Legislator Case Law & Legislation
1302/2023 AI generated

Supreme Court allows appeal against final judgment, partially upholding appeal and ordering partial payment.

Case Number 1302/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court accepted the appeal against the final judgment of the Single Member Court of Appeal in Larissa. The appellant successfully challenged the dismissal of their counter-appeal, resulting in the annulment of the lower court's decision and the partial acceptance of their original lawsuit. Consequently, the appellant was ordered to pay a specific sum with interest, while the appellant bore part of the litigation costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 559, 176, 178, 183, 189 § 1, 191 § 2, 495 § 3 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court may annul a final judgment and remand the case for further examination if the lower court failed to address substantive arguments or if the procedural record allows for a complete resolution of the dispute without further remand.

Keywords

AI generated
appeal against final judgment annulment of lower court decision partial acceptance of lawsuit litigation costs allocation return of security deposit remand for further examination substantive argument review

Cited Legislation

AI generated
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 552 of the Code of Civil Procedure
Article 553 of the Code of Civil Procedure
Article 556 of the Code of Civil Procedure
Article 558 § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 178 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 191 § 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 § 3 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1302 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1302/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Μ. του Σ., κατοίκου Τ.. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Μπαλτή.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Ρ. του Ε., κατοίκου Ρ. Κ.. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Βρόντο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-3-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Τ.. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 60/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 336/2021 του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-10-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση από 13-10-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθ. 336/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, με την οποία έγιναν δεκτές κατ' ουσίαν οι συνεκδικασθείσες από 18-10-2019 και υπ'αριθ. καταθ. 135/2019 και υπ'αριθ. καταθ. 141/2019 αντίθετες εφέσεις των νυν διαδίκων, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη υπ'αριθ. 60/2019 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τ., έγινε εν μέρει δεκτή η από 20-3-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος (ήδη αναιρεσείων) να καταβάλει σ' αυτόν το ποσό των 31.263,32 ευρώ νομιμοτόκως από 23-12-2017, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλομένης αποφάσεως, η οποία δημοσιεύθηκε στις 14-7-2021 και η αίτηση για την αναίρεσή της κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Λάρισας στις 13-10-2021 (άρθ. 495, 552,553, 556, 558, 564 § 3 ΚΠολΔ), ενώ έχει κατατεθεί το νόμιμο παράβολο των 450 ευρώ.

Πρέπει, συνεπώς, να γίνει τυπικά δεκτή και να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της. Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237 εδ. 1 στοιχ.

β, 346 και 453 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Σαφής και ορισμένη είναι η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτήν προκύπτει η ταυτότητά του (ΟλΑΠ 23/2008, ΑΠ 433/2019, ΑΠ 1193/2018). Ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν οι αποδείξεις προσκομίστηκαν κατά τρόπο απαράδεκτο (ΑΠ 1193/2018), ενώ δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος δεν στηρίχθηκε ή δεν στηρίχθηκε κυρίως στο μη νομίμως επικληθέν έγγραφο (ΑΠ 1202/2011, ΑΠ 826/2009, ΑΠ 1685/2007).

Αν η επίκληση δεν ήταν νόμιμη και το αποδεικτικό μέσο λήφθηκε παρά ταύτα υπόψη από το δικαστήριο, ο λόγος αναίρεσης ιδρύεται μόνον αν ο αντίδικος είχε προτείνει το απαράδεκτο (562 § 2 ΚΠολΔ) και αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο (ΑΠ 1058/2011, ΑΠ 1381/2017).Ο λόγος αυτός ιδρύεται και επί λήψης υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ανύπαρκτου αποδεικτικού μέσου και ειδικότερα όταν το δικαστήριο της ουσίας συνήγαγε ομολογία, δικαστική ή εξώδικη, χωρίς τη συνδρομή των προϋποθέσεων του άρθρου 352 ΚΠολΔ (ΑΠ 675/2021).

Αν, όμως, το δικαστήριο στηρίζεται στο σύνολο των αποδείξεων και επαλλήλως ή επικουρικώς στην ομολογία, αλυσιτελώς πλήττεται με τον αναιρετικό αυτό λόγο μόνο η τελευταία αιτιολογία (ΑΠ 1257/2022, ΑΠ 365/2017, ΑΠ 330/2011). Ειδικότερα, κατά την ως άνω διάταξη, η ομολογία του διαδίκου, προφορική ή γραπτή, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει τη δίκη ή του εντεταλμένου δικαστή, αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η ως άνω δικαστική ομολογία πρέπει να γίνεται μόνο κατά τον διαγραφόμενο από την παραπάνω διάταξη τύπο, ο οποίος συνίσταται σε δήλωση ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή εκτός του ακροατηρίου ενώπιον εντεταλμένου δικαστή, προφορική ή έγγραφη, ή ενώπιον του εισηγητή δικαστή που διεξάγει τις αποδείξεις, ενώ εξώδικη, η οποία εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο, είναι κάθε άλλη ομολογία (ΑΠ 1257/2022, ΑΠ 719/2020).

Κατά την έννοια του άρθρου 352 ΚΠολΔ, εξώδικη ομολογία, είναι η μονομερής άτυπη δήλωση διαδίκου, και όχι τρίτου προσώπου, με την οποία αυτός αναγνωρίζει ως αληθές ένα γεγονός αμφισβητούμενο το οποίο βλάπτει τα έννομα συμφέροντα αυτού που ομολογεί. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι αυτός που εξωδίκως ομολόγησε επιβλαβές γι' αυτόν γεγονός είχε πρόθεση ομολογίας, δεν είναι απαραίτητο να βεβαιώνεται ρητώς και πανηγυρικώς στην απόφασή του, ούτε να αιτιολογείται η κρίση ότι από συγκεκριμένο έγγραφο, που προσκομίσθηκε με επίκληση από τους διαδίκους, συνάγεται εξώδικη ομολογία (ΑΠ 1218/2020).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 421-424 ΚΠολΔ σε συνδυασμό και με εκείνη του άρθρου 529 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι στην κατ' έφεση δίκη είναι, κατά κανόνα, παραδεκτή η επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων, επομένως και ενόρκων βεβαιώσεων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου ή προξένου, που έχουν δοθεί νόμιμα μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και πριν τη συζήτηση της έφεσης, εκτός αν η προσκόμιση αυτών αποκρουστεί ρητά από το Εφετείο, διότι, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ο διάδικος δεν είχε προσκομίσει τα αποδεικτικά αυτά μέσα στην πρωτοβάθμια δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαριά αμέλεια (ΑΠ 275/2020, ΑΠ 1034/2019, 1266/2019, ΑΠ 204/2017, ΑΠ 1450/2011).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης εκ του αριθ. 11 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλήττεται η προσβαλλομένη εφετειακή απόφαση διττώς, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του, κατά πρώτον, την προσκομισθείσα ενώπιόν του από τον αναιρεσίβλητο υπ' αριθ. 1255/16-7-2018 ένορκη βεβαίωση, που συντάχθηκε και προσκομίστηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μέσα στην προθεσμία της προσθήκης-αντίκρουσης, χωρίς να βεβαιώνεται (πρωτοδίκως) ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής κατ'άρθ. 237 § 2 ΚΠολΔ και, κατά δεύτερον, ανύπαρκτη σιωπηρή ομολογία του αναιρεσείοντος από το περιεχόμενο της από 26-1-2018 εξώδικης απάντησής του προς τον αντίδικό του.

Ο προβαλλόμενος ως άνω αναιρετικός λόγος, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, είναι προεχόντως απαράδεκτος, καθόσον στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ότι το επικαλούμενο απαράδεκτο της προσκόμισης και λήψης υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο της υπ'αριθ. 1255/2018 ένορκης βεβαίωσης προτάθηκε νομίμως από τον αναιρεσείοντα στο εφετείο.

Σε κάθε περίπτωση, ο ίδιος ως άνω λόγος, κατά το μέρος αυτό, είναι αβάσιμος, καθόσον, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στην προεκτεθείσα νομική σκέψη, η αναφερόμενη ως άνω ένορκη βεβαίωση, έστω και αν απαραδέκτως, ήτοι εκπροθέσμως, είχε προσκομισθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, παραδεκτά προσκόμισε και νόμιμα επικαλέστηκε αυτήν στο Εφετείο, κατ' άρθρο 529 ΚΠολΔ, ο αναιρεσίβλητος με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις του, το δε Εφετείο, εφόσον δεν την απέκρουσε ρητά, κατά την ως άνω διάταξη, επιτρεπτώς έλαβε υπόψη την ως άνω ένορκη βεβαίωση, χωρίς, έτσι, να υποπέσει στην αποδιδόμενη από το άρθρο 559 αρ. 11β ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Εξάλλου, αναφορικά με το δεύτερο σκέλος του παραπάνω λόγου αναίρεσης, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως, προκύπτει ότι αυτή έκρινε ότι: "Στις 22-12-2017 ο ενάγων επέδωσε στον εναγόμενο την από 19-12-2017 εξώδικη δήλωσή του (βλ. την υπ' αριθ. 5420/22-12-2017 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Λάρισας Ε.

