1302/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1302/2019 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Όταν οι ρόλοι αυτοί είναι κατανεμημένοι σε περισσότερα του ενός πρόσωπα ή ασκούνται από περισσότερα του ενός πρόσωπα, αποτελεί ζήτημα πραγματικό αν την ιδιότητα του εργοδότη έχουν περισσότεροι του ενός ή αν εργοδότης είναι μόνο ένας, στο πρόσωπο του οποίου συγκεντρώνονται ο" κυριότεροι από τους ως άνω ρόλους, ενώ τα υπόλοιπα πρόσωπα έχουν δευτερεύουσα και νομικώς μη αξιόλογη συμμετοχή στη σχέση που έχει αναπτυχθεί ( ΑΠ 12/2018, ΑΠ 519/2015).
Full text
Απόφαση 1302 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1302/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη - Εισηγητή, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 14 Μαΐου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Μ. του Κ., συζύγου Ι. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Παναγιώτη Χριστοδούλου, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Χ. του Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Γιαννάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/12/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 14/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 133/2017 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 16/9/2017 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη της αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΚΑΤΑ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 16.09.2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 133/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννινων, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης της από 03.08.2015 και με αριθ. καταθ. 178/2015 έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της εκδοθείσας κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 14/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή ως μη νόμιμη. Με την προσβαλλομένη απόφαση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου έγινε τυπικά δεκτή και κατ' ουσία η ανωτέρω έφεση, εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση και έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Από τη διάταξη 1710 παρ. 1 του ΑΚ, που ορίζει ότι "κατά το θάνατο του προσώπου η περιουσία του ως σύνολο (κληρονομία) περιέρχεται από το νόμο ή από διαθήκη σε ένα ή περισσότερα πρόσωπα (κληρονόμοι)", προκύπτει ότι αντικείμενο της κληρονομικής διαδοχής, η οποία επέρχεται είτε με διαθήκη είτε από το νόμο, είναι το σύνολο των δεκτικών χρηματικής αποτιμήσεως δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αποβιώσαντος, με εξαίρεση τα συνδεόμενα στενά με το πρόσωπο του, περιλαμβάνονται δηλαδή όχι μόνον τα δικαιώματα (ή υποχρεώσεις) σε ενσώματα αντικείμενα της κληρονομίας, αλλά κατά τρόπο ενιαίο και όλες οι περιουσιακού χαρακτήρα έννομες σχέσεις και καταστάσεις, είτε μεμονωμένα, είτε ως διακριτές στις συναλλαγές περιουσιακές ομάδες, εφόσον από τη φύση τους ή από ειδική διάταξη νόμου ή από την ιδιωτική βούληση δεν έχουν αποκλεισθεί από την κληρονομική διαδοχή.
Τέτοιες μεταβιβάσιμες περιουσιακού χαρακτήρα έννομες σχέσεις και καταστάσεις είναι εκείνες που συγκροτούν την έννοια της επιχειρήσεις (βλ. άρθρο 479 ΑΚ), αλλά και το σύνολο της επιχειρήσεως ως οργανωμένης οικονομικής ενότητας δικαιωμάτων, υποχρεώσεων και πραγματικών καταστάσεων (Ολ. ΑΠ 7/2009, ΑΠ 340/2010) Από το συνδυασμό των άρθρων 648, 651, 652 και 653 ΑΚ προκύπτει ότι επί συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας ο μισθωτής της εργασίας (εργοδότης) είναι συνήθως, αλλά όχι πάντοτε, ο κύριος της επιχειρήσεως προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων της οποίας συνάπτεται η σύμβαση.
Εάν υφίσταται αμφισβήτηση ως προς το πρόσωπο του εργοδότη, για τον προσδιορισμό της ως άνω ιδιότητας αποβλέπουμε πρώτα στο πρόσωπο εκείνου προς το συμφέρον του οποίου παρέχεται η εργασία, αυτός δε είναι ο φορέας της επιχειρήσεως και περαιτέρω αποβλέπουμε στο πρόσωπο, φυσικό ή νομικό που φέρει τις δαπάνες και τους κινδύνους της επιχειρήσεως (ΑΠ 873/2009).
Συνήθως, αλλά όχι πάντοτε, εργοδότης είναι ο κύριος της επιχείρησης προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων της οποίας συνάπτεται η σύμβαση. Αν υφίσταται αμφισβήτηση ως προς το πρόσωπο του εργοδότη, για τον προσδιορισμό της πιο πάνω ιδιότητας λαμβάνεται υπόψη πρώτα το πρόσωπο προς το συμφέρον του οποίου παρέχεται η εργασία και αυτός είναι ο φορέας της επιχείρησης και περαιτέρω το πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, που φέρει τις δαπάνες και τους κινδύνους της επιχείρησης (Α.Π. 873/2009).
Όταν οι ρόλοι αυτοί είναι κατανεμημένοι σε περισσότερα του ενός πρόσωπα ή ασκούνται από περισσότερα του ενός πρόσωπα, αποτελεί ζήτημα πραγματικό αν την ιδιότητα του εργοδότη έχουν περισσότεροι του ενός ή αν εργοδότης είναι μόνο ένας, στο πρόσωπο του οποίου συγκεντρώνονται ο" κυριότεροι από τους ως άνω ρόλους, ενώ τα υπόλοιπα πρόσωπα έχουν δευτερεύουσα και νομικώς μη αξιόλογη συμμετοχή στη σχέση που έχει αναπτυχθεί ( ΑΠ 12/2018, ΑΠ 519/2015).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 6 παρ.1 του Ν.2112/1920 "η μεταβολή του προσώπου του εργοδότου, οπωσδήποτε επερχομένη, ουδαμώς επηρεάζει την εφαρμογήν των υπέρ του υπαλλήλου διατάξεων του παρόντος νόμου". Ο ίδιος κανόνας περιέχεται στο άρθρο 9 παρ.1 του ΒΔ 16/18.7.1920 και στο άρθρο 3 παρ.2 του ΠΔ 572/1988, προκύπτει δε και από το άρθρο 8 του Ν. 3514/1928.
Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές η μεταβολή του προσώπου του εργοδότη, εφόσον διατηρείται η ταυτότητα της επιχείρησης και η οικονομική της δραστηριότητα, συνεπάγεται, ανεξάρτητα από τη νομική αιτία και τη μορφή της μεταβίβασης, αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις και απαλλαγή του προηγούμενου εργοδότη από τις έναντι τρίτων υποχρεώσεις, που γεννώνται από της μεταβιβάσεως και εντεύθεν.
Το αποτέλεσμα δε αυτό επέρχεται ανεξάρτητα από οποιαδήποτε συναίνεση των εργαζομένων. (ΑΠ 1097/2013). Κατά την έννοια του άρθρου 1142 ΑΚ, επικαρπία είναι το εμπράγματο δικαίωμα σε ξένο πράγμα, που του παρέχει την εξουσία σε πλήρη χρήση και κάρπωση, διατηρώντας, όμως, ακέραιη την ουσία του. Έτσι, κατά την έννοια του νόμου, περιεχόμενο της επικαρπίας είναι η πλήρης άσκηση των εξουσιών της κυριότητας, η οποία απογυμνώνεται και καθίσταται ψιλή.
Η επιχείρηση ως οικονομικά αυθύπαρκτο δικαίωμα, είναι δεκτικό μεταβίβασης και συνεπώς επικαρπίας. Επίσης η κοινωνία είναι η νομική κατάσταση, σύμφωνα με την οποία ένα δικαίωμα έχει περισσότερα υποκείμενα, έχει δηλαδή ενταχθεί στις περιουσίες περισσότερων προσώπων, με τρόπο που το περιεχόμενό του ανήκει από κοινού σε όλους κατ' ιδανικά μέρη.
Αντικείμενο της κοινωνίας μπορεί να είναι κάθε είδους δικαίωμα ιδιωτικό ή δημοσίου δικαίου. Έτσι αντικείμενο της κοινωνίας μπορεί να είναι τα εμπράγματα δικαιώματα, όπως η κυριότητα και η επικαρπία. Σύμφωνα δε με τις διατάξεις περί κοινωνίας, στην τακτική διοίκηση του κοινού, η οποία ανήκει κατ' αρχήν σε όλους μαζί τους κοινωνούς (άρθρο 789 ΑΚ), υπάγεται κάθε υλική η νομική ενέργεια, που επιβάλλεται κατ' αντικειμενική εκτίμηση και με βάση τις ειδικές συνθήκες κάθε κοινωνίας, από τη φύση και τον προορισμό του κοινού πράγματος, η οποία γίνεται προς το συμφέρον όλων των κοινωνών, ανήκουν δηλαδή οι πράξεις που είναι απαραίτητες για τη συντήρηση, εκμετάλλευση, χρησιμοποίηση και αύξηση της αξίας του κοινού πράγματος, την παραγωγή των φυσικών ή την κτήση των πολιτικών καρπών.
