1302/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1302/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται κλήτευση του διαδίκου.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1302 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1302/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "...", που εδρεύει στα … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παπακωνσταντίνου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Γ. του Χ. και 2) Ι. Γ. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, εμφανίστηκε η δικηγόρος Δήμητρα Ζώτου, ως άγγελος του πληρεξούσιου δικηγόρου των αναιρεσιβλήτων Ευθυμίου Αναγνώστου, η οποία, αφού πήρε από την Πρόεδρο το λόγο, ζήτησε ν' αναβληθεί η συζήτηση της υπόθεσης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο διασκέφθηκε με τη συμμετοχή και του Γραμματέα και διά της Προέδρου του, καθόσον η υπόθεση είχε ήδη αναβληθεί σε προγενέστερη δικάσιμο, απέρριψε το αίτημα της αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υπόθεσης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-7-2012 αίτηση των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Γρεβενών και συνεκδικάστηκε με την με αρ. εκθ. καταθ. …/4-3-2013 κύρια παρέμβαση της ήδη αναιρεσείουσας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 82/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 47/2014 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, όπως αυτή διορθώθηκε με την 66/2014 του ίδιου Δικαστηρίου.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14-7-2014 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλεξάνδρα Κακκαβά διάβασε την από 26-2-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του έκτου λόγου της από 14-7-2014 αιτήσεως για αναίρεση της υπ' αριθμ. 47/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 66/2014 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου, κατά το μέρος της που απειλεί σε βάρος του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου της ελεγχόμενης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...
Ανώνυμη Εταιρεία", Δ. Χ. Γ., χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ και προσωπική κράτηση διαρκείας δύο μηνών για κάθε παράβαση της υποχρεώσεώς του να ανεχθεί τη διενέργεια ελέγχου από τον διορισθέντα με την απόφαση ορκωτό λογιστή και να παρέχει σ' αυτόν κάθε αναγκαία συνδρομή και την απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπόμενου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξ άλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. γ' και δ' ΚΠολΔ που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ. β' του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το πέρας της συνεδρίασης, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε.
Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ' αναβολή δικάσιμο, ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται κλήτευση του διαδίκου.
Προϋπόθεση όμως της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι, ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος, είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή ότι είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί για να παραστεί στη δικάσιμο, κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση, είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως, με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα υπ' αριθμ ... και .../30-12-2015 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας Γρεβενών Δ. συζ. Ι. Ν., προκύπτει, ότι ακριβή αντίγραφα της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως με τις κάτω από αυτά πράξεις ορισμού δικασίμου και κλήσης προς συζήτηση για την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο της 4-3-2016, επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στους αναιρεσιβλήτους. Κατά τη δικάσιμο αυτή αναβλήθηκε η συζήτηση της υποθέσεως για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης (2-12-2016). Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, εμφανίσθηκε η δικηγόρος Δήμητρα Ζώτου, η οποία υπέβαλε, για λογαριασμό των αναιρεσιβλήτων, αίτημα αναβολής της εκδικάσεως της υποθέσεως σε μεταγενέστερη δικάσιμο. Το αίτημα αυτό απορρίφθηκε από το Δικαστήριο και μετά ταύτα η ως άνω δικηγόρος αποχώρησε. Κατόπιν αυτών, σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 40 του Ν.2190/1920 "Περί Ανωνύμων Εταιρειών", το οποίο προβλέπει την άσκηση ελέγχου των ΑΕ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 49 του Ν. 3604/2007, δικαίωμα να ζητήσουν έλεγχο της εταιρείας από το μονομελές πρωτοδικείο της περιφέρειας στην οποία εδρεύει η εταιρεία, που δικάζει κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, έχουν: 1) μέτοχοι της εταιρείας που αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον το ένα εικοστό (1/20) του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου...
Σε κάθε περίπτωση η αίτηση ελέγχου πρέπει να υποβάλλεται εντός τριών (3) ετών από την έγκριση των οικονομικών καταστάσεων της χρήσης, εντός της οποίας τελέστηκαν οι καταγγελόμενες πράξεις. 3) Μέτοχοι της εταιρείας που εκπροσωπούν το ένα πέμπτο (1/5) του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου, δικαιούνται να ζητήσουν από το δικαστήριο της παραγράφου 1 τον έλεγχο της εταιρείας, εφόσον από την όλη πορεία αυτής καθίσταται πιστευτό ότι η διοίκηση των εταιρικών υποθέσεων δεν ασκείται όπως επιβάλλει η χρηστή και συνετή διαχείριση.
