1302/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1302/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η πληρεξουσιότητα παρέχει στον πληρεξούσιο το δικαίωμα να παριστά στο δικαστήριο εκείνον που την έδωσε, να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της δίκης, στις οποίες περιλαμβάνεται πλην άλλων και η άσκηση ενδίκων μέσων, καθώς και να παρίσταται στις αντίστοιχες δίκες που δημιουργούνται από τις πράξεις αυτές.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1302 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1302/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Νικόλαο Τσάκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Κ. Α. του Α., 2) Π. Α. του Δ., 3) Σ. Β. του Ε., 4) Τ. Δ. του Γ., 5) Γ. Ε. του Ζ., 6) Κ. Κ. του Δ., 7) Α. Κ. του Σ., 8) Δ. Κ. του Α., 9) Α. Κ. του Λ., 10) Λ. Κ. του Γ., 11) Ε. Κ. του Δ., 12) Ε. Κ. του Π., 13) Γ. Κ. του Κ., 14) Α. Κ. του Α., 15) Γ. Λ. του Β., 16) Α. Λ., 17) Κ. Μ. του Δ., 18) Ι. Μ. του Σ., 19) Λ. Μ. του Α., 20) Α. Ν. του Κ., 21) Μ. Ν. του Ι., 22) Μ. Π. του Ι., 23) Π. Β. του Ι., ως μόνου εκ διαθήκης κληρονόμου του Δ. Π. του Χ., 24) Ν. Σ. του Ι., 25) Κ. Τ. του Ι., 26) Ν. Τ. του Κ., 27) Δ. Τ. του Π., 28) Ε. Ψ. του Σ., 29) Ι. Κ. του Ο.-Σ., 30) Μ. Χ. του Β., 31) Ε. Σ. του Χ., 32) Ι. Κ. του Κ., 33) Α. Κ. του Θ., 34) Ε. Μ. του Δ., 35) Ν. Μ. του Ν., 36) Μ. Τ. του Γ., 37) Κ. Σ. του Κ. και 38) Ν. Σ. του Γ., κατοίκων ..., από τους οποίους ο μεν δέκατος έκτος δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, οι δε λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σωτηρακόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης) με την επωνυμία "..." που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Ευκλείδου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-9-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24/2010 του ίδιου δικαστηρίου και 4236/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-7-2015 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τσάκος ανέγνωσε την από 10-5-2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αναστασάκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσιβλήτου στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3, 97, 104 και 665 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. (όπως η τελευταία ίσχυε μετά την προσθήκη σ’ αυτήν τρίτου εδαφίου με το άρθρο 15 παρ. 6 ν. 4055/2012 και πριν από την έμμεση κατάργησή της με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή ενόψει του χρόνου άσκησης της υπό κρίση αίτησης), προκύπτουν τα εξής:
Στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου στις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα δίδεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με ιδιωτικό έγγραφο το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή.
Η πληρεξουσιότητα παρέχει στον πληρεξούσιο το δικαίωμα να παριστά στο δικαστήριο εκείνον που την έδωσε, να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της δίκης, στις οποίες περιλαμβάνεται πλην άλλων και η άσκηση ενδίκων μέσων, καθώς και να παρίσταται στις αντίστοιχες δίκες που δημιουργούνται από τις πράξεις αυτές.
Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη της πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της (Ολ.
Α.Π. 13/2008). Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει σ’ αυτήν με τον προσήκοντα τρόπο κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και, αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολιπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή αν κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (Ολ.
Α.Π. 14/2015). Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται για συζήτηση η από 15-7-2015 αίτηση για αναίρεση της 4236/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης νόμιμη δικάσιμο αυτής (24-1-12017) δεν εμφανίστηκε ο δέκατος έκτος αναιρεσείων Α.
Λ.. Οι λοιποί παριστάμενοι αναιρεσείοντες επικαλούνται και προσκομίζουν την .../18-3-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ν. Γ., από την οποία προκύπτει ότι η επίδοση της υπό κρίση αίτησης στον αναιρεσίβλητο έγινε μετά από παραγγελία του δικηγόρου Αθηνών Νικολάου Σωτηρακόπουλου ως πληρεξουσίου όλων των αναιρεσειόντων, επομένως και του απολιπομένου.
