Legislator Case Law & Legislation
1303/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on insurance claim where employer duties were not reduced by kidney loss.

Case Number 1303/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding an insurance claim for lost income. The appellant argued that losing a kidney should have automatically reduced his work capacity and thus his insurance payout, but the court found this premise incorrect. The court held that insurance coverage corresponds to lost income-generating capacity, which may remain high even with significant physical disability, and that the lower court correctly considered the specific job duties without needing to apply general disability rules.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court established that insurance coverage for lost income is based on actual earning capacity rather than the percentage of disability, and that a court of appeal is not required to apply general disability rules when specific job duties demonstrate retained earning potential.

Keywords

AI generated
insurance claim lost income capacity disability assessment appeal dismissal employment duties

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Articles 361, 410, 411 of the Civil Code
Article 189 of the Enforcement and Execution Law
Articles 1, 7, 31, 32 of Law 2496/1997
Article 298 of the Civil Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1303 / 2009 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1303/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Καλαμίδα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Διονύσιο Γιαννακόπουλο, Ιωάννη - Σπυρίδωνα Τέντε, Βασίλειο Φούκα και Γεώργιο Γεωργέλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Απριλίου 2009, με την παρουσία και της Γραμματέως Χριστίνας Σταυροπούλου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Παπαναγιώτου.

Της αναιρεσιβλήτου:Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ "Η ΕΘΝΙΚΗ"" που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φλώρα Τριανταφύλλου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20 Ιανουαρίου 2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3241/2004 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 8119/2005 μη οριστική και 3628/2006 οριστική του Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29 Νοεμβρίου 2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Γεωργέλλης, ανέγνωσε την από 12 Μαΐου 2008 έκθεση του κωλυομένου να συμμετέχει στην σύνθεση Αρεοπαγίτη Δημητρίου Πατινίδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων αναιρέσεως.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου στην δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ δημιουργείται λόγος αναιρέσεως και αν παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, συνίσταται δε η παραβίαση στην εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα που υπάρχει, όταν εφαρμόζεται ή δεν εφαρμόζεται κατά περίπτωση, κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν και δεν υπάρχουν ή υπάρχουν, αντίστοιχα, οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του σύμφωνα με όσα ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας.

Ο δε από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης της αποφάσεως ιδρύεται και όταν αυτή έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ουσιώδες ζήτημα, νοούνται δε ως αιτιολογίες τα από την απόφαση δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποτελούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της, δηλαδή το αποδεικτικό πόρισμά της, στο οποίο στήριξε το συμπέρασμα.

Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361, 410, 411 ΑΚ, 189 επομ. ΕμπΝ και 1, 7, 31 και 32 του ν. 2496/1997 και 298 ΑΚ συνάγεται ότι ο ασφαλισμένος, με ομαδική ασφάλιση, που καλύπτει στον κίνδυνο ασθενείας, δικαιούται να απαιτήσει την ασφαλιστική παροχή (ασφάλισμα)από την ασφαλιστική εταιρεία, για τα εισοδήματα που θα απωλέσει από την εργασία του, λόγω της επίδρασης της ασθενείας του στην ικανότητα για εργασία.

Η αποζημίωση (ασφάλισμα) δεν ταυτίζεται κατ' ανάγκη με το ποσοστό αναπηρίας αλλά είναι αντίστοιχη με την απολεσθείσα ικανότητα για απόκτηση εισοδημάτων, η οποία αποδεικνύεται σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, αφού είναι δυνατόν να υπάρχει μεγάλη αναπηρία με μακρή επίπτωση στην ικανότητα απόκτησης εισοδημάτων και αντιστρόφως.

Ερευνάται, δηλαδή, η δυσμενής συνέπεια που έχει η βλάβη του σώματος ή της υγείας στη συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα του προσώπου. Αυτό που λαμβάνεται υπόψη κατά τον υπολογισμό της αποζημιώσεως είναι αν η βλάβη του σώματος του ασφαλισμένου έστω και μόνιμη επηρεάζει ή δεν επηρεάζει στον ίδιο βαθμό την επαγγελματική (οικονομική) του δραστηριότητα.

