Legislator Case Law & Legislation
1303/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on termination of employment contract citing abuse of right and procedural inadmissibility.

Case Number 1303/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the employer's appeal against the labor court's decision terminating an indefinite-term employment contract. The court found the termination was not an abuse of right but a legitimate exercise of the employer's statutory right to dismiss, as the employee's qualifications matched the job description despite her union activities. Furthermore, the court rejected arguments regarding the employee's specific expertise as inadmissible procedural grounds for appeal.

Legislator headnote

AI generated

Art. 669, 281, 174 of the Civil Code; The right to terminate an indefinite-term employment contract is not unlimited and must not exceed the bounds of good faith, fair dealing, or the social and economic purpose of the right, particularly when motivated by hostility towards the employee due to prior union activity.

Keywords

AI generated
termination of employment contract abuse of right good faith principle union activity dismissal labor law appeal procedural inadmissibility statutory qualifications

Cited Legislation

AI generated
Art. 669 of the Civil Code
Art. 281 of the Civil Code
Art. 174 of the Civil Code
Art. 559 no. 1 and 8 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 8 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 707/1985
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1303 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1303/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ASTRA INTERNATIONAL S.A.), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπήλιο Παπαθανασόπουλο.

Της αναιρεσίβλητης: ......, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Πασσά.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-6-2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1630/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 2085/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 25-5-2006 αίτησή της και με τους από 9-8-2007 πρόσθετους λόγους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αλέξανδρος Νικάκης, διάβασε την από 9-4-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 25-5-2006 αιτήσεως αναιρέσεως και την από 9-8-2007 προσθέτων λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Η κατά το άρθρο 669 του ΑΚ καταγγελία της αορίστου χρόνου συμβάσεως εργασίας είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και αποτελεί δικαίωμα του μισθωτού και του εργοδότη. Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού δεν είναι απεριόριστη και ανέλεγκτη, αλλά υπόκειται στον περιορισμό που θέτει το άρθρο 281 του ΑΚ, δηλαδή δεν πρέπει να υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Τέτοια υπέρβαση, η οποία καθιστά την καταγγελία καταχρηστική και άγει, κατά το άρθρο 174 του ΑΚ σε ακυρότητα αυτής και περιέλευση του καταγγείλαντος εργοδότη σε υπερημερία περί την αποδοχή των υπηρεσιών του μισθωτού, υπάρχει και όταν η καταγγελία έγινε αποκλειστικώς από εκδίκαση ή εχθρότητα προς το πρόσωπο του μισθωτού λόγω προηγούμενης συνδικαλιστικής του δράσης με σκοπό να απαλλαγεί ο εργοδότης απ' αυτόν ή να εκφοβίσει τους άλλους εργαζομένους ως προς την τύχη της συμβάσεως τους (Ολ ΑΠ 707/1985).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη επί πραγμάτων κρίση του, τα εξής: Η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, που είχε ως αντικείμενο την παροχή τηλεφωνικών υπηρεσιών και πληροφοριών, την 1.9.2000 προσέλαβε την ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και πλήρη απασχόληση ως υπάλληλο γραφείου με τα ειδικότερα καθήκοντα της τηλεφωνήτριας.

Στα πλαίσια των καθηκόντων της αυτών είχε ανατεθεί στην αναιρεσίβλητη να απαντά στα τηλεφωνήματα των πελατών της εταιρείας, και να τους παρέχει πληροφορίες σε θέματα αστρολογίας. Με την παραπάνω ιδιότητά της η αναιρεσίβλητη προσέφερε τις υπηρεσίες της στην αναιρεσείουσα μέχρι και την 16.3.2004, οπότε η τελευταία κατήγγειλε τη σύμβαση εργασία της.

Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε ότι, η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσίβλητης ήταν καταχρηστική και άκυρη, διότι έγινε από λόγους εκδίκησης της αναιρεσείουσας, επειδή η πρώτη από τις αρχές του έτους 2004 επιχείρησε να προσεγγίσει και να συνεννοηθεί με άλλους συναδέλφους της με σκοπό την ίδρυση συνδικαλιστικού σωματείου στην επιχείρηση της αναιρεσείουσας και απώτερο στόχο τη διεκδίκηση των εργασιακών δικαιωμάτων τους.

