Legislator Case Law & Legislation
1302/2012 AI generated

1302/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1302/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Απόφαση 1302 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1302/2012

Legislator headnote

AI generated

1302/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Απόφαση 1302 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1302/2012

Keywords

AI generated
criminal liability of the media journalist access to files defamation proceedings freedom of expression and information broadcasting right plea of constitutional grievance
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1302 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1302/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Δεκεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΑΕ", που εδρεύει στην ..., και εκπροσωπείται νόμιμα ως ιδιοκτήτρια της εφημερίδας ΑΔΕΣΜΕΥΤΟΣ ΤΥΠΟΣ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Λιάννη.

Του αναιρεσιβλήτου: Ε. Γ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεμιστοκλή Σοφό.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-7-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4894/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 5086/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 12-8-2009 αίτησή της και τους από 4-11-2011 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Εμμανουήλ Κλαδογένης ανέγνωσε την από 2-12-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου αναίρεσης και κατά το δεύτερο σκέλος του και του πέμπτου, έβδομου και ογδόου προσθέτων λόγων και 2. την απόρριψη των λοιπών λόγων αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 914 Α.Κ.: "Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει". Κατά το άρθρο 932 περ.α', β' Α.Κ.: "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Αυτό ισχύει ιδίως για εκείνον που έπαθε προσβολή της υγείας, της τιμής ή της αγνείας του ή στερήθηκε την ελευθερία του ...". Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, ότι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης και επομένως και στοιχεία της βάσεως της σχετικής αγωγής είναι: α) ανθρώπινη συμπεριφορά, β) παράνομη, γ) υπαίτια, δ) επέλευση ζημίας ή ηθικής βλάβης και ε) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς και της ζημίας ή της ηθικής βλάβης στην περίπτωση δε της ηθικής βλάβης ως αδικοπραξία νοείται όχι μόνον η κατ' άρθρον 914 Α.Κ., δηλαδή η υπαίτια παράνομη πράξη, αλλά και η απλώς παράνομη πράξη, εφόσον δημιουργεί κατά νόμον υποχρέωση αποζημιώσεως, δηλαδή και η περίπτωση της αντικειμενικής ευθύνης.

Στην προκειμένη περίπτωση ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος εκθέτει στην αγωγή του: Ότι είναι αναπληρωτής καθηγητής του Τμήματος Πληροφορικής του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών και υπήρξε και Πρόεδρος της Ανεξάρτητης Διοικητικής Αρχής "Εθνική Επιτροπή Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων". Ότι καθ'ον χρόνον ο ενάγων είχε την εν λόγω ιδιότητα του Προέδρου, ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος τώρα δεν είναι διάδικος, δημοσιογράφος Ν. Μ., εδημοσίευσε, στις αναφερόμενες έξι ημερομηνίες, έξι άρθρα στην ημερήσια εφημερίδα πανελλήνιας κυκλοφορίας "ΑΔΕΣΜΕΥΤΟΣ ΤΥΠΟΣ", της οποίας ιδιοκτήτρια είναι η δευτέρα εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα εταιρία και εκδότης ο τρίτος εναγόμενος Δ. Ρ., ο οποίος πλέον δεν είναι διάδικος. Στα άρθρα αυτά ο ως άνω πρώτος εναγόμενος δημοσιογράφος περιέλαβε και διέδωσε για τον ενάγοντα εκ προθέσεως τα αναφερόμενα ψευδή γεγονότα, εν γνώσει του ψεύδους και με σκοπόν να βλάψει την τιμή και την υπόληψή του και επί πλέον, εκ προθέσεως περιέλαβε και τις αναφερόμενες εκφράσεις, οι οποίες προσβάλλουν την τιμή του, τούτο δε έπραξε με σκοπόν εξυβρίσεως, όπως προκύπτει από την έκταση των ψευδών περιστατικών και των προσβλητικών χαρακτηρισμών ως και από την επανάληψή τους. Ισχυριζόμενος δε περαιτέρω ο ενάγων, ότι με τον τρόπο αυτόν προσεβλήθη ως άνθρωπος και ως επαγγελματίας και υπέστη ηθικήν βλάβην, ζητεί, όπως περιόρισε το αίτημα στον πρώτο βαθμό, μεταξύ των άλλων, να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι εις ολόκληρον να καταβάλουν σε εκείνον 50.000 € και να αναγνωρισθεί ότι οφείλουν στον ίδιον επί πλέον 250.000 € ως χρηματική ικανοποίηση. Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή είναι ορισμένη, καθόσον περιέχει τα απαιτούμενα εκ του νόμου στοιχεία και είναι και νόμιμη, στηριζομένη στις διατάξεις των άρθρων 57, 59, 914, 926, 932 Α.Κ., στο άρθρο μόνο του Ν. 1178/1981 όπως τροποποιήθηκε με τους Ν. 1738/1987, Ν. 1941/1991, Ν.2243/1994 και Ν. 2328/1995 και στα άρθρα 361, 362, 363, 367 παρ.2 περ.β' Π.Κ. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή και προχώρησε στην κατ' ουσίαν έρευνα αυτής, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια των άρθρων 559 αριθ.1 και 8 ΚΠολΔ και οι σχετικοί δεύτερος λόγος αναιρέσεως κατά το πρώτο σκέλος του και πρώτος πρόσθετος λόγος κατά το τρίτο σκέλος του είναι αβάσιμοι.

