1303/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο της συνθέσεως, μη υπάρχοντος Αντιπροέδρου στη σύνθεση του Τμήματος), Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1303/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη και την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Full text
Απόφαση 1303 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1303/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο της συνθέσεως, μη υπάρχοντος Αντιπροέδρου στη σύνθεση του Τμήματος), Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Γεώργιο Χοϊμέ, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1) Φ. Κ. του Ι., συζ. Η. Χ. και 2) Χ. Χ. του Η., κατοίκων ... οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Γιαννακό.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Θ. Τ. του Α., κατοίκου ..., 2) Α. Τ., κατοίκου ... 3) Β. Τ., κατοίκου ... 4) ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "GENERAL UNION - ΓΕΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΑΕΓΑ", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανεκλήθη οριστικώς, λόγω παραβάσεως νόμου και 5) ανώνυμης εταιρίας γενικών ασφαλίσεων με την επωνυμία "ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ", που εδρεύει στη … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 1ος, 2ος και 3η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Παλαμήδη, το 4ο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούρτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η 5η από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-3-2009 αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών και συνεκδικάστηκε με την από 10-4-2009 αγωγή των ήδη 1ου, 2ου και 3ης των αναιρεσιβλήτων, καθώς και με την από 26-11-2009 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση - παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη 5ης αναιρεσίβλητης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 239/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 297/2014 του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 19-1-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Καλαματιανός διάβασε την από 24-9-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αίτησης για αναίρεση της 297/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των 1ου, 2ου και 3ης των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 24/1992, ΑΠ 1852/2007).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.
Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη και την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, η ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση των οποίων ιδρύει τους αναιρετικούς λόγους του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ.
Αντίθετα η κρίση ότι η πράξη ή η παράλειψη υπήρξε ένας από τους αναγκαίους όρους του αποτελέσματος αφορά πράγματα και δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Επίσης, οι έννοιες της αμέλειας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι συντρέχοντος πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια του συντρέχοντος πταίσματος.
Αντιθέτως, ο καθορισμός της βαρύτητας του πταίσματος και του ποσοστού, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, αφορά εκτίμηση πραγμάτων, που δεν ελέγχεται ακυρωτικώς. Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ.
Περαιτέρω από τη διάταξη του άρθρου 300 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας και επομένως και σε αυτή από αδικοπραξία των άρθρων 914 επ. Α.Κ. προκύπτει ότι όταν στη γένεση ή στην επέλευση της ζημίας συντέλεσε και πταίσμα του ζημιωθέντος, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 330 ΑΚ, το δικαστήριο της ουσίας μπορεί κατά την ελεύθερη κρίση του, αφού σταθμίσει τις περιστάσεις και ιδιαίτερα το βαθμό του πταίσματος του ζημιωθέντος και του ζημιώσαντος, να μη επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής.
Σε κάθε περίπτωση η παράβαση των διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας κρίνεται σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξεως και του επελθόντος αποτελέσματος.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του ζημιωθέντος είναι κρίση σχετική με νομική έννοια και υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο κατά τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. Εξάλλου, κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 2696/1999 "Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία...
Οι οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή...". Κατά δε το άρθρο 19 παρ. 1 του νόμου αυτού "1. Ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς". Τέλος κατά τη διάταξη του όρθρου 42 παρ. 1 του ίδιου νόμου "1.
Απαγορεύεται η οδήγηση κάθε οδικού οχήματος από οδηγό, ο οποίος κατά την οδήγηση του οχήματος βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος, τοξικών ουσιών ή φαρμάκων που σύμφωνα με τις οδηγίες χρήσης τους ενδέχεται να επηρεάζουν την ικανότητα του οδηγού. Ο ελεγχόμενος οδηγός θεωρείται ότι βρίσκεται υπό την επίδραση οινοπνεύματος όταν το ποσοστό αυτού στον οργανισμό είναι από 0,50 γραμμάρια ανά λίτρο αίματος (0,50 gr./l) και άνω, μετρούμενο με τη μέθοδο της αιμοληψίας ή από 0,25 χιλιοστά του γραμμαρίου ανά λίτρο εκπνεόμενου αέρα και άνω, όταν η μέτρηση γίνεται στον εκπνεόμενο αέρα με αντίστοιχη συσκευή αλκοολομέτρου".
