998,39 : 2 - 360 που έλαβε), νομιμότοκα από 1-1-2009.
Για το έτος 2009: Για δώρο Πάσχα "29 "8 ευρώ 1018.36 : 2 - 380 που έλαβε), νομιμότοκα από 1-5-2009, για δώρο Χριστουγέννων 353,02 ευρώ (1113,02 - 720 που έλαβε), νομιμότοκα από 1-1-2010, για επίδομα αδείας 129,18 ευρώ (1113,02 : 2 - 380 που έλαβε) νομιμότοκα από 1-1-2010. Για το έτος 2010: Για δώρο Πάσχα159,83 ευρώ (1119,02 : 2 - 400 που έλαβε), νομιμότοκα από 1-5-2010, για δώρο Χριστουγέννων 319,67 ευρώ (1119,02 - 800 που έλαβε), νομιμότοκα από 1-1-2011, για επίδομα αδείας 182,27 ευρώ (1119,02 : 2 - 400 που έλαβε), νομιμότοκα από 1-1-2011.
Για το έτος 2011: Για δώρο Πάσχα 165,47 ευρώ (1130,95 : 2 - 400 που έλαβε), νομιμότοκα από 1-5-2011, για δώρο Χριστουγέννων 330,95 ευρώ (1130,95 - 800 που έλαβε), νομιμότοκα από 1- 1-2012, για επίδομα αδείας 187,99 ευρώ (1130,95 : 2 - 400 που έλαβε), νομιμότοκα από 1-1-2012. Για το έτος 2012: Για δώρο Πάσχα 165,47 ευρώ (1130,95 : 2 - 400 που έλαβε), νομιμότοκα από 1-5-2012, για δώρο Χριστουγέννων 336,69 ευρώ (963,99 - 626,70 που έλαβε), νομιμότοκα από την 27-10-2012 (επομένη της απόλυσής της) για επίδομα αδείας 187,99 ευρώ (587,99 - 400 που έλαβε), νομιμότοκα από την 27-10-2012 (επομένη της απόλυσής της).
Δηλαδή η ενάγουσα δικαιούται συνολικά για την παραπάνω αιτία το ποσό των 3.664,90 ευρώ (107 + 245,62 + 122,81 + 124,18 + 278,39 + 139,19 + 129,18 + 353,02 + 129,18 + 159,83 + 319,67 + 182,27 + 165,47 + 330,95 + 187,99 + 165,47 + 336,69 + 187,99) , με το νόμιμο τόκο (κάθε επί μέρους ποσό) όπως αντίστοιχα αναλυτικά ανωτέρω. Επίσης, όπως προαναφέρθηκε, η ενάγουσα λάμβανε άδεια αναψυχής μόνο δέκα ημέρες το χρόνο, με τις αντίστοιχες μειωμένες αποδοχές.
Επομένως, δικαιούται να λάβει τα υπόλοιπα 15/25 των μηνιαίων (νόμιμων) αποδοχών της και συγκεκριμένα δικαιούται να λάβει τα εξής ποσά: Για το έτος 2007 το ποσό των 561,37 ευρώ (935,62 χ 15/25), νομιμότοκα από 1-1-2008, για το έτος 2008 το ποσό των 599,03 ευρώ (998,39 Χ 15/25), νομιμότοκα από 1-1-2009, για το έτος 2009 το ποσό των 667,81 ευρώ (1113,02 χ 15/25), νομιμότοκα από 1-1-2010, για το έτος 2010 το ποσό των 671,80 ευρώ (1119,67 χ 15/25), νομιμότοκα από 1-1- 2011, για το έτος 2011 το ποσό των 678,57 ευρώ (1130,95 χ 15/25), νομιμότοκα από 1-1-2012 και για το έτος 2012 το ποσό των 678,57 ευρώ (1130,95 χ 15/25), νομιμότοκα από 27-10-2012 (επομένη της απόλυσής της).