Το καταστατικό μπορεί να μειώσει, όχι όμως και πέραν του ημίσεος, το ποσοστό του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου που απαιτείται για την άσκηση του δικαιώματος της παρούσας παραγράφου. Ο έκτακτος έλεγχος από τη λεγόμενη "μεγάλη" μειοψηφία (1/5 του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου) δεν είναι μόνο έλεγχος νομιμότητας (χρηστότητας), ήτοι δεν περιορίζεται μόνο στην εξακρίβωση παραβάσεων, σχετικώς προς τη διαχείριση των εταιρικών υποθέσεων, των διατάξεων των νόμων ή του καταστατικού ή αποφάσεως της Γενικής Συνελεύσεως της ανωνύμου εταιρείας, όπως είναι η απόκρυψη κερδών, οι λογιστικές παραλείψεις και αταξίες, αλλά είναι και έλεγχος σκοπιμότητας (συναινέσεως), ήτοι επεκτείνεται στην εξακρίβωση του εάν οι διαχειριστικές πράξεις ωφελούν ή ζημιώνουν την εταιρεία, δηλαδή εάν επαυξάνουν το ενεργητικό και τα κέρδη της ή όχι.
Η αξίωση για έκτακτο έλεγχο από τη "μεγάλη" μειοψηφία δεν υπόκειται σε χρονικό περιορισμό, όπως συμβαίνει στην περίπτωση του άρθρου 40 παρ. 1 και 2 του κ.ν. 2190/1920. Τούτο δε καθόσον, η διάταξη που προβλέπει τον έλεγχο της εταιρείας από μετόχους που εκπροσωπούν το 1/5 του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου, έπεται αυτής του χρονικού περιορισμού που αναφέρεται στον έλεγχο εκ μέρους της "μικρής" μειοψηφίας (άρθρο 40 παρ. 1 του ως άνω νόμου).
Επί πλέον, το άρθρο 40 παρ. 4 κ.ν. 2190/1920 ορίζει, ότι οι αιτούντες τον έλεγχο μέτοχοι οφείλουν να αποδείξουν στο δικαστήριο ότι κατέχουν τις μετοχές που τους δίδουν το δικαίωμα να ζητήσουν τον έλεγχο της εταιρείας. Τέτοια απόδειξη αποτελεί και η κατάθεση των μετοχών σύμφωνα με τις παραγράφους 1 και 2 του άρθρου 28 του ίδιου νόμου.
Από τα παραπάνω παρέπεται ότι αν οι μετοχικοί τίτλοι δεν έχουν εκδοθεί από την εταιρεία, ή αν, για κάποιο λόγο, δεν βρίσκονται στην κατοχή των μετόχων, οι μέτοχοι βαρύνονται να αποδείξουν τη μετοχική τους ιδιότητα και το ποσοστό που κατέχουν με άλλο τρόπο. Σε κάθε περίπτωση η απόδειξη μπορεί να γίνει εξ εταιρικών εγγράφων (βιβλίο μετοχών), άλλων τίτλων, εγγράφων, με μάρτυρες η με δικαστική ομολογία του αντίδικου.
Με την ένδικη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 47/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας (όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 66/2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου), η οποία, όπως από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγραφών προκύπτει, εκδόθηκε κατόπιν της ασκηθείσης εφέσεως κατά της υπ' αριθμ. 82/2013 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Γρεβενών, που δίκασε επί της από 3-7-2012 αιτήσεως των αιτούντων Α.
και Ι. Γ., μετόχων της "μεγάλης" μειοψηφίας και ήδη αναιρεσιβλήτων και της από 24-2-2013 παρεμβάσεως της καθ' ης η αίτηση εταιρείας με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρεία", ήδη αναιρεσείουσας. Με την προσβαλλόμενη απόφαση έγινε δεκτή τυπικά και ουσιαστικά η έφεση κατ' άρθρο 528 ΚΠολΔ, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση, κρατήθηκε η υπόθεση και δικάσθηκε κατ' ουσίαν, συνεκδικάσθηκε η αίτηση και η χαρακτηρισθείσα ως κύρια παρέμβαση, έγινε εν μέρει δεκτή η αίτηση, διατάχθηκε ο έκτακτος έλεγχος της ως άνω ανώνυμης εταιρείας κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 40 παρ. 3 του Ν. 2190/ 1920, διορίσθηκε ελεγκτής προς διενέργεια του ελέγχου, ορίσθηκε ότι η αμοιβή του θα καθορισθεί μετά την ολοκλήρωση του ελέγχου από το Εποπτικό Συμβούλιο του Σώματος Ορκωτών Ελεγκτών λογιστών και θα καταβληθεί από την ελεγχόμενη εταιρεία, υποχρεώθηκε ο πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της ελεγχόμενης εταιρείας Δ.