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε έφεση των αναιρεσειουσών κατά της 239/2011 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πατρών, με την οποία είχε απορριφθεί η 1769/2009 αγωγή αυτών κατά των τριών πρώτων των αναιρεσιβλήτων και της ΓΕΝΙΚΗΣ ΕΝΩΣΗΣ Α.Ε.Γ.Α., είχε γίνει εν μέρει δεκτή η 3498/2009 αγωγή των τριών πρώτων των αναιρεσιβλήτων κατά των αναιρεσειουσών και της ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ Α.Ε.Γ.Α., και είχαν επιδικαστεί στους ενάγοντες τα αναφερόμενα σ’ αυτή ποσά, ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, που αυτοί υπέστησαν από τον τραυματισμό του πρώτου και την πρόκληση υλικών ζημιών στο αυτοκίνητο των δευτέρου και τρίτης των αναιρεσιβλήτων σε τροχαίο ατύχημα μεταξύ του υπ’ αρ.
κυκλοφορίας ... ΙΧΕ της πρώτης αναιρεσείουσας Φ. Κ., ασφαλισμένου στην ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ Α.Ε.Γ.Α., το οποίο οδηγούσε η δεύτερη αναιρεσείουσα Χ. Χ., και του υπ’ αρ. κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. συνιδιοκτησίας των 2ου και 3ης των αναιρεσιβλήτων, ασφαλισμένου στη ΓΕΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ Α.Ε.Γ.Α., της οποίας η άδεια ανακλήθηκε και στη θέση της υπεισήλθε το 4ο αναιρεσιβλητο ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ, το οποίο οδηγούσε ο 1ος αναιρεσίβλητος, με αποκλειστικώς υπαίτια του ατυχήματος την δεύτερη των αναιρεσειουσών Χ.
Χ.. Επίσης με την αυτή πρωτόδικη είχε γίνει δεκτή παρεμπίπτουσα αγωγή της πέμπτης των αναιρεσιβλήτων ασφαλιστικής εταιρείας κατά των αναιρεσειουσών, των οποίων είχε αναγνωρισθεί η υποχρέωση να καταβάλουν σ’ αυτήν ό,τι αυτή θα υποχρεωθεί να καταβάλει στους ενάγοντες της κύριας αγωγής.
Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αποδειχθέντα, αναφορικά με τα κρίσιμα και ουσιώδη ζητήματα της υπαιτιότητας των οδηγών των συγκρουσθέντων οχημάτων και της ύπαρξης ή μη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς ενός εκάστου των οδηγών και των παθόντων και του επελθόντος ζημιογόνου αποτελέσματος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στις 12. 07.2008 και περί ώρα 05:55 ο ενάγων Θ.
Τ. οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... όχημα ΙΧΕ, συνιδιοκτησίας των γονέων του, εναγόντων Α. και Β. Τ. κατά 50% εξ αδιαιρέτου έκαστος, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρία ΓΕΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ ΑΕΓΑ, στη θέση της οποίας έχει ήδη υπεισέλθει το Επικουρικό Κεφάλαιο λόγω ανακλήσεως της άδειας της τελευταίας και κινείτο επί της Ν.Ε.Ο.
Πατρών - Αθηνών με κατεύθυνση από Ρίο προς Πάτρα. Την ίδια ώρα και επί της ιδίας οδού και με την ίδια κατεύθυνση με αυτή του άνω ενάγοντος εκινείτο η ενάγουσα Χ. Χ. με το με αριθμό κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, κυριότητας της ενάγουσας Φ. Κ., το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία ΙΝΤΕΡΣΑΛΟΝΙΚΑ ΑΕΓΑ.
Η ως άνω οδός είναι διπλής κατεύθυνσης, το πλάτος της με τα ερείσματα ανέρχεται σε 7,60 μέτρα, έχει ένα ρεύμα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, η άσφαλτος την ημέρα εκείνη ήταν ξηρά και η ορατότητα των οδηγών δεν περιοριζόταν. Στην υπ’ αριθμ 152 χ/θ της ως άνω οδού το όχημα που οδηγούσε η δεύτερη εκκαλούσα Χ. Χ., εξετράπη της πορείας του, προσέκρουσε στη διαχωριστική νησίδα και επέπεσε στο οπίσθιο αριστερό μέρος του οχήματος που οδηγούσε ο Θ.
Τ., το οποίο εξαιτίας της πρόσκρουσης εκτινάχθηκε στον αέρα προς τα δεξιά και κατέληξε εκτός οδοστρώματος σε παρακείμενο χαντάκι με κατεύθυνση αντίθετη από αυτήν της πορείας του, με αποτέλεσμα τον τραυματισμό του Θ. Τ. και την πρόκληση υλικών ζημιών στο όχημά του. Το όχημα δε που οδηγούσε η Χ. Χ. ανετράπη και κατέληξε στη μέση του οδοστρώματος.
Η σύγκρουση οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα της ανωτέρω οδηγού διότι α) όπως αποδείχθηκε, οδηγούσε χωρίς σύνεση και χωρίς να έχει διαρκώς τεταμένη την προσοχή της β) ήταν κουρασμένη από τη νυχτερινή διασκέδαση και δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του άνω αυτοκινήτου που οδηγούσε, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς και γ) οδηγούσε υπό την επίδραση οινοπνεύματος, (ποσοστό αλκοόλης με τεστ εκπνοής 0,33 0/00 στις 07:52 και 0,28 0/00 στις 08:0).