Β.), με την οποία, αφού εξέθετε τα ως άνω ελαττώματα, προέβαινε σε δήλωση μείωσης του τιμήματος και ζητούσε α) να του επιστρέφει ο εναγόμενος το ποσό των 21.380 ευρώ, το οποίο αποτελούσε τη διαφορά της πραγματικής αξίας που είχε το όχημα με βάση τις πραγματικές του ιδιότητες, την οποία προσδιόριζε στο ποσό των 16.000 ευρώ και του καταβληθέντος τιμήματος ύψους 37.380 ευρώ, β) να του καταβάλει το ποσό των 13.383,32 ευρώ για την επισκευή του κινητήρα, γ) το ποσό των 500 ευρώ για τη μεταφορά του φορτηγού, δ) το ποσό των 15.000 ευρώ, το οποίο προκατέβαλε για την αγορά 1.000 τόνων ξυλείας και το οποίο κατέπεσε ως ποινική ρήτρα, διότι δεν παρέλαβε, ως όφειλε, την αγορασθείσα ξυλεία και το ποσό των 45.000 ευρώ, το οποίο θα κέρδιζε μετά βεβαιότητας κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων από τη μεταπώληση των 1.000 τόνων ξυλείας.

Ο εναγόμενος με την από 26-1-2018 εξώδικη απάντησή του που επέδωσε στον ενάγοντα στις 29-1-2018 (βλ. την υπ' αριθ. 646β/29-1-2018 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Εφετείου Λάρισας Μ. Θ. - Π.) αρνήθηκε την ύπαρξη οιουδήποτε ελαττώματος, χωρίς ωστόσο να κάνει οιαδήποτε αναφορά στο συμφωνηθέν τίμημα. Εκ του γεγονότος αυτού, ήτοι τη μη ειδική αμφισβήτηση εκ μέρους του οχληθέντος εναγομένου ότι το συμφωνηθέν και καταβληθέν τίμημα ήταν 37.380 ευρώ, αλλά και από την κατάθεση του Ε.

Κ. που περιλαμβάνεται στην υπ' αριθ. 1255/16-7-2018 ένορκη βεβαίωση που προσκομίζει μετ' επικλήσεως ο ενάγων, το παρόν Δικαστήριο οδηγείται στην κρίση ότι το τίμημα που συμφωνήθηκε και πράγματι καταβλήθηκε από τον ενάγοντα στον εναγόμενο για την αγορά του ανωτέρω οχήματος υπερβαίνει κατά πολύ το αναγραφόμενο στο τιμολόγιο που εξέδωσε ο εναγόμενος για την αγορά του οχήματος και ανέρχεται στο ποσό των 37.380 ευρώ, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων".

Από το περιεχόμενο αυτό της απόφασης προκύπτει, κατά τη νοηματική του απόδοση, ότι το Δικαστήριο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν στηρίχθηκε κυρίως στην εξώδικη ομολογία του αναιρεσείοντος, αλλά στο σύνολο των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην πιο πάνω ένορκη βεβαίωση, η αναφορά του δε στην ομολογία, είναι επάλληλη-επικουρική.

Κατ'ακολουθίαν, ο πρώτος λόγος της αναίρεσης, κατά το μέρος που προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη ανύπαρκτη εξώδικη ομολογία του αναιρεσείοντος είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής.

ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 513, 522, 534, 540, 542 και 543 ΑΚ, όπως ίσχυσαν μετά την τροποποίηση του δικαίου της πώλησης δυνάμει του ν.3043/2002 και μέχρι την μεταγενέστερη τροποποίησή του με το ν.4967/2022 (ΦΕΚ Α 171/09.09.2022), προκύπτει ότι, σε περίπτωση που κατά το χρόνο μετάθεσης του κινδύνου στον αγοραστή υφίσταται πραγματικό ελάττωμα ή έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας του πωληθέντος αντικειμένου, ο αγοραστής δικαιούται να απαιτήσει διόρθωση ή αντικατάσταση του πράγματος με άλλο, εκτός αν η ενέργεια είναι αδύνατη ή προκαλεί δυσανάλογες δαπάνες, να μειώσει το τίμημα ή να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, εκτός και αν πρόκειται για επουσιώδες ελάττωμα (ΑΠ 1420/2022, ΑΠ 836/2022).

Η ευθύνη του πωλητή στην περίπτωση αυτή είναι αντικειμενική, δηλαδή ανεξάρτητη από την γνώση ή την έστω ανυπαίτια άγνοια αυτού περί της ύπαρξης ελαττώματος ή έλλειψης συνομολογημένης ιδιότητας. Σε περίπτωση, που υφίσταται έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας ή η τυχόν ελαττωματικότητα του πράγματος οφείλεται σε πταίσμα του πωλητή, ο αγοραστής μπορεί να απαιτήσει αποζημίωση για μη εκτέλεση της σύμβασης ή, σωρευτικά, με τα ανωτέρω δικαιώματα να απαιτήσει αποζημίωση για τη ζημία που δεν καλύπτεται από την άσκησή τους.

Δηλαδή, η ευθύνη προς αποζημίωση ορίζεται βασικά αντικειμενική, αν πρόκειται για έλλειψη συνομολογημένων ιδιοτήτων (ανεξάρτητα από την γνώση ή την έστω ανυπαίτια άγνοια του πωλητή), πταισματική όμως αν πρόκειται για πραγματικό ελάττωμα (ΑΠ 836/2022). Το πταίσμα μπορεί να υπάρχει, αν κατά το χρόνο μετάθεσης του κινδύνου στον αγοραστή, υπάρχει πραγματικό ελάττωμα που οφείλεται σε υπαιτιότητα του πωλητή ή το οποίο ό πωλητής γνώριζε ή όφειλε να γνωρίζει (δηλαδή αρκεί και άγνοια από ελαφριά αμέλεια) είτε κατά τη σύναψη της σύμβασης είτε (σε περίπτωση πώλησης πράγματος κατά γένος ορισμένου) κατά το χρόνο μετάθεσης του κινδύνου.

Περαιτέρω, πραγματικό ελάττωμα συνιστά η ατέλεια του πράγματος, που αφορά στην ιδιοσυστασία ή την κατάστασή του κατά τον κρίσιμο χρόνο της μετάθεσης του κινδύνου στον αγοραστή και η οποία έχει αρνητική επίδραση στην αξία ή τη χρησιμότητα αυτού. Ως ιδιότητα δε του πράγματος θεωρείται όχι μόνο κάποιο συγκεκριμένο φυσικό γνώρισμα ή πλεονέκτημα αυτού, αλλά και οποιαδήποτε σχέση, η οποία, από το είδος και τη διάρκεια της, επιδρά κατά την αντίληψη των συναλλαγών στην αξία ή τη χρησιμότητα του πράγματος.

Επίσης, ως συνομολογημένη νοείται μία ιδιότητα, όταν υπάρχει ρητή ή σιωπηρή συμφωνία των μερών ότι το πράγμα έχει τη συγκεκριμένη ιδιότητα, στην ύπαρξη της οποίας αποδίδεται ιδιαίτερη σημασία από τον αγοραστή και την οποία ο πωλητής εγγυάται αναλαμβάνοντας και την ευθύνη για την ενδεχόμενη έλλειψή της (ΑΠ 983/2019, ΑΠ 267/2015, ΑΠ 575/2013).

Συνομολογημένη ιδιότητα μπορεί να αποτελέσει και η ανυπαρξία ελαττωμάτων, όταν στην σύμβαση υπάρχει διαβεβαίωση του πωλητή ότι το πράγμα δεν έχει το οποιοδήποτε ελάττωμα. Πότε ο πωλητής δεν εκπληρώνει την απορρέουσα από το άρθρ. 534 ΑΚ υποχρέωσή του, ορίζεται στη διάταξη του άρθρου 535 του ΑΚ, κατά την οποία αυτό συμβαίνει, αν το πράγμα που παραδίδει στον αγοραστή δεν ανταποκρίνεται στη σύμβαση, ενώ ακολούθως απαριθμούνται στην ίδια διάταξη ενδεικτικά μόνον ορισμένα κριτήρια, που συνιστούν κριτήρια εννοιολογικού προσδιορισμού της ελαττωματικότητας του πράγματος.

Η παροχή πράγματος από τον πωλητή στον αγοραστή με πραγματικά ελαττώματα ή χωρίς τις συμφωνημένες ιδιότητες, είναι θεμελιωτική της ευθύνης του λόγω μη εκπλήρωσης, η οποία υπόκειται στην ειδική ρύθμιση του άρθρου 537 του ΑΚ, που βασικά αναφέρεται σε γνήσια αντικειμενική ευθύνη και παρέχει στον αγοραστή, είτε πρόκειται για πώληση γένους είτε για πώληση είδους, μεταξύ άλλων, και το δικαίωμα να μειώσει το τίμημα, κατά τη διάταξη του άρθρου 540 § 1 περ. 2 του ΑΚ.