Χ. Γ. να ανεχθεί τη διενέργεια του έλεγχου από τον ορκωτό ελεγκτή και να παρέχει σ' αυτόν κάθε αναγκαία συνδρομή με απειλή χρηματικής ποινής πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ και προσωπικής κρατήσεως δύο (2) μηνών για κάθε παράβαση της παραπάνω υποχρέωσής του και επιβλήθηκαν τα δικαστικά έξοδα και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας σε βάρος της ελεγχόμενης εταιρείας.
Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση, ότι παρά το νόμο το δικαστήριο της ουσίας δεν απέρριψε ως απαράδεκτη την αίτηση του πρώτου αναιρεσιβλήτου (Α. Γ.), διότι αυτός στο πρωτόδικο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Γρεβενών), εκπροσωπήθηκε από το δεύτερο (Ι. Γ.) και έτσι δεν άσκησε την ένδικη αίτηση ιδίω ονόματι.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος, αφενός μεν διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθότι, όπως από την πρωτόδικη απόφαση προκύπτει, η οποία παραδεκτά επισκοπείται (ο πρώτος αιτών-πρώτος αναιρεσίβλητος Α. Γ. παραστάθηκε στο δικαστήριο ατομικά και ο δεύτερος (Ι. Γ.) εκπροσωπήθηκε από τον πρώτο, αφετέρου δε διότι δεν προσβάλλεται και η πρωτόδικη απόφαση, δεν προβλήθηκε δε ο σχετικός ισχυρισμός με λόγο εφέσεως.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, ΑΠ 1747/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο της αναιρέσεως προσβάλλεται η απόφαση για παράβαση του άρθρου 40 παρ. 3 του Ν. 2190/1920, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 49 του Ν. 3604/2007, διότι, κατά την αναιρεσείουσα, μολονότι το δικαστήριο δέχθηκε ότι ορισμένες πράξεις μη συνετής και χρηστής διοίκησης έλαβαν χώρα το έτος 2007, δεν ερεύνησε αν πράγματι αυτές προβλήθηκαν από τους αναιρεσίβλητους παραδεκτά προς θεμελίωση της αιτήσεώς τους στην ως άνω διάταξη, αλλ' αντίθετα, κατά παράβαση της ανωτέρω διατάξεως έκρινε ότι η τασσόμενη στην παράγραφο 1 του άρθρου 40 του ίδιου νόμου προθεσμία, δεν ισχύει στην περίπτωση του εκτάκτου ελέγχου της ανώνυμης εταιρείας κατά τη διάταξη του άρθρου 40 παρ. 3 του ίδιου νόμου.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι όπως και ανωτέρω εκτέθηκε, η ως άνω προθεσμία δεν υφίσταται για τον έλεγχο της εταιρείας από τη "μεγάλη" πλειοψηφία και συγκεκριμένα του 1/5 του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου, όπως στην προκειμένη περίπτωση. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διάγνωση του αποδεικτικού πορίσματος και έτσι δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 24/1992, ΑΠ 1852/2007).
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, δέχθηκε ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Δυνάμει της υπ' αριθμ. .../20-5-1994 πράξης της συμβολαιογράφου Τρικάλων Ε. Σ. - Η. που καταχωρήθηκε στα βιβλία εταιρειών του πρωτοδικείου Γρεβενών με αριθμό …/1994 και περίληψή της δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ με αριθμό ...-1994, συνεστήθη μεταξύ των Χ.
Γ. και Δ. Γ., η εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... Ε.Π.Ε." και το διακριτικό τίτλο "...". Εν συνεχεία η ανωτέρω εταιρία δυνάμει της υπ' αριθμ. .../14-5-1996 σχετικής πράξης της συμβολαιογράφου Αθηνών Β. Ρ. μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "... ΑΕ" και τον ίδιο ως άνω διακριτικό τίτλο. Η εν λόγω εταιρία δραστηριοποιείται κατά το καταστατικό της σκοπό, στην παραγωγή και εμπορία αγροτικών προϊόντων, υποπροϊόντων και παραγωγών τους και παντός είδους συναφών τροφίμων και παρασκευασμάτων και ειδικότερα παντός είδους αλεύρων και ζωοτροφών, την εισαγωγή και εξαγωγή αυτών, την εμπορία, αντιπροσώπευση και διάθεση πάσης φύσεως γεωργικών εφοδίων, γεωργικών φαρμάκων και λοιπών, την ίδρυση, λειτουργία, δημιουργία και εκμετάλλευση βιοτεχνικής ή βιομηχανικής μορφής επιχείρησης (κυλινδρόμυλοι), παραγωγής, παρασκευής και διάθεσης πάσης φύσεως αλεύρου, αρτοπαρασκευασμάτων, ζυμαρικών και μπισκότων, η δημιουργία και εκμετάλλευση καταστημάτων πώλησης όλων των παραπάνω ειδών λιανικής ή χονδρικής πώλησης και η ανάπτυξη και διάθεση τεχνογνωσίας προς τρίτους και η εν γένει παροχή υπηρεσιών στους παραπάνω τομείς, έχει την έδρα της δε στο Δήμο … και ειδικότερα οι εγκαταστάσεις της βρίσκονται στο … χλμ.
