Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, citing inadmissibility of new documents and lack of legal basis.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by a company and an individual against a First Instance Court decision. The appellants argued that new documents proved the respondent's abuse of rights and violated procedural rules, but the court found these documents inadmissible as they were not 'facts' under the relevant code. Consequently, the court ruled that the lower court's decision to reject the claim was legally sound and the appeal lacked merit.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(8) and 339 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that documents submitted during an appeal must constitute 'facts' to be considered, and the failure to examine them does not constitute a ground for appeal if the lower court already addressed the underlying claim substantively.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1302 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1302/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα - Εισηγήτρια, Αριστείδη Βαγγελάτο και Κωνσταντίνα Νάκου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 22 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1)εταιρείας με την πρώην επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "...." και ήδη με την επωνυμία "...", και τον διακριτικό τίτλο "....", η οποία εδρεύει στον … και εκπροσωπείται νόμιμα, και 2)Χ. Φ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Γιαννόπουλο, ο oποίος κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1)Ι. Γ. του Χ., και 2)Χ. Γ. - Χ. του Ι., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Πουλιάκα, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/9/2013 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4310/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 44/2021 του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 7/5/2021 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με τη διάταξη της παρ. 3 περιπ. Β υποπερ. δ του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο 495 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 του ιδίου νόμου και όπως η παρ. 3 αυτού αντικαταστάθηκε εκ νέου στη συνέχεια με το άρθρο 35 παρ. 2 του Ν. 4446/2016 (ΦΕΚ Α 240/22.12.2016) με χρόνο έναρξης ισχύος του από 23 Ιανουαρίου 2017 (άρθρο 45 αυτού), προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της αναίρεσης κατ' αποφάσεων Εφετείου (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται από 23.1.2017 στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο.
Σύμφωνα, όμως, με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει για τις διαφορές των άρθρων 614 αριθ. 3 και 5 (εργατικές διαφορές και διαφορές από αμοιβές για την παροχή εργασίας) και 592 παρ. 1 (γαμικές διαφορές, διαφορές από ελεύθερη συμβίωση, διαφορές από σχέσεις γονέων και τέκνων και λοιπές οικογενειακές διαφορές).
Στην προκειμένη περίπτωση κατά την κατάθεση της ένδικης από 07.05.2021 και με αριθμό κατάθεσης 287/27/2021 αίτησης αναίρεσης της με αριθμό 44/22.01.2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς οι αναιρεσείοντες προέβησαν στην επισύναψη του με αριθμό ... ηλεκτρονικού παραβόλου ύψους τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ και της από 07.05.2021 απόδειξης ηλεκτρονικής του πληρωμής μέσω της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος για την άσκησή της.
Με τη προσβαλλόμενη, με αριθμό 44/22.1.2021, απόφαση του Εφετείου Πειραιώς απορρίφθηκε η από 30.9.2019 αίτηση αναψηλάφησης της με αριθμό 467/2016 απόφασης του ίδιου Δικαστηρίου, που είχε απορρίψει κατ' ουσίαν την από 26.11.2014 (με αριθμό κατάθεσης 1043/2014) έφεση των εναγομένων -εκκαλούντων - αιτούντων και ήδη αναιρεσειόντων - εργοδότριας και νομίμου εκπροσώπου αυτής αντίστοιχα- κατά της με αριθμό 4310/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί κατά ένα μέρος την από 15.09.2013 (με αριθμό κατάθεσης 6963/2013) αγωγή των εναγόντων - εφεσίβλητων-καθ'ων και ήδη αναιρεσίβλητων - εργαζομένων και τους είχε επιδικάσει τα σε αυτήν αναγραφόμενα ποσά ως αποζημίωση απόλυσης και ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής τους βλάβης.
Επομένως, η ένδικη διαφορά είναι εργατική και ως τέτοια απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της από 07.05.2021 αίτησης αναίρεσης. Κατόπιν αυτού το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στους αναιρεσείοντες ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της αίτησης αυτής (ΑΕΔ 3, 4/2014, ΑΠ 144/2019).