Με την άσκηση του διαπλαστικού δικαιώματος για τη μείωση του τιμήματος της πωλήσεως πράγματος με πραγματικό ελάττωμα ή έλλειψη συνομολογημένης ιδιότητας, ο αγοραστής επιδιώκει την ελάττωση του συμφωνηθέντος τιμήματος διά της επιστροφής μέρους αυτού που τυχόν καταβλήθηκε ή της αφέσεως μέρους του ακόμη οφειλομένου, κατά το ποσό που το πωληθέν είναι μικρότερης αξίας.

Το προμνημονευθέν διαπλαστικό δικαίωμα μειώσεως κατευθύνεται επομένως στην επιστροφή ή την άφεση ορισμένου ποσού ή ποσοστού από το τίμημα και δη κατά το μέτρο που το πράγμα έχει, ένεκα ακριβώς του προειρημένου πραγματικού ελαττώματος ή της ελλείψεως της συνομολογημένης ιδιότητας, αξία κατώτερη από την αρχικώς συμφωνηθείσα.

Η άσκηση του δικαιώματος μειώσεως του τιμήματος έχει ως αντικείμενο και αίτημα τη μείωση αυτού κατά τη διαφορά της αξίας του πράγματος με και χωρίς το ελάττωμα ή την έλλειψη, οπότε η σύμβαση ανατρέπεται στο βαθμό που μειώνεται η υποχρέωση του αγοραστή ως προς το τίμημα. Για τον υπολογισμό της αξίας του πράγματος με το ελάττωμα και δίχως αυτό, λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος της μετάθεσης του κινδύνου (ΑΠ 1468/1998 ΕλλΔνη 40.635).

Εξάλλου, κατά την προμνημνευθείσα διάταξη του άρθ. 543 του ΑΚ: "Αν κατά το χρόνο που ο κίνδυνος μεταβαίνει στον αγοραστή λείπει η συνομολογημένη ιδιότητα του πράγματος, ο αγοραστής δικαιούται, αντί για τα δικαιώματα του άρθρου 540, να απαιτήσει αποζημίωση για μη εκτέλεση της σύμβασης ή, σωρευτικά με τα δικαιώματα αυτά, να απαιτήσει αποζημίωση για τη ζημία που δεν καλύπτεται από την άσκησή τους.

Το ίδιο ισχύει και σε περίπτωση παροχής, ελαττωματικού πράγματος, η οποία οφείλεται σε πταίσμα του πωλητή". Από διατάξεις του παραπάνω άρθρου συνάγεται ότι, εφόσον η προβλεπόμενη από αυτές αποζημίωση οφείλεται στο πλαίσιο της συμβατικής ευθύνης του πωλητή λόγω της ελαττωματικότητας του πράγματος (παράβαση κύριας συμβατικής υποχρέωσης), συνιστά περίπτωση θετικού διαφέροντος "για μη εκπλήρωση της σύμβασης" (543 εδ.

α`), που αποσκοπεί, καλύπτοντας τόσο τις θετικές ζημίες όσο και το διαφυγόν κέρδος του αγοραστή, να τον φέρει (οικονομικά) στη θέση που θα βρισκόταν αν το πράγμα ανταποκρινόταν στη σύμβαση, δεν είχε δηλαδή το πραγματικό ελάττωμα ή αν έφερε τη συνομολογημένη ιδιότητα. Ειδικότερα, ο αγοραστής δικαιούται να αξιώσει αποζημίωση που περιλαμβάνει:

α) σε περίπτωση που επιλέξει να κρατήσει το πράγμα, τις ζημίες που συνδέονται άμεσα και αιτιωδώς με το ελάττωμα ή την έλλειψη της συνομολογημένης ιδιότητας, δηλαδή, στην περίπτωση αυτή, η αποζημίωση συνίσταται είτε στη διαφορά μεταξύ της αξίας που θα είχε το πωληθέν χωρίς την έλλειψη της συνομολογημένης ιδιότητας ή χωρίς το πραγματικό ελάττωμα και εκείνης που έχει ήδη το ελαττωματικό είτε σε όσα δαπάνησε για την αποκατάσταση της έλλειψης, καθώς και το διαφυγόν κέρδος εξαιτίας της έλλειψης της συνομολογημένης ιδιότητας ή της ύπαρξης του πραγματικού ελαττώματος (ΑΠ 1760/1987), β) σε περίπτωση που επιστρέψει το ελαττωματικό πράγμα, τις ζημίες από τη μη εκτέλεση της σύμβασης, που καλύπτει τόσο τη θετική ζημία (π.χ τίμημα πωλήσεως, έξοδα συμβολαίου) όσο και το διαφυγόν κέρδος και γ) τη λεγόμενη "περαιτέρω ζημία", δηλαδή τη ζημία σε άλλα περιουσιακά αγαθά του αγοραστή-εκτός του αντικειμένου της πώλησης- ή σε αγαθά που απορρέουν από την προσωπικότητα, εφόσον συνδέονται αιτιωδώς με την ελαττωματικότητα ή την έλλειψη της συνομολογημένης ιδιότητος (π.χ.

τραυματισμός και καταστροφή αντικειμένων της οικίας του αγοραστή από ανάφλεξη ελαττωματικής ηλεκτρικής συσκευής). Πρόκειται, δηλαδή, για τις ζημίες που οφείλονται μεν αιτιωδώς στην ελαττωματικότητα του πράγματος, αλλά δεν εμπίπτουν σε εκείνες που καταλαμβάνονται από τις πιο πάνω υπό στοιχ. α'και β'αναφερόμενες περιπτώσεις (ΑΠ 1588/2018).

Την αποκατάσταση, όμως, των ανωτέρω ζημιών μπορεί να ζητήσει ο αγοραστής ασκώντας, σωρευτικά,το δικαίωμα αποζημιώσεως με ένα από τα δικαιώματα του άρθρου 540 ΑΚ, δηλαδή της διόρθωσης ή αντικατάστασης του πράγματος, ή της μείωσης του τιμήματος ή της υπαναχώρησης από τη σύμβαση, κατά το άρθρο 543 εδ. α' (in fine) του ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο η αποζημίωση, στην περίπτωση αυτή, καλύπτει τη ζημία που δεν δύναται να καλυφθεί από την άσκηση των προηγούμενων δικαιωμάτων και η οποία, επίσης, περιλαμβάνει τη θετική ζημία και το διαφυγόν κέρδος.

ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 2095/2009). Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διατάξεως του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως του αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 465/1988).

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 § 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναιρέσεως από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναιρέσεως από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 345/2018).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο εναγόμενος (αναιρεσείων) διατηρεί ατομική επιχείρηση εμπορίας μεταχειρισμένων φορτηγών αυτοκινήτων με έδρα την πόλη των Τ.. Ο ενάγων (αναιρεσίβλητος) ασχολείται με τη μεταφορά και εμπορία δασικών προϊόντων, έχει δε ως επαγγελματική έδρα την Καρδίτσα.

Στις 23-3-2017 δυνάμει σύμβασης πώλησης που καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων ο εναγόμενος πώλησε και παρέδωσε στον ενάγοντα ένα μεταχειρισμένο φορτηγό όχημα (σασί χωρίς καρότσα), εργοστασίου κατασκευής MAN, τύπου 35480, εισαγωγής, με αριθμό πλαισίου WM…….., με αριθμό κινητήρα D287…., μοντέλο 2005, μικτού βάρους 33.000 κιλών, εκδόθηκε δε σχετικά το υπ' αριθ. 44/23-3-2017 τιμολόγιο πώλησης - δελτίο αποστολής αξίας 12.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ 24%, ήτοι 2.880 ευρώ και συνολικής αξίας 14.880 ευρώ.

Το ως άνω φορτηγό είχε αγοράσει ο εναγόμενος τον Ιούλιο του έτους 2016 στην Αυστρία, είχε μεταφέρει δε αυτό οδικώς από την Αυστρία στα Τρίκαλα ο πατέρας του εναγομένου, Σ. Μ., διανύοντας απόσταση 1.500 χιλιομέτρων περίπου. Αφού υποβλήθηκε σε τεχνικό έλεγχο και σέρβις (αλλαγή λαδιών, φίλτρων, έλεγχος συστημάτων λίπανσης, ψύξης κλπ.) στο συνεργείο επισκευής φορτηγών οχημάτων του Α.

Ζ. στα Τ., το ως άνω όχημα οδηγήθηκε στην έκθεση μεταχειρισμένων αυτοκινήτων του εναγομένου, όπου υποδείχθηκε στον ενάγοντα ως ανταποκρινόμενο στις ιδιότητες του οχήματος που ο τελευταίος ζητούσε. Ο ενάγων σκόπευε να χρησιμοποιήσει το φορτηγό για τις ανάγκες της επαγγελματικής του δραστηριότητας μεταφοράς και εμπορίας δασικών προϊόντων.

Για την εξυπηρέτηση των ως άνω αναγκών του ήταν απαραίτητο να φέρει το όχημα δύο οπίσθια διαφορικά, εκ των οποίων το τελικό πίσω να εμπλέκεται ("κομπλάρει") κατ' επιλογή σε καταστάσεις μεταφοράς φορτίων, ανηφορικής διαδρομής, δύσκολης βατότητας δασόδρομων κλπ. και να απεμπλέκεται σε μεγάλα ταξίδια με κέρδος την κατανάλωση καυσίμου και αποφυγή φθορών.