της Ε.Ο. …. Το καταβεβλημένο εταιρικό της κεφάλαιο ανέρχεται μετά από τις πραγματοποιηθείσες αυξήσεις του μετοχικού κεφαλαίου σε 3.900.000 ευρώ, το οποίο διαιρείται σε 130.000 ανώνυμες μετοχές ονομαστικής αξίας 30 ευρώ η κάθε μία. Αρχικοί εταίροι ήταν ο Δ. Γ., κατά ποσοστό 60,80% και ο Α. Γ., κατά ποσοστό 39,20%. Στη συνέχεια οι ως άνω εταίροι περιόρισαν τη συμμετοχή τους στην εταιρία, ώστε να εισέλθει σε αυτή και ο αδελφός τους Ι.
Γ.. Έτσι το ποσοστό συμμετοχής ενός εκάστου των εταίρων επί του καταβεβλημένου μετοχικού κεφαλαίου ανέρχεται σε 55% για τον Δ. Γ., με αριθμό μετοχών 71.500, 25% για τον Α. Γ., με αριθμό μετοχών 32.500 και 20% για τον Ι. Γ., με αριθμό μετοχών 26.000. Το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρίας, βάσει του καταστατικού της, απαρτίζεται από τρία έως επτά μέλη.
Με το από 30-6-2012 πρακτικό του Δ.Σ. η σύνθεσή του διαμορφώθηκε ως εξής: Γ. Δ., Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, Σ. - Γ. Α., Αντιπρόεδρος, Κ. Κ., μέλος, Γ. Χ., μέλος και Α. Μ., μέλος και μετά την από 15-4-2013 παραίτηση των τριών εκ των ως άνω μελών, Α. Σ. - Γ., Χ. Γ. και Μ. Α., με το από 12-6-2013 πρακτικό του Δ.Σ. συγκροτήθηκε αυτό σε σώμα με την εξής σύνθεση:
Γ. Δ., Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος, Κ. Κ., Αντιπρόεδρος και Γ. Χ., μέλος. Τέλος, με την από 28-12-2013 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων, αποφασίσθηκε η εκλογή νέου Διοικητικού Συμβουλίου αποτελούμενου από τους: Γ. Δ., Α. Μ. και Φ. Ά.. Περαιτέρω, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, πιθανολογούνται τα ακόλουθα:
Οι αιτούντες που, όπως ήδη ελέχθη, κατέχουν ποσοστό 25% και 20% αντίστοιχα, του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρίας, ουδέποτε έλαβαν τα αναλογούντα σ' αυτούς μερίσματα των κερδών αυτής παρά το γεγονός ότι στους δημοσιευθέντες ισολογισμούς αυτά περιελήφθησαν ως διανεμηθέντα. Συγκεκριμένα ενώ στους ισολογισμούς των εταιρικών χρήσεων 2009 και 2010 εντάσσεται στην υποκατηγορία "διάθεση αποτελεσμάτων" ως καταγραφή "μερίσματα πληρωμών" 44.089,48 ευρώ και 12.551,48 ευρώ αντίστοιχα, αυτά δεν αποδόθηκαν στους μετόχους εντός της οριζόμενης από τη διάταξη του άρθρου 44α παρ. 2 του ν. 2190/1920 προθεσμίας, ήτοι εντός δύο μηνών από την απόφαση της τακτικής Γενικής Συνέλευσης, που ενέκρινε τις ετήσιες οικονομικές καταστάσεις.
Αυτά, τελικά, κατατέθηκαν στους τραπεζικούς λογαριασμούς των αιτούντων μετόχων, μόλις την 10-10-2012, μετά την κοινοποίηση προς την εταιρία, την 20-7-2012, της κρινόμενης αίτησης για τη διενέργεια εκτάκτου ελέγχου. Επίσης, εντός του έτους 2007, αγοράσθηκε στο όνομα της εταιρίας, το με αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητο, εργοστασίου κατασκευής MERCEDES, αντί του ποσού των 70.000 ευρώ, περίπου, όπως συνομολογείται άλλωστε από την παρεμβαίνουσα, το οποίο χρησιμοποιείται αποκλειστικά για τις προσωπικές ανάγκες του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου αυτής, Δ.