Δηλαδή δικαιούται συνολικά για την παραπάνω αιτία το ποσό των 3.857,15 ευρώ (561,37 + 599,03 + 667,81 + 671,80 + 678,57 + 678,57), με το νόμιμο τόκο, όπως αναλυτικά ανωτέρω για έκαστο επί μέρους κονδύλιο. Δεν αποδείχθηκε, ωστόσο, ότι η ενάγουσα κατά τη διάρκεια της σύμβασής της, αξίωσε προηγουμένως με αίτησή της, έστω και άτυπα, από την εργοδότριά της, τη χορήγηση κανονικής άδειας για ειδικά προσδιορισμένο χρονικό διάστημα και ότι η τελευταία αρνήθηκε να της ικανοποιήσει το αίτημά της και την εξανάγκασε να εργαστεί τις ημέρες που έπρεπε να βρίσκεται σε άδεια (κατά την αίτησή της), αφού για το αίτημά της αυτό δεν προσκομίστηκε κανένα αποδεικτικό στοιχείο και δεν αρκεί η αόριστη και γενική αναφορά του μάρτυρα απόδειξης ότι "οι εργαζόμενοι ζητούσαν άδεια αλλά δεν τους την έδινε".
Συνεπώς δεν μπορεί να γίνει λόγος για "υπαιτιότητα" της εναγόμενης ως προς τη μη χορήγηση των ετήσιων αδειών της ενάγουσας και δεν οφείλει την, λόγω αστικής ποινής, αξιούμενη αποζημίωση επί των ως άνω αποδοχών αδείας ήτοι την προσαύξηση 100% αυτών (αποδοχών αδείας), ώστε το αντίστοιχο αγωγικό κονδύλιο να είναι απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο.
Επίσης, αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα εργαζόταν τρεις Κυριακές το μήνα, χωρίς να λαμβάνει την προσαύξηση από 75% στο νόμιμο ημερομίσθιό της σύμφωνα με τις οικείες Υπουργικές αποφάσεις. Δικαιούται δε η ενάγουσα για αμοιβή (προσαύξηση 75% του νόμιμου ημερομισθίου) λόγω απασχόλησής της τις Κυριακές: 1) Για το έτος 2007:
α) κατά το χρονικό διάστημα από 1-1- 2007 έως 30-6-2007, οπότε εργάσθηκε 18 Κυριακές (3 Κυριακές χ 6 μήνες) το ποσό των 1.138,68 ευρώ (903,99 ευρώ χ1/25 = 36,15 ευρώ + (X 75%) 27,11 ευρώ = 63,26 ευρώ χ 18 Κυριακές) και β) κατά το χρονικό διάστημα από 1-7- 2007 έως 31-12-2007, κατά το οποίο εργάσθηκε 18 Κυριακές, το ποσό των 1.178,64 ευρώ (935,62 ευρώ χ1/25 = 37,42 ευρώ + (X 75%) 28,06 ευρώ = 65,48 ευρώ χ 18 Κυριακές), 2) Για το έτος 2008 :
α) κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2008 έως 30-6-2008, οπότε εργάσθηκε 18 Κυριακές (3 Κυριακές χ 6 μήνες) το ποσό των 1.219,86 ευρώ (968,36 ευρώ χ1/25 = 38,73 ευρώ + (X 75%) 29,04 ευρώ = 67,77 ευρώ χ 18 Κυριακές) και β) κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-2008 έως 31-12-2008, κατά το οποίο εργάσθηκε 18 Κυριακές, το ποσό των 1.257,66 ευρώ (998,39 ευρώ χ1/25 = 39,97 ευρώ + (X 75%) 29,94 ευρώ = 69,87 ευρώ χ 18 Κυριακές). 3) Για το έτος 2009 :
α) κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2009 έως 30-6-2009, οπότε εργάσθηκε 18 Κυριακές (3 Κυριακές χ 6 μήνες) το ποσό των 1.283,04 ευρώ (1018,36 ευρώ χ1/25 = 40,73 ευρώ + (X 75%) 30,55 ευρώ = 71,28 ευρώ χ 18 Κυριακές) και β) κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-2009 έως 31-12-2009, κατά το οποίο εργάσθηκε 18 Κυριακές, το ποσό των 1.402,38 ευρώ (1113,02 ευρώ χ1/25 = 44,52 ευρώ + (X 75%) 33,39 ευρώ = 77,91 ευρώ χ 18 Κυριακές). 4) Για το ετος 2010 ήτοι από 1-1-2010 έως 31-12-2010, οποτε εργάσθηκε 36 Κυριακές; ( 3 Κυριακές Χ 12 μηνες) το ποσό των 2821,68 ευρω (1119,67 Χ 1/25 44,79 ευρώ + (X 75%) 33,59 ευρώ = 78,38 ευρώ χ 36 Κυριακές). 5) Για το έτος 2011 ήτοι από 1-1-2011 έως 31-12-2011, οπότε εργάσθηκε 36 Κυριακές (3 Κυριακές χ 12 μήνες) το ποσό των 2.849,94 ευρώ (1.130,95 ευρώ χ1/25 = 45,23ευρώ + (X 75%) 33,92 ευρώ = 79,15 ευρώ χ 36 Κυριακές) και 6) Για το έτος 2012 ήτοι από 1-1-2012 έως 31-5-2012, οπότε εργάσθηκε 15 Κυριακές (3 Κυριακές χ 5 μήνες) το ποσό των 1.187,25 ευρώ (1130,95 ευρώ χ1/25 = 45,23 ευρώ + (X 75%) 33,92 ευρώ = 79,15 ευρώ χ 15 Κυριακές).