Το δικαστήριο που κρίνει την αγωγή αποζημιώσεως δεν δεσμεύεται ως προς τη διάρκεια και το ποσοστό ανικανότητας από σχετικές αποφάσεις άλλων οργάνων ή προσώπων, τα οποία στον κύκλο της αρμοδιότητάς τους προσδιορίζουν την ανικανότητα του παθόντος με άλλα κριτήρια. Η ασφάλιση καλύπτει τον κίνδυνο ασθενείας που δημιουργεί βλαπτικές συνέπειες στον ασφαλισμένο και ιδίως την ανάγκη ιατρικής περίθαλψης και την αδυναμία να εργασθεί.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του δέχθηκε τα ακόλουθα: Ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος από τις 4 Ιουνίου 1979, εργάζεται με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, κατά πλήρη απασχόληση στην εταιρία με την επωνυμία " ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ Α.Ε.", με την ειδικότητα "Ειδικού Προγράμματος-Υπευθύνου Έργου".

Ειδικότερα από της προσλήψεως του ο ενάγων απασχολήθηκε ως εξής : α) από 4-6-1979 μέχρι 6-7-1980 ως υπάλληλος αποθήκης, β) από 7-7-1980 μέχρι 10-8-1982 ως συντονιστής εφοδιασμού, γ) από 11-8-1982 μέχρι 25-10-1988, ως προγραμματιστής εργασιών , δ) από 26-10-1988 μέχρι 31-10-1992, ως προγραμματιστής έργου - ελέγχου παραγωγής, ε) από 1-11-1992 μέχρι 31-12-1999 ως επόπτης τεχνικής υποστήριξης παραγωγής.

Με το οργανόγραμμα που τέθηκε σε εφαρμογή το 1998, καταργήθηκαν οι θέσεις "Επόπτη και Τμηματάρχη" και αντ' αυτού καθιερώθηκε η θέση του προϊσταμένου συνεργείου ή υπηρεσίας ή δραστηριότητας. Με τη στελέχωση οργανογράμματος, ο ενάγων δεν τοποθετήθηκε σε θέση προϊσταμένου, αλλά παρέμεινε επόπτης χωρίς οργανική θέση και συνεχίστηκε η καταβολή σε αυτόν του επιδόματος θέσης των 44,02 ευρώ, που ελάμβανε μέχρι τότε.

Την 1-1-2000 με την εφαρμογή της "Ρύθμισης αμοιβών προϊστάμενου υπηρεσίας-συνεργείου, υπευθύνων δραστηριότητας, υπευθύνων έργου" (Συμπληρωματική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας 2000-2001" μεταξύ της εργοδότριας εταιρίας και Σ.Ε.Ε.Α.Β,, εντάχθηκε στην ειδικότητα. "Ειδικού προγράμματος- Υπευθύνου έργου" την οποία κατέχει μέχρι σήμερα, με ταυτόχρονη καταβολή του επιδόματος του επόπτη, των 44,02 ευρώ.

Η εν λόγω εργοδότρια του ενάγοντος συνήψε με την εναγομένη (ήδη εκκαλούσα) ασφαλιστική εταιρία, σύμβαση ομαδικής ασφάλισης, με χρόνο έναρξης την 1-1-1991. Υπέγραψαν το ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο. Με βάση τους όρους αυτού, δικαιούται να ασφαλιστεί άμεσα το σύνολο των μισθωτών της εργοδότριας του ενάγοντος. Ο τελευταίος υπέβαλε την από 11-7-1991 αίτησή του για εγγραφή στην ομαδική ασφάλιση προς την εναγομένη και από τότε τυγχάνει άμεσα ασφαλισμένος της.