Με την έννοια αυτή πράξεις τακτικής διοίκησης είναι η σύμβαση μίσθωσης εργασίας ή έργου, η πρόσληψη ή απόλυση υπαλλήλου κλπ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. α' ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, γιατί δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, δηλαδή αν το δικαστήριο της ουσίας απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοσθέντα κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση (Ολ ΑΠ 7/2014, 2/2013).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ ΑΠ 1/1999).
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές, αλλά πλήρεις αιτιολογίες (Ολ ΑΠ 15/2006). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 455/2014). Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικά για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.
Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθεται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου. Εξάλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ) εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην των παραπάνω, να αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, δηλαδή ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις.( ΑΠ 670/2018, ΑΠ 121/2014, 1504/2011, 479/2009).
Και στις δύο περιπτώσεις πρέπει επιπρόσθετα να εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι υποβλήθηκε στο Εφετείο ισχυρισμός για την αντιμετώπιση του οποίου εσφαλμένα εφαρμόστηκε ή, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί, εσφαλμένα δεν εφαρμόστηκε ο επικαλούμενος κανόνας ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 32/1996, 27/1998).
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 94/2008), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κλπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 841/2017, 638/2016, ΑΠ 1530/2008, ΑΠ 559/2008, ΑΠ 141/2006).
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1455/2009, ΑΠ 94/2008). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421 - 425/2009).
Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 9 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε ή επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν ή άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως αίτημα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, θεωρείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης (ΟλΑΠ 25/2003). Τέτοια αίτηση είναι ιδίως αυτή της αγωγής, της ανταγωγής, της κυρίας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ενδίκου μέσου (ΑΠ 886/2017, ΑΠ 941/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο ενάγων με την από 27.12.2012 αγωγή, όπως αυτή παραδεκτά διορθώθηκε, ενώπιον του μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, ισχυρίσθηκε ότι τον Μάιο του έτους 1991 προσλήφθηκε από την Μ. Μ., με προφορική σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, για να εργασθεί ως υπάλληλος υποδοχής στο ξενοδοχείο που διατηρούσε η τελευταία στα .....
υπό τη μορφή ατομικής επιχείρησης, ενώ ήταν εφοδιασμένος με το απαιτούμενο βιβλιάριο υγείας. Ότι από την πρόσληψή του εργάσθηκε στην ανωτέρω επιχείρηση κατά τα έτη 2007 έως και 2010 όλες τις αργίες και τρία Σαββατοκύριακα το μήνα, με τέσσερα (4) ρεπό το μήνα και κατά τα έτη 2010 και 2012 όλες τις αργίες και 3 Σαββατοκύριακα το μήνα με πέντε (5) ρεπό το μήνα και με ωράριο εργασίας από 7.30 έως 15.00, μέχρι την 26-10-2012, οπότε καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του.
Ότι για την ως άνω παρασχεθείσα εργασία του κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2007 έως τον χρόνο της απόλυσής του, του οφείλεται για διαφορές μεταξύ νόμιμων και καταβληθέντων αποδοχών, διαφορές επιδομάτων εορτών και αδείας, καθώς και διαφορά αποδοχών αδείας με την προσαύξηση - ποινή λόγω υπαίτιας μη χορήγησης της αδείας του, αμοιβής για την εργασία του κατά τα Σάββατα και προσαύξηση για την εργασία του τις Κυριακές και διαφορά αποζημίωσης απόλυσης, το συνολικό ποσό των 84.385,11 ευρώ.
Ότι η ανωτέρω εργοδότριά του απεβίωσε στις 3-4-2012 και κατέλιπε την ....900/2012 δημόσια διαθήκη της, που συντάχθηκε ενώπιον του συμβολαιογράφου Π. Κ., με την οποία, μεταξύ άλλων διατάξεων, κατέλιπε στην εναγόμενη την επιχείρηση του ξενοδοχείου, όπου απασχολήθηκε ο ίδιος (ενάγων), καθώς και τον εξοπλισμό του, ενώ μετά τον θάνατο αυτής συνέχισε τη λειτουργία της επιχείρησης η εναγόμενη, με τις εντολές και οδηγίες της οποίας ο ίδιος (εναγών) συνέχισε να παρέχει τις υπηρεσίες του μέχρι 26-10-2012, οπότε καταγγέλθηκε η σύμβαση εργασίας του.
Ενόψει αυτών ο εναγων, επικαλούμενος ότι η εναγόμενη δεν αποποιήθηκε την ως άνω κληρονομιά της μητέρας της, ζήτησε, μετά από παραδεκτό περιορισμό του αιτήματος της αγωγής ως προς το κονδύλιο της διαφοράς αποζημίωσης απόλυσης από το ποσό των 25.370,28 ευρώ στο ποσό των 16.370,28 ευρώ να υποχρεωθεί αυτή (εναγόμενη), ως η νόμιμος κληρονόμος της εργοδότριάς του στην επιχείρηση, ευθυνόμενη, ως εκ τούτου, για τα χρέη αυτής, να του καταβάλει με απόφαση προσωρινά εκτελεστή το συνολικό ποσό των 75.385,11 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την ημερομηνία που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό, άλλως από την επίδοση της αγωγής, κυρίως με βάση τη σύμβαση εργασίας του και επικουρικά, σε περίπτωση ακυρότητας της σύμβασης εργασίας του, να υποχρεωθεί η εναγόμενη να του καταβάλει το ανωτέρω ποσό, κατά το οποίο κατέστη πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας του χωρίς νόμιμη αιτία, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, απέρριψε την αγωγή, ως απαράδεκτη λόγω, αοριστίας. Κατόπιν ασκήσεως εφέσεως εκ μέρους του ενάγοντος, το Εφετείο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση στην οποία διέλαβε κατ'ανέλεγκτη κρίση τα ακόλουθα:
"Ο ενάγων προσλήφθηκε τον Μάιο του έτους 1991 από την Μ. Μ., μητέρα της εναγόμενης, προκειμένου να απασχοληθεί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως υπάλληλος υποδοχής στην επιχείρηση ξενοδοχείου με τον διακριτικό τίτλο "...", με έδρα τα .....επί της οδού .... Οι όροι αμοιβής και εργασίας του συμφωνήθηκε να διέπονται και να καθορίζονται από τις διαδοχικά ισχύουσες κάθε φορά εθνικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις όλης της χώρας.
Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής ο ενάγων, με την ανωτέρω ειδικότητά του προσέφερε την εργασία του στην παραπάνω ξενοδοχειακή επιχείρηση μέχρι την 26-10-2012, οπότε η εναγόμενη από κοινού με τον σύζυγό της Ι. Μ., επικαλούμενοι την ιδιότητά τους ως συγκληρονόμων της Μ. Μ., κατά ποσοστό 43,75% η πρώτη και 12,50% ο δεύτερος, προέβησαν σε έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του.
Ακόμη αποδείχθηκε ότι, κατά την πρόσληψη του ενάγοντος από την Μ. Μ., η τελευταία ενεργούσε υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστριας της κοινωνίας δικαιώματος που υπήρχε κατά τον χρόνο εκείνο μεταξύ αυτής (Μ. Μ.) και των θυγατέρων της ήτοι της εναγόμενης Ε. Μ. και Μ. Μ. (μη διαδίκου) και αφού είχε προηγηθεί ο διορισμός της ως διαχειρίστριας με ομόφωνη απόφαση όλων των κοινωνών.
Ειδικότερα, αναφορικά με την φύση της εκμετάλλευσης της εν λόγω επιχείρησης ξενοδοχείου και μετά την αμφισβήτηση εκ μέρους της εναγόμενης της ιδιότητας της επιχείρησης αυτής ως ατομικής, ανήκουσας αποκλειστικά στη μητέρα της Μ. Μ., πρέπει να λεχθούν τα ακόλουθα: Η παραπάνω επιχείρηση ανήκε αρχικά στον Κ.
Μ., ο οποίος λειτουργούσε το εν λόγω ξενοδοχείο από το έτος 1958 και, μετά το θάνατό του στις 14-8-1982, με την υπ' αριθ. ...1/1975 δημόσια διαθήκη του, που συνέταξε ο τότε συμβολαιογράφος I. Π. και η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα στις 18.12.2006 κατελιπε την επικαρπία της ακίνητης περιουσίας του, κατ' ίσα μέρη, στη σύζυγό του Μ.