Από το παρατεθέν ανωτέρω άρθρο 932 περ.α'Α.Κ. συνάγεται ότι ο παθών δύναται να απαιτήσει αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση αθροιστικώς ή μόνον την χρηματική ικανοποίηση, είτε επειδή δεν υπέστη περιουσιακήν ζημίαν από την αδικοπραξία είτε επειδή δεν θέλει να αξιώσει αυτήν και επιθυμεί μόνον την χρηματική ικανοποίηση. Εξ άλλου, κατά την παράγραφο 1 του άρθρου μόνον του Ν. 1178/1981 "Περί αστικής ευθύνης του τύπου και άλλων τινών διατάξεων", ο ιδιοκτήτης κάθε εντύπου υποχρεούται σε πλήρη αποζημίωση για παράνομη περιουσιακή ζημία ως και σε χρηματική ικανοποίηση για την ηθική βλάβη, η οποία υπαίτια προξενήθηκε με δημοσίευμα που θίγει την τιμή και την υπόληψη κάθε ατόμου, έστω και αν η κατά το άρθρο 914 ΑΚ υπαιτιότητα, η κατά το άρθρο 919 ΑΚ πρόθεση και η κατά το άρθρο 920 ΑΚ γνώση ή υπαίτια άγνοια συντρέχει μόνο στο πρόσωπο του συντάκτη του δημοσιεύματος, ή εάν αυτός είναι άγνωστος, του εκδότη ή του διευθυντή συντάξεως του εντύπου. Κατά την παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 4 του άρθρου μόνου του ν. 2243/1994, η κατά το άρθρο 932 ΑΚ χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης του αδικηθέντος από πράξη που τελέστηκε δια του τύπου ορίζεται, κατά την κρίση του δικαστή, όχι κατώτερη των 10.000.000 δραχμών για τις ημερήσιες εφημερίδες Αθηνών και Θεσσαλονίκης. Ο καθορισμός από το νόμο ελάχιστου ποσού χρηματικής ικανοποιήσεως σκοπό έχει να διασφαλίσει μια ελάχιστη προστασία των πολιτών από ιδιαιτέρως έντονες λόγω της μεγάλης δημοσιότητας προσβολές της τιμής και της υπόληψης τους και είναι σύμφωνος προς την επιταγή του άρθρου 2 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι ο σεβασμός και η προστασία της αξίας του ανθρώπου αποτελούν την πρωταρχική υποχρέωση της πολιτείας. Δεν αποτελεί δε επέμβαση στη δικαιοδοτική εξουσία του δικαστή, ούτε παραβίαση των άρθρων 5 Α και 14 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, αλλά συνιστά άσκηση της παρεχόμενης από το άρθρο 26 παρ. 1 του Συντάγματος εξουσίας του νομοθέτη, ο οποίος δικαιούται κατά τη ρύθμιση των βιοτικών σχέσεων και τον καθορισμό των κυρώσεων και υποχρεώσεων που απορρέουν από την συμπεριφορά των κοινωνών, να θέτει και ελάχιστα ή ανώτατα όρια, κατ' αφηρημένη αξιολόγηση εντός των οποίων ο δικαστής προβαίνει στην εξειδίκευση του κανόνα δικαίου ενόψει της συγκεκριμένης σχέσης και περίπτωσης. Ειδικότερα ο νομοθέτης μπορεί να προσδιορίζει αφενός μεν τις προϋποθέσεις αποζημιώσεως και χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ποινικού ή αστικού αδικήματος, αφετέρου δε τη μορφή και τη φύση της αποζημιώσεως ή της χρηματικής ικανοποιήσεως, καθώς και το ελάχιστο ποσό στο οποίο αποτιμάται η προσβολή της τιμής και της υπολήψεως του προσβληθέντος όπως ακριβώς δικαιούται, στο πεδίο του ποινικού δικαίου, να καθορίζει τα πλαίσια των στερητικών της ελευθερίας ή των χρηματικών ποινών, μέσα στα οποία έχει υποχρέωση να κινείται ο δικαστής. Το δικαστήριο της ουσίας πάντως οφείλει να ερευνά μήπως στη συγκεκριμένη περίπτωση με την επιδίκαση της προβλεπόμενης από το νόμο ελάχιστης χρηματικής ικανοποίησης, παραβιάζεται η αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέτρου και του επιδιωκόμενου σκοπού, η οποία απορρέει από τη συνταγματική αρχή του Κράτους Δικαίου και έχει ήδη ρητώς καθιερωθεί κατά την πρόσφατη αναθεώρηση, στο άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, υιοθετείται δε παγίως από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Εξ άλλου, το δικαίωμα στην ελευθερία της εκφράσεως, το οποίο περιλαμβάνει και την ελευθερία μεταδόσεως πληροφοριών και το οποίο προβλέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 10 της ΕΣΔΑ και 19 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα, τα οποία κυρώθηκαν αντιστοίχως με το Ν.Δ. 53/1974 και τον Ν. 2462/1977 και απέκτησαν την αυξημένη ισχύ την οποίαν ορίζει το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, υπόκειται (το δικαίωμα), σύμφωνα με τις ίδιες διατάξεις σε περιορισμούς και κυρώσεις, οι οποίες προβλέπονται από τον νόμον και αποσκοπούν, εκτός άλλων, στην προστασία της υπολήψεως και των δικαιωμάτων των τρίτων (Α.Π. 853/2008, ΑΠ 1896/2008).

