1303/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1303/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Τζανακάκη διάβασε την από 9-9-2015 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Ειρήνης Καλού, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου, κατά το ένα μέρος του και τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών, καθώς και την αναίρεση της υπ’ αριθμ. 5911/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1303 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1303/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Σταυρόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου - καθ’ ου η κλήση: Σ. Π. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Δημηνά με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-4-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 934/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5911/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 6-2-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Μαρία Τζανακάκη διάβασε την από 9-9-2015 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτου Ειρήνης Καλού, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου λόγου, κατά το ένα μέρος του και τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη των λοιπών, καθώς και την αναίρεση της υπ’ αριθμ. 5911/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 22-9-2015 κλήση της καλούσας-αναιρεσείουσας επαναφέρεται για να συζητηθεί η κρινόμενη από 6-2-2015 (αρ. κατ. ...2015) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ’ αρ. 5911/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη Σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ).
Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα και είναι παραδεκτή. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ’ ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1, 3 ΚΠολΔ).
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 εδ. β’ και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει, όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια, που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή, που αν καταβαλλόταν, με μέτρο τη συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει, όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει τη ζημία και την επέφερε στη συγκεκριμένη περίπτωση. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Δεν αποκλείεται καταρχήν η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου από το γεγονός, ότι στο αποτέλεσμα συνετέλεσε και συνυπαιτιότητα του βλαβέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος. Ειδικότερα, από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.
Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/ 1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ.
Εξάλλου, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 53/2016, ΑΠ 848/2015), ενώ μόνη η τήρηση των ελαχίστων υποχρεώσεων που επιβάλλει ο ΚΟΚ, στους οδηγούς των οχημάτων κατά την οδήγησή τους, δεν αίρει την υποχρέωσή τους να συμπεριφέρονται και πέραν των ορίων τούτων, όταν οι περιστάσεις το επιβάλλουν για την αποτροπή ζημιογόνου γεγονότος ή τη μείωση των επιζήμιων συνεπειών (ΑΠ 1500/2002, ΑΠ 1070/2001).
Περαιτέρω, από το άρθρο 12 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), ορίζονται υποχρεώσεις και κανόνες προς τους οποίους πρέπει να συμμορφώνεται ο οδηγός κάθε οχήματος, προκειμένου να αποφεύγονται, κατά το δυνατόν, ατυχήματα πεζών και οχημάτων. Ειδικότερα: α) κατά την παρ. 1, οι χρησιμοποιούντες τις οδούς, πρέπει, να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά, η οποία είναι ενδεχόμενο μεταξύ άλλων να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα, ενώ οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή τους... Επίσης, κατά το άρθρο 38 ΚΟΚ, με το οποίο ρυθμίζονται κανόνες για την κυκλοφορία των πεζών, στην παράγραφο 4 αυτού ορίζεται ότι "οι πεζοί προκειμένου να διασχίσουν το οδόστρωμα υποχρεούνται: α) αν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να τις χρησιμοποιούν..., ε) αν δεν υπάρχουν στο οδόστρωμα διαβάσεις πεζών, να μην κατεβαίνουν σ’ αυτό, αν δεν βεβαιωθούν ότι δεν θα παρεμποδίσουν την κυκλοφορία των οχημάτων, στη συνέχεια δε να διασχίζουν το οδόστρωμα κάθετα προς τον άξονά του".
Με το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005). Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 150/2015, ΑΠ 349/2014).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου, που δεν εφαρμόσθηκε (Ολ.ΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που, είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.ΑΠ 15/2006).
Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, δεν συνιστούν αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 174/2015, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 845/2012).
Με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως, τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 914, 300 ΑΚ και 12 παρ. 1, 38 παρ. 4 εδ. α’ και ε’ του Ν. 2696/1999 - ΚΟΚ, τις οποίες δεν εφάρμοσε, αν και συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για να υπαχθούν τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται ότι αποδείχθηκαν στις παραπάνω ουσιαστικές διατάξεις, με συνέπεια να καταλήξει σε εσφαλμένο αποδεικτικό πόρισμα κρίνοντας συνυπαίτιο τον οδηγό της ασφαλισμένης στην αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία μοτοσικλέτας, ενώ αποκλειστικά υπαίτιος ήταν ο πεζός και ήδη αναιρεσίβλητος.