Μ. και τα τρία τέκνα του Π., Μ. και Ε., ορίζοντας περαιτέρω ότι μετά το θάνατο της συζύγου του, το μερίδιό της επί της επικαρπίας θα περιέλθει στα τέκνα του, ενώ, μετά το θάνατο ενός από τα τέκνα του, το μερίδιό του θα περιέρχεται στα λοιπά επιζώντα τέκνα του. Περαιτέρω, αναφορικά με το δικαίωμα επικαρπίας στην επιχείρηση ξενοδοχείου ως στοιχείου της κληρονομιαίας περιουσίας, ο διαθέτης κατέστησε με τη διαθήκη του τις θυγατέρες του συνεπικαρπώτριες, συστήνοντας, όμως, υπέρ αυτών περιτετμημένη, κατ' ιδανικά μερίδια, επικαρπία, με την έννοια του αποκλεισμού αυτών από τη διαχείριση της ξενοδοχειακής μονάδας και με διατήρηση παράλληλα του δικαιώματος στην απόλαυση κατά το μερίδιό τους των κερδών της επιχείρησης ξενοδοχείου, καθώς και στον έλεγχο του κανονικού τους μεριδίου που θα τους αποδιδόταν από το δικαιούχο κληρονόμο, παρά, όμως, την αφαίρεση της εν λόγω εξουσίας, αυτές εξακολουθούσαν να είναι φορείς του αφηρημένου δικαιώματος της επικαρπίας.
Ακολούθως μετά το θάνατο και του υιού του διαθέτη Π. Μ., που επήλθε το έτος 1984, χωρίς να αφήσει τέκνα, το καταλειφθέν σε αυτόν ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου της επικαρπίας των κληρονομιαίων, περιήλθε, με βάση την οικεία διάταξη της ως άνω διαθήκης για καταπίστευση της κληρονομιάς, στις αδελφές του, ήτοι την Μ. και Ε.
Μ. (εναγόμενη). Με βάση τα περιστατικά αυτά, μέχρι τον θάνατο της Μ. Μ. επί της ανωτέρω επιχείρησης ξενοδοχείου υφίστατο κοινωνία δικαιώματος επικαρπίας, κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου υπέρ της Μ. Μ., 3/8 εξ αδιαιρέτου υπέρ της Μ. Μ. (2/8 από τη διαθήκη του πατέρα της Κ. Μ. και 1/8 από το μερίδιο του αποβιώσαντος αδελφού της Π.
Μ.) και 3/8 εξ αδιαιρέτου υπέρ της εναγόμενης Ε. Μ. (2/8 από τη διαθήκη του πατέρα της Κ. Μ. και 1/8 από το μερίδιο του αποβιώσαντος αδελφού της Π. Μ.). Τα ανωτέρω προκύπτουν από τις παραδοχές της 170/2011 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων, η οποία εκδόθηκε επί αγωγών που ασκήθηκαν μεταξύ των συγκληρονόμων του Κ. Μ. και έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη, μετά την απόρριψη της ασκηθείσας κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης με την 1029/2014 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Σημειωτέον ότι με την ίδια ως άνω απόφαση, κατ' αποδοχήν ως ουσία βάσιμης σχετικής αγωγής της Μ. Μ., ακυρώθηκε εν μέρει η διαθήκη του Κ. Μ., ως προς τη διάταξή της με την οποία ο θανών σύζυγός της κατέλιπε σε αυτήν μόνο ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου της επικαρπίας των κληρονομιαίων ακινήτων, περιορίζοντας έτσι τη νόμιμη μοίρα της και ακολούθως κρίθηκε ότι η Μ.
Μ. δικαιούται να λάβει ως νόμιμη μοίρα, πέραν του % εξ αδιαιρέτου της επικαρπίας, εφόσον δεν υπάρχει αντίθετη διάταξη στη διαθήκη, κατά πλήρη κυριότητα το 1/8 εξ αδιαιρέτου επί ολόκληρης της ακίνητης περιουσίας του διαθέτη. Επομένως, μετά το θάνατο του Π. Μ., μεταξύ της Μ. Μ. και των θυγατέρων της Μ. και Ε.ς (εναγόμενης) υφίστατο σχέση κοινωνίας επί της επικαρπίας της επιχείρησης ξενοδοχείου ως κληρονομιαίου στοιχείου και μάλιστα κοινωνία ετεροειδών δικαιωμάτων, επειδή η Μ.
Μ. ήταν κατά 1/8 πλήρης κυρία της επιχείρησης (ως εκ της νόμιμης μοίρας της) και κατά 1/8 επικαρπώτρια (ως εκ της διαθήκης του συζύγου της), ενώ οι θυγατέρες της ήταν κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου εκάστη επικαρπώτριες, μόνο, της επιχείρησης. Στο πλαίσιο της μεταξύ τους κοινωνίας, με τη σύμφωνη γνώμη των συγκοινωνών της θυγατέρων, η Μ.
Μ. ορίσθηκε διαχειρίστρια και ανέλαβε τη διοίκηση της εν λόγω επιχείρησης ξενοδοχείου (άρθρο 788 ΑΚ), συνεπικουρούμενη στη λειτουργία του ξενοδοχείου και από τις συνεπικαρπώτριες θυγατέρες της, οι οποίες απασχολούνταν σ' αυτό για αρκετά έτη, χωρίς αμοιβή, κυρίως στον χώρο υποδοχής. Από τα προαναφερόμενα συνάγεται ότι η Μ.
Μ. δεν ήταν αποκλειστική εργοδότης τον ενάγοντας, ως ιδιοκτήτρια της ατομικής επιχείρησης του ως άνω ξενοδοχείου, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο ενάγων, αλλά εργοδότες αυτής ήταν, κατά το διάστημα πριν από το θάνατο της Μ. Μ., οι συνεπικαρπώτριες κοινωνοί, δηλαδή η Μ. Μ. και οι θυγατέρες της Μ. και Ε. (εναγόμενη), προς τις οποίες ο ενάγων προσέφερε την εργασία του από κοινού και όχι στην κάθε μία χωριστά για την ιδανική της μερίδα στο κοινό, ευθυνόμενες, συνεπώς, απέναντι του, συνολικά ως κοινωνοί και επίσης ως έμπρακτοι αποδέκτες της εργασίας του, με την καταβολή του μισθού και των εν γένει αποδοχών του.
Το γεγονός ότι η Μ. Μ. ήταν αυτή που προσέλαβε τον ενάγοντα και η συνεχής απασχόλησή της στο ξενοδοχείο με την εκτέλεση των διαχειριστικών πράξεων δεν αρκεί για να της αποδοθεί η ιδιότητα της (μοναδικής)εργοδότριας, ,,,,καθόσον αυτή ασκούσε τις δραστηριότητες αυτές υπό την ιδιότητά της ως διαχειρίστρια της ως άνω κοινωνίας δικαιώματος, εκπροσωπώντας και τα υπόλοιπα μέλη της, η οποία (κοινωνία δικαιώματος) ήταν και ο φορέας της επιχείρησης του ξενοδοχείου, προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων της οποίας συνήφθη η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος και συνεπώς, τα μέλη της εν λόγω κοινωνίας ήταν οι εργοδότες του ενάγοντος.
Ούτε, άλλωστε, το γεγονός ότι η λειτουργία του ξενοδοχείου αδειοδοτήθηκε από τις αρμόδιες υπηρεσίες ως ατομική επιχείρηση της Μ. Μ., προφανώς με τη συναίνεση των θυγατέρων της, δύναται να αναιρέσει τον προαναφερόμενο δεσμό της κοινωνίας δικαιώματος μεταξύ των συγκληρονόμων του Κ. Μ.. Εξάλλου η Μ. Μ. απεβίωσε στις 3-4-2012 χωρίς, όμως, να μεταβληθεί ως προς τη νομική του υπαγωγή, το καθεστώς διαχείρισης της επίμαχης ξενοδοχειακής μονάδας.
Ειδικότερα η Μ. Μ. με την ....900/22-3-2012 δημόσια διαθήκη της ενώπιον του Συμβολαιογράφου Π. Κ., η οποία δημοσιεύθηκε με τα 214/11-4-2012 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, κατέλιπε στον σύζυγο της εναγόμενης, Ι. Μ., το ανερχόμενο σε 1/8 ποσοστό της νόμιμης μοίρας της στην κληρονομιά του συζύγου της Κ. Μ., δηλαδή, μεταξύ άλλων, κατέλιπε και ποσοστό 1/8 ή 12,50% αδιαίρετα κατά πλήρη κυριότητα του ακινήτου, όπου στεγάζεται η επίμαχη ξενοδοχειακή μονάδα, με την επιχείρηση που ασκείται σ' αυτό και με την υποχρέωση τρία έτη μετά τη δημοσίευση αμετάκλητων δικαστικών αποφάσεων, που εκκρεμούσαν σχετικά με τα κληρονομικά της δικαιώματα, να μεταβιβάσει τα καταλιπόμενα σε αυτόν περιουσιακά στοιχεία ως καταπίστευμα στην εγγονή της Ε.