Στην προκειμένη περίπτωση, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφασή του τα εξής: "Ο ενάγων διετέλεσε Πρόεδρος της ανεξάρτητης διοικητικής αρχής "Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών και Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ) κατά το από Μάιο του έτους 2000 έως τον Μάιο του έτους 2005 χρονικό διάστημα, στις αρμοδιότητες της οποίας περιλαμβάνεται και η διαχείριση του φάσματος ραδιοσυχνοτήτων, η εποπτεία και ο έλεγχος της χρήσης του φάσματος αυτού και η επιβολή των σχετικών κυρώσεων. Στην εν λόγω εθνική επιτροπή ο ενάγων διορίστηκε με απόφαση του Υπουργού Μεταφορών και Επικοινωνιών μετά από προηγούμενη επιλογή του από την Διάσκεψη των Προέδρων της Βουλής με την αυξημένη πλειοψηφία των 4/5 των μελών της και, όπως όλα τα μέλη της ως άνω ΕΕΤΤ, απολάμβανε, κατά την άσκηση των καθηκόντων του, πλήρους προσωπικής και λειτουργικής ανεξαρτησίας, επελέγη δε ως πρόσωπο εγνωσμένου κύρους, που απολαύει ευρείας κοινωνικής αποδοχής και διακρίνεται για την επιστημονική του κατάρτιση και την επαγγελματική του ικανότητα. Στα πλαίσια ρύθμισης της χρήσης των ραδιοσυχνοτήτων, χορηγήθηκαν το έτος 2002 με αποφάσεις του Υπουργού Τύπου και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης (αρμόδιου προς τούτο οργάνου) με βάση τις αποφάσεις του Εθνικού Συμβουλίου Ραδιοτηλεόρασης (ΕΣΡ) άδειες ίδρυσης, εγκατάστασης και λειτουργίας ραδιοφωνικού σταθμού ελεύθερης λήψης σε 35 ραδιοφωνικούς σταθμούς, μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβανόταν ο σταθμός "RADΙO GOLD ..." συμφερόντων του πρώτου εναγομένου...Κατά τον έλεγχο δε της χρήσης του φάσματος των ραδιοσυχνοτήτων από τις υπηρεσίες της ΕΕΤΤ, στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων της, στις 13-11-2002, 26-5-2004 και 16,17-7-2004 εντοπίστηκε το σήμα εκπομπής του RADΙO GOLD στις συχνότητες 105,4, 103,3 και 103,3, αντίστοιχα, με την χρήση των κατάλληλων οργάνων (ραδιογωνιόμετρων), που διέθετε η εν λόγω υπηρεσία (ΕΕΤΤ) και με την σύμπραξη της Εισαγγελικής Αρχής κατασχέθηκαν οι πομποί και τα λοιπά μηχανήματα του προαναφερομένου σταθμού, που βρίσκονταν εγκατεστημένα σε κοντέϊνερ στον Υμηττό. Αυτό είχε σαν αποτέλεσμα να δημιουργηθούν έριδες μεταξύ της ως άνω Υπηρεσίας και του πρώτου εναγομένου, γνωστού δημοσιογράφου, ο οποίος είναι υπεύθυνος της σύνταξης της στήλης με τίτλο "Είναι ... Μαστ", δημοσίευσε στην στήλη αυτή στις 1-4-2003, 22-4-2003, 19-7-2004, 22-7-2004, 30-7-2004 και 2-9-2004 στα αντίστοιχα φύλλα της ημερήσιας εφημερίδας, πανελλήνιας κυκλοφορίας "ΑΔΕΣΜΕΥΤΟΣ ΤΥΠΟΣ", ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης και εκδόσεως του τρίτου εναγομένου, που κυκλοφόρησαν στην Αθήνα αλλά και σε όλη την Ελλάδα τα ακόλουθα επώνυμα δημοσιεύματα ...Ο πρώτος εναγόμενος με τα προεκτεθέντα δημοσιεύματα ισχυρίσθηκε συγκεκριμένα γεγονότα και ειδικότερα, ότι ενώ ήταν πρόεδρος της ανεξάρτητης αρχής ΕΕΤΤ, στην πραγματικότητα ήταν δοτός, διαπλεκόμενος, κομματικός πρόεδρος, εξαρτώμενος από το κόμμα του ΠΑΣΟΚ, που εξυπηρετούσε τα συμφέροντα των αφεντικών του, που τον διόρισαν, ότι ενεργούσε εις βάρος "του εν λόγω" εναγομένου ως όργανο εκδίκησης του "Υπουργού Προπαγάνδας" και διώκτης των αντιφρονούντων, ότι ήταν προστάτης συστηματικός των μεγάλων παρανόμων, ότι έκανε διακρίσεις μεταξύ των σταθμών, επιτρέποντας στον σταθμό Πειραϊκή Εκκλησία να εκπέμπει, ότι ασχολείτο με μικροπειρατές, αφήνοντας τους "μεγαλοκαρχαρίες καταπατητές συχνοτήτων" να λειτουργούν κανονικά, "κάνοντας στραβά μάτια" όπως του υπαγόρευαν τα συμφέροντα του "καθεστώτος" κι' ενώ γνώριζε ότι οι υπάλληλοι του ειδοποιούσαν έναντι αμοιβής πολλών εκατομμυρίων μηνιαίως τους "πειρατές" και ιδιοκτήτες "πορνοκάναλων" να κλείνουν τους πομπούς όταν επέκειτο έλεγχος με τα ραδιογωνιόμετρα της υπηρεσίας και ενώ ο ίδιος του είχε γνωστοποιήσει συγκεκριμένα ονόματα των υπαλλήλων αυτών, εκείνος αδράνησε και δεν έπραξε τίποτα προκειμένου να τους "ξεσκεπάσει", αντίθετα προέβη σε παράνομες κατασχέσεις, παραβιάσεις καθήκοντος και διασπάθιση δημοσίου χρήματος. Τα προαναφερόμενα γεγονότα δεν αποδείχθηκαν βάσιμα και ανταποκρινόμενα στην αλήθεια. Αντίθετα, αποδείχθηκε, ότι η κατάσχεση των μηχανημάτων του σταθμού "RADΙO GOLD" τον συγκεκριμένο χρόνο δεν είχε αδειοδοτηθεί από το ΕΣΡ και το Υπουργείο Τύπου και ΜΜΕ και η παράλειψη της Διοίκησης να χορηγήσει στον εν λόγω σταθμό άδεια ίδρυσης και λειτουργίας γίνονταν με νόμιμες διαδικασίες της Αρχής και μέσα στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων της και όχι ατομικά από τον ενάγοντα με την προαναφερόμενη ιδιότητα και προς εξυπηρέτηση τρίτων. Επομένως είναι αβάσιμα τα εκτιθέμενα