Με την από 07.05.2021 και με αριθμό κατάθεσης 287/27/2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών εκδοθείσα με αριθμό 44/22.1.2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, με την οποία απορρίφθηκε η από 30.9.2019 (με αριθμό κατάθεσης 960/3/2019) αίτηση για αναψηλάφηση της με αριθμό 467/2016 απόφασης του ως άνω δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η από 26.11.2014 έφεση των εναγομένων - εκκαλούντων - αιτούντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της με αριθμό 4310/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, είχε δεχθεί εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμη την από 15.9.2013 αγωγή των εναγόντων -εφεσίβλητων- καθ'ων η αίτηση και ήδη αναιρεσίβλητων και είχε υποχρεώσει:
α) την πρώτη εναγομένη -πρώτη εκκαλούσα- πρώτη αιτούσα και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα, εργοδότρια, να καταβάλει για αποζημίωση απόλυσης στον πρώτο ενάγοντα- πρώτο εφεσίβλητο- πρώτο καθ'ου και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο - εργαζόμενο- το ποσό των 45.140,43 ευρώ και στη δεύτερη ενάγουσα - δεύτερη εφεσίβλητη - δεύτερη καθ'ης και ήδη δεύτερη αναιρεσίβλητη - εργαζόμενη - το ποσό των 5.261,66 ευρώ και β) αμφότερους τους εναγόμενους - εκκαλούντες - αιτούντες και ήδη αναιρεσείοντες να καταβάλουν σε ολόκληρο σε καθένα από τους εναγόμενους - εφεσίβλητους -καθ'ων και ήδη αναιρεσίβλητους το ποσό των 2.000 ευρώ για τη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής τους βλάβης, με το νόμιμο τόκο κατά τα οριζόμενα στην πρωτοβάθμια απόφαση.
Η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα, διότι αντίγραφο της προσβαλλόμενης απόφασης με επιμέλεια των αναιρεσίβλητων επιδόθηκε στους αναιρεσείοντες στις 9.4.2021, σύμφωνα με τη με αριθμό 3145 ΣΤ/9.4.2021 έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή του Εφετείου Πειραιά Η. Δ. Α., που προσκομίζεται και η αίτηση αναίρεσης κατατέθηκε στη Γραμματεία του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Εφετείου Πειραιώς στις 07 Μαϊου 2021 (άρθρα 551, 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ).
Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Κατά τη διάταξη του άρθρου 544 αριθμός 7 του ΚΠολΔ επιτρέπεται αναψηλάφηση αν ο διάδικος που τη ζητεί, βρήκε ή πήρε στην κατοχή του μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης νέα κρίσιμα έγγραφα, τα οποία δεν μπορούσε να προσκομίσει εγκαίρως από ανώτερη βία ή τα οποία κατακράτησε ο αντίδικός του ή τρίτος που είχε συνεννοηθεί με τον αντίδικο και των οποίων την ύπαρξη αγνοούσε, όπως αγνοούσε και την κατοχή τους από τον αντίδικο ή τον τρίτο κατά τη διάρκεια της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη θεμελίωση του ως άνω λόγου αναψηλάφησης πρέπει, μεταξύ άλλων προϋποθέσεων που απαιτούνται σωρευτικά, το έγγραφο να είναι κρίσιμο, με την έννοια ότι από αυτό προκύπτει αμέσως και πλήρως απόδειξη ή ανταπόδειξη ουσιώδους πραγματικού ισχυρισμού που είχε προβληθεί στη διεξαχθείσα δίκη, κατά τρόπο ώστε να καθίσταται εμφανές ότι η προσβαλλόμενη απόφαση είναι εσφαλμένη και έτσι θα μπορούσε να εκδοθεί διαφορετική απόφαση υπέρ του ζητούντος την αναψηλάφηση, εάν το έγγραφο είχε τεθεί υπόψη του δικαστηρίου (ΑΠ 1264/2004, ΑΠ 460/2008, ΑΠ 219/2011, ΑΠ 721/2014).
Τέτοιου είδους έγγραφο, ικανό να στηρίξει το συγκεκριμένο λόγο αναψηλάφησης δεν είναι εκείνο που μπορεί απλώς να χρησιμεύσει ως αρχή έγγραφης απόδειξης ή για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων (ΑΠ 1169/2017, ΑΠ 1277/2002, ΑΠ 721/2014). Το ζήτημα αν το έγγραφο είναι ή όχι κρίσιμο υπό την προεκτεθείσα έννοια είναι πραγματικό, εξαρτώμενο από την κρίση του δικαστηρίου που δικάζει την αίτηση αναψηλάφησης, η οποία (κρίση) δεν υπόκειται στο έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 721/2014, ΑΠ 1180/2011, ΑΠ 231/2000).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. (ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1066/2021, ΑΠ 1042/2020, ΑΠ 1354/2017, ΑΠ 1184/2015).
Εξάλλου, ο ως άνω, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, που αφορά στην εκ πλαγίου παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, δεν ιδρύεται σε περίπτωση παραβίασης διατάξεων δικονομικού δικαίου, όπως είναι η διάταξη του άρθρου 544 του ΚΠολΔ, με την οποία καθορίζονται οι λόγοι αναψηλάφησης (ΑΠ 820/2019, ΑΠ 909/2011, ΑΠ 698/2009, ΑΠ 1297/1998).
Κατά τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996).