Μ.. Όσον αφορά στο επιπλέον ποσοστό 1/8 στην επικαρπία της ξενοδοχειακής μονάδας, η οποία είχε καταλειφθεί στη Μ. Μ. με βάση την ...1/1975 διαθήκη του θανόντος συζύγου της είχε ορισθεί ότι, μετά τον θάνατό της, το μερίδιο της επικαρπίας της θα περιέλθει κατ' ίσα μέρη στα τέκνα του διαθέτη Κ. Μ. και επομένως, λόγω της ρήτρας αυτής για κληρονομική καταπίστευση της επικαρπίας τα μερίδια των θυγατέρων της, ως συνεπικαρπωτριών, ανέρχονται για κάθε μία σε 3/8 ή 6/16 + 1/16 από το μερίδιο της Μ.
Μ. = 7/16 ή 43,75%, ενώ για τον σύζυγο της εναγόμενης το ποσοστό αυτό είναι 12,50%. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι το ξενοδοχείο ... εξακολούθησε να λειτουργεί και μετά το θάνατο της Μ. Μ., ενώ τη διαχείριση και διοίκησή του ανέλαβαν πλέον από τους συγκοινωνούς η εναγόμενη και ο σύζυγός της, οι οποίοι κατάγγειλαν τη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, επικαλούμενοι, όπως προκύπτει από το από 26-10-2012 ιδιωτικό συμφωνητικό που υπογράφηκε μεταξύ αυτών με επιφύλαξη του ενάγοντος κάθε νόμιμου δικαιώματος του και ως προς το πρόσωπο των εργοδοτών του, την ιδιότητά τους ως συγκληρονόμων και συγκοινωνών με την Μ.
Μ., με ποσοστό 43,75% η εναγόμενη και 12,50% ο σύζυγός της Ι. Μ.. Η επιχείρηση αυτή έπαυσε να λειτουργεί τέλος Οκτωβρίου 2012, καθόσον δεν χορηγήθηκε άδεια λειτουργίας, παρά την υποβολή σχετικής αίτησης από την εναγόμενη και τον σύζυγό της, από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. ...., διότι δεν κατέστη δυνατόν να διαπιστωθεί με ασφάλεια ποια πλευρά διαθέτει την πλειοψηφία των μερίδων της κληρονομιάς και σε ποιο ποσοστό, προκειμένου να συνεχιστεί ή όχι η λειτουργία του ξενοδοχείου.
Επομένως, μετά τον θάνατο της Μ. Μ., εργοδότες του ενάγοντος και αποδέκτες της παροχής της εργασίας του εξακολούθησαν να είναι οι συνδικαιούχοι και συνεπικαρπωτές της επιχείρησης του ξενοδοχείου, αφού η μεταβολή της κοινωνίας δικαιώματος, που επήλθε με το θάνατο της Μ. Μ., συνεπάγεται την αυτοδίκαιη υποκατάσταση του νέου εργοδότη στις υφιστάμενες εργασιακές σχέσεις...., μεταξύ των οποίων και η εναγόμενη κατά ποσοστό 43,75%.
Εξάλλου το γεγονός ότι η Μ. Μ. στην παραπάνω διαθήκη της αναφέρει ότι καταλείπει στη θυγατέρα της εναγόμενη την ατομική της επιχείρηση, με αντικείμενο εργασιών το ξενοδοχείο, ενόψει των όσων αναλυτικά προεκτέθηκαν δεν ασκεί έννομη επιρροή, αφού αυτή συμμετείχε στην επιχείρηση ξενοδοχείου μόνο κατά ποσοστό 1/8 εξ αδιαιρέτου.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι ο ενάγων καθ' όλο το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα από την πρόσληψή του μέχρι την καταγγελία της σύμβασης εργασίας του απασχολήθηκε στην ως άνω ξενοδοχειακή επιχείρηση με το σύστημα της πενθήμερης εργασίας, κατά την πρωινή βάρδια, ήτοι από ώρα 07.30 μέχρι ώρα 15.00 και λάμβανε ως μηνιαίες αποδοχές για το έτος 2007 το ποσό των 850 ευρώ, για το έτος 2008 το ποσό των 900 ευρώ και για τα έτη 2009, 2010, 2011 και 2012 το ποσό των 935 ευρώ, όπως τούτο προκύπτει από την κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, αλλά και την κατάθεση του μάρτυρος που περιέχεται στην ως άνω με αριθμό ....65/2013 ένορκη βεβαίωση.
Οι νόμιμες αποδοχές του ενάγοντος, ο οποίος ήταν έγγαμος και κάτοχος πτυχίου μέσης εκπαίδευσης τουριστικών επαγγελμάτων, τις οποίες αυτός δικαιούνταν να λάβει κατά το επίδικο χρονικό διάστημα σύμφωνα με τις οικείες Σ.Σ.Ε. για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις ξενοδοχειακές επιχειρήσεις όλης της χώρας, ανέρχονταν ως εξής:
Με βάση την από 16-5-2006 ΣΣΕ που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 23-5-2006 με την ΥΑ 11922/3-7-2006 (ΦΕΚ Β 966/20-7- 2066) για το χρονικό διάστημα από 1-1-2007 έως 30-6-2007 οι νόμιμες μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος ανέρχονταν στο ποσό των 1056,31 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-7-2007 έως 31-12-2007 στο ποσό των 1099,03 ευρώ, με βάση την από 26-5-2008 ΣΣΕ που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 10-6-2008 με την ΥΑ 50478/2385/8-7-2008 (ΦΕΚ Β 1439/22-7-2008) οι νόμιμες μηνιαίες αποδοχές του για το διάστημα από 1-1-2008 έως 30-6-2008 ανέρχονταν στο ποσό των 1137,49 ευρώ, για το διάστημα από 1-7-2008 έως 31-12-2008 στο ποσό των 1179,07 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2009 έως 30-6-2009 ανέρχονταν στο ποσό των 1202,42 ευρώ και για το χρονικό διάστημα από 1-7-2009 έως 31-12-2009 στο ποσό των 1.256,14 ευρώ, με βάση την από 22-7-2010 ΣΣΕ που κηρύχθηκε υποχρεωτική από 6- 8-2010 με την ΥΑ 11351/694/2011 (ΦΕΚ Β 1448/17-6-2011) οι μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος για το χρονικό διάστημα από 1-1-2010 έως 30-4-2009 ανέρχονταν στο ποσό των 1256,14 ευρώ και για το χρονικό διάστημα από 1-5-2010 (οπότε συμπλήρωσε 19 έτη προϋπηρεσίας) έως 31-12-2010 ανέρχονταν στο ποσό των 1262,46 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 1-1-2009 έως 30-4-2011 ανέρχονταν στο ποσό των 1275,24 ευρώ και για το χρονικό διάστημα από 1-5-2011 (οπότε συμπλήρωσε 20 έτη προϋπηρεσίας) έως 31-12-2011 στο ποσό των 1281,88 ευρώ και για χρονικό διάστημα από 1- 1-2012 έως 30-4-2012 στο ποσό των 1281,88 ευρώ και από 1-5-2012 έως 30-9-2012 στο ποσό των 1288,54 ευρώ.