Το έτος 2000 διαγνώσθηκε ότι πάσχει από "Ca" του αριστερού νεφρού και στις 25-4-2000, υποβλήθηκε σε νεφρεκτομή. Η Πρωτοβάθμια Υπηρεσιακή Υγειονομική Επιτροπή της Νομαρχίας Αθηνών, γνωμάτευσε ότι έχει φυσιοαναπηρική αναπηρία άνω του 67 % (αρ. πρωτ. ...), ενώ η Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή του Ι.Κ.Α. ... το έτος 2002 γνωμάτευσε ότι το ποσοστό αναπηρίας του ανέρχεται στο 80 %, η πάθηση του κρίνεται χρόνια και εμπίπτει στις διατάξεις του νόμου 2643/1998 (αρ.

γν. ...). Ο ενάγων συνεπεία της ανωτέρω χειρουργικής επεμβάσεως, όπως βεβαιώνει η εργοδότρια εταιρία (βλ. την από 13-11-03 βεβαίωση), απείχε από την εργασία του κατά το χρονικό διάστημα από 16-4-2000 μέχρι 12-6-2000, επανήλθε δε στην εργασίας του στις 13-6-2000 και εξακολουθεί έκτοτε να εργάζεται. Με την αίτησή του προς την εναγομένη ζήτησε να του καταβάλει, σύμφωνα με τους όρους του ασφαλιστηρίου, το ασφαλιζόμενο για ολική ανικανότητα ποσό, το οποίο ισοδυναμεί με 28 μηνιαίους μισθούς, δηλαδή σε 48.265,26 ευρώ (1723,26 ευρώ επί 28).

Η εναγομένη αρνήθηκε την πληρωμή του ποσού αυτού επικαλούμενη τους όρους της ασφαλιστικής συμβάσεως, διότι ο ενάγων, μετά την χειρουργική επέμβαση επανήλθε στην εργασία του, χωρίς να τη διακόψει ποτέ, για ανικανότητα συνεπεία της αναπηρίας του. Σχετικά με το ζήτημα αυτό πρέπει να λεχθούν τα εξής: Σύμφωνα με τους γενικούς και ειδικούς όρους του ασφαλιστηρίου, αν το ασφαλιζόμενο πρόσωπο καταστεί ολικά ανίκανο εξαιτίας ασθενείας θα καταβάλλεται σ'αυτό σε δύο ετήσιες δόσεις ποσό ίσο με 28 μηνιαίους μισθούς (αρθρ.4 ασφαλιστηρίου).

Αν το ασφαλιζόμενο πρόσωπο καταστεί ολικά ανίκανο, εξαιτίας ασθένειας, ενώ ήταν συνέχεια ασφαλισμένο με την παρούσα ασφάλιση για δώδεκα (12) τουλάχιστον μήνες, προσκομίσει στα γραφεία της "ΕΘΝΙΚΗΣ", δικαιολογητικά από τα οποία να αποδεικνύεται ότι η ολική ανικανότητα αυτή συνεχίζεται για 24 μήνες, η "ΕΘΝΙΚΗ" θα του καταβάλει το ασφαλιζόμενο ποσό διαρκούς ολικής ανικανότητας, όπως αυτό καθορίζεται ανωτέρω.

Κατά το άρθρο 5 της συμβάσεως, ολική ανικανότητα θεωρείται η ανικανότητα που καθιστά τον ασφαλισμένο ανίκανο σε ποσοστό τουλάχιστον 67% να εκτελέσει οποιαδήποτε εξαρτημένη ή όχι επικερδή εργασία ή απασχόληση. Από τους ανωτέρω όρους προκύπτει ότι για να επέλθει η ασφαλιστική περίπτωση θα πρέπει η αναπηρία του ασφαλισμένου να τον εμποδίζει για την πραγματική άσκηση οποιασδήποτε εξαρτημένης ή όχι επικερδούς εργασίας ή απασχόλησης.