στα εν λόγω δημοσιεύματα για προσωπική εμπάθεια και μεροληψία του ενάγοντος εις βάρος του εναγομένου. Ούτε άλλωστε αποδείχθηκε, ότι ο ενάγων "κάλυπτε" υπαλλήλους του, που πληρώνονται από ιδιοκτήτες "πορνοπομπών" και παρείχαν προστασία στη "Μαφία του Υμηττού" και ότι γνώριζε ονόματα συγκεκριμένων υπαλλήλων ... Επίσης δεν αποδείχθηκε, ότι ο ενάγων είχε προβεί σε διασπάθιση του δημοσίου χρήματος με δήθεν πολυτελείς εκδόσεις με τη "φάτσα" του που ισχυρίζεται ο πρώτος εναγόμενος στο από 2-9-2004 ένδικο δημοσίευμα, αφού εκδίδονταν μόνο τα πεπραγμένα της ΕΕΤΤ μία φορά τον χρόνο κατ' απαίτηση της Βουλής και με παροχή μισθού σε "αδήλωτους" δημοσιογράφους και ούτε αποδείχθηκε, ότι προσωπικοί φίλοι και συγγενείς εργάζονταν στην ΕΕΤΤ, τους οποίους προσέλαβε ο ίδιος ο ενάγων, παρακάμπτοντας τον ΑΣΕΠ. Περαιτέρω, ο ενάγων αποχώρησε από την ΕΕΤΤ, όταν έληξε η θητεία του και δεν εκδιώχθηκε από την θέση του από την νέα κυβέρνηση. Τέλος, ο ενάγων απαλλάχθηκε της κατηγορίας για παράβαση καθήκοντος εναντίον του οποίου είχε ασκηθεί ποινική δίωξη για την. εν λόγω πράξη μετά από μήνυση του πρώτου εναγομένου. Αντίθετα, ο τελευταίος (πρώτος εναγόμενος) για τα ίδια δημοσιεύματα καταδικάσθηκε για συκοφαντική δυσφήμιση δια του τύπου δυνάμει των υπ' αριθμ. 65388/2004 και 7828/2006 αποφάσεων του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών και του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών. Τα παραπάνω δυσφημιστικά γεγονότα και οι εξυβριστικές φράσεις ο εναγόμενος ισχυρίσθηκε και διέδωσε σε απροσδιόριστο αριθμό αναγνωστών με τα επίμαχα δημοσιεύματα μέσω της εφημερίδας "ΑΔΕΣΜΕΥΤΟΣ ΤΥΠΟΣ" ήταν πρόσφορα να βλάψουν και οπωσδήποτε έβλαψαν την τιμή και την υπόληψη του ενάγοντος και προσέβαλαν την δημόσια εικόνα του, λόγω της θέσης του ως Προέδρου της ΕΕΤΤ, καθόσον αυτά δημοσιεύθηκαν σε εφημερίδα μεγάλης ευρείας ανά την Ελλάδα κυκλοφορίας και ιδιαίτερα σε στήλη, που απολαμβάνει ιδιαίτερης αποδοχής από το κοινό, στα οποία (δημοσιεύματα) εμφανίζεται ως άτομο ανέντιμο, στερούμενο ήθους, διαπλεκόμενο και ενεργούντα με ιδιοτελείς σκοπούς και με συμφέροντα πολιτικά, που δεν ταιριάζουν στην ιδιότητα του Προέδρου της Ανεξάρτητης Αρχής. Επιπρόσθετα δε οι χαρακτηρισμοί και οι φράσεις, που ο πρώτος εναγόμενος χρησιμοποίησε στα εν λόγω δημοσιεύματα και συγκεκριμένα "δοτός", "κατευθυνόμενος από το Υπουργείο προπαγάνδας ΠΑΣΟΚΟΣ", "διαπλεκόμενος", "κομματικός", "διορισμένος ΠΑ-ΣΟΚΟΣ", "γέννημα θρέμμα του Σημιτικού καθεστώτος", "καταξιωμένος αρχηγός της σφηκοφωλιάς", "ξεβρακώνοντας τον Γ. και τους συνεργούς του από την προστασία που παρείχαν τώρα στη μαφία του Υμηττού", "είναι για ξήλωμα εδώ και καιρό", "είδος σοσιαλιστικής δημοκρατικής φίμωσης", "διασπάθιση του δημοσίου χρήματος" είναι ιδιαιτέρως εξυβριστικά για τον ενάγοντα και καταφρονητικά για την ηθική του υπόσταση και δεν δικαιολογούνται ως οξεία κριτική, παρά το κριτικό, καυστικό και σκωπτικό ύφος, που ο πρώτος εναγόμενος χρησιμοποιεί κατά κανόνα στα κείμενά του, αφού αυτά υπερβαίνουν το αντικειμενικά αναγκαίο μέτρο, καθόσον ο τελευταίος-καταξιωμένος δημοσιογράφος, μπορούσε να χρησιμοποιήσει ηπιότερες εκφράσεις και χαρακτηρισμούς, εάν ήθελε να περιγράψει την κατάσταση, που επικρατούσε στις ραδιοσυχνότητες κατά τον χρόνο των ως άνω δημοσιευμάτων. Προκύπτει δε σκοπός συκοφαντικής δυσφήμισης και εξύβρισης και δεν υπάρχει δικαιολογημένο ενδιαφέρον για την ενημέρωση της κοινής γνώμης και για τον λόγο αυτό αποκλείεται η εφαρμογή του άρθρου 367 παρ.1 του Π.Κ., απορριπτομένης ως κατ'ουσία αβάσιμης της σχετικής ένστασης των εναγομένων. Με τα δεδομένα αυτά από όλα τα προαναφερόμενα δημοσιεύματα προσεβλήθη βάναυσα η προσωπικότητα του ενάγοντος και υπέστη ηθική βλάβη, αφού οι αναγνώστες της εφημερίδας πληροφορήθηκαν αναληθή γεγονότα σχετικά με την ζωή του και την επαγγελματική του διαδρομή, τα οποία ήταν ικανά να επηρεάσουν αρνητικά την εκτίμηση των συναδέλφων του αλλά και του κόσμου ως προς το άτομο του και να μειώσουν το επαγγελματικό του κύρος και ήθος και τα οποία αναμφίβολα έθιξαν την τιμή του και την προσέβαλαν. Η προσβολή δε αυτή, που υπέστη ο ενάγων συνδέεται αιτιωδώς με τις ενέργειες του πρώτου εναγομένου, ο οποίος οφείλει να την αποκαταστήσει, κατά τα κατωτέρω αναφερόμενα. Την ίδια υποχρέωση έχει και δεύτερη εναγομένη, η οποία, αφού αποδείχθηκε η υποκειμενική ευθύνη του συντάκτη των δημοσιευμάτων πρώτου εναγομένου, υπέχει, γνήσια αντικειμενική ευθύνη να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη, που υπέστη ο ενάγων από τα ανωτέρω προσβλητικά δημοσιεύματα, ως ιδιοκτήτρια της εφημερίδας, στην οποία αυτά καταχωρήθηκαν και δημοσιεύθηκαν.