Αντίθετα δεν αποδείχθηκε, ότι αιτία της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας υπήρξε η άρνηση της αναιρεσίβλητης να απασχολείται εκ περιτροπής και κατά τη διάρκεια της νύχτας, με συνέπεια να προκαλούνται ανυπέρβλητα εμπόδια στον καταρτισμό των ομάδων εργασίας (βάρδιες) της επιχείρησης. Έτσι έκρινε ότι η αναιρεσείουσα περιήλθε σε υπερημερία, λόγω μη αποδοχής των υπηρεσιών της αναιρεσίβλητης και της επεδίκασε για το χρονικό διάστημα από 17.3.2004 - 16.4.2005 ως μισθούς υπερημερίας 5.149,46 ευρώ, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, διέλαβε δε στην προσβαλλόμενη απόφαση του επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσίβλητης έγινε από εκδίκηση, λόγω της νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης και έτσι δεν στέρησε αυτή από νόμιμη βάση.

Επομένως οι αντίθετοι από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ πρώτος και πέμπτος λόγοι του αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β του Κ. Πολ. Δ. η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης της απόφασης αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Για να είναι όμως ορισμένος λόγος αναίρεσης για παράβαση των διδαγμάτων κοινής πείρας πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, πλην άλλων, ο κανόνας δικαίου που παραβιάστηκε για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή δεν χρησιμοποιήθηκαν, καθώς και τα διδάγματα κοινής πείρας, και κατά τι παραβιάστηκαν αυτά. Με το δεύτερο λόγο του δικογράφου των προσθέτων λόγων της αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι κατά την ερμηνεία του άρθρου 281 ΑΚ παρέλειψε να εφαρμόσει τα διδάγματα της κοινής πείρας. Με τέτοια διατύπωση ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως αόριστος και απαράδεκτος, διότι δεν προσδιορίζονται στο αναιρετήριο τα διδάγματα της κοινής πείρας και ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάστηκαν.

ΙΙΙ. Με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια, ότι παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 5 § 1, 17 § 1, 15 § 1 του Συντάγματος, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 669 ΑΚ, δεχόμενο ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσίβλητης ήταν καταχρηστική και άκυρη, καθόσον με την παραδοχή του αυτή κατήργησε το δικαίωμα της ελευθερίας της αναιρεσείουσας, ως εργοδότριας, να καταγγείλει, υπό τις προϋποθέσεις του νόμου, τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου των μισθωτών της. Ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος, διότι οι περιορισμοί στην ελευθερία της καταγγελίας, όπως και από το άρθρο 281 ΑΚ, αποσκοπούν στην προστασία του εργαζομένου από την αυθαίρετη και αδικαιολόγητη απώλεια της θέσεως εργασίας του, είναι συνταγματικώς θεμιτοί και δεν αντίκεινται στις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

IV. Λόγος αναιρέσεως για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο πραγμάτων που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΚΠολΔ 559 αριθμ. 8) ιδρύεται και όταν ελήφθησαν υπόψη θεμελιωτικά της αγωγής γεγονότα που δεν περιέχονται σ' αυτή, ούτε στις προτάσεις του ενάγοντος υπό τους όρους του άρθρου 224 του ΚΠολΔ.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο του δικογράφου των πρόσθετων λόγων της αναιρέσεως αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και ειδικότερα, ότι η αναιρεσείουσα γνώριζε τη πρόθεση της αναιρεσίβλητης να ιδρύσει επιχειρησιακό σωματείο και γι' αυτό την απέλυσε.

Από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής προκύπτει, ότι η αναιρεσίβλητη προς θεμελίωση της αγωγής, ως προς την καταχρηστική καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της, επικαλέστηκε ότι ο νόμιμος εκπρόσωπος της αναιρεσείουσας, όταν πληροφορήθηκε ότι αυτή ζήτησε τη συνδρομή της Ομοσπονδίας Ιδιωτικών Υπαλλήλων Ελλάδος, προκειμένου με άλλους συναδέλφους της να προχωρήσουν στην ίδρυση επιχειρησιακού σωματείου, την απέλυσε.

Επομένως το Εφετείο για να καταλήξει στην κρίση του, ότι η καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσίβλητης έγινε από εκδίκηση, λόγω της νόμιμης συνδικαλιστικής δράσης της και είναι καταχρηστική, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

V. Επειδή από το συνδυασμό των άρθρων 3 παρ. 1β, 8 παρ. 2 και 11 παρ. 2 του ν. 1876/1990 "Ελεύθερες συλλογικές διαπραγματεύσεις και άλλες διατάξεις" προκύπτει ότι οι κλαδικές Σ. Σ. Ε. και Δ. Α. περιέχουν τους όρους εργασίας που αφορούν τους εργαζομένους ομοειδών ή συναφών εκμεταλλεύσεων ή επιχειρήσεων πόλεως, περιφερείας ή και όλης της χώρας.