Δηλαδή για την παραπάνω αιτία η ενάγουσα δικαιούται συνολικά το ποσό των 15.713,69 ευρώ (1138,68 + 1178,64 + 1219,86 + 1257,66 + 1283,04 + 1402.38 + 2821,68 + 2849,94 + 1374,56 + 1187,25). Ενόψει δε του ότι το ποσό αυτό που δεν απορρέει από τη νόμιμη παροχή εργασίας, αφού η προσαύξηση της εργασίας τις Κυριακές (αστική ποινή) δεν αποτελεί νόμιμο αντάλλαγμα για νομίμως παρασχεθείσα εργασία και συνεπώς δεν ορίζεται από το νόμο δήλη ημέρα καταβολής της, οι τόκοι για τις απαιτήσεις αυτές αρχίζουν από την επίδοση της υπό κρίση αγωγής.
Εξάλλου, σε ό,τι αφορά τα Σάββατα, δεν αποδείχθηκε ότι η ενάγουσα απασχολήθηκε στην παραπάνω επιχείρηση και έκτη ημέρα την εβδομάδα, χωρίς να της χορηγηθεί αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης, τα δε αναφερόμενα στην ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας ότι εργαζόταν τρία Σάββατα το μήνα, δεν κρίνονται πειστικά, ιδίως ενόψει και του ότι δεν προσεπιβεβαιώνονται από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, αντίθετα η παραπάνω κρίση ενισχύεται και από την κατάθεση της μάρτυρος που εμπεριέχεται στην προσκομισθείσα από την ενάγουσα ένορκη βεβαίωση, σύμφωνα με την οποία αυτή εργαζόταν στο ξενοδοχείο με τετράωρη σύμβαση, καθώς και κατά τις ημέρες που η ενάγουσα είχε ρεπό, γεγονός που υποδηλώνει ότι η ενάγουσα λάμβανε τα ρεπό της και δεν εργαζόταν έξι ημέρες την εβδομάδα, όπως αυτή, αβάσιμα, ισχυρίζεται.
Επομένως, το αντίστοιχο αγωγικό κονδύλιο για αποζημίωση της ενάγουσας για την παρεχόμενη εργασία της τα Σάββατα (ημέρα υποχρεωτικής ανάπαυσης), είναι απορριπτέο ως αβάσιμο κατ' ουσίαν. Τέλος, αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη από κοινού με τον σύζυγό της Ι. Μ. κατήγγειλαν εγγράφως την σύμβαση εργασίας της ενάγουσας χωρίς όμως να της καταβάλουν τη νόμιμη αποζημίωση.
Επομένως, η ενάγουσα δικαιούται την προβλεπόμενη ευθέως εκ του νόμου αποζημίωση απόλυσης. Η αποζημίωση αυτή με βάση το χρόνο υπηρεσίας της ενάγουσας στην παραπάνω επιχείρηση και τις αποδοχές της του τελευταίου μήνα ανέρχεται στο ποσό των 9.047,60 ευρώ (1.130,95 ευρώ X 8 μήνες). Η ενάγουσα έλαβε για την αιτία αυτή το ποσό των 1.442,07 ευρώ, όπως συνομολογείται από την ίδια και επομένως δικαιούται το υπόλοιπο ποσό των 7.605,53 ευρώ (9,047,60 -1442,07), με το νόμιμο τόκο από την ημέρα που έπρεπε να καταβληθεί όλο το ποσό αυτής, ήτοι από την ημέρα της λύσης της εργασιακής σχέσης (άρθ. 2 παρ. 1 του ν. 3198/1955).
Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι η αγωγή για την αξίωση αυτή, ήτοι προς συμπλήρωση της οφειλόμενης αποζημίωσης, ασκήθηκε μέσα σε προθεσμία έξι (6) μηνών αφότου κατέστη απαιτητή δηλαδή από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας στις 26-10-2012 (άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 3198/1955). Με βάση τα παραπάνω, η ενάγουσα δικαιούται το συνολικό ποσό των 51.536,85 ευρώ (20.695,58 + 3.664,90 + 3.857,15 + 15.713,69 + 7.605,53), για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, διαφορές δώρων εορτών Χριστουγέννων - Πάσχα, αποζημίωση αδείας και επιδόματος αδείας, διαφορές προσαύξησης 75% λόγω παροχής εργασίας κατά την ημέρα της Κυριακής, καθώς και για διαφορά αποζημίωσης απόλυσης κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2007 μέχρι 26-10-2012.
Επίσης, η παραδεκτά και νόμιμα προβαλλόμενη ένσταση της εναγόμενης, περί καταχρηστικής άσκησης των ένδικων αξιώσεων της ενάγουσας, για τη θεμελίωση της οποίας, η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα ουδέποτε, μέχρι το θάνατο της μητέρας Μ. Μ. (που ήταν διαχειρίστρια), προέβαλε αντιρρήσεις ως προς το ύψος των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών της, ούτε προσέφυγε ποτέ στην Επιθεώρηση Εργασίας για την διευθέτηση των παραπόνων της, αλλά μόνο μετά τον θάνατό της προέβαλε τέτοιες αξιώσεις, ώστε να μην μπορεί αυτή (εναγόμενη) να τις αντικρούσει, αφού δεν γνώριζε λεπτομερώς τις συνθήκες εργασίας του ενάγοντος, είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, καθόσον τα ανωτέρω περιστατικά που επικαλείται η εναγόμενη ακόμα και αν θεωρηθούν αληθινά δεν επαρκούν για να θεμελιώσουν καταχρηστική συμπεριφορά κατά την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ.
Περαιτέρω και ενόψει του ότι, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η εναγόμενη για το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2007 έως τον θάνατο της Μ. Μ. (3-4-2012) ενάγεται ως κληρονόμος της τελευταίας και όχι ως εργοδότης - μέλος της προαναφερόμενης κοινωνίας δικαιώματος που εκμεταλλευόταν την επιχείρηση του ξενοδοχείου, όπως ήταν στην πραγματικότητα, η εναγόμενη για την οφειλή στην ενάγουσα που αφορά το χρονικό αυτό διάστημα και ανέρχεται συνολικά σε 39.771,05 ευρώ, ευθύνεται μόνο κατά το μέρος που αντιστοιχούσε στη μερίδα της μητέρας της επί της κοινωνίας δικαιώματος και κατά την κληρονομική της (εναγόμενης) μερίδα που ανέρχεται, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, σε ποσοστό 1/16.
Επομένως η εναγόμενη από την συνολική οφειλή στην ενάγουσα, για το χρονικό αυτό διάστημα, ευθύνεται για ποσό 2.485,69 ευρώ (39.771,05 χ 1/16). Για δε το υπόλοιπο επίδικο χρονικό διάστημα ήτοι από 4-4-2012 έως 25-10-2012, για το οποίο η ενάγουσα δικαιούται το συνολικό ποσό των 11.765,80 ευρώ {2.316,65 διαφορές αποδοχών 7 μήνες + 165,47 (δώρο Πάσχα 2012) + 336,69 (δώρο Χριστουγέννων 2012) + 187,99 (επίδομα αδείας 2012) + 678,57 (αποζημίωση αδείας) + 474,90 (προσαύξηση για εργασία 6 Κυριακές) + 7.605,53 (αποζημίωση απόλυσης)}, η εναγόμενη ευθύνεται κατά την μερίδα της στην κοινωνία δικαιώματος στην ξενοδοχειακή επιχείρηση, η οποία ανέρχεται σε ποσοστό 43,75% και συνεπώς ευθύνεται για ποσό 5.147,53 ευρώ (11.765,80 χ 7/16 ή 43,75%).