Για την αποκατάσταση της ηθικής αυτής βλάβης, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών τελέσεως της εις βάρος του ενάγοντος αδικοπραξίας, της βαρύτητας του πταίσματος του πρώτου εναγομένου, της ιδιότητος του ενάγοντος κατά τον χρόνο δημοσίευσης των ως άνω δημοσιευμάτων, της περιουσιακής και της κοινωνικής κατάστασης των διαδίκων και του γεγονότος, ότι η εν λόγω εφημερίδα είναι ημερήσια, εκδίδεται στην Αθήνα και κυκλοφορεί σε όλη την Ελλάδα, πρέπει κατ' εύλογη κρίση, η χρηματική του ικανοποίηση του ενάγοντος να καθοριστεί στο ποσό των 30.000 ευρώ, το οποίο είναι ανάλογο προς την προσβολή, που υπέστη ο ενάγων". Με το να κρίνει έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 362, 363, 367 Π.Κ., 57, 59, 914, 932 Α.Κ. και άρθρον μόνου Ν. 1178/1981, αλλά ούτε και τις διατάξεις των άρθρων 919 και 920 ΑΚ τις οποίες από πουθενά δεν προκύπτει ότι τις εφήρμοσε - και ορθώς- παρά τα αντίθετα από την αναιρεσείουσα υποστηριζόμενα. Επί πλέον το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφαση νομίμου βάσεως, αφού με τις ανωτέρω παραδοχές διέλαβε επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, στις οποίες περιέχονται όλα τα απαιτούμενα για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων και την μη εφαρμογή του άρθρου 367 Π.Κ. περιστατικά. Δεν ήτο δε αναγκαίον για την αιτιολόγηση της μη εφαρμογής του άρθρου 367 Π.Κ. ο προσδιορισμός ειδικώς και των φράσεων και των εκφράσεων οι οποίες ήτο δυνατόν να χρησιμοποιηθούν από τον δημοσιογράφο, αντί των χρησιμοποιηθεισών ανωτέρω εξυβριστικών λέξεων και φράσεων, για να αποδοθεί το νόημα των τελευταίων, χωρίς να θιγεί η τιμή και η υπόληψη του αναιρεσίβλητου (πρβλ. ΑΠ 1896/2008). Επομένως, ο πρώτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως και οι πρόσθετοι πρώτος κατά τα α', β' και δ' σκέλη, δεύτερος και τρίτος λόγοι από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, ως και ο τέταρτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Επειδή, όπως προκύπτει από τα σχετικά δικόγραφα, ο αναιρεσείων νομίμως υπέβαλε τις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου και μάλιστα και τους ισχυρισμούς του τους περιεχομένους στις υποβληθείσες ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προτάσεις, από κανένα δε στοιχείο δεν προκύπτει η επικαλουμένη από την αναιρεσείουσα παράβαση της διατάξεως του άρθρου 240 ΚΠολΔ. Επομένως, ο εκ του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ τρίτος λόγος αναιρέσεως ως και ο έκτος πρόσθετος λόγος, με τους οποίους η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Από τις αναφερθείσες στην αρχή διατάξεις του άρθρου μόνον παράγραφοι 1 και 2 του Ν.1178/1981, όπως η παράγραφος 2 αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 4 του άρθρου μόνου του Ν.2243/1994, ρυθμίζεται αυτοτελώς η αστική ευθύνη του ιδιοκτήτη κάθε εντύπου για δημοσίευμα το οποίο θίγει την τιμή ή την υπόληψη οποιουδήποτε ατόμου. Η ευθύνη αυτή επιτάθηκε, διότι έγινε αντικειμενική και επί πλέον στην παράγραφο 2 ορίσθηκαν τα όρια της οφειλομένης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης του αδικηθέντος. Προϋπόθεση βεβαίως της ως άνω αντικειμενικής ευθύνης του ιδιοκτήτη κάθε εντύπου είναι η συνδρομή υπαιτιότητος στο πρόσωπο του συντάκτη του επιληψίμου δημοσιεύματος, ή, αν αυτός είναι άγνωστος, στο πρόσωπο του εκδότη ή του διευθυντού συντάξεως του εντύπου (Α.Π. 179/2011, Α.Π. 624/2011). Εξ άλλου, το προβλεπόμενο από την διάταξη του άρθρου 38 α.ν. 1092/1938 (που εξακολουθεί να ισχύει σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου μόνου του Ν. 2243/1994) δικαίωμα του θιγομένου από δημοσίευμα σε έγγραφη απάντηση εντάσσεται στα μέσα προστασίας της προσωπικότητας που προβλέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 Α.Κ., με συνέπεια να απόκειται στη διακριτική ευχέρεια του θιγομένου προσώπου να το επιλέξει, ανάλογα με τις περιστάσεις, ως προσφορότερο από άλλα δικαιώματα που του παρέχονται από τις προαναφερθείσες διατάξεις, για την αποκατάσταση της παράνομης προσβολής της προσωπικότητας του. Συνακόλουθα δε η παράλειψη υποβολής του παραπάνω αιτήματος επανόρθωσης δεν συνιστά υπαίτια, κατά τις αρχές της υποκειμενικής ή αντικειμενικής ευθύνης, παράλειψη του θιγόμενου και γι' αυτό δεν αποτελεί λόγο ικανό, κατά την έννοια των άρθρων 281 και 300 ΑΚ για τον καταλογισμό ευθύνης σε αυτόν (Α.Π. 1896/2008). Τέλος, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ για μη λήψη υπόψη προταθέντος ισχυρισμού δεν ιδρύεται, όταν ο ισχυρισμός είναι μη νόμιμος, αφού ο ισχυρισμός αυτός δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 14/2004).