Αντιθέτως δεν θεωρούνται "πράγματα" κατά την προαναφερθείσα έννοια οι αιτιολογημένες αρνήσεις των πιο πάνω ισχυρισμών, ούτε οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί, αφού οι τελευταίοι δεν είναι ουσιώδεις για την έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 237/2019, ΑΠ 76/2016, ΑΠ 139/2014).
Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 12/1991), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 237/2019).
Επιπλέον, δεν αποτελούν "πράγματα" με την παραπάνω έννοια τα οριζόμενα περιοριστικά στο άρθρο 339 ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων τα έγγραφα και η ομολογία, η μη λήψη υπόψη των οποίων ή του περιεχομένου αυτών δεν ιδρύει τον ερευνώμενο από τη διάταξη του από τον αριθμό 8 εδ. β άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 237/2019, ΑΠ 261/2016, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 10/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 2019/2007).
Τέλος, η παράγραφος 2 του άρθρου 561 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της ίδιας ή άλλης δίκης, ιδίως αγωγών, παρεμβάσεων, ένδικων μέσων, προτάσεων ή δικαστικών αποφάσεων ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, δεν καθιερώνει ιδιαίτερο λόγο αναίρεσης, αλλά επιτρέπει την εξέταση αν από την εκτίμηση διαδικαστικών εγγράφων, που περιλαμβάνει τη νοηματικά ορθή ανάγνωσή τους, ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τους αναφερόμενους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 147/2019, ΑΠ 937/2018, ΑΠ 717/2016, ΑΠ 904/2010).
Ειδικότερα, η νομική παραδοχή της κυριαρχικής εκτίμησης από το δικαστήριο της ουσίας του περιεχομένου δικαστικής απόφασης τελεί υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι αυτή (η εκτίμηση) ανταποκρίνεται στο πραγματικό περιεχόμενο της απόφασης (ΑΠ 1239/2020). Έτσι, αν από την εκτίμηση του περιεχομένου απόφασης άλλης δίκης προκύψει ότι το δικαστήριο για τη θεμελίωση του ενώπιον αυτού αχθέντος δικαιώματος αξίωσε τη συνδρομή πραγματικών ισχυρισμών που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της ενώπιόν του καταχθείσας διαφοράς, αν και δεν περιλαμβάνονταν στο δικόγραφο της ως άνω απόφασης ή αντίθετα δεν έλαβε υπόψη τέτοιους ισχυρισμούς, αν και περιλαμβάνονταν, ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 (και όχι 19) του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, υπό την έννοια ότι το δικαστήριο αξίωσε για την εφαρμογή της διάταξης που εφάρμοσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά τη διάταξη αυτή ή αρκέστηκε σε λιγότερα (ΑΠ 904/2010, ΑΠ 231/2004, ΑΠ 147/1995) ή κατά περίπτωση λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εάν έλαβε υπόψη του πραγματικούς ισχυρισμούς που δεν περιλαμβάνονταν στην απόφαση, που ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ή αντιθέτως δεν έλαβε υπόψη του αυτούς, αν και περιλαμβάνονταν στην πιο πάνω απόφαση (ΑΠ 83/2019, ΑΠ 147/1995).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 15.9.2013 (με αριθμό κατάθεσης 6963/2013) αγωγή τους οι ενάγοντες-καθ'ων η αίτηση και ήδη αναιρεσίβλητοι εξέθεταν ότι στις 10.10.2001 και 1.4.2011 αντίστοιχα προσλήφθηκαν από την πρώτη εναγομένη - πρώτη αιτούσα και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα εταιρεία, νόμιμα εκπροσωπούμενη από το δεύτερο εναγόμενο- δεύτερο αιτούντα και ήδη δεύτερο αναιρεσείοντα, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι απασχολήθηκαν με την ειδικότητα του προγραμματιστή ο πρώτος και της υπαλλήλου η δεύτερη (θυγατέρα του) με τις αναφερόμενες συμφωνηθείσες μηνιαίες μικτές αποδοχές ο καθένας, έως στις 29.3.2013, οπότε οι ίδιοι κατήγγειλαν τις συμβάσεις εργασίας τους εξαναγκασθέντες λόγω της έκτακτης και σοβαρής μείωσης των αποδοχών τους και της εξύβρισης, των απειλών και της βάναυσης χειροδικίας του δεύτερου εναγομένου σε βάρος του πρώτου ενάγοντος, που συνέβησαν υπό τις συνθήκες που περιγράφονται στην αγωγή ενώπιον των συναδέλφων τους και που εξέλαβαν ως μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους και συνακόλουθα ως καταγγελία της σύμβασης εργασίας τους εκ μέρους της πρώτης εναγομένης.