Όμως δεν προκύπτει ότι ο τελευταίος είχε χορηγήσει στον ανωτέρω δικηγόρο τη σχετική πληρεξουσιότητα να ασκήσει την αίτηση και να τον εκπροσωπήσει στη δίκη ενώπιον του Αρείου Πάγου. Επομένως, εφόσον δεν αποδεικνύεται ότι η συζήτηση επισπεύδεται με επιμέλεια του ανωτέρω απολιπομένου αναιρεσείοντος ή ότι αυτός έχει κληθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα προκειμένου να παραστεί κατά τη συζήτηση της αίτησης, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτόν.
Εφόσον δε αυτός συνδέεται με τους λοιπούς παρισταμένους αναιρεσείοντες με σχέση απλής ομοδικίας, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση και να ερευνηθεί ως προς τους τελευταίους (άρθρο 576 παρ. 3 εδ. β Κ.Πολ.Δ., όπως το εδ. β προστέθηκε με το άρθρο 62 ν. 4139/2013).
Κατά το άρθρο 62 εδ. α Κ.Πολ.Δ. όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος. Η ικανότητα αυτή, η οποία ως διαδικαστική προϋπόθεση εξετάζεται κατά το άρθρο 73 Κ.Πολ.Δ. αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης, παύει να υπάρχει για το φυσικό πρόσωπο με το θάνατό του (άρθρο 35 Α.Κ.). Εξ άλλου κατά το άρθρο 313 παρ. 1 περ. δ Κ.Πολ.Δ. η απόφαση που εκδόθηκε σε δίκη διεξαχθείσα στο όνομα ανύπαρκτου φυσικού προσώπου, όπως είναι και αυτό που έχει αποβιώσει, δεν έχει υπόσταση και ρητά χαρακτηρίζεται και αυτή ως ανύπαρκτη. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι διαδικαστική πράξη που ασκήθηκε στο όνομα προαποβιώσαντος προσώπου είναι απαράδεκτη και πρέπει αυτή να ασκηθεί από τους κληρονόμους του, όπως για την αναίρεση ειδικότερα ορίζει το άρθρο 556 Κ.Πολ.Δ.
Συνεπώς η αίτηση αναίρεσης που ασκήθηκε στο όνομα διαδίκου ήδη αποβιώσαντος κατά την άσκησή της, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη για έλλειψη αναγκαίας διαδικαστικής προϋπόθεσης, δηλαδή του ίδιου του υποκειμένου της διαδικαστικής πράξης (Α.Π. 1611/2011, 1641/2006). Στην προκειμένη περίπτωση από το επικυρωμένο απόσπασμα της .../30-12-2014 ληξιαρχικής πράξης θανάτου του Ληξιάρχου Αθηνών, το οποίο επικαλούνται και προσκομίζουν οι παριστάμενοι αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι ο εικοστός τρίτος αναιρεσείων Δ. Π. απεβίωσε στις 24-12-2014, δηλαδή σε χρόνο προγενέστερο της 23-10-2015, οπότε ασκήθηκε η υπό κρίση από 15-7-2015 αίτηση για αναίρεση της 4236/2014 απόφασης του Εφετείου Αθηνών με την κατάθεση του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου (βλ. την ...-10-2015 έκθεση κατάθεσης της γραμματέως του Εφετείου Αθηνών).
Συνεπώς η υπό κρίση αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη κατά το μέρος που φέρεται ότι ασκήθηκε από αυτόν, χωρίς να έχει οποιαδήποτε έννομη επιρροή η δήλωση του εκ διαθήκης κληρονόμου του Π. Β. περί βιαίας διακοπής της δίκης λόγω θανάτου του ανωτέρω αναιρεσείοντος και επανάληψής της από αυτόν, διότι για να επέλθει βιαία διακοπή της δίκης επί ενδίκου μέσου λόγω θανάτου του ασκήσαντος αυτό, πρέπει ο διάδικος να ήταν εν ζωή κατά την άσκησή του, προϋπόθεση που δεν συντρέχει εν προκειμένω.