Με βάση δε τις αποδοχές αυτές σε συνδυασμό με τις αποδοχές που λάμβανε, ο ενάγων δικαιούται τη διαφορά, που αντιστοιχεί στα ακόλουθα ποσά: Α) Για δεδουλευμένες αποδοχές: 1) κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2007 έως 30-6-2007 το ποσό των 1.237,86 ευρώ (1056,31 νόμιμος μισθός - 850 ευρώ που έλαβε, όπως ο ίδιος συνομολογεί = 206,31 ευρώ χ 6 μήνες), 2) από 1-7-2007 έως 31-12-2007 το ποσό των 1494,18 ευρώ (1099,03 νόμιμος μισθός - 850 που έλαβε, όπως ο ίδιος συνομολογεί = 249,03 χ 6 μήνες), 3) κατά το χρονικό διάστημα από 1-1- 2008 έως 30-6-2008 το ποσό των 1.424,94 ευρώ (1137,49 νόμιμος μισθός - 900 ευρώ που έλαβε, όπως ο ίδιος συνομολογεί = 237,49 ευρώ χ 6 μήνες), 4) από 1-7-2008 έως 31-12-2008 το ποσό των 1.674,32 ευρώ (1179,07 νόμιμος μισθός - 900 που έλαβε, όπως ο ίδιος συνομολογεί = 279,07 Χ 6 μήνες), 5) κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2009 έως 30-6-2009 το ποσό των 1604,52 ευρώ (1202,42 νόμιμος μισθός - 935 ευρώ που έλαβε, όπως ο ίδιος συνομολογεί = 267,42 ευρώ χ 6 μήνες), 6) από 1-7-2009 έως 31-12-2009 το ποσό των 1926,84 ευρώ (1256,14 νόμιμος μισθός - 935 που έλαβε, όπως ο ίδιος συνομολογεί = 321,14 χ 6 μήνες), 7) κατά το χρονικό διάστημα από 1-1- 2010 έως 30-4-2010 το ποσό των 1284,56 (1256,14 νόμιμος μισθός - 935 ευρώ που έλαβε, όπως ο ίδιος συνομολογεί = 321,14 χ 4 μήνες) ,8) κατά το χρονικό διάστημα από 1-5-2010 έως 31-12-2010 το ποσό των 2.619,68 ευρώ (1.262,46 νόμιμος μισθός- 935 ευρώ που έλαβε, όπως ο ίδιος συνομολογεί = 327,46 ευρώ χ 8 μήνες), 9) από 1-1-2011 έως 30-4-2011 το ποσό των 1360,96 ευρώ (1275,24 νόμιμος μισθός - 935 ευρώ που έλαβε, όπως ο ίδιος συνομολογεί = 340,24 χ 4 μήνες), 10) κατά το χρονικό διάστημα από 1-5-2011 έως 31-12-2011 το ποσό των 2.775,04 ευρώ (1281,88 νόμιμος μισθός - 935 που έλαβε, όπως ο ίδιος συνομολογεί = 346,88 χ 8 μήνες), 11) από 1-1-2012 έως 3-4-2012 το ποσό των 1387,52 ευρώ (1281,88 νόμιμος μισθός - 935 ευρώ που έλαβε, όπως ο ίδιος συνομολογεί = 346,88 χ 4 μήνες) και 12) κατά το χρονικό διάστημα από 1-5-2012 έως 30-9-2012 το ποσό των 1767,70 ευρώ (1288,54 νόμιμος μισθός - 935 που έλαβε, όπως ο ίδιος συνομολογεί = 353,54 χ 5 μήνες).
Συνεπώς ο ενάγων δικαιούται για διαφορές μεταξύ νόμιμου και καταβαλλόμενου μισθού κατά το ως άνω συνολικό χρονικό διάστημα παροχής της εργασίας του στην παραπάνω επιχείρηση το ποσό των 20.558,12 ευρώ (1237,86 + 1494,18 + 1424,94 + 1674,32 + 1604,52 + 1926,84 + 1284,56 + 2619,68 + 1360,96 + 2775,04 + 1387,52 + 1767,70), με το νόμιμο τόκο (κάθε επί μέρους μηνιαίως οφειλόμενου και προαναφερθέντος ποσού) από την επομένη του τέλους του αντίστοιχου μισθωτικού μήνα, κατά τον οποίο αντίστοιχα κάθε επί μέρους ποσό ήταν απαιτητό.
Επίσης τα επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και το επίδομα αδείας που λάμβανε ο ενάγων υπολογιζόταν με βάση τις μειωμένες αποδοχές που του καταβάλλονταν και συνεπώς δικαιούται την αναλογία των επιδομάτων αυτών που αντιστοιχούν στη διαφορά των αποδοχών του. Έτσι αυτός δικαιούται για την παραπάνω αιτία τα ακόλουθα ποσά:
Για το έτος 2007: Για δώρο Πάσχα το ποσό των 103,15 ευρώ (1056,31 : 2 - 425 που έλαβε), νομιμότοκα από 1-5- 2007, για δώρο Χριστουγέννων 249,03 ευρώ (1099,03 - 850 που έλαβε), νομιμότοκα από 1-1-2008 και για επίδομα αδείας 124,51 ευρώ (1099,03 : 2 - 425 που έλαβε), νομιμότοκα από 1-1-2008. Για το έτος 2008: Για δώρο Πάσχα 118,74 ευρώ (1137,49 :2 - 450 που έλαβε), νομιμότοκα από 1-5-2008, για δώρο Χριστουγέννων 279,07 ευρώ (1179,07 -900 που έλαβε), νομιμότοκα από 1-1-2009, για επίδομα αδείας 139,53 ευρώ (1179,07 : 2 - 450 που έλαβε), νομιμότοκα από 1-1-2009.
Για το έτος 2009: Για δώρο Πάσχα 133,71 ευρώ (1202,42 : 2 - 467,50 που έλαβε), νομιμότοκα από 1-5-2009, για δώρο Χριστουγέννων 321,14 ευρώ (1256,14 - 935 που έλαβε), νομιμότοκα από 1- 1-2010, για επίδομα αδείας 160,57 ευρώ (1256,14,02: 2 - 467,50 που έλαβε) νομιμότοκα από 1-1-2010. Για το έτος 2010: Για δώρο Πάσχα 160,57 ευρώ (1202,42 : 2 - 467,50 που έλαβε), νομιμότοκα από 1-5-2010, για δώρο Χριστουγέννων 327,46 ευρώ (1262,46 - 935 που έλαβε), νομιμότοκα από 1- 1-2011, για επίδομα αδείας 163,73 ευρώ (1262,46 : 2 - 467,50 που έλαβε), νομιμότοκα από 1-1-2011.
Για το έτος 2011: Για δώρο Πάσχα 170,12 ευρώ (1275,24 : 2 - 467,50 που έλαβε), νομιμότοκα από 1-5-2011, για δώρο Χριστουγέννων 346,88 ευρώ (1281,88 - 935 που έλαβε), θα του επιδικασθεί όμως το μικρότερο ποσό που ζητεί 340,24 ευρώ, νομιμότοκα από 1-1-2012, για επίδομα αδείας 173,44 ευρώ (1281,88:2 - 467,50 που έλαβε), νομιμότοκα από 1-1-2012. Για το έτος 2012: Για δώρο Πάσχα 173,44 ευρώ (1281,88 : 2 - 467,50 που έλαβε), νομιμότοκα από 1-5-2012, για δώρο Χριστουγέννων 286,34 ευρώ (1097,58 - 811,24 που έλαβε), νομιμότοκα από την 27-10-2012 (επομένη της απόλυσής του) για επίδομα αδείας 176,77 ευρώ (1288,54 : 2 - 467,50 που έλαβε), νομιμότοκα από την 27-10-2012 (επομένη της απόλυσής του).
Δηλαδή ο ενάγων δικαιούται συνολικά για την παραπάνω αιτία το ποσό των 3.601,56 ευρώ (103,15 + 249,03 + 124,51 + 118,74 +279,07 + 139,53 + 133,71 + 321,14 + 160,57 + 160,57 + 327,46 + 163,73 + 170,12 + 340,24 + 173,44 + 173,44 + 286,34 + 176,77) , με το νόμιμο τόκο (κάθε επί μέρους ποσό) όπως αντίστοιχα αναλυτικά ανωτέρω. Επίσης, όπως προαναφέρθηκε, ο ενάγων λάμβανε άδεια αναψυχής μόνο δέκα ημέρες το χρόνο, με τις αντίστοιχες μειωμένες αποδοχές.
Επομένως, δικαιούται να λάβει τα υπόλοιπα 15/25 των μηνιαίων (νόμιμων) αποδοχών του και συγκεκριμένα δικαιούται να λάβει τα εξής ποσά: Για το έτος 2007 το ποσό των 659,40 ευρώ (1099,03 χΐ5/25), νομιμότοκα από 1-1-2008, για το έτος 2008 το ποσό των 707,44 ευρώ (1179,07 χ 15/25), νομιμότοκα από 1-1-2009, για το έτος 2009 το ποσό των 753,68 ευρώ (1256,14 χ 15/25),νομιμότοκα από 1-1-2010, για το έτος 2010 το ποσό των 757,47 ευρώ (1262,46 χ 15/25), νομιμότοκα από 1-1- 2011, για το έτος 2011 το ποσό των 769,12 ευρώ (1281,88 χ 15/25), νομιμότοκα από 1-1-2012 και για το έτος 2012 το ποσό των 773,12 ευρώ (1288,54 χ 15/25), νομιμότοκα από 27-10-2012 (επομένη της απόλυσής του).