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, η οποία όπως αναφέρθηκε ήταν η ιδιοκτήτρια της εφημερίδας "ΑΔΕΣΜΕΥΤΟΣ ΤΥΠΟΣ", στην οποία έγιναν τα επίμαχα δημοσιεύματα, προέβαλε και στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο τους ισχυρισμούς, 1) ότι κατά τους χρόνους των δημοσιεύσεων τελούσε σε συγγνωστή νομική πλάνη, 2) ότι η άσκηση του επιδίκου δικαιώματος εκ μέρους του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου υπερβαίνει προφανώς τα όρια τα οποία επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, επειδή δεν άσκησε προηγουμένως το δικαίωμά του, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ.5 του Συντάγματος, για απάντησή του στα δημοσιεύματα και για δημοσίευση των απαντήσεων στην ανωτέρω εφημερίδα, 3) ότι στην έκταση της ηθικής βλάβης την οποία υπέστη ο ενάγων συνετέλεσε και ο ίδιος, επειδή δεν άσκησε το ανωτέρω δικαίωμά του και 4) ότι μεταξύ της αναιρεσειούσης και του δημοσιεύσαντος τα επίμαχα άρθρα δημοσιογράφου Ν. Μ. δεν υφίστατο σχέση προστήσεως. Οι ισχυρισμοί όμως αυτοί, εν όψει των ως άνω αναπτυχθεισών σκέψεων (περί αντικειμενικής ευθύνης κ.λπ.), δεν είναι νόμιμοι και συνεπώς ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το δεύτερο, τρίτο και τέταρτο σκέλη του, ως και οι τέταρτος και πέμπτος πρόσθετοι λόγοι, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, επειδή δεν έλαβε υπόψη τους ανωτέρω ισχυρισμούς της, είναι απαράδεκτοι.