Με το άρθρο 1 ν. 3320/2005 ορίζονται τα εξής: "Το προσωπικό με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή άλλη σχέση του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού, του οποίου οι συμβάσεις συνιστούν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του π.δ. 164/2004, κατατάσσεται σε υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς την ειδικότητα της σύμβασής του" (παρ. 1). "Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και του οικείου κατά περίπτωση Υπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συνιστώνται οργανικές θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να καλυφθούν, όπου απαιτείται, οι διαπιστωθείσες πάγιες και διαρκείς ανάγκες, κατ’ εφαρμογή του π.δ. 164/2004" (παρ. 2). "Η κατάταξη του προσωπικού γίνεται με απόφαση του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου, η οποία δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως" (παρ. 3). "Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους.
Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσομένων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 4). "Για τους κατατασσόμενους ισχύει ο χρονικός περιορισμός της παρ. 2 του άρθρου 70 του ν. 2683/1999 "Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ.
και άλλες διατάξεις" για τη μετάταξη σε ανώτερη βαθμίδα, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 12 του ν. 3230/2004 (ΦΕΚ 44 Α). Ως ημερομηνία πρόσληψης, νοείται η ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης..." (παρ. 5). Από τις ανωτέρω διατάξεις και ειδικότερα από αυτές του άρθρου 1 παρ. 4 εδ. α και β ν. 3320/2005 προκύπτει ότι για τους απασχοληθέντες σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου ή συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες αναγνωρίσθηκαν ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είτε με δικαστική απόφαση είτε με τη διαδικασία που προβλέπεται στο π.δ. 164/2004, και καταταγέντες σε οργανικές θέσεις, ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου λογίζεται για όλες τις άλλες συνέπειες (επιδόματα εορτών, αδείας, χρόνου υπηρεσίας για κατάταξη στα οικεία μισθολογικά κλιμάκια κ.λπ.) ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ενώ αντιθέτως τις αποδοχές της θέσης στην οποία εντάχθηκαν δικαιούνται αυτοί μόνο από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης και εφεξής (Ολ.
Α.Π. 16/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση με την από 10-9-2008 αγωγή τους οι ήδη αναιρεσείοντες εξέθεσαν τα εξής: Ότι με συμβάσεις ("συμφωνητικά συνεργασίας") που καταρτίσθηκαν στις 8-3-2001 μεταξύ καθενός από αυτούς, του μη διαδίκου νομικού προσώπου με την επωνυμία "Ελληνική Εταιρεία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης" και του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου ..., προσελήφθησαν από τον τελευταίο και απασχολήθηκαν από αυτόν ως σχολικοί φύλακες με ημερομίσθιο 35,22 ευρώ.
Ότι οι ένδικες συμβάσεις χαρακτηρίστηκαν από τον εναγόμενο ως συμβάσεις για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, ενώ στην πραγματικότητα επρόκειτο για συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού αυτοί κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, ο χαρακτηρισμός τους δε αυτός έγινε για καταστρατήγηση των διατάξεων περί καταγγελίας των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Ότι στις 12-10-2006 με την τήρηση της νόμιμης διαδιακασίας του άρθρου 11 π.δ. 164/2004 κατετάγησαν από τον εναγόμενο σε κενές οργανικές θέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Ότι ο εναγόμενος τους οφείλει για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 12-10-2006 για τους πρώτο έως και τριακοστό πέμπτο από αυτούς και για το χρονικό διάστημα από 8-3-2001 έως 12-10-2006 για τους τριακοστό έκτο έως και τριακοστό όγδοο από αυτούς: i) τις διαφορές μεταξύ των προβλεπόμενων από τις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας της ΠΟΕ-ΟΤΑ νόμιμων αποδοχών τους και των καταβληθεισών σ’ αυτούς κατά τ’ ανωτέρω αποδοχών τους (ημερομίσθιο 35,22 ευρώ), ii) τα επιδόματα εορτών (Πάσχα και Χριστουγέννων) και αδείας και την αποζημίωση λόγω μη χορήγησης της κανονικής τους αδείας, η οποία αντιστοιχεί στις αποδοχές 26 ημερομισθίων προσαυξημένες κατά 25% που δικαιούνται βάσει των οικείων συλλογικών συμβάσεων εργασίας της ΠΟΕ-ΟΤΑ, αφαιρουμένου του ποσού που ζήτησαν με προγενέστερη αγωγή τους, iii) τις νόμιμες προσαυξήσεις 75% και 25% για την παρεχόμενη εργασία τους κατά τις Κυριακές και αργίες και κατά τη νύκτα (Κυριακές και καθημερινές) και iv) τα προβλεπόμενα από τις αναφερόμενες κοινές υπουργικές αποφάσεις κατ’ αποκοπή έξοδα κίνησής τους.