Επίσης, με τον συναφή 2ο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 19 (όπως ορθά εκτιμάται, αντί και εκ του αριθμού 1, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα), με την αιτίαση ότι δεν έχει νόμιμη βάση, διότι παραβίασε εκ πλαγίου τις ίδιες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις κανόνων δικαίου του ΑΚ και του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), με ελλιπείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα α) της υπαιτιότητας - συνυπαιτιότητας των εμπλακέντων στο τροχαίο ατύχημα ασφαλισμένου σ’ αυτήν οδηγού της ζημιογόνου μοτοσικλέτας και του αναιρεσιβλήτου πεζού και β) της πρόσφορης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των πράξεων και των παραλείψεων αυτών με το επελθόν αποτελέσμα και την πρόκληση του τροχαίου ατυχήματος.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, επί της από 18-4-2012 (αρ. κατ. 2715/2012) αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, που κάλυπτε την αστική ευθύνη έναντι τρίτων της με αρ.
κυκλοφορίας ... δίκυκλης μοτοσικλέτας, που οδηγούσε ο ασφαλισμένος της, μη διάδικος σήμερα, Δ. Μ., εκδόθηκε η υπ’ αρ. 934/2013 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχτηκε εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή. Κατά της πρωτόδικης απόφασης ο ενάγων - παθών άσκησε την από 11-12-2013 (αρ. κατ. ...2014) έφεση, η οποία συνεκδικάστηκε με την αντέφεση της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας, η οποία είχε ασκηθεί με τις προτάσεις και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ’ αρ. 5911/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία ως προς τις συνθήκες τέλεσης του Τροχαίου ατυχήματος δέχτηκε κατά την ανέλεγκτη κρίση της για τα πραγματικά περιστατικά, που αποδείχθηκαν, τα ακόλουθα: "...Στις 05.10.2012 και ώρα 20:50 περίπου ο ενάγων, κινούμενος πεζός στο πεζοδρόμιο της διπλής κατευθύνσεως παραλιακής οδού ...
πριν από τη συμβολή της με την κάθετη προς αυτήν οδό ..., επιχείρησε να τη διασχίσει κάθετα με φορά από τον Ι.Ν. Αγ. Διονυσίου προς την παραλία. Στο σημείο εκείνο η οδός ... είναι διπλής κατευθύνσεως, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση πλάτους 7,20 m. η καθεμία και διαχωριστική νησίδα στο μέσον, ενώ στο σημείο εκείνο δεν υπάρχουν ούτε φωτεινοί σηματοδότες (υπάρχουν σε απόσταση 120 m.
περίπου πριν το σημείο του ατυχήματος), ούτε σημασμένες διαβάσεις πεζών (υπάρχουν σε απόσταση 30 m. περίπου μετά το σημείο του ατυχήματος). Κατά τη στιγμή που ο ενάγων βρισκόταν στο μέσο του ενός ρεύματος με φορά προς τη διαχωριστική νησίδα, ο Δ. Μ., οδηγώντας την υπ’ αριθ. κυκλ. ... δίκυκλη μοτοσυκλέττα, που κατά τον άνω χρόνο ήταν ασφαλισμένη για την προς τρίτους αστική του ευθύνη από την κυκλοφορία της στην εναγομένη, και κινούμενος στο ίδιο ρεύμα κυκλοφορίας με φορά από αριστερά προς τα δεξιά του ενάγοντος με ταχύτητα περίπου 80 km/h, επέπεσε επ’ αυτού και τον εκτίναξε σε απόσταση 20,50 m.
διαγωνίως προς τα δεξιά του, με συνέπεια το σοβαρό τραυματισμό του, ενώ η μοτοσυκλέττα με τον οδηγό ανατράπηκαν, σύρθηκαν στο οδόστρωμα με φορά διαγωνίως αριστερά και ακινητοποιήθηκαν σε απόσταση 35 m. περίπου, από το σημείο παράσυρσης. Με βάση τα ανωτέρω αποδειχθέντα, κυρίως υπαίτιος της παράσυρσης και του τραυματισμού του ενάγοντος κρίνεται ο ασφαλισμένος στην εναγομένη οδηγός, γιατί εκινείτο με ταχύτητα μεγαλύτερη από την επιτρεπόμενη των 50 km/h λόγω κατοικημένης περιοχής, η οποία έπρεπε να ήταν περαιτέρω μειωμένη λόγω των επικρατουσών συνθηκών (νύχτα με τεχνητό φωτισμό), έτσι ώστε να μην ασκεί τον έλεγχο και την εποπτεία του οχήματος που οδηγούσε και να μην είναι σε θέση να ελαττώσει ή να διακόψει την πορεία της μοτοσυκλέττας προ του ορατού μπροστά απ’ αυτόν εμποδίου που παρουσίαζε ο πεζός ενάγων ή να πραγματοποιήσει άλλον αποφευκτικό της παράσυρσης ελιγμό, όπως αλλαγή της φοράς του ώστε να περάσει είτε από μπροστά, είτε από πίσω από τον πεζό.