Μεταξύ των διαδίκων κατά την κατάρτιση της σύμβασης συνομολογήθηκαν ρητώς ως ιδιότητες του πωληθέντος φορτηγού αυτοκινήτου ότι τα χιλιόμετρα που εμφανίζονται στον χιλιομετρητή του (περί τα 500.000) είναι τα αληθή και πράγματι διανυθέντα, ότι ήταν σωστά συντηρημένο, έχοντας υποβληθεί σε όλους τους προβλεπόμενους από τον κατασκευαστή τακτικούς ελέγχους, ότι ο κινητήρας ήταν σε άριστη τεχνική-μηχανολογική κατάσταση και αποδοτικός, ουδέποτε δε είχε "ανοιχτεί" προκειμένου να επισκευαστεί.

Οι ανωτέρω ιδιότητες (λίγα χιλιόμετρα, σωστή συντήρηση, ανυπαρξία βλαβών και επισκευών), την ύπαρξη των οποίων ρητώς διαβεβαίωσε ο πωλητής εναγόμενος στον αγοραστή ενάγοντα, είχαν σημαντικό ρόλο στην απόφαση του τελευταίου να προχωρήσει στην αγορά του φορτηγού. Πριν την κατάρτιση της σύμβασης ο ενάγων με την άδεια του εναγομένου και συνοδεία του πατέρα του τελευταίου οδήγησε το φορτηγό στο συνεργείο φορτηγών οχημάτων του Κ.

Τ. στην Κ., σε απόσταση 30 χλμ από την επιχείρηση του εναγομένου, προκειμένου να προβεί αυτός σε έλεγχο του οχήματος πριν την αγορά του. Κατά τον έλεγχο διαπιστώθηκε βλάβη στο περιφερειακό σύστημα ιντάρτερ του κιβωτίου ταχυτήτων (σύστημα περιορισμού ταχύτητας στην κατηφόρα - επενεργεί στο σασμάν και δεν έχει σχέση με τον κινητήρα), η οποία μπορούσε να διορθωθεί με την αντικατάσταση της σχετικής βαλβίδας κόστους 150 ευρώ περίπου, καθώς και βλάβη μιας ανάρτησης της καμπίνας οδηγού (έχανε αέρα), η οποία μπορούσε να διορθωθεί με την αντικατάσταση με άλλη κόστους 250 ευρώ περίπου, ποσά που αποδέχθηκε ο ενάγων να καταβάλει εξ ιδίων.

Οι ανωτέρω βλάβες δεν απέτρεψαν τον ενάγοντα από την αγορά του επίδικου φορτηγού, διότι δεν συνδέονται με τον κινητήρα και τη λειτουργία του, θεωρούνται επουσιώδεις και συνήθεις για οχήματα του τύπου του επιδίκου, αντίστοιχης χρονολογίας και διανυθέντων χιλιομέτρων, και δεν παραπέμπουν σε ελαττώματα του κινητήρα ή βλάβες που συνέβησαν στο παρελθόν.

Από τον ανωτέρω έλεγχο δεν διαπιστώθηκε κάποιο άλλο πρόβλημα στο όχημα ούτε και κάποιο εμφανές ελάττωμα ή βλάβη στον κινητήρα (όπως διαρροή λαδιών, έλλειψη εργοστασιακών εξαρτημάτων που θα παρέπεμπε είτε σε υπάρχουσες είτε σε προηγηθείσες και επισκευασθείσες βλάβες). Οπωσδήποτε δε ο έλεγχος αυτός δεν μπορούσε να αποκαλύψει ελαττώματα ή βλάβη εντός του κινητήρα και στα εσωτερικά κινούμενα μέρη αυτού (έμβολα, διωστήρες, στρόφαλος κουζινέτα - μέταλλα βάσης κλπ.) ή προηγηθείσες βλάβες και επισκευές εντός του κινητήρα ή του διαφορικού, αφού έπρεπε να "ανοιχτεί - λυθεί" πλήρως τούτος προς διαπίστωση αυτών, γεγονός που δε συμβαίνει στις καθημερινές συναλλαγές, λόγω του υψηλότατου κόστους και του χρόνου που απαιτείται για τέτοιου είδους εργασίες.

Κατά την κατάρτιση της πώλησης οι διάδικοι συμφώνησαν εγγράφως ότι: "δίδεται εγγύηση 6 μηνών αρχομένης από σήμερα (23-3-2017) στην περίπτωση που η μηχανή κάψει λάδια περισσότερο του φυσιολογικού ο πωλητής να καλύψει τα εργατικά του συνεργείου του οποίου η έδρα είναι στα Τρίκαλα και είναι εξουσιοδοτημένο από τον πωλητή για περιπτώσεις όπως αυτές.

Εφόσον προκύψει πρόβλημα το αμάξι θα πρέπει να έρθει στα Τρίκαλα στο συνεργείο της εταιρίας του πωλητή από τον αγοραστή με δική του ευθύνη". Μετά τη σύναψη της πώλησης και την παράδοση του οχήματος στον ενάγοντα (η οποία έλαβε χώρα στις 23-3-2017) το φορτηγό μεταφέρθηκε οδικώς σε ειδικό τεχνίτη για την κατασκευή και τοποθέτηση καρότσας, κατάλληλης για την φόρτωση ξυλείας, η κατασκευή της οποίας ολοκληρώθηκε στις 19-6-2017...

Τέλη Ιουλίου 2017 ο ενάγων χρησιμοποίησε για πρώτη φορά το φορτηγό για ένα δρομολόγιο μεταφοράς ξυλείας στην περιοχή Αλμυρού Μαγνησίας, ενώ στις 9-8-2017 πραγματοποίησε δεύτερο δρομολόγιο μεταφοράς ξυλείας με το ως άνω φορτηγό στην περιοχή Στυλίδας (δάσος αρκουδοπουρνίου Όθρυς). Κατά την πραγματοποίηση του δεύτερου αυτού δρομολογίου και δη στην επιστροφή προς Καρδίτσα στην περιοχή του Δομοκού (5° χλμ.

Λαμίας Δομοκού), ήτοι σε εθνικό ασφαλτοστρωμένο οδικό δίκτυο, ενώ κινείτο, ακούστηκε ένας έντονος μεταλλικός θόρυβος από την περιοχή του κινητήρα και αυτός έσβησε ("χτύπησε" ο κινητήρας), το δε όχημα ακινητοποιήθηκε φορτωμένο. Ο ενάγων επικοινώνησε άμεσα τηλεφωνικά με τον εναγόμενο και συμφώνησαν προς διευκόλυνση του ενάγοντος να μεταφερθεί το φορτηγό στο συνεργείο επισκευής του Κ.

Τ. στην Κ. (δηλαδή ο εναγόμενος δεν αξίωσε να μεταφέρει ο ενάγων το φορτηγό στο συνεργείο επιλογής του εναγομένου στα Τρίκαλα, όπως είχαν εγγράφως συμφωνήσει κατά τα προαναφερόμενα). Έτσι σε εκτέλεση της νεότερης αυτής συμφωνίας των διαδίκων μεταφέρθηκε το φορτηγό με μεγάλο όχημα μεταφοράς της εταιρίας γερανών και μεταφορών "Θ..

και Δ.. Γ. Ο..Ε.. στο συνεργείο επισκευής φορτηγών του Κ. Τ. στην Κ., όπου, αφού έγινε μεταφόρτωση της ξυλείας με γερανό σε άλλο φορτηγό όχημα ιδιοκτησίας του ενάγοντος προκειμένου να μεταφερθεί η ξυλεία στη μάντρα του, ακολούθως ανοίχθηκε - λύθηκε ο κινητήρας του, οπότε και διαπιστώθηκε βλάβη στον κινητήρα και στα έδρανα του στροφαλοφόρου άξονα (κουζινέτα βάσεως).

Ειδικότερα διαπιστώθηκε ότι η σειρά των 6 ειδικών μεταλλικών μερών - εξαρτημάτων εν είδει μεγάλων μεταλλικών ημίσεων δαχτυλιδιών σχήματος U, πλάτους 7- 8 εκ., ανοίγματος διαμέτρου περί τα 10 εκ. και πάχους μερικών χιλιοστών, επί των οποίων κυλιέται χωρίς τριβές και περιστρέφεται ο στροφαλοφόρος άξονας του κινητήρα εδραζόμενος σε αυτά σε συγκεκριμένα ισάριθμα σημεία του και τα οποία δαχτυλίδια παρεμβάλλονται μεταξύ αυτού και των ισάριθμων 6 σταθερών εδράνων - βάσεων του στροφάλου του ίδιου σχήματος (ακριβώς για να δέχονται την τοποθέτηση και εφαρμογή των δαχτυλιδιών), αποκλείοντας στα σημεία αυτά, την άμεση επαφή των;

μετάλλων του στροφάλου με τα μέταλλα των βάσεων του και επιπλέον το κρατούν ευθυγραμμισμένο κατά την περιστροφή του στις βάσεις αυτές, είχε καταστραφεί, δηλαδή δύο από αυτά είχαν διαρραγεί - κερματιστεί και τα υπόλοιπα ήταν σε κατάσταση που προμήνυε άμεση καταστροφή τους, καθόσον, όπως και τα δύο που είχαν ήδη καταστραφεί, όλα είχαν έντονο βαθύχρουν πορφυρομπλέ χρώμα από υπερθέρμανση.