Ομοειδείς είναι οι επιχειρήσεις που έχουν το αυτό αντικείμενο δραστηριότητας και λειτουργούν υπό τις αυτές περίπου συνθήκες παραγωγής και διαθέσεως προϊόντων ή παροχής υπηρεσιών και συναφείς είναι οι επιχειρήσεις που έχουν παρεμφερές αντικείμενο δραστηριότητας ή λειτουργούν υπό παρόμοιες συνθήκες.

Οι κλαδικές Σ. Σ. Ε. ρυθμίζουν τους όρους εργασίας των εργαζομένων σε ομοειδείς συναφείς επιχειρήσεις, ανεξάρτητα από την ειδικότητά τους και συνάπτονται από συνδικαλιστικές οργανώσεις που εκπροσωπούν εργαζομένους των επιχειρήσεων αυτών, ανεξάρτητα από το επάγγελμά τους, ενώ οι ομοιοεπαγγελματικές Σ.

Σ. Ε. και Δ. Α. ρυθμίζουν τους όρους εργασίας εργαζομένων του αυτού επαγγέλματος ανεξάρτητα από το είδος της επιχειρήσεως στις οποίες ασχολούνται. Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει, ειδικά για τις κλαδικές Σ. Σ. Ε. και Δ. Α., ότι ο κλάδος των επιχειρήσεων που αφορούν μπορεί να είναι ευρύτερος ή στενότερος, αρκεί να περιλαμβάνει επιχειρήσεις που από την άποψη οικονομικής δραστηριότητας έχουν τα ίδια χαρακτηριστικά ήτοι είναι ομοειδείς ή συναφείς με την έννοια που αναφέρθηκε ανωτέρω.

Περαιτέρω με τις 28/2000 και 30/2003 ΔΑ, που κηρύχθηκαν υποχρεωτικές με τις 12539/2001 και 11386/2004 Αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (ΦΕΚ 960Β/26.7.2001 και 680Β/11.5.2004), επιλύθηκε η διένεξη μεταξύ της Ομοσπονδίας Ιδιωτικών Υπαλλήλων ..... και των Εργοδοτικών Οργανώσεων "Γενική Συνομοσπονδία Βιοτεχνών και Εμπόρων .... (....)", "Σύνδεσμος Ανωνύμων Εταιριών και ΕΠΕ", "Σύνδεσμος Εταιριών Πληροφορικής ....." κλπ.

Το άρθρο 1 αυτών με το τίτλο "πεδίο εφαρμογής" ορίζει ότι στις διατάξεις τους υπάγονται όλοι οι εργαζόμενοι που απασχολούνται στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η ειδικότητα των γραμματέων - υπαλλήλων γραφείων. Οι ανωτέρω Διαιτητικές Αποφάσεις έχουν, σύμφωνα με τις προαναφερθείσες διατάξεις τους, χαρακτήρα κλαδικών ΔΑ, καλύπτουν δε τους εργαζομένους που απασχολούνται σε όλες τις επιχειρήσεις που έχουν ως αντικείμενο την παροχή υπηρεσιών σε τρίτους.

Ειδικότερα οι επιχειρήσεις που καλύπτονται από κάθε μία από τις επί μέρους ομοσπονδίες εργοδοτών που έλαβαν μέρος στη διένεξη επί της οποίας εκδόθηκαν οι ΔΑ είναι ομοειδείς μεταξύ τους και συναφείς προς τις επιχειρήσεις τις καλυπτόμενες από κάθε μία από τις λοιπές, όσες δε επιχειρήσεις δεν καλύπτονται από τις επί μέρους Ομοσπονδίες καλύπτονται από το Σύνδεσμο Ανωνύμων Εταιριών και ΕΠΕ.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: "Η αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, που είχε ως αντικείμενο την παροχή τηλεφωνικών υπηρεσιών και πληροφοριών, προσέλαβε την αναιρεσίβλητη ως υπάλληλο γραφείου. Στα πλαίσια των καθηκόντων της ανατέθηκε σ' αυτή να απαντά στα τηλεφωνήματα των πελατών της αναιρεσείουσας και να παρέχει πληροφορίες σε θέματα αστρολογίας.