Με βάση το ως άνω ιστορικό, ζήτησαν, αφού περιόρισαν πρωτοδίκως τα αιτήματά τους: α) να αναγνωρισθεί ότι οι περιγραφόμενες στην αγωγή πράξεις των εναγομένων συνιστούν μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας τους και συνακόλουθα άτακτη καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους, β) να υποχρεωθεί η πρώτη εναγομένη να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 51.589,07 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης και το ποσό των 9.728,22 ευρώ ως αποζημίωση της μη ληφθείσας άδειας των ετών 2011 και 2012 και στη δεύτερη ενάγουσα το ποσό των 5.261,67 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης και το ποσό των 1.804 ευρώ ως αποζημίωση της μη ληφθείσας άδειας του έτους 2011, με το νόμιμο τόκο για μεν την αποζημίωση απόλυσης χωρίς περαιτέρω εξειδίκευση της ημερομηνίας έναρξης της τοκοφορίας, για δε την αποζημίωση της μη ληφθείσας άδειας από την 31η Δεκεμβρίου του αντίστοιχου έτους κατά το οποίο η σχετική αξίωση έπρεπε να καταβληθεί και γ) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να καταβάλουν σε ολόκληρο στον κάθε ενάγοντα το ποσό των 20.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, επιφυλασσόμενος ο πρώτος ενάγων για το περαιτέρω ποσό των 44 ευρώ, προκειμένου να παρασταθεί ως πολιτικώς ενάγων ενώπιον των ποινικών δικαστηρίων.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων η με αριθμό 4310/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δικάζοντας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και υποχρέωσε την πρώτη εναγομένη - πρώτη αιτούσα- πρώτη αναιρεσείουσα να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα - πρώτο καθ'ου - πρώτο αναιρεσίβλητο το ποσό των 44.140,43 ευρώ και στη δεύτερη ενάγουσα- δεύτερη καθ'ης - δεύτερη αναιρεσίβλητη το ποσό των 5.261,66 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης με το νόμιμο τόκο κατά τα οριζόμενα στο σκεπτικό της και υποχρέωσε και τους δύο εναγομένους - αιτούντες - αναιρεσείοντες να καταβάλουν σε ολόκληρο σε κάθε ενάγοντα- καθ'ου - αναιρεσίβλητο το ποσό των 2.000 ευρώ για τη χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Κατά της με αριθμό 4310/2014 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς οι εναγόμενοι-αιτούντες- αναιρεσείοντες άσκησαν την από 26.11.2014 έφεση και, επικαλούμενοι εσφαλμένη ερμηνεία των νόμων και κακή εκτίμηση των αποδείξεων, ζήτησαν την απόρριψη της ως άνω αγωγής. Το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, με τη με αριθμό 467/2016 απόφασή του, απέρριψε κατ' ουσία την από 26.11.2014 έφεση, επικυρώνοντας έτσι την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου.
Κατά της ως άνω απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, οι εναγόμενοι - αιτούντες -αναιρεσείοντες άσκησαν: α) ενώπιον του Αρείου Πάγου την από 5.4.2017 αίτηση αναίρεσης, η οποία απορρίφθηκε με τη με αριθμό 1322/2020 απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου και β) ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς την από 30.9.2019 (με αριθμό κατάθεσης 960/3/2019) αίτησή τους για αναψηλάφηση της με αριθμό 467/2016 απόφασής του, επικαλούμενοι ότι μετά την έκδοση της ως άνω με αριθμό 467/2016 απόφασης και συγκεκριμένα στις 27.9.2019 περιήλθαν στην κατοχή τους τα αναγραφόμενα στην αίτηση νέα έγγραφα, τα οποία είχαν εκδοθεί πριν την ημερομηνία συζήτησης της έφεσής τους, τα οποία αποδεικνύουν αμέσως και πλήρως τη βασιμότητα της ένστασης καταχρηστικής άσκησης της από 15.9.2013 αγωγής, που είχαν προβάλει σε αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας και των οποίων (εγγράφων) την ύπαρξη αγνοούσαν χωρίς δική τους υπαιτιότητα.