Η σωματική, λοιπόν, αναπηρία από καθαρώς ιατρική άποψη και η ανικανότητα προς άσκηση συγκεκριμένης επαγγελματικής - οικονομικής δραστηριότητας προς κτήση εισοδημάτων δεν ταυτίζονται. Για τη θεμελίωση του σχετικού δικαιώματος του ασφαλισμένου, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης, κρίσιμο και αποφασιστικό είναι ποια οικονομικά αποτελέσματα επέφερε στον ασφαλισμένο η βλάβη του σώματος ή της υγείας του.

Επομένως, για την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης στην κρινόμενη υπόθεση, θα πρέπει να ερευνηθεί αν ο ενάγων εξαιτίας της αναπηρίας του εμποδίστηκε να παρέχει την εργασία του για 24 συνολικά μήνες ή αν εκείνη που παρέχει δεν ανταποκρίνεται σε όλα τα συνήθη και τακτικά καθήκοντα του, που ασκούσε και προηγουμένως.

Από τα ίδια, ως άνω αποδεικτικά στοιχεία, προκύπτει ότι ο ενάγων, συνεπεία της χειρουργικής επεμβάσεως, όπως βεβαιώνει η εργοδότρια του (βλ. την από 13-11-2003 βεβαίωση) και δεν αμφισβητείται από αυτόν, απείχε από την εργασία του, κατά το χρονικό διάστημα από 16-4-2000 μέχρι 12-6-2000. Επανήλθε στην εργασία του στις 13-6-2000.

Από τότε εξακολουθεί να εργάζεται στη θέση που κατείχε προηγουμένως (ειδικός προγράμματος - υπεύθυνος έργου), ενώ οι αποδοχές του, στις οποίες περιλαμβάνεται και το επίδομα θέσης των 44,02 ευρώ, αυξήθηκαν, λόγω τριετιών, αλλαγής κλιμακίου, ωριμάνσεων και άλλων μισθολογικών -βαθμολογικών εξελίξεων, με βάση τις οικείες Σ.Σ.Ε (βλ.

τις από 13-12-05 και 2-3-06 βεβαιώσεις της Ε.Α.Β. - ΑΕ). Το ότι ο ενάγων δεν τοποθετήθηκε προϊστάμενος συνεργείου ή δραστηριότητας, με αποτέλεσμα να μη του καταβάλλεται επίδομα 117,36 ευρώ, δεν οφείλεται στην αναπηρία του. Τούτο διότι οι εν λόγω τοποθετήσεις σε εκτέλεση σχετικού οργανογράμματος του έτους 1998 είχαν λάβει χώρα, πριν την εκδήλωση της σωματικής του βλάβης και προς τούτο εκτιμήθηκαν τα λοιπά προσόντα του.

Εξάλλου, δεν αποδεικνύεται ότι μετά την αφαίρεση του νεφρού του, ο ενάγων δεν πραγματοποιεί υπερωρίες, για να στερείται εξαιτίας της αναπηρίας του, την αμοιβή του γι' αυτές. Ενόψει όλων αυτών, ο ενάγων εξακολουθεί και μετά την αναπηρία του, να εργάζεται στην ίδια εργοδότρια εταιρία. Η εργασία του αυτή ανταποκρίνεται σε όλα τα συνήθη και τακτικά καθήκοντα του, που ασκούσε και προηγουμένως, χωρίς να υπάρχει έστω και μερική μείωση αυτών, και συνακόλουθα, δεν επήλθε μείωση των αποδοχών του, Η ανατομοφυσιολογική του κατάσταση, μετά τον Ιούνιο του 2000, δεν επηρέασε την οικονομική ικανότητά του για κτήση εισοδημάτων.