Δεν αποδείχθηκε ότι ο οδηγός της μοτοσυκλέττας οδηγούσε υπό την επήρεια οινοπνεύματος, δεδομένου ότι το ελάχιστο ποσοστό οινοπνεύματός που ανιχνεύτηκε στο αίμα του (0,08gr/lit αίματος) δεν στοιχειοθετεί μέθη κατά τον ΚΟΚ, ούτε εξάλλου αποδείχθηκε ότι η άνω ποσότητα επηρέαζε την οδήγησή του. Με βάση τα παραπάνω, το ποσοστό της υπαιτιότητάς του προσδιορίζεται σε 70%.
Συνυπαιτιότητα, όμως, σε ποσοστό 30%, φέρει και ο ίδιος ο ενάγων, κατά το νόμιμο (ΑΚ 300) και ουσιαστικά βάσιμο ισχυρισμό της εναγομένης, που προβλήθηκε νόμιμα και πρωτοδίκως, δεδομένου ότι διέσχισε το οδόστρωμα από σημείο που δεν υπήρχαν διαβάσεις πεζών, ενώ υπήρχαν τέτοιες που απείχαν μόλις 30 m. από το σημείο εκείνο, τις οποίες μπορούσε να χρησιμοποιήσει, έπραξε δε τούτο σε χρόνο που η ορατότητα τόσο η δική του, όσο και του οδηγού της μοτοσυκλέττας ήταν μειωμένη λόγω νύχτας, ενώ επιπλέον, αντί να επιταχύνει τη διάσχιση του οδοστρώματος προς τη νησίδα για να αποφύγει τον κίνδυνο παράσυρσης, παρέμεινε ακίνητος στη μέση του οδοστρώματος, πρακτικά αναμένοντας την παράσυρσή του.
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε ουσιωδώς τα ίδια, δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων και επομένως τόσο οι περί του αντιθέτου πρώτος λόγος έφεσης, και πρώτος λόγος αντέφεσης είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι". Με βάση τις παραπάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δεν παραβίασε με το να μη εφαρμόσει όπως διατείνεται η αναιρεσείουσα, τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 38 παρ. 4 εδ. α’ και εδ. ε’ , του ΚΟΚ καθώς και των ΑΚ 914 και 300, αν και συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους, αφού, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα, υπήγαγε τα ως άνω γενόμενα δεκτά απ’ αυτή ως προκύψαντα από τις αποδείξεις περιστατικά της οδικής συμπεριφοράς του παθόντος πεζού στους ανωτέρω κανόνες δικαίου, με το να δεχτεί ότι ο παθών πεζός συνετέλεσε στην επέλευση του τραυματισμού του με συνυπαιτιότητά του, συνιστάμενη σε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Περαιτέρω, με τις ανωτέρω παραδοχές η προσβαλλόμενη δεν υπέπεσε ούτε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, διότι διέλαβε συνοπτικές, αλλά πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς την υπαιτιότητα του οδηγού και του πεζού και την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των πράξεων και παραλείψεων αυτών και του ατυχήματος και επομένως δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις.