Γ., καθόσον ένα τέτοιας πολυτελούς μορφής αυτοκίνητο προδήλως δεν εξυπηρετεί τις ανάγκες της εταιρίας, που σχετίζονται με την παραγωγή αλεύρων και ζωοτροφών. Και τούτο παρότι τα διαθέσιμα κεφάλαια της εταιρίας της χρήσης 2007 έφθαναν μόλις το ποσό των 67.986,60 ευρώ (βλ. συνοπτικό ισολογισμό 31ης/12/2008) ενώ προτίμησε να πραγματοποιήσει την αγορά αυτή και να μην διανείμει τα κατά άνω μερίσματα στους μετόχους, παρόλο που κατά τη χρήση 2009 τα διαθέσιμα κεφάλαια της εταιρίας ανέρχονταν σε 153.604,28 ευρώ και κατά τη χρήση 2010 σε 359.127,30 ευρώ (βλ.
Ισολογισμό 31ης/12/2010). Επίσης, ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας, Δ. Γ. τηρούσε τους υπ' αριθμ. ..., ..., ..., ..., λογαριασμούς του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου, της Εmporiki Βaηκ και της Τράπεζας Πειραιώς αντίστοιχα, στους οποίους πελάτες και πιστωτές της εταιρίας κατέθεταν, κατά καιρούς, διάφορα χρηματικά ποσά σε εκπλήρωση οικονομικών υποχρεώσεών τους (οφειλών) προς την εταιρία.
Οι λογαριασμοί αυτοί, την ύπαρξη των οποίων δεν αμφισβητεί η παρεμβαίνουσα, υφίσταντο και κατά το έτος 2011, ενώ το έτος 2012 λειτουργούσε στην Τράπεζα Κύπρου ο υπ' αριθμ. ... λογαριασμός στο όνομα της εταιρίας "... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ". Η τήρηση των εν λόγω προσωπικών λογαριασμών για την εξυπηρέτηση των εταιρικών συναλλαγών, δημιουργεί αμφιβολίες για το κατά πόσο ο δικαιούχος του λογαριασμού, Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος της εταιρίας, απέδιδε τα κατατιθέμενα σ' αυτούς (λογαριασμούς) ποσά στην εταιρία αυθημερόν, όπως όφειλε ή τα παρακρατούσε για μεγάλο χρονικό διάστημα, γεγονός που υποκρύπτει απαγορευμένο δανεισμό του από την εταιρία και χρήση των ποσών αυτών για την κάλυψη προσωπικών αναγκών του.
Η παρεμβαίνουσα, προκειμένου ν' αντικρούσει τ' ανωτέρω καταγγελλόμενα από τους αιτούντες, θα μπορούσε να προσκομίσει, πλην όμως δεν το πράττει, ενδεικτικά αντίγραφα του Αναλυτικού Καθολικού Βιβλίου, που υποχρεωτικά βάσει του προϊσχύοντος ΚΒΣ, τηρεί, το οποίο περιλαμβάνει όλους του λογαριασμούς της και στο οποίο οι καταχωρίσεις γίνονται με απόλυτη χρονολογική σειρά.
Κατά τον τρόπο αυτό θα προέκυπτε εάν η κίνηση των λογαριασμών αυτών συμβαδίζει με τις εγγραφές στο εν λόγω βιβλίο και εάν για τις καταβολές που πραγματοποιούνταν από τους οφειλέτες της εταιρίας στους προσωπικούς λογαριασμούς του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου γινόταν και η αντίστοιχη εγγραφή στο Αναλυτικό Καθολικό Βιβλίο της εταιρίας έτσι ώστε ν' απεικονίζεται η πραγματική οικονομική κατάσταση της εταιρίας.
Με τη χρησιμοποίηση των προσωπικών λογαριασμών του τελευταίου για τις ανάγκες της εταιρίας -γεγονός που συνομολογείται από αυτήν- αλλοιώνεται η εικόνα της πραγματικής οικονομικής κατάστασής της, με αποτέλεσμα στους ισολογισμούς των χρήσεων των ετών 2007 και επέκεινα να μην αποτυπώνεται η πραγματική εικόνα του ενεργητικού της εταιρίας και η εν γένει οικονομική της κατάσταση.
Ενδεικτικό γεγονός της αδιαφάνειας που χαρακτηρίζει τους τηρούμενος λογαριασμούς τόσο προσωπικούς (του Προέδρου και Διευθύνοντος Συμβούλου) όσο και αυτόν της εταιρίας στην Τράπεζα Κύπρου, είναι ότι στον τελευταίο, την 4-7-2012, πραγματοποιήθηκε πίστωση, ποσού 1.000.000,00 ευρώ, με την ένδειξη "ΑΥΞ.Μ/Κ Δ. Γ." ενώ ουδεμία αύξηση μετοχικού κεφαλαίου έλαβε χώρα τη δεδομένη χρονική στιγμή αφού η τελευταία αύξηση (μετοχικού κεφαλαίου) που πραγματοποιήθηκε, έγινε με την από 27-12-2010 απόφαση της έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της (ΦΕΚ με αριθμ.