Ζήτησαν δε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να τους καταβάλει για τις πιο πάνω αιτίες τα αναφερόμενα για τον καθένα ποσά κυρίως με βάση τις συμβάσεις εργασίας τους, επικουρικά με βάση τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες και πιο επικουρικά με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε στο σύνολό της την αγωγή ως μη νόμιμη.
Μετά από έφεση των εναγόντων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το εφετείο δέχθηκε: α) ότι από την 5947/2010 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών προέκυπτε δεδικασμένο για το ότι οι συμβάσεις που συνέδεαν τους διαδίκους ήταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και β) ότι η αγωγή ήταν αόριστη ως προς το αναφερόμενο πιο πάνω με το στοιχείο ii κονδύλιό της για το λόγο ότι δεν αναφέρεται ποιο είναι το ποσό που οι ενάγοντες ζητούσαν με την προγενέστερη αγωγή τους, ώστε να μπορεί να προσδιορισθεί επακριβώς το ζητούμενο για την αιτία αυτή ποσό.
Στη συνέχεια το εφετείο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Ο εναγόμενος... προτείνει την ένσταση διετούς παραγραφής των επίδικων αξιώσεων των εναγόντων, ένσταση που σε κάθε περίπτωση... λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (άρθρο 52 του ν.δ. 496/1974). Απαντώντας στην ένσταση αυτή της παραγραφής οι ενάγοντες...
ισχυρίζονται κατ’ αντένσταση παραδεκτά για πρώτη φορά στον παρόντα βαθμό, ενόψει του ότι αποδεικνύεται εγγράφως (άρθρα 527 παρ. 3, 269 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) ότι η παραγραφή των επίδικων αξιώσεων διακόπηκε με την υποβολή εκ μέρους τους στον εναγόμενο της... .../29-12-2006 αίτησής τους περί καταβολής των ένδικων αξιώσεών τους.
Όπως από το κείμενο της εν λόγω αίτησης προκύπτει οι ενάγοντες ζητούσαν ειδικότερα την καταβολή των διαφορών αποδοχών τους που προκύπτουν από την εφαρμογή της οικείας συλλογικής σύμβασης εργασίας της ΠΟΕ-ΟΤΑ κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως την κατάταξή τους σε θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.
Ο εναγόμενος δεν απάντησε εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών από την ημερομηνία υποβολής της, με αποτέλεσμα τη διακοπή της παραγραφής στις 29-12-2006 ως προς τις αξιώσεις αυτές, την έναρξη εκ νέου της διετούς παραγραφής για τις ίδιες αξιώσεις μετά ένα εξάμηνο, ήτοι στις 29-6-2007 και την εκ νέου διακοπή της παραγραφής με την...
επίδοση της αγωγής στον εναγόμενο στις 30-12-2008... Επομένως σύμφωνα με τα παραπάνω οι ένδικες αξιώσεις των εναγόντων για καταβολή διαφορών αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 και εντεύθεν, των οποίων η παραγραφή άρχισε από 1-1-2005, δεν έχουν υποπέσει σε παραγραφή και τούτο γιατί η παραγραφή τους διακόπηκε πριν τη συμπλήρωση διετίας και συγκεκριμένα στις 29-12-2006 με την υποβολή εκ μέρους των εναγόντων της πιο πάνω αίτησης και μέχρι την επίδοση της αγωγής στις 30-12-2008 δεν είχε συμπληρωθεί διετία από τη νέα έναρξη της παραγραφής στις 29-6-2007.