Το Μονομελές Εφετείο Πειραιώς με τη με αριθμό 44/2021 απόφασή του, της οποίας ζητείται η αναίρεση με την ένδικη αίτηση, μετά από εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά το κρίσιμο για την έρευνα των λόγων της ένδικης αναίρεσης τμήμα του, δέχθηκε τα ακόλουθα:"Οι αιτούντες, για να στηρίξουν την υπό κρίση αίτηση για αναψηλάφηση της ανωτέρω προσβαλλόμενης απόφασης, προσκομίζουν και επικαλούνται ως "νέα κρίσιμα" έγγραφα τα εξής:
α) την από 4.12.2013 επιστολή του λογιστικού γραφείου Κύπρου "T. Audit Firm Limited" (λογιστικό γραφείο Κύπρου T.) προς τον 1ο των καθ' ων [δηλαδή τον πρώτο ενάγοντα και ήδη πρώτο αναιρεσίβλητο] μετά των συνημμένων αποσπασμάτων λογαριασμού και υπ' αριθμ. ... τιμολογίων, με την οποία του γνωστοποιεί ότι το ποσό της αμοιβής του για τις υπηρεσίες που προσέφερε για τη σύσταση της εταιρείας "..." και όλες τις συναφείς νομικές ενέργειες, καθώς και τα έξοδα αντιπροσώπευσης από 1.4.2013 έως 31.12.2013 είναι 4.469,09 ευρώ, β) την από 22-7-2014 επιστολή του ως άνω λογιστικού γραφείου Κύπρου T., με την οποία ζητεί από τον πρώτο των καθ' ων ενημέρωση για τα πιθανά κέρδη της "..." για το έτος 2014, προκειμένου να προσδιορίσει την προσωρινή φορολογία, γ) την από 6-11-2014 επιστολή του πρώτου των καθ' ων προς το ως άνω λογιστικό γραφείο Κύπρου T., στην οποία αναφέρει ότι η debit card μπορεί να έχει το όνομα της εταιρείας, για το internet banking μπορούν να χρησιμοποιήσουν το όνομά του, γενικά όμως δεν θα ήθελε να συνδέεται (ή να μην φαίνεται πουθενά) το όνομά του με την "..." , δ) το από 31-3-2015 "αντίγραφο πρακτικού αυτόκλητης γενικής συνέλευσης της "...", όπου ο πρώτος των καθ' ων, ως διαχειριστής και εκπρόσωπος της "...", ως μοναδικού εταίρου της, αποφάσισε τη διανομή μερίσματος από την G....
προς την "...", εκ ποσού 120.000 ευρώ, ε) την από 2-9-2015 επιστολή του πρώτου των καθ' ων προς το λογιστικό γραφείο Κύπρου T., με την οποία ζητεί ενημέρωση "προκειμένου να μεταβιβάσει άμεσα ο κ. Η. Χ. που κατέχει το 50% των μετοχών της B... σε μένα που έχω το άλλο 50%", στ) την από 13-11-2015 σύμβαση μεταβίβασης μετοχών μεταξύ των Η.
Χ. , του πρώτου των καθ' ων και της B..., με την οποία ο Η. Χ. πώλησε στον πρώτο των καθ' ων το 50%, ήτοι 500 μετοχές της B..., έναντι τιμήματος 44.529 ευρώ, και ζ) την από 17-11- 2015 επιστολή της "..." προς το λογιστικό γραφείο Κύπρου T., την οποία υπογράφει ο πρώτος των καθ'ων και με την οποία εγκρίνει τις οικονομικές καταστάσεις της "..." και τους εξουσιοδοτεί να υποβάλουν στο Τμήμα Φορολογίας τις φορολογικές δηλώσεις για την περίοδο από 4 Απριλίου 2013 μέχρι 31 Δεκεμβρίου 2013 και για το έτος που έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 2014.
Οι αιτούντες ισχυρίζονται ότι τα ανωτέρω έγγραφα αποδεικνύουν τον προβαλλόμενο σε αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας αμυντικό ισχυρισμό τους περί μεθόδευσης άλλως αξιοποίησης του λαβόντος χώρα την 29-3-2013 περιστατικού διαπληκτισμού εκ μέρους του πρώτου των καθ' ων, ώστε επιδεικνύοντας προκλητική συμπεριφορά έναντι του δευτέρου αιτούντος να προκαλέσει την απόλυση του ίδιου και της δεύτερης των καθ' ων, θυγατέρας του και να διεκδικήσουν αμφότεροι αποζημίωση απόλυσης, καθώς είχε προαποφασίσει και προετοιμάσει την αποχώρησή του από την πρώτη αιτούσα, με σκοπό να συστήσει ανταγωνιστική επιχείρηση, αν δε τα έγγραφα αυτά είχαν ληφθεί υπόψη από την προσβαλλόμενη απόφαση θα μπορούσε να εκδοθεί διαφορετική απόφαση.
Πλην όμως, τα ανωτέρω έγγραφα δεν αποτελούν πλήρη απόδειξη του αποδεικτέου εν προκειμένω θέματος, της καταχρηστικής άσκησης της αγωγής εκ μέρους των εναγόντων, ώστε να αποτελούν "κρίσιμα έγγραφα" με την έννοια που αναφέρθηκε στην παραπάνω νομική σκέψη, ικανά να στηρίξουν την κρινόμενη αίτηση. Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προαναφερθείσας προσβαλλόμενης απόφασης (467/2016) του Δικαστηρίου τούτου, η οποία εκδόθηκε μετά από άσκηση έφεσης των νυν αιτούντων, το Δικαστήριο, για να αχθεί στην παραπάνω κρίση του, συνεκτίμησε τις μαρτυρικές καταθέσεις ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι νομίμως επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, καθώς και προσκομιζόμενες από τους ενάγοντες- νυν καθ' ων η αίτηση αναψηλάφησης ένορκες βεβαιώσεις.