Για το σκοπό αυτό εισήγαγε στον ηλεκτρονικό υπολογιστή τα απαιτούμενα στοιχεία (ημερομηνία, ώρα γέννησης κλπ) που έδιναν οι πελάτες και στη συνέχεια προέβαινε στην ανάγνωση από την οθόνη του ηλεκτρονικού υπολογιστή των έτοιμων από αστρολόγους κειμένων, καθώς και στην παροχή πληροφοριών και άλλων αστρολογικών στοιχείων βάσει ειδικού προγράμματος.

Οι νόμιμες αποδοχές της αναιρεσίβλητης καθορίζονται από τις 28/2000 και 30/2003 ΔΑ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών όλης της χώρας", δεδομένου ότι η αναιρεσείουσα ήταν επιχείρηση παροχής υπηρεσιών και η αναιρεσίβλητη είχε την ειδικότητα της υπαλλήλου γραφείου.

Η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι για την αμοιβή της αναιρεσίβλητης εφαρμόζονται οι εκάστοτε ισχύουσες ΕΓΣΣΕ και όχι ως άνω Δ. Α. Διότι η ειδικότητά της δεν ήταν αυτή της υπαλλήλου γραφείου - τηλεφωνήτριας, αλλά αυτή της βοηθού συμβούλου αστρολογίας, την οποία είχε αποδεχθεί κατά την πρόσληψη με την ατομική της σύμβαση.

Επίσης ισχυρίζεται, ότι η κύρια και προέχουσα εργασία της αναιρεσίβλητης ήταν να δίνει πληροφορίες και συμβουλές για οποιοδήποτε αστρολογικό ή προσωπικό ζήτημα, με βάση τις αποκτηθείσες σημαντικές γνώσεις και εμπειρίες σε θέματα αστρολογίας, ενώ ουδέποτε έκανε κάποια από τις εργασίες που προσιδιάζουν σε υπάλληλο γραφείου - τηλεφωνήτρια.

Συνεπώς δεν υπάγεται στις άνω κλαδικές συλλογικές ρυθμίσεις, ενόψει και του ότι με το υπ' αριθμ. ..... έγγραφο της Γενικής Διεύθυνσης Εργασίας του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων υποδείχθηκε σ' αυτή, ότι το επάγγελμα του βοηθού συμβούλου αστρολογίας δεν υπάγεται σε καμιά ΣΣΕ ή ΔΑ και οι αποδοχές της αναιρεσίβλητης καθορίζονται από τις ΕΓΣΣΕ.

Επίσης ισχυρίζεται ότι οι παραπάνω κλαδικές συλλογικές ρυθμίσεις δεν εφαρμόζονται ως προς αυτή, αφού δεν ασκεί το ίδιο είδος επιχείρησης με τις ανωτέρω εργοδοτικές οργανώσεις, ούτε ομοειδείς ή συναφείς δραστηριότητες και ειδικότερα δεν παρέχει υπηρεσίες πληροφορικής ή επικοινωνιών, αλλά το αντικείμενο των εργασιών της είναι η παροχή τηλεφωνικών υπηρεσιών και πληροφοριών.

Από τα αποδεικτικά μέσα όμως δεν αποδείχθηκε η βασιμότητα των ισχυρισμών αυτών. Συγκεκριμένα αποδεικνύεται ότι η ειδικότητα της αναιρεσίβλητης από την αρχή της απασχολήσεως της ήταν αυτή της υπαλλήλου γραφείου και όχι της βοηθού συμβούλου αστρολογίας, αφού τηρούσε σημειώσεις σχετικά με τα στοιχεία των πελατών της επιχείρησης που καλούσαν στο τηλέφωνο και επίσης χειριζόταν ηλεκτρονικό υπολογιστή κατά τις απαντήσεις που έδινε, ενώ η πολύ μικρής διάρκειας εκπαίδευση κατά την πρόσληψη της από παλαιότερες συναδέλφους της αφορούσε ακριβώς τη χρήση του ηλεκτρονικού υπολογιστή για την ανάγνωση από τα σχετικά προγράμματα έτοιμων κειμένων και σε καμιά περίπτωση δεν είχε ως σκοπό τη παροχή γνώσεων ή εμπειρίας σε θέματα αστρολογίας".

Στη συνέχεια το Εφετείο δέχθηκε ότι η επιχείρηση παροχής τηλεφωνικών υπηρεσιών και πληροφοριών της αναιρεσείουσας είναι συναφής, διότι έχει παρεμφερές αντικείμενο και λειτουργεί υπό παρόμοιες συνθήκες με τις επιχειρήσεις των εργοδοτικών οργανώσεων του "Συνδέσμου Ανωνύμων Εταιρειών Πληροφορικής και Επικοινωνιών Ελλάδος", που έλαβαν μέρος κατά την κατάρτιση των παραπάνω κλαδικών διαιτητικών αποφάσεων.