Όμως οι ίδιες αξιώσεις των εναγόντων που γεννήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 8-3-2001 μέχρι 31-12-2003 υπέπεσαν στην ως άνω διετή παραγραφή, αφού η παραγραφή άρχισε την 1-1-2004 και συμπληρώθηκε στις 31-12-2005, δηλαδή πριν την υποβολή της ως άνω αίτησης, χωρίς να διακοπεί με κάποιο νόμιμο τρόπο. Επίσης οι ένδικες αξιώσεις των εναγόντων για καταβολή των προσαυξήσεων για νυχτερινή εργασία και εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες, καθώς και για έξοδα κίνησης που γεννήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 8-3-2001 μέχρι 31-12-2005 υπέπεσαν στην ως άνω διετή παραγραφή, αφού η παραγραφή άρχισε την 1-1-2006 και συμπληρώθηκε στις 31-12-2007, δηλαδή πριν από την επίδοση της υπό κρίση αγωγής στις 30-12-2008, χωρίς να διακοπεί με κάποιο νόμιμο τρόπο, αφού τις αξιώσεις αυτές δεν τις ζητούσαν οι ενάγοντες με την προαναφερθείσα αίτησή τους.
Αντίθετα οι ίδιες ως άνω αξιώσεις (προσαυξήσεις, έξοδα κίνησης) που γεννήθηκαν από 1-1-2006 και εντεύθεν και των οποίων η παραγραφή άρχισε από 1-1-2007 δεν έχουν υποπέσει σε παραγραφή και τούτο γιατί η παραγραφή τους διακόπηκε πριν τη συμπλήρωση διετίας με την επίδοση της υπό κρίση αγωγής στις 30-12-2008. Επομένως κατά μερική παραδοχή της ανένστασης των εναγόντων...
περί διακοπής της παραγραφής των επίδικων αξιώσεών τους, πρέπει η ένσταση παραγραφής να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη και δη όσον αφορά τις ένδικες αξιώσεις για καταβολή διαφορών αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 8-3-2001 μέχρι 31-12-2003 και όσον αφορά τις αξιώσεις για καταβολή προσαυξήσεων και εξόδων κίνησης για το χρονικό διάστημα από 8-3-2001 μέχρι 31-12-2005.
Οι ενάγοντες... με την υπό κρίση αγωγή τους ζητούν να τους επιδικασθούν διαφορές αποδοχών και προσαυξήσεις για νυχτερινή εργασία και εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες με βάση τις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικού των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης".
Στις από 31-8-2005 και 5-10-2006 εν λόγω συλλογικές συμβάσεις εργασίας (πράξεις καταθέσεων 94/1-9-2005 και 126/6-10-2006) ορίζεται ρητά στο άρθρο 1 ότι οι διατάξεις των ως άνω συλλογικών συμβάσεων εργασίας εφαρμόζονται αποκλειστικά στα μέλη των σωματείων που ανήκουν στη δύναμη της ομοσπονδίας (ΠΟΕ-ΟΤΑ), όπως αυτό προκύπτει από τα μητρώα των αντίστοιχων συνδικαλιστικών οργανώσεων και εφόσον υπάρχει ονομαστική βεβαίωση του σωματείου ότι οι εργαζόμενοι είναι μέλη του, καθώς και βεβαίωση της ΠΟΕ-ΟΤΑ ότι το σωματείο είναι μέλος της.
Στην παρούσα περίπτωση δεν αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ήταν μέλη σωματείου που ανήκε στη δύναμη της ΠΟΕ-ΟΤΑ που είχε υπογράψει για λογαριασμό των μελών του τις προαναφερθείσες συλλογικές συμβάσεις εργασίας και συνεπώς οι τελευταίες δεν έχουν εφαρμογή σ’ αυτούς (ενάγοντες).