Αποτέλεσμα λοιπόν ήταν στα ανωτέρω δύο σημεία που τα δαχτυλίδια είχαν καταστραφεί να έρχονται σε επαφή τα μέταλλα του στροφάλου με τα μέταλλα των εδράνων του στροφάλου, αφού δεν παρεμβάλλονταν πλέον αυτό το ειδικό μεταλλικό δαχτυλίδι που απέτρεπε την επαφή τους, με αποτέλεσμα να αναπτύσσονται τριβές και ένεκα τούτου μεγάλες θερμοκρασίες και έτσι λόγω διαστολών "κόλλησε" - "φράκαρε" ο στρόφαλος στις βάσεις του και δεν μπορούσε να περιστραφεί.

Ταυτόχρονα και λόγω της ανωτέρω καταστροφής των δαχτυλιδιών απώλεσε και την ευθύγραμμη περιστροφική κίνησή του με περαιτέρω σοβαρές συνέπειες, δηλαδή καταστροφή και άλλων εξαρτημάτων του κινητήρα που συνδέονται και εξαρτώνται από την ακώλυτη και ευθυγραμμισμένη κίνηση αυτού για αυτό και έχρηζαν αντικατάστασης προκειμένου να επανέλθει ο κινητήρας σε κατάσταση ασφαλούς λειτουργίας, χρηστικότητας και αποδοτικότητας κατά τα εργοστασιακά πρότυπα.

Επίσης, συνεπεία των ανωτέρω αναφερόμενων επίμονων θορύβων και κραδασμών ανοίχθηκε και το πίσω τελικό διαφορικό, οπότε διαπιστώθηκε βλάβη του στα γρανάζια κίνησης που προκαλούσαν το πρόβλημα και αναιρούσαν καθοριστικά την χρήση του, αφού επηρεάζονταν η απρόσκοπτη και ομαλή κίνηση προς τους τροχούς και γινόταν αυτή διακεκομμένα και με έντονους κραδασμούς.

Συγκεκριμένα διαπιστώθηκε ότι οδοντώσεις (μεταλλικές εγκοπές - αυλάκια) του γραναζιού "ήλιου" (μεγάλο κεντρικό γρανάζι του διαφορικού, μεταλλικό, κυκλικό με οδόντωση - γρανάζια - περιφερειακά που μοιάζουν με ακτίνες σε ήλιο) του διαφορικού που μεταφέρει την κίνηση του άξονα προς τους τροχούς, ήταν σπασμένα με αποτέλεσμα κατά την εμπλοκή του και τη μεταφορά της κίνησης του άξονα προς τους τροχούς, ιδίως με φορτίο (εκεί που ήταν δηλαδή απαραίτητο να δουλεύει), "να πηδάει δόντια", αφού έλλειπαν οι διαδοχικές οδοντώσεις, στις οποίες έπρεπε να εφαρμόζεται συνεχόμενα η δύναμη περιστροφής του άξονα κίνησης, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει ομαλή μετάδοση προς τους τροχούς του πίσω διαφορικού, αλλά έντονα μεταλλικά χτυπήματα και κραδασμοί στην κίνηση, το δε φαινόμενο ήταν οξύτατο σε περίπτωση φορτίου και ανηφόρας και δεν παρατηρούνταν όταν το όχημα δεν ήταν φορτωμένο.

Η βλάβη αυτή του διαφορικού συνιστά πραγματικό ελάττωμα και όχι συνομολογημένη ιδιότητα, αφού η κατάστασή του κατά την παράδοση του φορτηγού στον ενάγοντα δεν ήταν καθοριστικής σημασίας, ήτοι δεν αποτελούσε κριτήριο αναζήτησης των ιδιοτήτων του οχήματος και δεν ήταν καθοριστική για την αγορά του τελευταίου, σε κάθε όμως περίπτωση η δαπάνη επισκευής του συνιστά ζημία του ενάγοντος, η δε αξίωσή του εκ της αιτίας αυτής απορρέει από τη μεταξύ τους σύμβαση πώλησης και πρέπει να αποκατασταθεί κατά τα κατωτέρω ειδικότερα αναφερόμενα.

Περαιτέρω, κατά τις εργασίες επισκευής διαπιστώθηκε ότι ο κινητήρας είχε ανοιχτεί στο παρελθόν και είχε υποβληθεί σε σοβαρές εργασίες επισκευής, αφού διαπιστώθηκε ότι είχαν αντικατασταθεί τα εμβολοχιτώνια, δηλαδή σημαντικό και καίριο τμήμα του κινητήρα, ήτοι είχε γίνει εργασία (αντικατάσταση εμβολοχιτωνίων) που δεν δικαιολογείται σε περιπτώσεις συνήθους χρήσης τέτοιων κινητήρων, δηλαδή σε κινητήρες του ανωτέρω εργοστασίου κατασκευής με 500.000 χιλιόμετρα μόνο και με τακτική συντήρηση, κάτι που αναπόδραστα αποκάλυψε ότι το συγκεκριμένο όχημα είχε διανύσει πολύ περισσότερα χιλιόμετρα και είχε υποστεί σοβαρότατη βλάβη στο παρελθόν από υπερθέρμανση που είναι η κύρια αιτία καταστροφής και ακολούθως αντικατάστασης των εμβολοχιτωνίων και επέκεινα των μετάλλων βάσης του στροφάλου, αφού αλλοιώνονται οι αντοχές και ιδιότητες των μετάλλων.

Επιπλέον προέκυψε ότι και η κεφαλή ενός εκ των έξι κεφαλών κυλίνδρων δηλαδή το τμήμα εκείνο του κινητήρα στο πάνω μέρος του, εντός του οποίου κινούνται οι βαλβίδες και περιέχει και το θάλαμο καύσης, έφερε λεπτό και μη εμφανές ρήγμα, οφειλόμενο αποκλειστικά σε θερμική καταπόνηση των μετάλλων λόγω υπερθέρμανσης, αφού στο σημείο αυτό υπάρχει ο χώρος καύσης.

Υπό κανονικές συνθήκες, εφόσον ο κινητήρας έχει υποβληθεί στους τακτικούς ελέγχους και εργασίες συντήρησης δεν απαιτείται η αλλαγή εμβολοχιτωνίων στα 500.000 χιλιόμετρα στα φορτηγά εργοστασίου κατασκευής, τύπου και κατηγορίας του επιδίκου, πολλώ δε μάλλον σε λιγότερα χιλιόμετρα (εφόσον η αντικατάσταση των εμβολοχιτωνίων έγινε σε χρόνο πριν την παράδοση του φορτηγού στον ενάγοντα, κατά τον οποίο είχε λιγότερα χιλιόμετρα).

Επομένως, από τα ανωτέρω αποδειχθέντα προκύπτει μετά βεβαιότητας ότι κατά τον χρόνο μεταβίβασης του οχήματος στον αγοραστή στις 23-3-2017 το πωληθέν όχημα δεν είχε τις συνομολογημένες ιδιότητες που έπρεπε να φέρει με βάση τη σύμβαση των διαδίκων κατά τα προαναφερθέντα, αλλά είχε διανύσει πολύ περισσότερα από 500.000 χιλιόμετρα, ο δε κινητήρας του είχε υποστεί στο παρελθόν σημαντική βλάβη στα ανωτέρω κινούμενα και περιστρεφόμενα εσωτερικά του εξαρτήματα και μέρη εξαιτίας των οποίων ανοίχτηκε και δέχθηκε σημαντικότατες παρεμβάσεις μηχανολογικά και έτσι υπήρχαν όλες εκείνες οι προϋποθέσεις τεχνικά και μηχανολογικά για άμεση και εκτεταμένη νέα ζημία όπως και έγινε.

Τα ανωτέρω προκύπτουν από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τον ενάγοντα από 16-9-2017 ιδιωτική γνωμοδότηση ("τεχνική έκθεση - πραγματογνωμοσύνη") του Κ. Τ., η οποία ουδόλως αναιρείται από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από τον εναγόμενο υπ' αριθ. 231710/20-6-2018 "έκθεση πραγματογνωμοσύνης" της ετερόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Γ.

Χ..Δ.. και Σ. Ε..Ε.." οι οποίες, άλλωστε, αμφότερες, όπως προεκτέθηκε, εκτιμώνται ελεύθερα ως ιδιωτικές γνωμοδοτήσεις. Ειδικότερα η προαναφερόμενη προσκομιζόμενη από τον εναγόμενο γνωμοδότηση επικεντρώνεται στο ότι ο ενάγων παρά τη δοκιμαστική οδήγηση του οχήματος δεν διαπίστωσε πρόβλημα στον κινητήρα κατά την οδήγηση, ενώ ούτε ο Κ.