Με βάση τις ανωτέρω υπηρεσίες που παρείχε η αναιρεσίβλητη το Εφετείο έκρινε ότι οι αποδοχές της ρυθμίζονται από τις προαναφερθείσες ΔΑ των εργαζομένων στις επιχειρήσεις παροχής υπηρεσιών κλπ και, κατά μερική παραδοχή της αγωγής, της, της επιδίκασε διαφορές αποδοχών, που προέκυπταν μεταξύ των καταβαλλομένων αποδοχών της και των προβλεπομένων από τις ανωτέρω ΔΑ του διαστήματος από 1.9.2000 - 17.3.2004.

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, δηλαδή ότι οι παραπάνω Δ. Α. είχαν εφαρμογή για τον καθορισμό των αποδοχών της αναιρεσίβλητης, δεν παραβίασε τις ουσιαστικές διατάξεις τους. Και τούτο, διότι οι διάδικοι δεσμεύονται από αυτές, ανεξάρτητα αν ήταν μέλη των συμβληθεισών εργοδοτικών και εργατικών συνδικαλιστικών οργανώσεων, οι ανωτέρω ΔΑ είχαν κηρυχθεί υποχρεωτικές με τις προαναφερθείσες αποφάσεις του Υπουργού Εργασίας και έτσι δέσμευαν και την αναιρεσείουσα, που ως ανώνυμη εταιρία παροχής υπηρεσιών θα μπορούσε να είναι μέλος του Συνδέσμου Ανωνύμων Εταιριών και ΕΠΕ.

Επίσης διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ότι η επιχείρηση της αναιρεσείουσας είναι συναφής με εκείνες που έλαβαν μέρος στην κατάρτιση των κλαδικών διαιτητικών αποφάσεων και υπάγονταν στον κλάδο παροχής υπηρεσιών, η δε αναιρεσίβλητη είχε την ειδικότητα της υπαλλήλου γραφείου - τηλεφωνήτριας.

Επομένως, οι από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 αντίθετοι τρίτος και τέταρτος (α' σκέλος) λόγοι της αναιρέσεως, τρίτος και τέταρτος του δικογράφου των προσθέτων είναι αβάσιμοι και πρέπει ν' απορριφθούν.

VI. Πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, είναι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι παραδεκτώς προτεινόμενοι, στηρίζουν αυτοτελή αίτηση ή ανταίτηση των διαδίκων (αγωγή, ένσταση, ανακοπή, ένδικο μέσο), όχι δε και εκείνοι που συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση των ισχυρισμών ή αιτήσεων του αντιδίκου ή επιχειρήματα προς υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων.

Με τον τέταρτο λόγο (β' σκέλος) της αναιρέσεως και τρίτο (β' σκέλος) του δικογράφου των προσθέτων λόγων από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας 1) ότι η αναιρεσίβλητη ουδέποτε συνομιλούσε απευθείας με τους πελάτες, αλλά τη συνέδεαν πάντοτε οι δύο και μοναδικές τηλεφωνήτριες της εταιρείας, οι οποίες χειρίζονταν το τηλεφωνικό κέντρο και 2) ότι η αναιρεσίβλητη είχε αποκτήσει σημαντικές γνώσεις και εμπειρίες σε θέματα της αστρολογίας και παροχής πληροφοριών και συμβούλων για συναφή και προσωπικά θέματα στους πελάτες της εταιρείας, με βάση ειδική εκπαίδευση κατά την πρόσληψη της.

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, καθόσον οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αποτελούν πράγματα, κατά την ως άνω έννοια, αλλά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας προς υποστήριξη των απόψεών της, ότι η αναιρεσίβλητη δεν είχε την ειδικότητα της υπαλλήλου γραφείου - τηλεφωνήτριας, αλλά της βοηθού συμβούλου αστρολογίας και δεν είχαν εφαρμογή γι' αυτήν οι ανωτέρω διαιτητικές αποφάσεις.

VII. Με αυτά τα δεδομένα πρέπει ν' απορριφθούν στο σύνολό τους η αίτηση αναιρέσεως και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25.5.2006 αίτηση και τους από 9.8.2007 προσθέτους λόγους της Ανώνυμης Εταιρίας με την Επωνυμία "ASTRA INTERNATIONAL S.A", για αναίρεση της 2085/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία καθορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Ιουνίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