Δηλαδή δικαιούται συνολικά για την παραπάνω αιτία το ποσό των 4.420,23 ευρώ (659,40 + 707,44 + 753,68 + 757,47 + 769,12 + 773,12), με το νόμιμο τόκο, όπως αναλυτικά ανωτέρω για έκαστο επί μέρους κονδύλιο. Δεν αποδείχθηκε, ωστόσο, ότι ο ενάγων κατά τη διάρκεια της σύμβασής του, αξίωσε προηγουμένως με αίτησή του, έστω και άτυπα, από την εργοδότριά του, τη χορήγηση κανονικής άδειας για ειδικά προσδιορισμένο χρονικό διάστημα και ότι η τελευταία αρνήθηκε να του ικανοποιήσει το αίτημά του και τον εξανάγκασε να εργαστεί τις ημέρες που έπρεπε να βρίσκεται σε άδεια (κατά την αίτησή του), αφού για το αίτημά του αυτό δεν προσκομίστηκε κανένα αποδεικτικό στοιχείο και δεν αρκεί η αόριστη και γενική αναφορά της μάρτυρος απόδειξης ότι "ο ενάγων πολλές φορές διαμαρτυρήθηκε για τις αμοιβές τους και τα επιδόματα...
άδεια μας έδιναν 10 μέρες το χρόνο, διαμαρτυρόταν ο Χωραβάτης έντονα".
Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει λόγος για "υπαιτιότητα" της εναγόμενης ως προς τη μη χορήγηση των ετήσιων αδειών του ενάγοντος και δεν οφείλει την, λόγω αστικής ποινής, αξιούμενη αποζημίωση επί των ως άνω αποδοχών αδείας ήτοι την προσαύξηση 100% αυτών (αποδοχών αδείας), ώστε το αντίστοιχο αγωγικό κονδύλιο να είναι απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο.
Επίσης, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων εργαζόταν δύο Κυριακές το μήνα, χωρίς να λαμβάνει την προσαύξηση από 75% στο νόμιμο ημερομίσθιό του σύμφωνα με τις οικείες Υπουργικές αποφάσεις και όχι τρεις Κυριακές, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, αφού κάτι τέτοιο δεν αποδείχθηκε από τις καταθέσεις της μάρτυρος απόδειξης που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και του μάρτυρος που περιέχεται την ως άνω ένορκη βεβαίωση, οι οποίες δεν κρίνονται πειστικές, καθώς αυτοί εντελώς γενικά και αόριστα αναφέρουν ότι ο ενάγων εργαζόταν Κυριακές, χωρίς να προσδιορίζουν τον αριθμό τους.
Εξάλλου η κρίση αναφορικά με τον αριθμό των Κυριακών που εργάσθηκε ο ενάγων στηρίζεται και στο γεγονός ότι ως υπάλληλοι υποδοχής στο ξενοδοχείο απασχολούνταν τέσσερα άτομα, στο ότι ο ενάγων εργαζόταν μόνο πρωινή βάρδια, καθώς και ότι κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα στην υποδοχή απασχολούνταν καθημερινά και η εναγόμενη είτε το πρωί είτε το απόγευμα, με αποτέλεσμα να μην δικαιολογείται η απασχόληση του ενάγοντος τρεις Κυριακές το μήνα, όπως αυτός αβάσιμα ισχυρίζεται.
Με βάση τα παραπάνω ο ενάγων δικαιούται για αμοιβή (προσαύξηση 75% του νόμιμου ημερομισθίου) λόγω απασχόλησής του τις Κυριακές: 1) Για το έτος 2007: α) κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2007 έως 30-6-2007, οπότε εργάσθηκε 12 Κυριακές (2 Κυριακές χ 6 μήνες) το ποσό των 887,25 ευρώ (1056,31 ευρώ χ1/25 = 42,25 ευρώ + (X 75%) 31,68 ευρώ = 73,93 ευρώ χ 12 Κυριακές) και β) κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-2007 έως 31-12-2007, κατά το οποίο εργάσθηκε 12 Κυριακές, το ποσό των 923,17 ευρώ (1099,03 ευρώ χ 1/25 = 43,96 ευρώ + (X 75%) 32,97 ευρώ = 76,93 ευρώ χ 12 Κυριακές), 2) Για το έτος 2008 :
α) κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2008 έως 30-6-2008, οπότε εργάσθηκε 12 Κυριακές (2 Κυριακές χ 6 μήνες) το ποσό των 955,37 ευρώ (1137,49 ευρώ χ 1/25 = 45,49 ευρώ + (X 75%) 34,12 ευρώ = 79,61 ευρώ χ 12 Κυριακές) και β) κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-2008 έως 31-12-2008, κατά το οποίο εργάσθηκε 12 Κυριακές, το ποσό των 990,38 ευρώ (1179,07 ευρώ χ 1/25 = 47,16 ευρώ + (X 75%) 35,37 ευρώ = 82,53 ευρώ χ 12 Κυριακές). 3) Για το έτος 2009 :
α) κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2009 έως 30-6-2009, οπότε εργάσθηκε 12 Κυριακές (2 Κυριακές χ 6 μήνες) το ποσό των 1.009,95 ευρώ (1202,42 ευρώ χ 1/25 = 48,09 ευρώ + (X 75%) 36,07 ευρώ = 84,16 ευρώ χ 12 Κυριακές) και β) κατά το χρονικό διάστημα από 1-7-2009 έως 31-12-2009, κατά το οποίο εργάσθηκε 18 Κυριακές, το ποσό των 1.055,09 ευρώ (1256,14, ευρώ χ 1/25 = 50,24 ευρώ + (X 75%) 37,68 ευρώ = 87,92 ευρώ χ 12 Κυριακές). 4) Για το έτος 2010:
α) κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2010 έως 30-4-2010, οπότε εργάσθηκε 8 Κυριακές (2 Κυριακές χ 4 μήνες) το ποσό των 673,30 ευρώ (1202,42 ευρώ χ 1/25 = 48,09 ευρώ + (X 75%) 36,07 ευρώ = 84,16 ευρώ χ 8 Κυριακές), β) κατά το χρονικό διάστημα από 1-5-2010 έως 31-12-2010, οπότε εργάσθηκε 16 Κυριακές (2 Κυριακές χ 8 μήνες) το ποσό των 1413,82 ευρώ (1262,46 ευρώ χ 1/25 = 50,49 ευρώ + (χ75%) 37,87 ευρώ = 88,36 ευρώ χ 16 Κυριακές). 5) Για το έτος 2011:
α) κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2011 έως 30-4-2011, οπότε εργάσθηκε 8 Κυριακές (2 Κυριακές χ 4 μήνες) το ποσό των 714,05 ευρώ (1.275,24 ευρώ χ 1/25 = 51 ευρώ + (X 75%) 38,25 ευρώ = 89,25 ευρώ χ 8 Κυριακές), β) κατά το χρονικό διάστημα από 1-5-2011 έως 31-12-2011, οπότε εργάσθηκε 16 Κυριακές (2 Κυριακές χ 8 μήνες) το ποσό των 1435,62 ευρώ (1281,88 ευρώ χ 1/25 = 51,27 ευρώ + (χ75%) 38,45 ευρώ = 89,72 ευρώ χ 16 Κυριακές) και 6) Για το έτος 2012:
α) Για το χρονικό διάστημα από 1-1-2012 έως 30-4-2012, οπότε εργάσθηκε 8 Κυριακές (2 Κυριακές χ 4 μήνες) το ποσό των 717,76 ευρώ (1281,88 ευρώ χ1/25 = 51,27 ευρώ + (X 75%) 38,45 ευρώ = 89,72 ευρώ χ 8 Κυριακές) και β) κατά το χρονικό διάστημα από 1-5-2012 έως 30-9-2012, οπότε εργάσθηκε 10 Κυριακές (2 Κυριακές χ 5 μήνες) το ποσό των 901,96 ευρώ (1288,54 ευρώ χ 1/25 = 51,54 ευρώ + (χ75%) 38,65 ευρώ = 90,19 ευρώ χ 10 Κυριακές).
Δηλαδή για την παραπάνω αιτία η ενάγουσα δικαιούται συνολικά το ποσό των 11.677,72 ευρώ (887,25 + 923,17 + 955,37 + 990,38 + 1009,95 + 1055,09 + 673,30 + 1413,82 + 714,05 + 1435,62 + 717,76 + 901,96). Ενόψει δε του ότι το ποσό αυτό που δεν απορρέει από τη νόμιμη παροχή εργασίας, αφού η προσαύξηση της εργασίας τις Κυριακές (αστική ποινή) δεν αποτελεί νόμιμο αντάλλαγμα για νομίμως παρασχεθείσα εργασία και συνεπώς δεν ορίζεται από το νόμο δήλη ημέρα καταβολής της, οι τόκοι για τις απαιτήσεις αυτές αρχίζουν από την επίδοση της υπό κρίση αγωγής.