Η αρχή της αναλογικότητας, ως κανόνας δικαίου ο οποίος θέτει όρια στον περιοριστικό του ατομικού δικαιώματος νόμο, απευθύνεται κατ' αρχή στον νομοθέτη. Στον χώρο του ιδιωτικού δικαίου, ήτοι στις σχέσεις μεταξύ ιδιωτών, επίκληση της αρχής της αναλογικότητας μπορεί να γίνει αν ο κοινός νομοθέτης είτε έχει παραβιάσει την αρχή αυτή, θεσπίζοντας με νόμο υπέρμετρους περιορισμούς ατομικών δικαιωμάτων, οπότε ο δικαστής μπορεί, ελέγχοντας την συνταγματικότητα του νόμου, να μην εφαρμόσει αυτόν (άρθρο 93 παρ. 4 του Συντάγματος), είτε έχει παραλείψει να ασκήσει τις συνταγματικές του υποχρεώσεις, καταλείποντας κενό, οπότε η αρχή της αναλογικότητας καλείται επικουρικώς σε εφαρμογή. Στο πεδίο των αδικοπρακτικών σχέσεων (άρθρο 914 επ ΑΚ) και ειδικότερα στο ζήτημα του μέτρου της επιδικαστέας χρηματικής ικανοποιήσεως ο νόμος προβλέπει στο άρθρο 932 Α.Κ. ότι το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση, δηλαδή χρηματική ικανοποίηση ανάλογη με τις περιστάσεις της συγκεκριμένης περιπτώσεως. Με τη διάταξη αυτή ο κοινός νομοθέτης έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας, εξειδικεύοντάς την στο ζήτημα του προσδιορισμού του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως. Επομένως, σύμφωνα με τα ανωτέρω, δεν υπάρχει έδαφος άμεσης εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 25 παρ. 1 εδάφιο τέταρτο του Συντάγματος, η ευθεία δε επίκληση της κατά τον προσδιορισμό του ύψους της χρηματικής ικανοποιήσεως στερείται σημασίας, αφού δεν θα οδηγούσε σε διαφορετικά, σε σχέση με τον κατ' εφαρμογή του άρθρου 932 ΑΚ προσδιορισμό αυτής, αποτελέσματα (Ολ.Α.Π. 6/2009). Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως ως προς το πέμπτο σκέλος του, ως και οι έβδομος και όγδοος πρόσθετοι λόγοι, με τους οποίους η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ.1, 8 και 19 ΚΠολΔ και παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, επειδή, κατ' εκείνην, το επιδικασθέν ποσόν της χρηματικής ικανοποιήσεως από 30.000 ευρώ είναι υπερβολικό, είναι πρωτίστως απαράδεκτοι, καίτοι όπως έχει ήδη αναφερθεί, το Εφετείο, προκειμένου να προσδιορίσει το ύψος της οφειλομένης χρηματικής ικανοποιήσεως, έλαβε υπόψη τα απαιτούμενα από το άρθρο 932 ΑΚ στοιχεία.