Επομένως, η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 7.633,22 (2.485,69 + 5.147,53) ευρώ. Κατ' ακολουθίαν όλων των προαναφερομένων πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η από 18-12-2012 (αριθ. έκθ. κατ. 1646/2012) αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 7.633,22 ευρώ, με το νόμιμο τόκο:
α) για τα ποσά των διαφορών μεταξύ καταβλητέου και καταβαλλόμενου μισθού από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα κατά τον οποίο κάθε επί μέρους κονδύλιο ήταν καταβλητέο, β) για τα ποσά που αφορούν τη διαφορά για το επίδομα Πάσχα από την 1η Μαίου του αντίστοιχου έτους, γ) για την προσαύξηση της εργασίας τις Κυριακές από την επίδοση της αγωγής, δ) για τα ποσά που αφορούν τη διαφορά για το επίδομα Χριστουγέννων, τις αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας από την 1η Ιανουάριου του επόμενου έτους στο οποίο αφορούν, πλην των αποδοχών αδείας και επιδόματος αδείας έτους 2012 που οφείλονται νομιμότοκα από την επομένη της λύσης της σύμβασης εργασίας (ήτοι από 26-10-2012) και ε) για τη διαφορά αποζημίωσης απόλυσης από την επομένη της καταγγελίας, μέχρι την εξόφληση...." Η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης επικαλείται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ ισχυριζόμενη ότι παραβίασε τα άρθρα 1710 και 1923 ΑΚ, και ότι εσφαλμένα και με ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία δέχθηκε ότι αυτή υπήρξε κληρονόμος της μητέρας της Μ.
Μ. κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου επί της κοινωνίας δικαιώματος επικαρπίας της ξενοδοχειακής επιχείρησης και κατ' ακολουθία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και την υποχρέωσε να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το παραπάνω ποσό. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος γιατί υπό την επίφαση του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, πλήττει την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την κληρονομική ιδιότητα της αναρεσείουσας και την συνακόλουθη υποχρέωση για την πληρωμή του παραπάνω ποσού.
Πέραν όμως αυτού, ο λόγος αυτός για εσφαλμένη παραβίαση των παραπάνω άρθρων είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας γιατί δεν αναφέρεται σαφώς το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή των άνω άρθρων (ΟλΑΠ 32/1996). Επίσης, ο λόγος αυτός αναιρέσεως για ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας γιατί δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, και ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις.
Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν είχαν προταθεί από τον αναιρεσίβλητο και ειδικότερα αυτή εσφαλμένα δέχθηκε 1) ότι η επιχείρηση ανήκε στον πατέρα της, 2) ότι με την ...1/1975 δημόσια διαθήκη του Συμβολαιογράφου Ι.
Π. ο πατέρας της κατέλιπε την επικαρπία της ακίνητης περιουσίας του κατ' ίσα μέρη στη σύζυγό του και μητέρα της Μ. Μ. και στα τρία τέκνα του Π., Μ. και Ε. ορίζοντας ότι μετά το θάνατο της συζύγου του, το μερίδιο επί της επικαρπίας θα περιέλθει στα τέκνα του, ενώ, μετά το θάνατο ενός από τα τέκνα του, το μερίδιό του θα περιέρχεται στα λοιπά επιζώντα τέκνα του, 3) ότι μετά τον θάνατο του αδελφού της Π.
το έτος 1984 χωρίς ν' αφήσει τέκνα, το ποσοστό του στην επικαρπία των κληρονομιαίων ακινήτων, δηλαδή το "1/4" εξ αδιαιρέτου αυτής περιήλθε με βάση την συγκεκριμένη διάταξη της προαναφερόμενης διαθήκης για καταπίστευση της κληρονομιάς στις αδελφές του , δηλαδή στην Μ. Μ. και σ' έμενα την Ε. Μ.., 4) ότι μέχρι τον θάνατο της μητέρας μου Μ.
Μ., επί της ανωτέρω επιχείρησης ξενοδοχείου υπήρχε κοινωνία δικαιώματος επικαρπίας κατά ποσοστό "2/8" εξ αδιαιρέτου υπέρ της Μ. Μ., "3/8" εξ αδιαιρέτου υπέρ της Μ. Μ. (2/8 από διαθήκη του πατέρα της Κ. Μ. και 1/8 από το μερίδιο του αδελφού της Π. που είχε αποβιώσει και "3/8" εξ αδιαιρέτου στην ίδια Ε. Μ. (2/8 από διαθήκη του πατέρα της Κ.
Μ. και 1/8 από το μερίδιο του αδελφού της Π., που είχε αποβιώσει 5) ότι με βάση την αμετάκλητη 170/2011 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων η μητέρα της Μ. Μ. έλαβε, ως νόμιμη μοίρα, το "1/8" εξ αδιαιρέτου επί ολόκληρης της ακίνητης περιουσίας του συζύγου της. Γεγονός που είχε, ως συνέπεια, το πως ανάμεσα στην μητέρα της Μ.