Συνεπώς, δεν επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση, για να υποχρεούται η εναγομένη να καταβάλλει στον ενάγοντα το ασφαλιζόμενο ποσό". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο δεν παραβίασε τις παραπάνω αναφερθείσες ουσιαστικές διατάξεις αλλά και ούτε και άλλες δια της μη εφαρμογής τους, με το να δεχθεί ειδικότερα ότι συνέπεια της ασθενείας του δεν επήλθε η ασφαλιστική περίπτωση για να υποχρεούται η εναγομένη να καταβάλει στον αναιρεσείοντα το ασφαλιζόμενο ποσό, αφού αυτός και μετά την αφαίρεση του νεφρού εξακολουθεί να εργάζεται στη θέση που κατείχε προηγουμένως και να απολαμβάνει αυξημένων αποδοχών (λόγω υπερωριών τριετών, αλλαγής κλιμακίου και ωριμάνσεων), η δε μη προαγωγή του στη θέση του προϊσταμένου συνεργείου δεν οφείλεται στην αναπηρία αλλά στη συνεκτίμηση των λοιπών προσόντων του.

Επομένως ο από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως για εσφαλμένη ερμηνεία και κακή εφαρμογή των αυτών ως άνω διατάξεων πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Περαιτέρω, οι με βάση το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ προβαλλόμενες αιτιάσεις κατά της προσβαλλόμενης απόφασης, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμες, α) καθόσον αναφέρεται στην αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση έχει ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες γιατί δέχεται ότι "το ότι ο ενάγων δεν τοποθετήθηκε προϊστάμενος συνεργείου ή δραστηριότητας με αποτέλεσμα να μην καταβάλλεται το επίδομα των 117,36 ευρώ, δεν οφείλεται στην αναπηρία του καθόσον οι εν λόγω τοποθετήσεις σε εκτέλεση σχετικού οργανογράμματος του έτους 1988 είχαν λάβει χώρα πριν την εκδήλωση της σωματικής του βλάβης και προς τούτο εκτιμήθηκαν τα λοιπά προσόντα του και ότι ενόψει τούτων η εργασία του αυτή ανταποκρίνεται σε όλα τα συνήθη και τακτικά καθήκοντά του και ασκούσε και προηγουμένως, χωρίς να υπάρχει έστω και μερική μείωση αυτών και συνακόλουθά δεν επήλθε μείωση των αποδοχών του" διότι η προσβαλλόμενη δε προσδιορίζει πότε έγιναν οι τοποθετήσεις στις θέσεις του προϊσταμένου συνεργείου δραστηριότητας και ο αναιρεσείων παραλείφθηκε, καθόσον, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση σ' αυτή ορίζεται ότι οι τοποθετήσεις είχαν λάβει χώρα πριν εκδηλωθεί η σωματική του βλάβη όταν και εκτιμήθηκαν τα λοιπά προσόντα του, και β) καθόσον αναφέρεται στην αιτίαση "και στην περίπτωση που έγιναν οι τοποθετήσεις στη θέση του προϊσταμένου πριν την εκδήλωση της σωματικής βλάβης της υγείας μου, τοποθετήσεις έγιναν και μετά το κρίσιμο χρονικό διάστημα, από 16-4-2000 μέχρι 16-4-2002 (24 μήνες) και κατά το κρίσιμο αυτό χρονικό διάστημα με βεβαιότητα κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων (298 ΑΚ), εγώ θα είχα αρχαιότητα, εμπειρία και όλα τα προσόντα θα γινόμουν προϊστάμενος, όμως έγινε και ο ομοιόβαθμος μου με τα ίδια προσόντα ...

ενώ περαιτέρω δεν προσδιορίζεται ... ποια ήταν τα συνήθη και τακτικά καθήκοντα που ασκούσαν πριν την αναπηρία μου ...". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως και κατά την παραπάνω (υπό στοιχ. β') αιτίαση, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθόσον η παραπάνω ανεπάρκεια αιτιολογίας δεν αναφέρεται σε ζήτημα που συγκροτεί την ιστορική βάση της αγωγής αλλά πρόκειται για πραγματικό επιχείρημα που αντλείται από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Κατά το λοιπό μέρος του ο από του άριθ. 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ λόγος είναι απορριπτέος επίσης ως απαράδεκτος διότι οι δι' αυτού προβαλλόμενες αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας η οποία δεν ελέγχεται από τον 'Αρειο Πάγο.