Τ. κατά τον έλεγχο που έκανε πριν την αγορά του οχήματος διαπίστωσε οιαδήποτε ένδειξη δυσλειτουργίας του κινητήρα ή προηγούμενης επισκευής του. Ισχυρίζεται δε ότι, αν πράγματι είχε προηγηθεί επισκευή του κινητήρα, αυτή θα ήταν άμεσα ορατή σε οποιονδήποτε έμπειρο μηχανικό, γιατί θα υπήρχαν μακροσκοπικά διακριτά ίχνη, όπως η μετά την επισκευή τοποθέτηση φλαντζόκολλας, η διαφορετική όψη των βιδών, κοχλιών κλπ.

εξαιτίας εξαγωγής, επανατοποθέτησης κλπ. και καταλήγει στο ότι οι ζημίες δεν υπήρχαν κατά τον χρόνο παράδοσης του οχήματος στον ενάγοντα, αλλά προκλήθηκαν μετά την παραλαβή του οχήματος από τον τελευταίο και την κυκλοφορία του από αυτόν, χωρίς, ωστόσο, να εξηγεί σε ποια αιτία οφείλεται η ζημία, εφόσον όπως αποδείχθηκε είχε γίνει έλεγχος λαδιών και συστημάτων λίπανσης και ψύξης πριν την παράδοση στον ενάγοντα, ενώ μέχρι την 9-8-2017, οπότε εμφανίστηκε η βλάβη, το φορτηγό δεν είχε διανύσει πάνω από 1.000 χιλιόμετρα (βλ.

σημείωση διανυθέντων χιλιομέτρων σε προσκομιζόμενο και επικαλούμενο από ενάγοντα βιβλίο σέρβις που συνέταξε ο Κ. Τ.). Επιπλέον ο εναγόμενος υποστηρίζει ότι η εμφάνιση των ζημιών οφείλεται στο ότι αυτό χρησιμοποιείτο σε ιδιαιτέρως βαριά εργασία (μεταφορά δασικών προϊόντων σε δασικούς ορεινούς δρόμους όπου υπάρχουν μεγάλες αλλαγές κλίσεων, κακό οδόστρωμα σε συνθήκες υπερφόρτωσης), ωστόσο αυτή είναι η χρήση για την οποία προορίζεται το όχημα.

Η ως άνω γνωμοδότηση του Κ. Τ. επιβεβαιώνεται από την έκθεση που συντάχθηκε κατόπιν αιτήσεως του ενάγοντος από τον πτυχιούχο μηχανικό οχημάτων τ.ε. Ν. - Β. Γ., σύμφωνα με τον οποίο η καταστροφή των δύο μετάλλων βάσης και ο αποχρωματισμός των υπολοίπων στον συγκεκριμένο κινητήρα οφείλεται σε υπερθέρμανση, έστω και πρόσκαιρη, του κινητήρα, που είναι η μόνη αιτία μηχανολογικά να προκαλέσει το σπάσιμο και τον αποχρωματισμό των κουζινέτων, αιτίες δε της υπερθέρμανσης μπορεί να είναι η έλλειψη λαδιού, η χαμηλή πίεση λαδιού ή η μη λειτουργία του συστήματος ψύξης.

Ωστόσο, αφού στον κινητήρα είχε τοποθετηθεί λάδι και είχε γίνει αλλαγή φίλτρων λαδιού πριν από την παράδοση του οχήματος στον ενάγοντα (ήτοι πριν από 1000 το μέγιστο χιλιόμετρα) και η αντλία λαδιού, το ψυγείο και ο ανεμιστήρας δεν είχαν βλάβες και λειτουργούσαν τη στιγμή που εμφανίστηκε η βλάβη, με βεβαιότητα δεν έγινε υπερθέρμανση στις 9-8-2017.

Επίσης τα εμβολοχιτώνια δεν αλλάχθηκαν κατά τις εργασίες επισκευής που ενήργησε ο Κ. Τ., αλλά λόγω της άριστης κατάστασής τους επανατοποθετήθηκαν, ώστε αναμφίβολα δεν έγινε υπερθέρμανση εκείνη τη στιγμή, γιατί τότε λόγω υπερβολικών τριβών από την απώλεια των ιδιοτήτων του λαδιού και της χαμηλής πίεσης τα εμβολοχιτώνια θα ήταν τα πρώτα μέρη που θα καταστρέφονταν και θα κολλούσαν στα χιτώνια και θα έπρεπε να αλλαχθούν και αυτά.

Για τον ίδιο λόγο θα υπήρχαν και σοβαρές βλάβες και στον χώρο των κεφαλών του κινητήρα, όπως στρέβλωση κεφαλών, θραύση ή στρέβλωση εκκεντροφόρου άξονα, στρέβλωση ή θραύση βαλβίδων θαλάμου καύσης κλπ, τα οποία όμως δεν υπήρχαν στη συγκεκριμένη περίπτωση. Εφόσον δε δεν προέκυψε ότι ο αγοραστής από τον χρόνο αγοράς μέχρι τον χρόνο της βλάβης είχε επέμβει στον κινητήρα για κάποιο λόγο και ειδικά για επισκευή λόγω υπερθέρμανσης με αντικατάσταση εμβολοχιτωνίων, η αλλαγή αυτών είχε γίνει οπωσδήποτε πριν την αγορά του φορτηγού από τον ενάγοντα, ενώ, σύμφωνα πάντα με την ως άνω έκθεση του πτυχιούχου μηχανικού οχημάτων τ.ε.

Ν. - Β. Γ., η αλλαγή εμβολοχιτωνίων σε όχημα με 500.000 χιλιόμετρα μόνο σε περίπτωση υπερθέρμανσης του κινητήρα εξηγείται, και δεν περιλαμβάνεται στα τακτικό σέρβις και συντήρηση που ορίζει ο κατασκευαστής του οχήματος.

Συνεπώς και κατά τον ως άνω μηχανικό οχημάτων ο κινητήρας είχε υπερθερμανθεί υπερβολικά οπωσδήποτε πριν την παράδοση του οχήματος στον αγοραστή. Για το λόγο αυτό είχαν αλλαχθεί τα εμβολοχιτώνια και ενδεχομένως και άλλα μέρη, αλλά όχι τα μέταλλα έδρασης στροφάλου ούτε η μια κεφαλή κυλίνδρου που είχε ρωγμή.

Πιθανότητα να είχαν αλλαχθεί και αυτά αλλά για κάποιο λόγο να μην έγινε σωστή επισκευή δεν υφίσταται, αφού εκτός από τα δύο που έσπασαν τα υπόλοιπα ήταν αποχρωματισμένα, το οποίο εξηγείται μόνο από υπερθέρμανση, ενώ αν συνέβαινε αυτό (δηλαδή να είχαν αλλαχθεί αλλά να μην είχε γίνει σωστή επισκευή) θα υπήρχε δυσλειτουργία στον κινητήρα, άμεσα αντιληπτή από τα πρώτα χιλιόμετρα, οπότε και δεν θα διένυε το φορτηγό απόσταση 1500 χιλιομέτρων από την Αυστρία χωρίς πρόβλημα.

Λόγω της θερμικής καταπόνησης ο χρόνος ζωής τους είχε περιοριστεί σημαντικά και ήταν ζήτημα χρόνου η καταστροφή τους. Χρειάστηκε η συνήθης επιβάρυνση του κινητήρα με φορτίο για να εκδηλωθεί το πρόβλημα, αφού τα 1500 χιλιόμετρα είχαν διανυθεί χωρίς επιβάρυνση φορτίου. Εάν δεν είχαν καταπονηθεί λόγω υπερθέρμανσης, αλλά ήταν στη συνήθη κατάσταση που αναμένει κανείς για 500.000 χιλιόμετρα του συγκεκριμένου κινητήρα, τα περίπου 1000 χιλιόμετρα χρήσης δεν θα μπορούσαν σε καμία περίπτωση να προκαλέσουν το πρόβλημα, αφού ο κινητήρας είχε λάδι, τα συστήματα ψύξης και λίπανσης λειτουργούσαν κανονικά και δεν είχε υποστεί μετά βεβαιότητας υπερθέρμανση τη στιγμή της βλάβης την 9-8-2017, γιατί τότε θα καταστρέφονταν και τα εμβολοχιτώνια και πιθανώς και άλλα μέρη του κινητήρα, λόγω δε της αλλαγής των εμβολοχιτωνίων ο κινητήρας, δεν είχε κατανάλωση λαδιού.

Επίσης σύμφωνα πάντα με την ως άνω γνωμοδότηση του Β. - Ν. Γ. δεν δικαιολογείται στα 500.000 χιλιόμετρα η φθορά του κεντρικού γραναζιού του τελικού διαφορικού με σπασμένες οδοντώσεις, αφού είναι εμπλεκόμενο μόνο με επιλογή του χρήστη και όχι μόνιμα και συνεπώς τα χιλιόμετρα που είχε διανύσει το όχημα ήταν πολύ περισσότερα από 500.000.