Κατά την γνώμη όμως ενός μέλους του Δικαστηρίου (του αντιπροέδρου Αθανασίου Κουτρομάνου) ο αναιρετικός αυτός λόγος προβάλλεται παραδεκτώς και πρέπει να εξετασθεί η βασιμότητά του, διότι, κατά την έννοια της αρχής της αναλογικότητας, η έννομη συνέπεια, η οποία είτε προβλέπεται από τον κοινό Νομοθέτη in abstracto, είτε απαγγέλεται σε συγκεκριμένη περίπτωση από δικαστήριο ή διοικητικό όργανο, πρέπει να τελεί σε σχέση ανεκτής αναλογίας προς το πραγματικό του οικείου κανόνος δικαίου ή προς το συγκεκριμένο πραγματικό κάθε υπόθεσης, ήτοι να μην υπερβαίνει τα ακραία, ανεκτά όρια, κατά τα δεδομένα της κοινής πείρας και κατά την κοινή περί δικαίου συνείδηση σε ορισμένο τόπο και χρόνο, πράγμα που ελέγχεται αναιρετικώς (προβλ. μειοψηφούσα γνώμη εις ΑΠ 1243/2010 και ΑΠ 1257/2011).

Ακολούθως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-8-2009 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθ.5086/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 2012.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουλίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