Εξάλλου, σε ό,τι αφορά τα Σάββατα, δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων απασχολήθηκε στην παραπάνω επιχείρηση και έκτη ημέρα την εβδομάδα, χωρίς να του χορηγηθεί αναπληρωματική ημέρα ανάπαυσης, τα δε αναφερόμενα στην ένορκη κατάθεση της μάρτυρος του ενάγοντος ότι εργαζόταν πάντα τα Σαββατοκύριακα ο ενάγων, δεν κρίνονται πειστικά, ιδίως ενόψει και του ότι δεν προσεπιβεβαιώνονται από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, αλλά και από το γεγονός ότι ο ίδιος ο ενάγων στην αγωγή του αναφέρει ότι εργαζόταν μόνο τρία Σάββατα και όχι όλα τα Σάββατα όπως καταθέτει η μάρτυρας.
Επομένως, το αντίστοιχο αγωγικό κονδύλιο για αποζημίωση του ενάγοντος για την παρεχόμενη εργασία του τα Σάββατα (ημέρα υποχρεωτικής ανάπαυσης), είναι απορριπτέο ως αβάσιμο κατ' ουσίαν. Τέλος, αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη από κοινού με τον σύζυγό της Ι. Μ. κατήγγειλαν εγγράφως την σύμβαση εργασίας του ενάγοντος χωρίς όμως να του καταβάλουν τη νόμιμη αποζημίωση.
Επομένως, ο ενάγων, κατά τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη δικαιούται την προβλεπόμενη ευθέως εκ του νόμου αποζημίωση απόλυσης. Η αποζημίωση αυτή με βάση το χρόνο υπηρεσίας του ενάγοντος στην παραπάνω επιχείρηση και τις αποδοχές του του τελευταίου μήνα ανέρχεται στο ποσό των 27.059,34 ευρώ (1.288,54 ευρώ X 18 μήνες χ 1/6).
Ο ενάγων έλαβε για την αιτία αυτή, κατά την ημέρα της απόλυσης το ποσό των 1689,06 ευρώ και στη συνέχεια μετά την έκδοση της απόφασης ασφαλιστικών μέτρων το ποσό των 9.000 ευρώ, όπως συνομολογείται από τον ίδιο και επομένως δικαιούται το υπόλοιπο ποσό των 16.370,28 ευρώ (27.059,34 -1689,06 - 9.000), με το νόμιμο τόκο από την ημέρα που έπρεπε να καταβληθεί όλο το ποσό αυτής, ήτοι από την ημέρα της λύσης της εργασιακής σχέσης (άρθ. 2 παρ. 1 του ν. 3198/1955).
Πρέπει εδώ να σημειωθεί ότι η αγωγή για την αξίωση αυτή, ήτοι προς συμπλήρωση της οφειλόμενης αποζημίωσης, ασκήθηκε μέσα σε προθεσμία έξι (6) μηνών αφότου κατέστη απαιτητή δηλαδή από την καταγγελία της σύμβασης εργασίας στις 26-10-2012 (άρθρο 6 παρ. 2 του ν. 3198/1955). Με βάση τα παραπάνω, ο ενάγων δικαιούται το συνολικό ποσό των 56.627,91 ευρώ (20.558,12 + 3.601,56 + 4.420,23 + 11.677,72 + 16.370,28), για διαφορές δεδουλευμένων αποδοχών, διαφορές δώρων εορτών Χριστουγέννων - Πάσχα, αποζημίωση αδείας και επιδόματος αδείας, διαφορές προσαύξησης 75% λόγω παροχής εργασίας κατά την ημέρα της Κυριακής, καθώς και για διαφορά αποζημίωσης απόλυσης κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2007 μέχρι 26-10-2012.
Επίσης, η παραδεκτώς και νομίμως προβαλλόμενη ένσταση της εναγόμενης, περί καταχρηστικής άσκησης των ένδικων αξιώσεων του ενάγοντος, για τη θεμελίωση της οποίας, η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι ο ενάγων ουδέποτε, μέχρι το θάνατο της μητέρας της Μ. Μ. (που ήταν η διαχειρίστρια), προέβαλε αντιρρήσεις ως προς το ύψος των καταβαλλόμενων μηνιαίων αποδοχών του, ούτε προσέφυγε ποτέ στην Επιθεώρηση Εργασίας για την διευθέτηση των παραπόνων του, αλλά μόνο μετά τον θάνατό της προέβαλε τέτοιες αξιώσεις ώστε να μην μπορεί αυτή (εναγόμενη) να τις αντικρούσει, αφού δεν γνώριζε λεπτομερώς τις συνθήκες εργασίας του ενάγοντος, είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη, καθόσον τα ανωτέρω περιστατικά που επικαλείται η εναγόμενη ακόμα και αν θεωρηθούν αληθινά δεν επαρκούν για να θεμελιώσουν καταχρηστική συμπεριφορά κατά την έννοια του άρθρου 281 του ΑΚ.
Τέλος το αίτημα της εναγόμενης περί αναβολής της δίκης κατ' άρθρο 249 ΚΠολΔ, μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί αγωγής που άσκησε η εναγόμενη κατά του ενάγοντος για την απόδοση ποσού 13.500 ευρώ, που του είχε χορηγήσει στα πλαίσια καταρτισθείσας, προφορικά, μεταξύ τους σύμβασης δανείου, το έτος 2010, υπόθεση η οποία είναι εκκρεμής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, μετά την άσκηση, εκ μέρους της, έφεσης επί της 462/2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ιωαννίνων, είναι απορριπτέο ως αβάσιμο, καθόσον, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, δεν εξαρτάται η επίλυση της ένδικης διαφοράς από την εκκρεμή αυτή υπόθεση, η οποία αφορά άλλη, μεταξύ των διαδίκων, διαφορά (σύμβαση δανείου), άσχετη με την παρούσα εργατική διαφορά και συνεπώς δεν κρίνεται αναγκαία η αναβολή της συζήτησης της ένδικης υπόθεσης, προκειμένου να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επ' αυτής.
Περαιτέρω και ενόψει του ότι, όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η εναγόμενη για το επίδικο χρονικό διάστημα από 1- 1-2007 έως τον θάνατο της Μ. Μ. (3-4-2012) ενάγεται ως κληρονόμος της τελευταίας και όχι ως εργοδότης - μέλος της προαναφερόμενης κοινωνίας δικαιώματος που εκμεταλλευόταν την επιχείρηση του ξενοδοχείου, όπως ήταν στην πραγματικότητα, η εναγόμενη για την οφειλή στον ενάγοντα που αφορά το χρονικό αυτό διάστημα και ανέρχεται συνολικά σε 35.651,98 ευρώ, ευθύνεται μόνο κατά το μέρος που αντιστοιχούσε στη μερίδα της μητέρας της επί της κοινωνίας δικαιώματος και κατά την κληρονομική της (εναγόμενης) μερίδα που ανέρχεται, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, σε ποσοστό 1/16.
Επομένως η εναγόμενη από την συνολική οφειλή στ5;ν ενάγονϋα ευθύνεται για ποσό 2.228,24 ευρώ (35.651,98 χ 1/16). Για δε το υπόλοιπο επίδικο χρονικό διάστημα ήτοι από 4- 4-2012 έως 25-10-2012, για το οποίο ενάγουν : δικαιούται το συνολικό ποσό των 20.975,93 ευρώ {2.114,58 διαφορές αποδοχών χ 6 μήνες + 173,44 (δώρο Πάσχα 2012) + 286,34 (δώρο Χριστουγέννων 2012) + 176,77 (επίδομα αδείας 2012) + 773,12 (αποζημίωση αδείας) + 1081,40 (προσαύξηση για εργασία 12 Κυριακές) + 16.370,28 (αποζημίωση απόλυσης)}, η εναγόμενη ευθύνεται κατά την μερίδα της στην κοινωνία δικαιώματος στην ξενοδοχειακή επιχείρηση, η οποία ανέρχεται σε ποσοστό 43,75% και συνεπώς ευθύνεται για ποσό 9.176,96 ευρώ.