Οι εκκαλούντες-νυν αιτούντες στον τρίτο λόγο της έφεσής τους, παραπονούμενοι κατά της πρωτόδικης απόφασης για κακή εκτίμηση των αποδείξεων, αναφέρουν ότι ο πρώτος εφεσίβλητος - νυν πρώτος των καθ' ων αμέσως και από την επομένη της αποχωρήσεώς του, άρχισε να δραστηριοποιείται στην ίδια αγορά (της εμπορίας καυσίμων) και στις 4/4/2013 συνέστησε την εταιρεία με την επωνυμία "..." και στη συνέχεια στις 23/5/2013 συνέστησε την εταιρεία με την επωνυμία "G....
ΕΜΠΟΡΙΑ ΚΑΥΣΙΜΩΝ ΚΑΙ ΛΙΠΑΝΤΙΚΩΝ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ", δηλαδή εταιρεία ίδιου αντικειμένου ακριβώς με την πρώτη εκκαλούσα- νυν πρώτη αιτούσα, με μοναδικό εταίρο την εταιρεία "...", γεγονός το οποίο αποδεικνύει τους ισχυρισμούς τους, ότι δηλαδή ο πρώτος ενάγων/εφεσίβλητος είχε προσχεδιάσει την αποχώρησή του και προκάλεσε το ιστορούμενο επεισόδιο και σε κάθε περίπτωση το αξιοποίησε...
Τα ίδια επαναλαμβάνουν και στον τέταρτο λόγο της έφεσή τους, όπως και στις προτάσεις που κατέθεσαν (βλ. σελ. 6, 7, 8, 17, 18, 19, 32), ενώ προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν ως σχετικό με στοιχείο IV/No 12 "εκτύπωση από την ιστοσελίδα του Επιμελητηρίου τα στοιχεία της επιχείρησης του Ι. Γ., από την οποία αποδεικνύεται ότι πράγματι ο τελευταίος συνέστησε την εταιρεία με την επωνυμία "G....
ΕΜΠΟΡΙΑ ΚΑΥΣΙΜΩΝ ΚΑΙ ΛΙΠΑΝΤΙΚΩΝ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΕΠΕ", με έδρα στον Πειραιά και με μοναδικό εταίρο την εταιρεία με την επωνυμία "..." και έδρα αυτής της τελευταίας, τη διεύθυνση της κατοικίας του ιδίου και διαχειριστή αυτόν, δηλαδή εταιρεία ίδιου αντικειμένου ακριβώς με την επιχείρησή μας" (βλ. σελ. 19 των προτάσεων).
Η επικαλούμενη, επομένως, ίδρυση εκ μέρους του πρώτου των καθ' ων νέας εταιρείας, ιδίου αντικειμένου, τον Απρίλιο του 2013, λήφθηκε υπόψη από την προσβαλλόμενη απόφαση. Τα προσκομιζόμενα προς υποστήριξη της αίτησης νέα έγγραφα, τα οποία αποτελούν μέρος της αλληλογραφίας του πρώτου των καθ' ων με το λογιστικό γραφείο Κύπρου και αναφέρονται σε λογιστικά, φορολογικά και λοιπά θέματα της γνωστής στο Δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ιδρυθείσας από τον πρώτο των καθ'ων εταιρείας, ουδόλως οδηγούν σε άμεση και πλήρη απόδειξη του ισχυρισμού των αιτούντων, όπως διατυπώνεται ανωτέρω, κρίνεται δε ότι ακόμα και αν υποβάλλονταν στο Δικαστήριο, δεν θα είχαν αποφασιστική επίδραση στο σχηματισμό της κρίσης αυτού, η οποία δεν θα ήταν διαφορετική και χωρίς αυτήν.
Κατ' ακολουθίαν όλων των προαναφερομένων η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη [...]".