Εξαιτίας όλων αυτών, απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός της και προκάλεσε το άνω περιγραφόμενο ατύχημα. Αντίθετα τον άνω οδηγό Θ. Τ. ουδεμία υπαιτιότητα βαρύνει, διότι και κανονικά κινούνταν στο ρεύμα του και αντικειμενικά δεν ήταν σε θέση να κάνει κάποιο αποφευκτικό ελιγμό λόγω του αιφνίδιου της οδηγικής συμπεριφοράς της υπαίτιου οδηγού.
Το ζημιογόνο όχημα οδηγείτο από την Χ. Χ. και όχι από την συνεπιβάτιδά της Γ. Μ., όπως δηλώθηκε από την ίδια τη Χ. Χ. αμέσως μετά το ατύχημα στον συντάξαντα την έκθεση αυτοψίας αστυνομικό, η οποία και υποβλήθηκε ως οδηγός σε αλκοτέστ. Η εκ των υστέρων δήλωση της ανωτέρω στην προανακριτική της κατάθεση δύο μέρες μετά το ατύχημα, σύμφωνα με την οποία η ίδια ήταν συνεπιβάτης και η φίλη της Μ.
Γ. οδηγός στο με αριθμό κυκλοφορίας ... όχημα, με τη δικαιολογία ότι φοβόταν τους γονιούς τους, δεν κρίνεται πειστική κατά την κρίση του Δικαστηρίου για το λόγο ότι η ίδια δήλωσε οδηγός του ζημιογόνου οχήματος, ενώ βρισκόταν σε κατάσταση μέθης, η δε φερόμενη ως οδηγός Μ. Γ., στην προανακριτική της κατάθεση φέρεται νηφάλια.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο επομένως, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του και μετ’ εκτίμηση των αποδείξεων, απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμο τον ισχυρισμό των εναγομένων ότι αποκλειστικώς υπαίτιος, άλλως συνυπαίτιος της συγκρούσεως αυτής και των εξ αυτής επιζήμιων αποτελεσμάτων είναι ο εφεσίβλητος, ενώ έκανε δεκτό τον ισχυρισμό του τελευταίου, ότι αποκλειστικώς υπαίτια τούτων είναι η δεύτερη των εκκαλουσών και με βάση τις παραδοχές αυτές απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη την αγωγή των εκκαλουσών και έκανε δεκτή στη συνέχεια κατ’ ουσίαν την αγωγή των εφεσίβλητων, ορθά τον νόμο εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε".
Και υπό τις παραδοχές αυτές απέρριψε τον σχετικό λόγο της έφεσης.
Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε, εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του Α.Κ., του ν. ΓΠΝ/1911 και του ν. 2696/1999, τις οποίες εφάρμοσε ορθώς, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα το Εφετείο διέλαβε πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, τόσο ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας οδηγού για το ένδικο ατύχημα, διαλαμβάνοντας με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την έννοια της αμελείας περιστατικά, που επέδειξε η ως άνω οδηγός στην πρόκληση του εν λόγω τροχαίου ατυχήματος, σε συνδυασμό με τις παραβάσεις διατάξεων του Κ.Ο.Κ., οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα (οδήγηση υπό την επήρεια οινοπνεύματος, χωρίς σύνεση και προσοχή και χωρίς να έχει τον πλήρη έλεγχο του αυτοκινήτου της), όσο και ως προς την έλλειψη οποιασδήποτε συντρέχουσας αμέλειας του πρώτου αναιρεσιβλήτου στην πρόκληση αυτού.
Ως προς τη συμπεριφορά του τελευταίου το Δικαστήριο με σαφήνεια προσδιόρισε, ότι αυτός εκινείτο με το όχημά του, με κανονική ταχύτητα, στο μέσο της οδού, καθώς και ότι η μη διενέργεια αποφευκτικού ελιγμού από αυτόν δεν μπορεί να αποδοθεί σε συνυπαιτιότητά του, δοθέντος ότι η αιφνίδια εκτροπή του αυτοκινήτου που οδηγούσε η αναιρεσείουσα και στη συνέχεια πρόσκρουση αυτού με το αυτοκίνητο του α’ αναιρεσιβλήτου του απέκλεισε αντικειμενικά τη δυνατότητα οποιουδήποτε ελιγμού.