Ειδικότερα, το Εφετείο αναφέρει τις καιρικές συνθήκες, που επικρατούσαν κατά τη στιγμή του τροχαίου ατυχήματος (δηλαδή νύκτα με τεχνητό φωτισμό), την ακριβή θέση του πεζού στο οδόστρωμα, δηλαδή στο μέσον του ρεύματος πορείας, πλάτους 7,20 μέτρα, με κάθετη φορά προς τη διαχωριστική νησίδα, με κατεύθυνση προς την παραλία, την αυξημένη ταχύτητα της μοτοσικλέτας, που ανερχόταν σε 80 χλμ/ώρα, με όριο τα 50 χλμ/ώρα λόγω κατοικημένης περιοχής, ότι αν και η ορατότητα τόσο του οδηγού όσο και του πεζού ήταν μειωμένη λόγω της νύκτας, ο πεζός επιχείρησε να διασχίσει κάθετα το οδόστρωμα, σε σημείο, όπου δεν υπήρχαν διαβάσεις πεζών, οι οποίες απείχαν μόλις 30 μέτρα, ενώ επίσης υπήρχαν και φωτεινοί σηματοδότες σε απόσταση 120 μέτρων πριν το σημείο του ατυχήματος.
Οι ανωτέρω παραδοχές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στο πραγματικό των ανωτέρω ουσιαστικών κανόνων δικαίου. Οι περαιτέρω αιτιάσεις της αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας για ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης, διότι δεν προσδιορίζει από ποια απόσταση αντιλήφθηκε ο πεζός την μοτοσικλέτα πριν κατέλθει στο οδόστρωμα και αντίστοιχα, από ποια απόσταση ο οδηγός αντιλήφθηκε τον πεζό, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, εφόσον αφορούν την πληρέστερη κατά την άποψη της αναιρεσείουσας ανάλυση του αποδεικτικού υλικού, που δεν ελέγχεται αναιρετικά (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατόπιν αυτών και ο 2ος αναιρετικός λόγος που αφορά το κεφάλαιο της υπαιτιότητας - συνυπαιτιότητας πρέπει να απορριφθεί κατά τις ανωτέρω διακρίσεις.
Κατά το άρθρο 298 ΑΚ, η αποζημίωση περιλαμβάνει τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία) ή το διαφυγόν κέρδος. Τέτοιο κέρδος λογίζεται εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και ιδίως τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι για την πληρότητα της αγωγής, με την οποία επιδιώκεται επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους, συνισταμένου σε απώλεια εσόδων λόγω διακοπής ή μειωμένης άσκησης επαγγελματικής δραστηριότητας, αρκεί να αναφέρονται στο δικόγραφό της το είδος της επιχείρησης που ασκούσε ο ενάγων, οι περιστάσεις υπό τις οποίες ασκείται αυτή και τα εισοδήματα, τα οποία με πιθανότητα κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων θα αποκόμιζε από αυτή την δραστηριότητά του στο μέλλον, αν δεν μεσολαβούσε το ζημιογόνο γεγονός (Ολομ. ΑΠ 22/1995, ΑΠ 496/2016, ΑΠ 853/2014).
Με τον 3ο λόγο της αίτησης αναίρεσης αποδίδεται επίσης η ίδια πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, όπως ορθά εκτιμάται, αντί και εκ του αριθμού 1, όπως εσφαλμένα υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα, με την εκ πλαγίου παραβίαση των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρων 297, 298 και 914 ΑΚ, με την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διέλαβε ελλιπείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ του τραυματισμού του αναιρεσιβλήτου και της απαξίωσης του ηλεκτρονικού εξοπλισμού του καταστήματός του και εσφαλμένα επιδίκασε σ’ αυτόν, ως αποζημίωση για διαφυγόν κέρδος, το ποσό των 9.793 ευρώ, που αντιστοιχεί στη μείωση της αξίας του ηλεκτρονικού εξοπλισμού της επιχείρησής του, κατά το διάστημα της εξάμηνης κατ’ οίκον νοσηλείας του, που αυτή δεν λειτούργησε λόγω της ανικανότητας αυτού προς εργασία, ζήτημα που είναι ουσιώδες για το αποτέλεσμα της δίκης, ως προς τη θεμελίωση αξίωσης για το αυτοτελές ως άνω κεφάλαιο διαφυγόντος κέρδους (και όχι μόνο ως προς το ύψος αυτού).
Επισημαίνεται ότι η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία εσφαλμένα υπολαμβάνει ότι παραβιάστηκαν εκ πλαγίου και οι διατάξεις των άρθρων 300 και 330 ΑΚ, που αλυσιτελώς αναφέρει, διότι αυτές αφορούν ζημία από οικείο πταίσμα του παθόντος και όχι το διαφυγόν κέρδος αυτού. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης το Εφετείο δέχτηκε αναφορικά με το ως άνω κονδύλιο αποζημιώσεως, τα ακόλουθα: "Από την παράσυρσή του ο ενάγων υπέστη κάταγμα σπλαχνικού κρανίου, κάταγμα αριστερού ηβοϊσχιακού κλάδου και κάταγμα αριστερού λαγονίου οστού και αιμάτωμα σπλήνα, συνεπεία των οποίων διακομίστηκε στο Γ.