και τις δύο κόρες της Μ. και Ε. (δηλαδή την ίδια) να υπάρχει σχέση κοινωνίας επί της επικαρπίας της συγκεκριμένης επιχείρησης ξενοδοχείου ως κληρονομιαίου στοιχείου και, μάλιστα, κοινωνία ετεροειδών δικαιωμάτων, επειδή η Μ. Μ. ήταν κατά το "1/8" πλήρης κυρία της επιχείρησης (από τη νόμιμή της μοίρα) και κατά το "1/8" επικαρπώτρια (από τη διαθήκη του συζύγου της Κ.
Μ.) ενώ οι θυγατέρες του ( Ε. και η αδελφή της Μ.) κατά ποσοστό "3/8"εξ αδιαιρέτου η κάθε μία της επικαρπίας, μόνον, της ξενοδοχειακής επιχείρησης. 6) ότι διαχειρίστρια στο πλαίσιο της κοινωνίας είχε οριστεί η Μ. Μ., 7) ότι η μητέρα της Μ. Μ. απεβίωσε στις 3-4-2012 και με την με αριθμό ...00/22.3.2012 δημόσια διαθήκη της στον Συμβολαιογράφο Π.
Κ. (που δημοσιεύθηκε με τα με αριθμό 214/11.4.2012 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων) κατέλιπε το "1/8" της νόμιμης μοίρας της στον σύζυγό της Ι. Μ. με την υποχρέωση τρία χρόνια μετά τη δημοσίευση αμετάκλητων αποφάσεων, που εκκρεμούσαν σχετικά με τα κληρονομικά της δικαιώματα, να μεταβιβάσει τα καταλιπόμενα σ' αυτόν περιουσιακά στοιχεία ως καταπίστευμα στην εγγονή της Ε.
Μ....... 8) ότι η επιχείρηση αυτή δεν ήταν ατομική και δεν ανήκε στην ίδια. Και 9) ότι μετά τον θάνατο της μητέρας της Μ. Μ. το "1/8" εξ αδιαιρέτου της επικαρπίας της συγκεκριμένης επιχείρησης περιήλθε, ως καταπίστευμα, στις δύο κόρες της - δηλαδή σ'αυτην δηλαδή την Ε. Μ. και την αδελφή της Μ. Μ.. Ότι κατ' ακολουθία αυτών εσφαλμένα δέχθηκε εν μερει την αγωγή και την υποχρεωσε να καταβαλει στον αναιρεσίβλητο το παραπάνω ποσό των των 7.633,22 ευρώ.
Ο λόγος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος γιατί το εφετείο έλαβε πράγματα που προτάθηκαν με την αγωγή, στην οποία κατά τα εκτιθέμενα σ'αυτήν αυτή εναγονταν ως κληρονόμος της εργοδότριας Μ. Μ., στην επιχείρηση της οποίας η ενάγουσα παρείχε τις υπηρεσίες της. Πέραν όμως αυτού, η αναιρεσείουσα απαραδέκτως υπό την επίφαση του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, πλήττει την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την κληρονομική ιδιότητα της αναιρεσείουσας και την συνακόλουθη υποχρέωση για την πληρωμή του παραπάνω ποσού, γεγονότα τα οποία προέκυψαν από τις αποδείξεις και με τα οποία δεν επέρχεται μεταβολή της βάσεως της αγωγής.
Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα επικαλείται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.9 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο επιδίκασε με βάση το ποσοστό της στην κοινωνία της επικαρπίας της επιχείρησης αυτής πλέον του αιτηθέντος (με την αγωγή της αναιρεσίβλητης). Όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής, το περιεχόμενο της οποίας εκτέθηκε παραπάνω, το αιτηθέν ποσό ανέρχονταν σε 68.974,80 ευρώ και επιδικάσθηκε τελικά, με βάση την κληρονομική ιδιότητα της αναιρεσείουσας στην επιχείρηση και το ποσοστό της επ' αυτής, το ποσό των 7.633,22. Επομένως, το Εφετείο δεν επιδίκασε πλέον του αιτηθέντος και επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Ενόψει όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα που ηττήθηκε στα δικαστικά έξοδα της παραστάσας αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 27.10.2017 αίτηση για αναίρεση της 132/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες τριακόσια (2.300) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Σεπτεμβρίου 2019.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Οκτωβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