Φύλλου ...-2010) ενώ η πρόταση της πλειοψηφίας (μετόχου Δ. Γ.) για σχετική αύξηση στη Γενική Συνέλευση των μετόχων, της 22-11-2012, καταψηφίστηκε από τη μειοψηφία του 45% (βλ. Πρακτικό της 23-10-2012). Ακολούθως, πρέπει να σημειωθεί ότι οι αιτούντες μέτοχοι της μειοψηφίας ουδεμία ενημέρωση έχουν για την πορεία των εταιρικών υποθέσεων καθώς δεν τους χορηγούνται από τον Πρόεδρο και Διευθύνοντα Σύμβουλο της εταιρίας βασικά έγγραφα σχετικά με τη λειτουργία της, όπως πρακτικά των Δ.Σ.
και των Γ.Σ., ισολογισμούς κ.λπ., με αποτέλεσμα να τα λαμβάνουν από το αρμόδιο τμήμα (Εμπορίου) της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας. Επίσης, ο Δ. Γ., κατά το τελευταίο έτος (ιδίως από τον Μάρτιο του 2012 και μετά) έχει αποκλείσει ακόμη και την πρόσβαση των αιτούντων αδελφών του στις εγκαταστάσεις της εταιρίας με διάφορες μεθοδεύσεις (αλλαγή κλειδαριών, κλήση της αστυνομίας για απομάκρυνσή τους επικαλούμενος δήθεν παρεμπόδιση εκ μέρους τους της λειτουργίας του εργοστασίου, βλ.
τα προσκομιζόμενα αποσπάσματα από το βιβλίο συμβάντων του Α.Τ. Γρεβενών). Τέλος, στο χώρο των εγκαταστάσεων της αλευροβιομηχανίας, κατασκευάσθηκαν, μετά το έτος 2009 που εκδόθηκε η τελευταία οικοδομική άδεια (αριθμ. …/2009), πέντε επιπλέον κυλινδρικά σιλό εκ των οποίων τα δύο έχουν διάμετρο 12,30 μ. το καθένα και βρίσκονται στη νότια πλευρά του γηπέδου, το ένα έχει διάμετρο 11,50 μ.
και βρίσκεται στη νοτιοδυτική πλευρά του γηπέδου και τα άλλα δύο έχουν διάμετρο 12,30 μ. το καθένα και ύψος περίπου 11 μ. το καθένα. Για την εγκατάσταση αυτή δεν εκδόθηκε σχετική άδεια εγκατάστασης, ούτε έχει υποβληθεί στην αρμόδια υπηρεσία μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων προς έγκριση, όπως τούτο βεβαίωσαν τα αρμόδια όργανα του τμήματος χορήγησης αδειών ανάπτυξης, ενέργειας και φυσικών πόρων της Περιφέρειας Δυτικής Μακεδονίας, κατά τη σύνταξη της αριθμ.
πρωτ. …/7-9-2011 τεχνικής έκθεσής τους. Στη συνέχεια, υποβλήθηκε από την εταιρία η με α/α .../10-2-2012 δήλωση για ένταξη των ως άνω αυθαιρέτων εγκαταστάσεων στις διατάξεις του Ν. 4014/2011, επιβαρύνοντάς την όμως, κατ' αυτό τον τρόπο, με την καταβολή των αναλογούντων προστίμων. Από όλα τα ανωτέρω και την εν γένει αποδεικτική διαδικασία πιθανολογείται ότι η διοίκηση των υποθέσεων της υπό έλεγχο εταιρίας, κατά τις χρήσεις των ετών 2007 έως και 2012, δεν ασκήθηκε όπως επιβάλλει η χρηστή και συνετή διαχείριση και ότι οι πιθανολογούμενες ως άνω παραβάσεις έχουν οικονομική και επιχειρηματική απαξία γι' αυτήν.
Επομένως, καθίσταται επιβεβλημένη η διενέργεια ελέγχου της εταιρείας, κατ' άρθρο 40 παρ. 3 του Ν. 2190/1920, όπως βάσιμα ζητούν οι αιτούντες, ως έχοντες έννομο προς τούτο συμφέρον, εφόσον είναι μέτοχοι αυτής που εκπροσωπούν πλέον του 1/5 του εταιρικού κεφαλαίου και συγκεκριμένα κατά ποσοστό 45% αυτού". Με αυτά που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του νόμου για τον έλεγχο της ανώνυμης εταιρείας από τη "μεγάλη" μειοψηφία, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία δεν παραβίασε, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί, χωρίς αμφιβολία, το αποδεικτικό της πόρισμα και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα διαλαμβάνεται πλήρης και εμπεριστατωμένη αιτιολογία ως προς το έννομο συμφέρον των αιτούντων να ζητήσουν τον έλεγχο της ανώνυμης εταιρείας και τα περιστατικά που δικαιολογούν κατ' ουσίαν τον έλεγχο, ήτοι αυτά από τα οποία καθίσταται πιστευτό ότι η διοίκησή της δεν ασκείται όπως επιβάλλει η χρηστή και συνετή διοίκηση.