Επομένως, η εναγόμενη οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 11.405,20 ευρώ (2.228,24 + 9.176,96). Κατ' ακολουθίαν όλων των προαναφερόμενων πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή η από 17-12-2012 (αριθ. έκθ. κατ. 1646/2012) αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν και να υποχρεωθεί η εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 11.405,20 ευρώ, με το νόμιμο τόκο:
α) για τα ποσά των διαφορών μεταξύ καταβλητέου και καταβαλλόμενου μισθού από την πρώτη ημέρα του επόμενου μήνα κατά τον οποίο κάθε επί μέρους κονδύλιο ήταν καταβλητέο, β) για τα ποσά που αφορούν τη διαφορά για το επίδομα Πάσχα από την 1η Μαίου του αντίστοιχου έτους, γ) για την προσαύξηση της εργασίας τις Κυριακές από την επίδοση της αγωγής, δ) για τα ποσά που αφορούν τη διαφορά για το επίδομα Χριστουγέννων, τις αποδοχές αδείας και το επίδομα αδείας από την 1η Ιανουάριου του επόμενου έτους στο οποίο αφορούν, πλην των αποδοχών αδείας και επιδόματος αδείας έτους 2012 που οφείλονται νομιμότοκα από την επομένη της λύσης της σύμβασης εργασίας (ήτοι από 26- 10-2012) και ε) για τη διαφορά αποζημίωσης απόλυσης από την επομένη της καταγγελίας, μέχρι την εξόφληση.." Η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης επικαλείται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ ισχυριζόμενη ότι παραβίασε τα άρθρα 1710 και 1923 ΑΚ, και ότι εσφαλμένα και με ανεπαρκή αιτιολογία δέχθηκε ότι αυτή υπήρξε κληρονόμος της μητέρας της Μ.
Μ. κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου επι της κοινωνίας δικαιώματος επικαρπίας της ξενοδοχειακής επιχείρησης και την υποχρέωσε να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το παραπάνω ποσό. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος γιατί υπό την επίφαση του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, πλήττει την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την κληρονομική ιδιότητα της αναρεσείουσας και την συνακόλουθη υποχρέωση για την πληρωμή του παραπάνω ποσού.
Πέραν όμως αυτού, ο λόγος αυτός για εσφαλμένη παραβίαση των παραπάνω άρθρων είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας γιατί δεν αναφέρεται σαφώς το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή των άνω άρθρων (ΟλΑΠ 32/1996). Επίσης, ο λόγος αυτός αναιρέσεως για ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας γιατί δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντίφαση των αιτιολογιών, και ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις.
Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης προσάπτει στην προβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.8 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν ειχαν προταθει από τον αναιρεσίβλητο και ειδικότερα αυτή εσφαλμένα δέχθηκε: ότι: 1) η επιχείρηση ανηκε στον πατερα της, 2) ότι με την με την με αριθμό ...1/1975 δημόσια διαθήκη του ποτέ Συμβολαιογράφου Ι.
Π. ο αμέσως προαναφερόμενος πατέρας μου κατέλιπε την επικαρπία της ακίνητης περιουσίας του κατ' ίσα μέρη στη σύζυγό του και μητέρα της Μ. Μ. και στα τρία τέκνα του Π., Μ. και Ε. (δηλαδή σ' αυτήν) ορίζοντας, παραπέρα, πως, μετά το θάνατο της συζύγου του, το μερίδιο επί της επικαρπίας θα περιέλθει στα τέκνα του, ενώ, μετά το θάνατο ενός από τα τέκνα του, το μερίδιό του θα περιέρχεται στα λοιπά επιζώντα τέκνα του.3)ότι Μετά τον θάνατο του αδελφού της Π.
που συνέβη του 1984 χωρίς ν' αφήσει τέκνα, το ποσοστό του στην επικαρπία των κληρονομιαίων ακινήτων, δηλαδή το "1/4" εξ αδιαιρέτου αυτής περιήλθε με βάση την συγκεκριμένη διάταξη της προαναφερόμενης διαθήκης για καταπίστευση της κληρονομιάς στις αδελφές του , δηλαδή στην Μ. Μ. και στην ίδια ( Ε. Μ.)., 4) μέχρι τον θάνατο της μητέρας μου Μ.
Μ., επί της ανωτέρω επιχείρησης ξενοδοχείου υπήρχε κοινωνία δικαιώματος επικαρπίας κατά ποσοστό "2/8" εξ αδιαιρέτου υπέρ της Μ. Μ., "3/8" εξ αδιαιρέτου υπέρ της Μ. Μ. (2/8 από διαθήκη του πατέρα της Κ. Μ. και 1/8 από το μερίδιο του αδελφού της Πέτρου που είχε αποβιώσει και "3/8" εξ αδιαιρέτου στην ιδια την Ε. Μ. (2/8 από διαθήκη του πατέρα της Κ.
Μ. και 1/8 από το μερίδιο του αδελφού της Π. που είχε αποβιώσει 5) ότι με βάση την αμετάκλητη, πλέον και με αριθμό 170/2011 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνωνη μητέρα της Μ. Μ. έλαβε, ως νόμιμη μοίρα, το "1/8" εξ αδιαιρέτου επί ολόκληρης της ακίνητης περιουσίας του συζύγου της. Γεγονός που είχε, ως συνέπεια, το πως ανάμεσα στην μητέρα της Μ.
και τις δύο κόρες της Μ. και Ε. να υπάρχει σχέση κοινωνίας επί της επικαρπίας της συγκεκριμένης επιχείρησης ξενοδοχείου ως κληρονομιαίου στοιχείου και, μάλιστα, κοινωνία ετεροειδών δικαιωμάτων, επειδή η Μ. Μ. ήταν κατά το "1/8" πλήρης κυρία της επιχείρησης (από τη νόμιμή της μοίρα) και κατά το "1/8" επικαρπώτρια (από τη διαθήκη του συζύγου της Κ.
Μ.) ενώ οι θυγατέρες του ( Ε. και η αδελφή της Μ.) κατά ποσοστό "3/8"εξ αδιαιρέτου η κάθε μία της επικαρπίας, μόνον, της ξενοδοχειακής επιχείρησης. 6)Διαχειρίστρια στο πλαίσιο της κοινωνίας είχε οριστεί η Μ. Μ..και 7)ότι η μητέρα της Μ. Μ. απεβίωσε στις 3-4-2012 και με την με αριθμό 42900/22.3.2012 δημόσια διαθήκη της στον Συμβολαιογράφο Π.
Κ. (που δημοσιεύθηκε με τα με αριθμό ....14/11.4.2012 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων) κατέλιπε το "1/8" της νόμιμης μοίρας της στον σύζυγό της Ι. Μ. με την υποχρέωση τρία χρόνια μετά τη δημοσίευση αμετάκλητων αποφάσεων, που εκκρεμούσαν σχετικά με τα κληρονομικά της δικαιώματα, να μεταβιβάσει τα καταλιπόμενα σ' αυτόν περιουσιακά στοιχεία ως καταπίστευμα στην εγγονή της Ε.
Μ.......8) ότι η επιχείρηση αυτή δεν ήταν ατομική και δεν ανήκε στην ίδια.... Και 9) ότι μετά τον θάνατο της μητέρας της Μ. Μ. το "1/8" εξ αδιαιρέτου της επικαρπίας της συγκεκριμένης επιχείρησης περιήλθε, ως καταπίστευμα, στις δύο κόρες της ,δηλαδή σ'αυτην δηλαδή την Ε. Μ. και την αδελφή της Μ. Μ. . Ότι κατ' ακολουθία αυτών εσφαλμένα δέχθηκε εν μέρει την αγωγή και την υποχρέωσε να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο το παραπάνω ποσό των 11.405,20 ευρώ.
Ο λογος αυτός της αναίρεσης είναι αβάσιμος γιατί το εφετείο ελαβε πραγματα που προταθηκαν με την αγωγή, στην οποία κατά τα εκτιθέμενα σ'αυτήν αυτή ενάγονταν ως κληρονόμος της εργοδότριας Μ. Μ., στην επιχείρηση της οποίας ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του. Πέραν όμως αυτού, η αναιρεσείουσα απαραδέκτως υπό την επίφαση του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, πλήττει την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς την κληρονομική ιδιότητα της αναιρεσείουσας και την συνακόλουθη υποχρεωση για την πληρωμή του παραπάνω ποσού, γεγονότα τα οποία προέκυψαν από τις αποδείξεις και με τα οποία δεν επέρχεται μεταβολή της βάσεως της αγωγής Με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης η αναιρεσείουσα επικαλείται πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.9 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι επιδίκασε με βάση το ποσοστό της στην κοινωνία της επικαρπίας της επιχείρησης αυτής πλέον του αιτηθέντος ( με την αγωγή του αναιρεσίβλητου). Όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής, το περιεχόμενο της οποίας εκτέθηκε παραπάνω,το αιτηθέν ποσό ανέρχονταν σε 75.385,11 ευρώ και επιδικάσθηκε τελικά 11.405,20 ευρώ με βάση την κληρονομική ιδιότητα της αναιρεσείουσας και το ποσοστό της επ' αυτής. Επομένως, το Εφετείο δεν επιδίκασε πλέον του αιτηθέντος και επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.
Ενόψει όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα που ηττήθηκε στα δικαστικά έξοδα του παραστάντος αναιρεσιβλήτου, που δεν κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16.09.2017 αίτηση για αναίρεση της 133/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου , τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 24 Σεπτεμβρίου 2019.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Οκτωβρίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