Συμπεραίνει δε ότι το όχημα δεν είχε υποβληθεί στο παρελθόν στους προβλεπόμενους από τον κατασκευαστή τακτικούς ελέγχους και εργασίες συντήρησης, διότι αν είχε υποβληθεί σε αυτούς θα είχε αποφευχθεί η υπερθέρμανση μέσω του ελέγχου των λαδιών και των συστημάτων λίπανσης και ψύξης(...). Η έλλειψη των ως άνω συνομολογημένων ιδιοτήτων, ήτοι ότι τα χιλιόμετρα που έδειχνε ο χιλιομετρητής ήταν τα πραγματικά και ότι η κατάσταση του οχήματος και του κινητήρα ήταν άριστη, διότι αυτό είχε υποβληθεί σε όλους τους αναγκαίους ελέγχους και εργασίες συντήρησης και δεν είχε υποστεί ουδεμία βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας ήταν αναγκαίο το "άνοιγμα" του κινητήρα, παρέχει σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 540 και 543 ΑΚ δικαίωμα στον αγοραστή μεταξύ άλλων να απαιτήσει τη μείωση του τιμήματος και σωρευτικά αποζημίωση για τη ζημία που δεν καλύπτεται από την άσκησή τους.

Όπως άλλωστε εκθέτει ο ίδιος ο εναγόμενος στο δικόγραφο της έφεσής του συμφώνησε να καταβάλει ο ίδιος στον Κ. Τ. την αμοιβή του για τις εργασίες, ενώ κατέβαλε στον Ι. Κ., ο οποίος ανέλαβε τις εργασίες ρεκτιφιέ του κινητήρα, το ποσό των 800 ευρώ παροτρύνοντάς τον να προχωρήσει τις εργασίες, αποδεχόμενος ουσιαστικά την ευθύνη του για τη βλάβη του φορτηγού, ωστόσο αργότερα, προφανώς φοβούμενος ότι η συμμετοχή του στην κάλυψη των ζημιών θα εκληφθεί ως αποδοχή της ευθύνης του, επισκέφθηκε τον Ι.

Κ. και αναζήτησε το καταβληθέν κατά τα ανωτέρω ποσό δηλώνοντας ότι το ποσό που είναι αναγκαίο για εργασίες και ανταλλακτικά θα καταβάλει ο ενάγων. Στις 22-12-2017 ο ενάγων επέδωσε στον εναγόμενο την από 19-12-2017 εξώδικη δήλωσή του... με την οποία, αφού εξέθετε τα ως άνω ελαττώματα, προέβαινε σε δήλωση μείωσης του τιμήματος και ζητούσε :

α) να του επιστρέψει ο εναγόμενος το ποσό των 21.380 ευρώ, το οποίο αποτελούσε τη διαφορά της πραγματικής αξίας που είχε το όχημα με βάση τις πραγματικές του ιδιότητες, την οποία προσδιόριζε στο ποσό των 16.000 ευρώ και του καταβληθέντος τιμήματος ύψους 37.380 ευρώ, β) να του καταβάλει το ποσό των 13.383,32 ευρώ για την επισκευή του κινητήρα, γ) το ποσό των 500 ευρώ για τη μεταφορά του φορτηγού, δ) το ποσό των 15.000 ευρώ, το οποίο προκατέβαλε για την αγορά 1.000 τόνων ξυλείας και το οποίο κατέπεσε ως ποινική ρήτρα, διότι δεν παρέλαβε, ως όφειλε, την αγορασθείσα ξυλεία και το ποσό των 45.000 ευρώ, το οποίο θα κέρδιζε μετά βεβαιότητας κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων από τη μεταπώληση των 1.000 τόνων ξυλείας (...).

Κατά τον χρόνο κατάρτισης της σύμβασης πώλησης η αγοραία αξία του εν λόγω αυτοκινήτου, χωρίς τις ανωτέρω ελλείψεις, ήταν ίση προς το συμφωνηθέν τίμημα των 37.380 ευρώ. Ωστόσο η έλλειψη των συνομολογημένων ιδιοτήτων επηρεάζει αρνητικά την αξία του πωληθέντος φορτηγού αυτοκινήτου και συνεπώς πρέπει να χωρήσει μείωση του τιμήματος.

Η αξία του οχήματος με τις προαναφερθείσες ελλείψεις κατά τον χρόνο της μεταβίβασης αυτού στον ενάγοντα ανερχόταν κατά την κρίση του Δικαστηρίου στο ποσό των 20.000 ευρώ.

Συνεπώς, το τίμημα πρέπει να μειωθεί στο ποσό των 20.000 ευρώ και ο εναγόμενος υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα τη διαφορά μεταξύ του καταβληθέντος τιμήματος και του ως άνω μειωμένου τιμήματος, δηλαδή το ποσό των 17.380 (37.380 - 20.000) ευρώ. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο έκρινε ότι το τίμημα που συμφωνήθηκε και το οποίο κατέβαλε ο ενάγων στον εναγόμενο ανέρχεται στο ποσό των 12.000 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 24% και συνολικά 14.880 ευρώ, και ακολούθως απέρριψε ως αβάσιμο κατ' ουσίαν το αίτημα για επιστροφή στον ενάγοντα της διαφοράς μεταξύ του καταβληθέντος τιμήματος και του μειωμένου λόγω της έλλειψης των συνομολογημένων ιδιοτήτων τιμήματος, έσφαλε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και συνεπώς πρέπει, δεκτού γενομένου του σχετικού πρώτου λόγου της έφεσης του ενάγοντος ως βάσιμου κατ' ουσίαν, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη κατά το μέρος τούτο και αφού κρατηθεί και δικαστεί η αγωγή κατά το ανωτέρω κεφάλαιο, να γίνει αυτή εν μέρει δεκτή και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 17.380 ευρώ νομιμοτόκως από την 23-12-2017 (επομένη της επίδοσης της από 19-12-2017 εξώδικης δήλωσης περί μείωσης του τιμήματος).

Περαιτέρω, ο εναγόμενος υποχρεούται να αποκαταστήσει κάθε ζημία που υπέστη το φορτηγό, η οποία έχει άμεση σχέση με την έλλειψη των συνομολογημένων ιδιοτήτων και δεν καλύπτεται από την άσκηση του δικαιώματος μείωσης του τιμήματος και συγκεκριμένα υποχρεούται να καταβάλει στον ενάγοντα τα κάτωθι ποσά ήτοι: 1) για αγορά των αναγκαίων ανταλλακτικών επισκευής του κινητήρα και ειδικότερα.....

ήτοι 6.706 ευρώ πλέον ΦΠΑ 24% (1.609,44 ευρώ) και συνολικά 8.315,44 ευρώ, εκδοθέντων προς τούτο των υπ' αριθ. 4600, 4601 και 4602/16-9-2017 τιμολογίων πώλησης, 2) για εργασίες επισκευής και συγκεκριμένα για επισκευή κινητήρα φορτηγού, καθάρισμα φίλτρου νερού και intercool, επισκευή διαφορικού βοηθητικής, αντικατάσταση ρεγουλατόρου τέταρτου διαφορικού δεξιά, αντικατάσταση λάδια και φίλτρα, αντικατάσταση αντιψυκτικών, αντικατάσταση αντλίας νερού και θερμοστάτη 1.500 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 24 % από 360 ευρώ και συνολικά 1.860 ευρώ, εκδοθέντος προς τούτο του υπ'αριθ. 2319/16-9-2017 τιμολογίου παροχής υπηρεσιών του Κ.

Τ., 3) για εργασίες ρεκτιφιέ του κινητήρα το ποσό των 1.300 ευρώ, πλέον ΦΠΑ 24% και συνολικά 1.612 ευρώ, εκδοθέντος προς τούτου του υπ' αριθ. 534/28-9- 2017 τιμολογίου παροχής υπηρεσιών της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Καρβούνης - Χρόνης Ο.Ε.", 4) για αγορά ανταλλακτικών και συγκεκριμένα για 1 μονάδα μίξης προς 140 ευρώ, 3 βαλβίδες πιέσεως προς 30 ευρώ εκάστη, 1 βαλβίδα επιστροφής προς 30 ευρώ, 6 σετ στεγανοποίησης μπεκ προς 5 ευρώ έκαστο και συνολικά 290 ευρώ πλέον ΦΠΑ 24% και συνολικά 359 ευρώ, εκδοθέντος προς τούτο του υπ' αριθ. 410/27-9-2017 τιμολογίου πώλησης του Ιωάννη Μπαρέκα, 5) για αναγκαίες εργασίες επισκευής μπεκ και αντλίας πετρελαίου κατέβαλε το ποσό των 200 ευρώ πλέον ΦΠΑ 24% και συνολικά 248 ευρώ, εκδοθέντος προς τούτο του υπ' αριθ. 163/27-9-2017 τιμολογίου παροχής υπηρεσιών, συνολικά δηλαδή κατέβαλε για αγορά των αναγκαίων ανταλλακτικών και για αμοιβή τεχνιτών για εργασίες επισκευής κατά τα ανωτέρω το ποσό των 12.395,04 ευρώ, το οποίο αντιστοιχεί στη θετική ζημία του και πρέπει να αποκατασταθεί.