Επομένως, τα αναφερόμενα στους: τρίτο και τέταρτο λόγους της αναιρέσεως με τις αιτιάσεις της παραβάσεως των αριθμών 8, 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμα και απορριπτέα, πέραν του ότι για τις υποθέσεις της εκουσίας δικαιοδοσίας, όπως η προκείμενη, δεν ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 636/ 2017).
Περαιτέρω, με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η προβληθείσα ένσταση της αναιρεσείουσας, περί καταχρηστικής ασκήσεως του αξιουμένου, με την αίτηση των αναιρεσιβλήτων για τη διενέργεια ελέγχου, δικαιώματός τους, με το αιτιολογικό, ότι οι τελευταίοι άσκησαν νόμιμο δικαίωμά τους, ενώ ο αιτούμενος έλεγχος της εταιρείας αποβλέπει στην αποκάλυψη της αλήθειας σχετικά με την εξέλιξη και πορεία αυτής που συμφέρει αμφότερα τα διάδικα μέρη.
Ο προβλεπόμενος με το άρθρο 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, μετά την κατάργηση της δεύτερης περίπτωσης που προέβλεπε τη δυνατότητα αναιρέσεως, αν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά "χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη" με το άρθρο 17 παρ. 2 του Ν. 2915/2001, έχει περιορισμένη εφαρμογή στην περίπτωση που "το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης χωρίς απόδειξη", δηλαδή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει από ποιά αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσαχθεί καμία απόδειξη (ΑΠ 273/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη του όσα διευκρινιστικά κατέθεσε ενώπιον του δικαστηρίου ο νόμιμος εκπρόσωπος της παρεμβαίνουσας Δ. Χ. Γ., που περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά, τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα, τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από τους αιτούντες υπ' αριθμ.
…/17-4-2013, …/5-3-2014, και …/7-3-2014 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον των συμβολαιογράφων Αθηνών Α. Μ. και Γρεβενών Μ. Π., αντίστοιχα, οι οποίες έχουν συνταχθεί μετά από νομότυπη κλήτευση της αντιδίκου εταιρείας και των μελών του διοικητικού της συμβουλίου (υπ' αριθμ. ..., ..., ..., ..., ..., .../12-4-2013 και .../28-4-2014 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Γρεβενών Μ.
Χ. και Θεσσαλονίκης Σ. Λ. αντίστοιχα) και από την κυρίως παρεμβαίνουσα υπ' αριθμ. ... και .../ 10-3-2014 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον της συμβολαιογράφου Κοζάνης Ά. Ν. - Τ., οι οποίες έχουν συνταχθεί μετά από νομότυπη κλήτευση των αντιδίκων τους και λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο στο πλαίσιο της αρχής της ελεύθερης απόδειξης και του ανακριτικού συστήματος που εφαρμόζεται στη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας.
Επομένως ο περιεχόμενος στους: τρίτο και τέταρτο λόγους της αναιρέσεως ισχυρισμός ότι το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά.
προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό. Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο.
Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008, ΑΠ 688/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται ο ισχυρισμός περί παραμορφώσεως από το δικαστήριο της ουσίας του περιεχομένου εγγράφων και ειδικότερα: 1) του καταστατικού της εταιρείας, στο άρθρο 2 του οποίου περιλαμβάνεται ότι ο σκοπός της είναι και η εμπορία αλεύρων και ζωοτροφών και 2) των αντιγραφών των αναφερομένων στην προσβαλλόμενη απόφαση τραπεζικών λογαριασμών, από τους οποίους σαφώς συνάγεται ότι ήταν κοινοί με τον πατέρα του νόμιμου εκπροσώπου της Χ.
Γ.. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο κατέληξε στο ως άνω πόρισμά του από την εκτίμηση του συνόλου των αποδείξεων και όχι αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από τα παραπάνω έγγραφα. Ο περιεχόμενος στον ίδιο λόγο ισχυρισμός, περί μη λήψεως υπόψη και μη αξιολογήσεως από το δικαστήριο της υπ' αριθμ. .../10-3-2014 ένορκης βεβαίωσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού από τη ρητή διαβεβαίωση στην παραπάνω απόφαση, προκύπτει ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και αξιολόγησε την ως άνω ένορκη βεβαίωση.