ΙΙ. Οι κανόνες που έχουν τεθεί από τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ για την αναζήτηση της αληθινής βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων μερών χωρίς προσήλωση στις λέξεις και για την ερμηνεία των συμβάσεων, όπως απαιτούν η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, εφαρμόζονται σε περίπτωση κατά τη οποία το δικαστήριο της ουσίας διαπιστώσει ανελέγκτως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας για τις βουλήσεις των μερών, που δηλώθηκαν στην ερμηνευόμενη σύμβαση. Αν το δικαστήριο δεν διαπιστώνει την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας, δεν υποχρεούται να προσφύγει στις αρχές αυτές, η δε παράλειψή του, δεν ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη (πιο πάνω εκτιθέμενη) απόφαση το δικαστήριο της ουσίας δεν διαπίστωσε αμέσως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στη σχετική ασφαλιστική σύμβαση.

Συνεπώς δεν ήταν υποχρεωμένο το Εφετείο να προσφύγει στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Έτσι ο επί του άρθρου 559 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ στηριζόμενος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, γιατί στηρίζεται σε ανακριβή προϋπόθεση.

ΙΙΙ. Με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας και ειδικότερα το δίδαγμα ότι είναι άνθρωπος όταν απωλέσει ένα ζωτικό όργανο του σώματός του (όπως στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων απώλεσε το αριστερό του νεφρό), δηλαδή ένα άτομο με ειδικές ανάγκες και που σύμφωνα με το νόμο είχε περιορισμένες δυνατότητες για επαγγελματική απασχόληση εξαιτίας χρόνιας ασθενείας δεν είναι ανθρωπίνως δυνατό σύμφωνα με τους βιολογικούς νόμους να έχει πλήρη ικανότητα προς εργασία όπως και πριν την αναπηρία να εργάζεται και μάλιστα με υπερωρία και υπερεργασία όπως και πριν και η εργασία του να ανταποκρίνεται σε όλα τα συνήθη και τακτικά καθήκοντά που ασκούσε και προηγουμένως χωρίς να υπάρχει έστω και μερική μείωση αυτών, όπως εσφαλμένα δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος γιατί κατά τις παραδοχές της προσβαλλομένης, το ασφάλισμα δεν ταυτίζεται κατ' ανάγκη με το ποσοστό της αναπηρίας αλλά είναι αντίστοιχη με την απωλεσθείσα ικανότητα για την απόκτηση εισοδημάτων η οποία αποδεικνύεται στη συγκεκριμένη περίπτωση, με τη δυνατότητα η ύπαρξη μεγάλης αναπηρίας να έχει μικρή (ή καμία) επίπτωση στην ικανότητα απόκτησης εισοδημάτων.

IV. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11γ Κ.Πολ.Δ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν τό δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη 1) την από 14-5-1996 έγγραφη περιγραφή της θέσης του αναιρεσείοντα ως επόπτη προγραμματισμού εργασιών Αεροσκαφών της ΕΑΒ, 2) την από 12-4-2000 επιστολή ανάθεσης καθηκόντων της ΕΑΒ προς τον αναιρεσείοντα και 3) την υπ' αριθ. πρωτ. ... βεβαίωση της ΕΑΒ περί της θέσεως ειδικότητας στη ΕΑΒ μετά την ασθένεια του. Όμως από τη διαβεβαίωση στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το Εφετείο για να σχηματίσει η δικανική του πεποίθηση έλαβε υπόψη τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκόμιζουν οι διάδικοι σε συνδυασμό με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα στοιχείο από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το εάν το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω έγγραφα στην επίλυση της πιο πάνω διαφοράς, γίνεται απολύτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα έγγραφα αυτά. Επομένως ο πέμπτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29 Νοεμβρίου 2006 αίτηση του Χ για αναίρεση της υπ' αριθ. 3628/2006 αποφάσεως του Εφετείο Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Ιουνίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