Επομένως για την εξεύρεση του ημερομισθίου τους θα εφαρμοσθούν οι διατάξεις των εκάστοτε ισχυουσών εθνικών γενικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας... Συνακόλουθα με βάση τις από 24-5-2004 και 12-4-2006 διετούς ισχύος εθνικές γενικές συλλογικές συμβάσεις εργασίας τα νόμιμα ημερομίσθια των εναγόντων εργατοτεχνιτών, που είναι άγαμοι με προϋπηρεσία μιας τριετίας, ανέρχονται:
α) από 1-1-2004 μέχρι 31-8-2004 σε 25,43 ευρώ, β) από 1-9-2004 μέχρι 31-12-2004 σε 25,94 ευρώ, γ) από 1-1-2005 μέχρι 31-8-2005 σε 26,51 ευρώ, δ) από 1-9-2005 μέχρι 31-12-2005 σε 27,38 ευρώ, ε) από 1-1-2006 μέχρι 31-8-2006 σε 28,17 ευρώ και στ) από 1-9-2006 μέχρι 31-12-2006 σε 28,99 ευρώ. Μετά ταύτα, αφού οι ενάγοντες κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (1-1-2004 μέχρι 11-10-2006) αμείβονταν με ημερομίσθιο 35,22 ευρώ, που ήταν ανώτερο των προαναφερθέντων νομίμων ημερομισθίων των εφαρμοσμένων εθνικών γενικών συλλογικών συμβάσεων εργασίας, δεν δικαιούνται διαφορές αποδοχών και το σχετικό κονδύλιο είναι κατ’ ουσίαν αβάσιμο και απορριπτέο.
Αποδείχθηκε επίσης ότι οι ενάγοντες πραγματοποίησαν τις πιο κάτω αναγραφόμενες για τον καθένα ώρες νυχτερινής εργασίας κατά τις καθημερινές, τις Κυριακές και αργίες και εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες για το χρονικό διάστημα από 1-1-2006 και εντεύθεν που δεν έχει παραγραφεί και δικαιούνται τις σχετικές προσαυξήσεις, υπολογιζόμενες στο νόμιμο ωρομίσθιο και ημερομίσθιο αντίστοιχα...".
Με βάση αυτές τις παραδοχές (και άλλες που αφορούν τον υπολογισμό των οφειλόμενων στους ενάγοντες: α) για προσαύξηση 75% επί του νομίμου ημερομισθίου τους για την εργασία τους, β) για προσαύξηση 25% επί του νομίμου ωρομισθίου τους για νυκτερινή εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες, γ) για προσαύξηση 25% επί του νομίμου ωρομισθίου τους για νυκτερινή εργασία κατά τις εργάσιμες ημέρες και δ) για έξοδα κίνησης) το εφετείο δέχθηκε την έφεση των εναγόντων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία κατά τα προεκτεθέντα είχε απορριφθεί στο σύνολό της η αγωγή ως μη νόμιμη, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, αφού δε κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την δέχθηκε μερικώς ως νόμιμη και κατ’ ουσίαν βάσιμη, υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στους ενάγοντες και αναγνώρισε ότι αυτός οφείλει να τους καταβάλει τα αναλυτικά αναφερόμενα για τον καθένα ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Ήδη με τους δύο λόγους αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα: Α) ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 93 εδ. β ν. 2362/1995 και 51 ν.δ. 496/1974 δέχθηκε ότι οι ένδικες αγωγικές αξιώσεις για προσαυξήσεις 75% και 25% για την παρεχόμενη εργασία τους κατά τις Κυριακές και αργίες και κατά τη νύκτα (Κυριακές και καθημερινές) και για έξοδα κίνησής τους του χρονικού διαστήματος από 1-1-2004 μέχρι 31-12-2005 είχαν υποπέσει σε παραγραφή, απορρίπτοντας μερικώς την προβληθείσα από αυτούς αντένσταση διακοπής της και συγκεκριμένα ότι από το αναφερόμενο έγγραφο, το οποίο αυτοί επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν για την απόδειξη της διακοπής, προέκυπτε ότι είχε διακοπεί η παραγραφή για όλες τις αγωγικές αξιώσεις και όχι μόνο για εκείνες που δέχθηκε το εφετείο (πρώτος λόγος) και Β) ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 103 παρ. 2 εδ.