Με τον πέμπτο λόγο της αναιρέσεως προσβάλλεται η απόφαση για παραβίαση του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, διότι κατά την αναιρεσείουσα, με ανεπαρκείς αιτιολογίες απέρριψε ως αβάσιμη κατ' ουσία τη νομίμως επικουρικώς προταθείσα ένστασή της (αναιρεσείουσας) περί καταχρηστικής ασκήσεως του αξιουμένου με την αίτηση δικαιώματος των αιτούντων - αναιρεσιβλήτων.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ποιά συγκεκριμένα περιστατικά προέβαλε η αναιρεσείουσα για τη θεμελίωση της σχετικής από το άρθρο 281 ΑΚ ενστάσεώς της και ποιά επιπλέον ουσιώδη περιστατικά έπρεπε να περιέχονται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ τα αναφερόμενα στη σελίδα 25 του αναιρετηρίου περί ελλείψεως αιτιολογίας για ποιό λόγο τα επικαλούμενα από αυτή περιστατικά δεν συνιστούν καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων για έλεγχό της, ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγομένου από αυτή πορίσματος.
Από τα άρθρα 62, 64 παρ. 2α, 118, 216 και 946 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο καταδικάζει αυτεπαγγέλτως τον οφειλέτη σε χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση, αν δεν εκπληρώσει την υποχρέωσή του να επιχειρήσει πράξη που δεν μπορεί να γίνει από τρίτο πρόσωπο και η εκτέλεσή της εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούλησή του.
Αν ο οφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο, η προσωπική κράτηση απαγγέλλεται κατά του εκπροσώπου του και για αυτό η αγωγή πρέπει να στρέφεται ονομαστικώς και κατ' αυτού, αλλιώς είναι απαράδεκτη ως αόριστη (πρβλ. ΑΠ 55/2011). Στην προκείμενη περίπτωση με τον έκτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο το αίτημα περί απειλής χρηματικής ποινής και προσωπικής κρατήσεως των μελών του διοικητικού συμβουλίου της εταιρείας για κάθε παράβαση της υποχρέωσής τους να ανεχθούν τον αιτούμενο έλεγχο, ενώ με αντιφατικές αιτιολογίες δέχθηκε το αίτημα αυτό ως προς τον πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο της εταιρείας Δ.
Γ., καίτοι αυτός δεν έχει καταστεί διάδικος στη μεταξύ των αιτούντων και της εταιρίας δίκης. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως, κατά το πρώτο τμήμα του, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, εφόσον η αίτηση δεν απευθύνεται και κατά του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της υπό έλεγχο εταιρείας, δεν προκύπτει ότι διατάχθηκε η κλήτευσή του από το δικαστήριο, ενώ η κυρία παρέμβαση ασκήθηκε από την ανώνυμη εταιρεία και όχι από το νόμιμο εκπρόσωπο και διευθύνοντα σύμβουλό της ατομικώς.
Κατόπιν όλων των ανωτέρω πρέπει να αναιρεθεί η υπ' αριθμ. 47/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 66/2014 απόφαση του ιδίου δικαστηρίου, κατά το μέρος της που απειλεί σε βάρος του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της ελεγχόμενης ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...
Ανώνυμη Εταιρεία", Δ. Χ. Γ., χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ και προσωπική κράτηση διαρκείας δύο μηνών για κάθε παράβαση της υποχρεώσεώς του να ανεχθεί τη διενέργεια ελέγχου από τον διορισθέντα με την απόφαση ορκωτού λογιστή και να παρέχει σε αυτόν κάθε αναγκαία συνδρομή και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι της αιτήσεως αναιρέσεως.
Περαιτέρω, επειδή δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση η υπόθεση (άρθρο 580 παρ. 3 εδ. β' ΚΠολΔ), πρέπει να διακρατηθεί από το παρόν Δικαστήριο και να δικασθεί κατά τούτο, απαλειφομένης από την προβαλλόμενη απόφαση της διατάξεως περί απειλής σε βάρος του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της αναιρεσείουσας Δ.
Χ. Γ., χρηματικής ποινής πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ και προσωπικής κρατήσεως διαρκείας δύο (2) μηνών για κάθε παράβαση της αναφερόμενης στο διατακτικό της υποχρέωσής του. Τέλος πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στην καταθέσασα (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε' ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 47/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 66/2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου και ειδικότερα κατά το κεφάλαιό της με το οποίο απειλείται σε βάρος του προέδρου και διευθύνοντος συμβούλου της ελεγχομένης εταιρείας (αναιρεσείουσας) Δ. Γ. του Χ., χρηματική ποινή πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ και προσωπική κράτηση διαρκείας δύο (2) μηνών για κάθε παράβαση της αναφερόμενης στο διατακτικό της υποχρεώσεώς του. Και Διατάσσει την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στην καταθέσασα.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιουνίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 18 Ιουλίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