Ν. Ζακύνθου "...", όπου νοσηλεύτηκε μέχρι τις 22.10.2010 (επί 16 ημέρες). Κατά τη νοσηλεία του εκεί διαρρήχθηκε ο σπλήνας και αφαιρέθηκε χειρουργικώς. Του συστήθηκε αποθεραπεία 6 μηνών και αποφυγή άρσης βάρους επί 9 μήνες... Ο ενάγων κατά το χρόνο του ατυχήματος διατηρούσε ατομική επιχείρηση προσφοράς υπηρεσιών διαδικτύου (internet cafe) στην ....
Κατά την εξάμηνη οίκοι νοσηλεία του το κατάστημα παρέμεινε κλειστό, αφού τα καθαρά έσοδά του, ύψους € 500,00/μήνα περίπου μέχρι το χρόνο του ατυχήματος, δεν επέτρεπαν την πρόσληψη άλλου υπαλλήλου για να το λειτουργήσει... Κατά το διάστημα των 6 μηνών της μη λειτουργίας του καταστήματος του ενάγοντος λόγω της νοσηλείας του στο σπίτι, ο ηλεκτρονικός εξοπλισμός του καταστήματός του, που είχε αγοραστεί έναντι € 50.796,80, τρία χρόνια ενωρίτερα (Οκτώβριο έως Δεκέμβριο 2007) και λόγω της παρόδου τριετίας, λόγω της χρήσης από πελάτες του καταστήματος, και λόγω της αλματώδους προόδου της τεχνολογίας κατά το διάστημα αυτό, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, είχε ήδη υποβαθμιστεί κατ’ αξία σε ποσοστό 70%, ήτοι ήταν πλέον αξίας € 15.240.
Ο ενάγων από αυτόν τον εξοπλισμό πούλησε 5 ηλεκτρονικούς υπολογιστές με τα παρελκόμενά τους έναντι τιμήματος € 1.250,00 και συνεπώς ζημιώθηκε απ’ αυτή την αιτία κατά ποσό € 13.990,00, που θα του επιδικαστεί μειωμένο κατά το λόγο συνυπαιτιότητάς του ήτοι € 9.793,00.
Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δεν του επιδίκασε οποιοδήποτε ποσό, έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων κατά τον εν μέρει βάσιμο περί τούτου τέταρτο λόγο έφεσης". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, δικάζοντας την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου, μετά από εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή και ως προς το κονδύλιο αυτό, επιδικάζοντας στον τελευταίο για την αιτία αυτή το ως άνω ποσό.
Με τις ανωτέρω σαφείς και χωρίς αντιφάσεις παραδοχές του το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικές διατάξεις ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ του τραυματισμού του αναιρεσιβλήτου και του διαφυγόντος κέρδους αυτού από την απαξίωση του ηλεκτρονικού εξοπλισμού της επιχείρησής του, διότι, όπως δέχεται το Εφετείο, η υποβάθμιση της αξίας του ηλεκτρονικού εξοπλισμού είναι απότοκος του τραυματισμού του αναιρεσιβλήτου και της εξαιτίας αυτού κατ’ οίκον νοσηλείας του επί εξάμηνο και συνακόλουθα της διακοπής λειτουργίας αυτής (επιχείρησης) συνεπεία της ανικανότητάς του προς εργασία.
Οι παραδοχές αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών, που το Εφετείο ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν, στο πραγματικό των ουσιαστικών κανόνων δικαίου των άρθρ. 297-298 σε συνδ. 914 ΑΚ, τους οποίους ορθά εφάρμοσε. Επομένως, ο 3ος αναιρετικός λόγος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Κατόπιν όλων αυτών και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης συνολικά. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 4 εδ. ε’ ΚΠολΔ, όπως ίσχυε τότε). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία, λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 183 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτού, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 6-2-2015 (αρ. κατ. ...2015) αίτηση για αναίρεση της υπ’ αρ. 5911/2014 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των αυτοκινητικών διαφορών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει κατατεθεί, στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουλίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