Η εκτέλεση των ως άνω εργασιών και η αγορά των ανωτέρω ανταλλακτικών ήταν αναγκαίες για την επισκευή του κινητήρα σύμφωνα με τα εργοστασιακά πρότυπα έτσι ώστε να είναι αποδοτικός και να μην παρουσιάσει στο μέλλον βλάβες είτε από την ίδια αιτία είτε από κακή επισκευή σε ζωτικά τμήματά του,'... Στην θετική ζημία του ενάγοντος περιλαμβάνεται επίσης και το ποσό των 500 ευρώ, το οποίο κατέβαλε ο ενάγων στην ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Θ.

και Δ.. Γ. Ο..Ε.." για τη μεταφορά του φορτηγού με γερανό από το σημείο βλάβης στο συνεργείο του Κ. Τ. στην Κ. (βλ. σχετικά την υπ' αριθ. 287/10-8-2017 φορτωτική). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων δαπάνησε για την αγορά ανταλλακτικών για την επισκευή του πίσω διαφορικού τα ακόλουθα ποσά:... ήτοι 797 ευρώ πλέον ΦΠΑ 24% και συνολικά 988,28 ευρώ, εκδοθέντος προς τούτο του υπ αριθ. 4601/16-9-2017 τιμολογίου του Κ.

Τ.. Το ανωτέρω ποσό το οποίο δαπανήθηκε για την διόρθωση του πραγματικού ελαττώματος του φορτηγού (σχετικά με το διαφορικό) υποχρεούται ο εναγόμενος να καταβάλει στον ενάγοντα σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 540 ΑΚ, εφόσον το ελάττωμά αυτό δεν ζητεί ο ενάγων να συνεκτιμηθεί κατά την αποτίμηση της μείωσης της αξίας του φορτηγού εξαιτίας του πραγματικού αυτού ελαττώματος.

Συνεπώς ο εναγόμενος οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 13.883,32 (12.395,04+500+988,28) ευρώ νομιμοτόκως από την επομένη της επίδοσης της από 19-12-2017 εξώδικης δήλωσης του ενάγοντος, ήτοι από 23-12-2017, για την αποκατάσταση της θετικής ζημίας που υπέστη ο ενάγων από την έλλειψη των συνομολογημένων ιδιοτήτων, η οποία δεν καλύπτεται από την άσκηση του δικαιώματος μείωσης του τιμήματος και εκείνης (θετικής ζημίας) που υπέστη εξαιτίας του πραγματικού ελαττώματος του οχήματος και κατά συνέπεια πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι οι περί του αντιθέτου πρώτος, δεύτερος και τρίτος λόγοι της έφεσης του εναγομένου(...)".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο δέχθηκε κατ' ουσίαν τις αντίθετες εφέσεις των διαδίκων και εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ακολούθως δε, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή του αναιρεσιβλήτου και υποχρέωσε τον αναιρεσείοντα να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 31.263,32 ευρώ νομιμοτόκως από 23-12-2017.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ότι δηλαδή είναι νόμιμο και ουσιαστικά βάσιμο το αγωγικό αίτημα του αναιρεσιβλήτου για καταβολή αποζημίωσης ποσού 12.395,04 ευρώ, το οποίο δαπάνησε για αγορά των αναγκαίων ανταλλακτικών και για αμοιβή τεχνιτών για την εκτέλεση των εργασιών επισκευής του πωληθέντος φορτηγού, λόγω έλλειψης των συνομολογημένων ιδιοτήτων αυτού, παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 543 ΑΚ, την οποία εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε, σε συνδυαμό με τις διατάξεις των άρθρων 513, 522, 534, 535, 537 και 540 ΑΚ, δεδομένου ότι, εφόσον με τις ανωτέρω ανέλεγκτες παραδοχές του έκρινε, ότι το ένδικο φορτηγό δεν έφερε τις συνομολογημένες ιδιότητες και ότι για το λόγο αυτό το καταβληθέν τίμημα αυτού, ποσού 37.380 ευρώ, πρέπει να μειωθεί στο ποσό των 20.000 ευρώ, στο οποίο ανερχόταν η αξία του οχήματος με τις ως άνω ελλείψεις κατά το χρόνο της παράδοσής του στον αναιρεσίβλητο, υποχρεώνοντας έτσι τον αναιρεσείοντα να καταβάλει σ' αυτόν, προς αποκατάσταση της ισοδυναμίας των δύο παροχών, τη διαφορά μεταξύ του καταβληθέντος και του ως άνω μειωμένου τιμήματος, ήτοι 17.380 ευρώ (37.380 - 20.000), η ως άνω ζημία για δαπάνες αγοράς ανταλλακτικών και εργασίες επισκευής προς αποκατάσταση των ίδιων ελλείψεων, ανερχόμενη στο συνολικό ποσό των 12.395,04 ευρώ, καλύπτεται από τη γενομένη μείωση του τιμήματος, με συνέπεια ο αναιρεσίβλητος, ο οποίος, κρατώντας το ελαττωματικό φορτηγό άσκησε σωρευτικά το δικαίωμα αποζημίωσης με το δικαίωμα μείωσης του τιμήματος, να μη δικαιούται, εκτός από τη μείωση, και αποζημίωση για την πιο πάνω καλυπτόμενη ζημία, αφού, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, ο αγοραστής δικαιούται, στην περίπτωση αυτή, αποζημίωσης μόνον κατά το μέρος που η ζημία δεν καλύπτεται από τη μείωση του τιμήματος.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθό μέρος προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ανωτέρω πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Αντιθέτως, το Εφετείο, με το να κρίνει ότι ο αναιρεσίβλητος δικαιούται ως αποζημίωση το ποσό των 988,28 ευρώ, το οποίο δαπάνησε λόγω του πραγματικού ελαττώματος του φορτηγού για την αγορά ανταλλακτικών για την επισκευή του πίσω διαφορικού, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού η ζημία αυτή, κατά τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης, δεν ελήφθη υπόψη για τη μείωση του τιμήματος και συνακόλουθα δεν καλύπτεται από αυτή.

Επομένως, ο ίδιος ως άνω, κατά το οικείο μέρος, λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει, κατά παραδοχή του γενομένου δεκτού ως άνω λόγου αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το παραπάνω μέρος της.

Κατά το άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ, "Αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να την δικάσει, αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην αντίθετη περίπτωση παραπέμπει την υπόθεση σε ιδιαίτερη συζήτηση και, αν πρόκειται για τους λόγους που αναφέρονται στους αριθμούς 1, 2, 3, 6 έως 17, 19 και 20 του άρθρου 559, μπορεί να παραπέμψει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές...".

Εάν επομένως, ενόψει του περιεχομένου της αναιρετικής απόφασης και της έκτασης της αναιρέσεως, δεν υπάρχει δικονομικό έδαφος για "περαιτέρω εκδίκαση" της υπόθεσης, αλλά υπολείπεται η διατύπωση μόνο του διατακτικού της απόφασης, ο Άρειος Πάγος μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να εκδώσει την τελειωτική για την υπόθεση απόφαση.

Τέτοιο δικονομικό έδαφος για περαιτέρω έρευνα της υπόθεσης δεν υπάρχει και στην κρινόμενη περίπτωση, αφού κατά τα προαναφερόμενα έπρεπε να γίνει δεκτή και από ουσιαστική άποψη η από 18-9-2019 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και ως προς τον δεύτερο λόγο έφεσης και να απορριφθεί ως νόμω αβάσιμο το αίτημα για την επιδίκαση του ποσού των 12.395,04 ευρώ για την προεκτεθείσα αιτία, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση στο σύνολό της για το ενιαίο του εκτελεστού τίτλου και ακολούθως να γίνει εν μέρει δεκτή η ένδικη αγωγή ως βάσιμη από ουσιαστική άποψη για ποσό των 18.868,28 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την 23-12-2017.

Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου/ενάγοντος και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος/εναγομένου λόγω της ήττας του και ανάλογα με την έκταση αυτής, ενώ τα έξοδα του αναιρεσείοντος για την αναίρεση βαρύνουν τον αναιρεσίβλητο που ηττάται, συμψηφιζομένων αναλόγως (άρθρα 176, 178, 183, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ).

Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 3 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ η απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ' αυτόν τόσο για την αίτηση αναιρέσεως, όσο και για την έφεση.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 336/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.

Διατάσσει την απόδοση στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ' αυτόν τόσο για την αίτηση αναιρέσεως, όσο και για την από 18-10-2019 έφεση.

Διακρατεί και δικάζει την υπόθεση.

Δέχεται κατ' ουσίαν την από 18-10-2019 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 60/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Τ.. Εξαφανίζει την ανωτέρω απόφαση κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος και, ακολούθως, στο σύνολό της για την ενότητα της εκτελέσεως.

Δικάζει επί της από 20-3-2018 αγωγής.

Δέχεται εν μέρει την αγωγή .

Υποχρεώνει τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των δεκαοκτώ χιλιάδων οκτακοσίων εξήντα οκτώ ευρώ και είκοσι οκτώ λεπτών (18.868,28) νομιμοτόκως από 23-12-2017 μέχρι εξοφλήσεως.

Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα μέρος της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσίβλητου (ενάγοντος και εφεσίβλητου), για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και την παρούσα αναιρετική δίκη, την οποία ορίζει σε τρείς χιλιάδες διακόσια (3.200) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιουνίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Αυγούστου 2023.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