Με τον πρώτο λόγο και το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου της ένδικης αίτησης αναίρεσης, που ερευνώνται ενιαίως, οι αναιρεσείοντες ισχυρίζονται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, αιτιώμενοι ότι το Εφετείο απορρίπτοντας ως αβάσιμο κατ' ουσία το λόγο της αναψηλάφησης με την παραδοχή ότι τα νέα έγγραφα δεν ήταν κρίσιμα, αφού αποδείκνυαν πραγματικό περιστατικό που είχε ήδη αποδειχθεί από άλλα έγγραφα κατά τη δευτεροβάθμια δίκη ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, δηλαδή την ίδρυση της "..." από τον πρώτο αναιρεσίβλητο, παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 281 ΑΚ και 544 αριθμός 7 του ΚΠολΔ, καθόσον αφενός εκτίμησε εσφαλμένα το περιεχόμενο της 467/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, η οποία δεν δέχθηκε ως αποδεδειγμένο πραγματικό περιστατικό την ίδρυση της "..." από τον πρώτο αναιρεσίβλητο, ούτε τελούσε εν γνώσει της εν λόγω εταιρείας και αφετέρου δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, άλλως έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς την κρισιμότητα των νέων εγγράφων σε σχέση με τα επικαλούμενα από τους αναιρεσείοντες πραγματικά περιστατικά της προβληθείσας με την αίτηση αναψηλάφησης ένστασής τους περί καταχρηστικής άσκησης της εναντίον τους αγωγής λόγω των ιδιαιτέρων συνθηκών υπό τις οποίες συνεστήθη η εξωχώριος εταιρεία "...".
Ο ως άνω λόγος αναίρεσης, εκτιμώμενος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι οι αναιρεσείοντες δεν διαλαμβάνουν τις αιτιολογίες που ελλείπουν από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και δεν προσάπτουν συγκεκριμένες ανεπάρκειες στις εκτεθείσες παραδοχές της. Επίσης, υπό την επίφαση του λόγου αυτού πλήττουν την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ότι τα αναγραφόμενα στην αίτηση αναψηλάφησης και προσκομισθέντα από τους αναιρεσείοντες έγγραφα δεν είναι κρίσιμα.
Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναίρεσης εκτιμώμενος ότι προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθμό 1) πλημμέλεια είναι αβάσιμος. Τούτο διότι από την επισκόπηση της με αριθμό 467/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς (βλ. 6ο φύλλο αυτής), προκύπτει ότι αυτό, αφού δέχθηκε ότι στις 29.3.2013, όταν ο πρώτος ενάγων [ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος] με έντονο ύφος ζήτησε από το δεύτερο εναγόμενο [ήδη δεύτερο αναιρεσείοντα] την αιτία της μείωσης του μισθού του και του μισθού της δεύτερης ενάγουσας -θυγατέρας του [δεύτερης αναιρεσίβλητης] οι διάδικοι διαπληκτίστηκαν και ο δεύτερος εναγόμενος εξύβρισε και απείλησε και στη συνέχεια γρονθοκόπησε στο κεφάλι, στο λαιμό και στα πλευρά τον πρώτο ενάγοντα, στη συνέχεια δέχθηκε κατά λέξη τα εξής: "Έκτοτε οι ενάγοντες αναζήτησαν αλλού εργασία, ενώ περί τα μέσα Μαϊου 2013 ο πρώτος απ' αυτούς [ήτοι ο πρώτος αναιρεσίβλητος] δημιούργησε δική του προσωπική εταιρία, συναφούς αντικειμένου δραστηριότητας με εκείνη του δεύτερου εναγομένου [ήτοι δεύτερου αναιρεσείοντος], στην οποία (νέα εταιρία) προσλήφθηκε για να απασχοληθεί ως υπάλληλος και η δεύτερη ενάγουσα. [...] η προαναφερόμενη συμπεριφορά του νομίμου εκπροσώπου, διαχειριστή και μοναδικού εταίρου της πρώτης εναγομένης εταιρίας [ήτοι πρώτης αναιρεσείουσας] δημιούργησε τέτοιες συνθήκες, ώστε κατά την καλή πίστη και την αντικειμενική κρίση ήταν πλέον αδύνατη στους ενάγοντες [ήτοι αναιρεσίβλητους] η συνέχιση παροχής της εργασίας τους στην πιο πάνω επιχείρηση της πρώτης εναγομένης εταιρίας, με πνεύμα αμοιβαίας κατανόησης και συνεργασίας και ως εκ τούτου συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασίας των εναγόντων.
Τη μεταβολή αυτή οι τελευταίοι δεν αποδέχθηκαν, αλλά τη θεώρησαν δικαιολογημένα ως άτακτη καταγγελία της σύμβασης εργασίας τους και αποχώρησαν από την εργασία τους αμέσως μετά το άνω βίαιο περιστατικό. Η αποχώρησή τους αυτή δεν ήταν οικειοθελής, όπως αβάσιμα ισχυρίστηκαν οι εναγόμενοι κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο.