Περαιτέρω, αιτιολόγησε επαρκώς την κρίση του περί του ότι το ζημιογόνο όχημα οδηγούσε η β’ των αναιρεσειουσών, όπως η ίδια δήλωσε αμέσως μετά το ατύχημα υποβληθείσα μάλιστα και σε αλκοτέστ, και όχι η συνεπιβάτις της Μ. Γ., όπως κατέθεσε η αναιρεσείουσα μετά διήμερο στην προανακριτική της κατάθεση. Επομένως, το Εφετείο δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ.
προβλεπόμενη πλημμέλεια, η οποία αποδίδεται με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί, ως αβάσιμος. Καθ’ όσο μέρος όμως, υπό το πρόσχημα της επίκλησης της πλημμέλειας του άρθρου 559 αρ. 19 πλήττεται η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί την αξιολόγηση των πραγματικών γεγονότων, με την αιτίαση ότι δεν διευκρινίζεται πως το Δικαστήριο της ουσίας, με μόνη την προαναφερθείσα αιτιολογία, κατέληξε στην παραδοχή ότι οδηγός του ζημιογόνου ήταν η β’ αναιρεσείουσα, ο λόγος αυτός, είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.
Κατά τον αριθμό 11 περ. γ’ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. ιδρύεται λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Παγίως γίνεται δεκτό ότι δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφασή του ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν στην απόφασή του για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη.
Η γενική αναφορά της λήψεως υπόψη όλων των αποδείξεων που προσκομίσθηκαν με επίκληση δεν αποκλείει την ίδρυση του άνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο που έχει ουσιώδη σημασία στην έκβαση της δίκης, ήτοι επηρεάζει αποφασιστικά το συμπέρασμα του δικανικού συλλογισμού, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.
Αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του προβλεπόμενου από την άνω διάταξη λόγου αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 322/2011). Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης και υπό την επίκληση του αριθμού 11 περ. γ’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα μετ’ επικλήσεως με τις έγγραφες προτάσεις των αναιρεσειουσών ενώπιον του Εφετείου μεταξύ άλλων αποδεικτικά έγγραφα, ήτοι α) τις προανακριτικές καταθέσεις της δεύτερης τούτων Χ.
Χ. (από 14-7-2008) και της Μ. Γ. (από 26-9-2008), στις οποίες αυτές κατέθεσαν ότι οδηγός του ζημιογόνου οχήματος ήταν η δεύτερη, β) το από 1-6-2011 κλητήριο θέσπισμα του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Πατρών, με το οποίο παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, η μεν Μ. Γ. για τις πράξεις της σωματικής βλάβης εξ αμελείας, που φέρεται να προκάλεσε, κατά το ένδικο ατύχημα, εις βάρος των Χ.
Χ. (β’ αναιρεσείουσας) και Θ. Τ. (α’ αναιρεσιβλήτου), η δε Χ. Χ. για την πράξη της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης, που φέρεται ότι τέλεσε με τη δήλωσή της αμέσως μετά το ατύχημα, ότι αυτή οδηγούσε το ζημιογόνο αυτοκίνητο, και γ) απόσπασμα που περιέχει το διατακτικό της 4316/2013 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πατρών, από το οποίο προκύπτει ότι κατά τη διεξαχθείσα δίκη επί των ανωτέρω κατηγοριών το Δικαστήριο αα) έπαυσε οριστικά την ποινική δίωξη κατά της Μ.
Γ. και ββ) κήρυξε αθώα την δεύτερη αναιρεσείουσα για την πράξη της ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης. Από τη βεβαίωση, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι σε συνδυασμό με τη ρητή μνεία, ότι μεταξύ αυτών συμπεριλαμβάνονται και τα έγγραφα της σχηματισθείσας για το ένδικο ατύχημα ποινικής δικογραφίας, το περιεχόμενο, μάλιστα, των οποίων (σχετικά με το ποια οδηγούσε το ζημιογόνο αυτοκίνητο) αντικρούεται, ουδεμία καταλείπεται αμφιβολία ότι, το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα και, επομένως, ο ως άνω λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
Ως προς δε το υπό στοιχείο γ’ έγγραφο ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και διότι από το προαναφερόμενο διατακτικό δεν συνάγεται δικαστικό τεκμήριο με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ήτοι δεν επηρεάζει αυτό αποφασιστικά το συμπέρασμα του δικανικού συλλογισμού.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να καταδικασθούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, τα οποία ορίζει στο ποσό των 2.700 ευρώ (άρθρο 183 Κ.Πολ.Δ.), για κάθε διάδικο ή ομάδα διαδίκων που παρέστη με άλλο πληρεξούσιο δικηγόρο, και να διαταχθεί η εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ’ αρ. εκθ. κατάθεσης 7/20-1-2015 αίτηση για αναίρεση της 297/2014 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πατρών.
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για κάθε διάδικο ή ομάδα διαδίκων που παρέστη με άλλο πληρεξούσιο δικηγόρο. Και Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο,.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Νοεμβρίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