β του Συντάγματος, 14 παρ. 2 ν. 2190/1994, 1 παρ. 4 ν. 3320/2005, 11 π.δ. 164/2004, των κοινών υπουργικών αποφάσεων 34100/1999, 2/7093/0022/5-2-2004 και της 20/6-7-2005 εγκυκλίου του Υπουργείου Εσωτερικών απέρριψε ως κατ’ ουσίαν αβάσιμες τις αγωγικές αξιώσεις τους για διαφορές αποδοχών, δεχόμενο ότι δεν τις δικαιούνται διότι δεν ήσαν μέλη της ΠΟΕ-ΟΤΑ:
α) παρά το ότι από τις πιο πάνω διατάξεις προκύπτει ότι στην περίπτωση που κάποιος μισθωτός, ο οποίος προηγουμένως είχε απασχοληθεί με διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, κατατάσσεται σε οργανική θέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, το σύνολο του χρόνου εργασίας του μισθωτού αυτού με τις διαδοχικές συμβάσεις, πρέπει υποχρεωτικώς να ληφθεί υπόψη ως χρόνος εργασίας ως προς όλες τις μισθολογικές, ασφαλιστικές, συνταξιοδοτικές συνέπειες και β) παρά το ότι αυτοί είχαν ισχυρισθεί ότι ήταν μέλη του Σωματείου Εργαζομένων ...
που ήταν μέλος της ΠΟΕ-ΟΤΑ, τη βασιμότητα δε του αγωγικού αυτού ισχυρισμού τους είχαν αποδείξει με τις αναφερόμενες βεβαιώσεις που τους είχε χορηγήσει ο εναγόμενος, συνομολογώντας έτσι τη βασιμότητα του ισχυρισμού τους αυτού (δεύτερος λόγος). Οι πρώτος και δεύτερος κατά το δεύτερο σκέλος του λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) διότι με αυτούς, υπό την κατ’ επίφαση επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ.
α Κ.Πολ.Δ., οι αναιρεσείοντες προβάλλουν απαράδεκτες αιτιάσεις για εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και συγκεκριμένα για εσφαλμένη εκτίμηση των αναφερόμενων εγγράφων και της σχετικής ομολογίας του εναγομένου, από τα οποία κατ’ αυτούς προέκυπτε η διακοπή της παραγραφής (πρώτος λόγος αναίρεσης) και η ιδιότητα αυτών ως μελών της ΠΟΕ-ΟΤΑ (δεύτερος κατά το δεύτερο σκέλος του λόγος αναίρεσης).
Εξ άλλου ο δεύτερος κατά το πρώτο σκέλος του λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος, αφού, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην προηγούμενη σκέψη, για τους απασχοληθέντες σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου ή συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες αναγνωρίσθηκαν ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είτε με δικαστική απόφαση είτε με τη διαδικασία που προβλέπεται στο π.δ. 164/2004, και καταταγέντες σε οργανικές θέσεις, ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου λογίζεται για όλες τις άλλες συνέπειες (επιδόματα εορτών, αδείας, χρόνου υπηρεσίας για κατάταξη στα οικεία μισθολογικά κλιμάκια κ.λπ.) ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ενώ αντιθέτως τις αποδοχές της θέσης στην οποία εντάχθηκαν δικαιούνται αυτοί μόνο από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης και εφεξής.
Κατόπιν αυτών πρέπει να αποριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες (πλην του δέκατου έκτου, ως προς τον οποίο κρίθηκε ότι είναι απαράδεκτη η συζήτηση, και πλην του εικοστού τρίτου, ως προς τον οποίο ήδη κρίθηκε απορριπτέα η αίτηση), να συμψηφισθεί όμως στο σύνολό της η εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των παρισταμένων διαδίκων διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179 περ.
β και 183 Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς το δέκατο έκτο αναιρεσείοντα Α. Λ..
Απορρρίπτει την από 15-7-2015 αίτηση για αναίρεση της 4236/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τους λοιπούς αναιρεσείοντες.
Συμψηφίζει στο σύνολό της την εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των παρισταμένων διαδίκων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουλίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