Μάλιστα, τον ισχυρισμό τους αυτόν επαναφέρουν με την έφεσή τους, αλλά, όπως αποδείχθηκε, εξαιτίας της ως άνω βάναυσης και προσβλητικής συμπεριφοράς του δεύτερου εναγομένου, οι ενάγοντες εξαναγκάσθηκαν σε αποχώρηση από την εργασία τους, καθώς κλονίστηκε ανεπανόρθωτα η σχέση εμπιστοσύνης και καλής συνεργασίας μεταξύ αυτών και του νομίμου εκπροσώπου και μοναδικού εταίρου της πρώτης εναγομένης - εργοδότριας [...]" Από την αντιπαραβολή των παραδοχών αυτών της με αριθμό 467/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς με τις ήδη εκτεθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης, με αριθμό 44/2021, απόφασης προκύπτει ότι δευτεροβάθμιο δικαστήριο ορθά ανέγνωσε την 467/2016 απόφασή του, της οποίας ζητείτο η αναψηλάφηση, προκειμένου να καταλήξει στην αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του ότι τα αναγραφόμενα στην αίτηση αναψηλάφησης και προσκομισθέντα από τους αναιρεσείοντες έγγραφα δεν είναι κρίσιμα, υπό την διατυπωθείσα στη μείζονα σκέψη έννοια, ότι, δηλαδή, δεν είναι ικανά να στηρίξουν τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, που είχε προβληθεί στη διεξαχθείσα δίκη, ότι η αποχώρηση των αναιρεσιβλήτων από την εργασία τους στην πρώτη αναιρεσείουσα - εργοδότριά τους ήταν οικειοθελής.
Επιπλέον, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ με τη μη εφαρμογή της, Τούτο διότι, με τις ως άνω αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές της, ότι, δηλαδή, τα προσκομιζόμενα προς υποστήριξη της αίτησης αναψηλάφησης νέα έγγραφα δεν οδηγούν σε άμεση και πλήρη απόδειξη του ισχυρισμού των αναιρεσειόντων ότι ο πρώτος αναιρεσίβλητος, έχοντας αποφασίσει να αποχωρήσει οικειοθελώς από την πρώτη αναιρεσείουσα πριν το περιστατικό διαπληκτισμού, καθόσον είχε ήδη προσέλθει σε διαπραγματεύσεις με τον Ηλία Χριστόφιλο, υιό του διευθυντή των ναυτιλιακών πωλήσεων της ΕΚΟ, με τον οποίο και συνέστησε, ως αφανής εταίρος, την ανταγωνιστική της πρώτης αναιρεσείουσας επικερδή εξωχώρια κυπριακή εταιρεία "...", μεθόδευσε άλλως αξιοποίησε το ένδικο περιστατικό διαπληκτισμού, για να διεκδικήσει την αποζημίωση απόλυσης, το ύψος της οποίας γνώριζε ότι ήταν μεγάλο, ορθά κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι ακόμα και αν τα εν λόγω έγγραφα υποβάλλονταν στο εκδώσαν την 467/2016 απόφαση Δικαστήριο, δεν θα είχαν αποφασιστική επίδραση στο σχηματισμό της κρίσης αυτού, η οποία δεν θα ήταν διαφορετική.
Τέλος, η επικαλούμενη από τους αναιρεσείοντες παραβίαση της δικονομικής διάταξης του άρθρου 544 αριθμός 7 του ΚΠολΔ από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν στοιχειοθετεί τον από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Ενόψει αυτών, ο ως άνω πρώτος λόγος αναίρεσης καθώς και το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν.
Περαιτέρω με το πρώτο σκέλος του δεύτερου (και τελευταίου) λόγου αναίρεσης, προσάπτεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια με την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο παρέλειψε να εξετάσει την κρισιμότητα των νέων εγγράφων ως προς τα προεκτεθέντα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά της ένστασης καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, προς απόδειξη της οποίας και προσκομίσθηκαν από τους αναιρεσείοντες.
Ο συγκεκριμένος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τα οριζόμενα περιοριστικά στο άρθρο 339 του ίδιου Κώδικα αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων τα έγγραφα.
Συνεπώς, η μη λήψη υπόψη του περιεχομένου τους δεν ιδρύει τον ερευνώμενο από την ως άνω διάταξη λόγο αναίρεσης. Ο ίδιος, όμως, λόγος αναίρεσης είναι και αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με τις εκτεθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, στα πλαίσια της αίτησης αναψηλάφησης, ερεύνησε τον ως άνω (από το άρθρο 281 ΑΚ) προταθέντα ισχυρισμό των αναιρεσειόντων και τον απέρριψε.
Κατ' ακολουθία των προεκτεθέντων και αφού δεν προβάλλεται άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη, από 7 Μαΐου 2021 και με αριθμό κατάθεσης 287/27/2021, αίτηση αναίρεσης. Οι αναιρεσείοντες, που νικήθηκαν πρέπει να καταδικασθούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος με αριθμό ... ηλεκτρονικού παραβόλου, ύψους τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ στους αναιρεσείοντες.
Απορρίπτει την από 7 Μαΐου 2021 και με αριθμό κατάθεσης 287/27/7.5.2021 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 44/22.01.2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