Legislator Case Law & Legislation
1302/2008 AI generated

1302/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1302/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1302/2008 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Άρχισε να ασκεί υπεύθυνα καθήκοντα από: α) 4-2-1986 μέχρις 12-8-1991 του προϊσταμένου υπηρεσίας καθυστερήσεων του καταστήματος Πλατείας Συντάγματος της αναιρεσίβλητης (7ο κλιμάκιο ευθύνης), β) από 13-8-1991 μέχρι 5-6-1998 του εντεταλμένου στο ως άνω κατάστημα (6ο κλιμάκιο ευθύνης) και γ) από 9-6-1998 έως 18-4-2003, οπότε αποχώρησε από την υπηρεσία του υποδιευθυντή στο ως άνω κατάστημα (4ο κλιμάκιο ευθύνης).

Keywords

AI generated
financial crisis bankruptcy official bankruptcy claim banking profession economic hardship credit policy
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1302 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1302/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ1, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Λιάπα. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Γεωργία Ιατρού - Νικητιάδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-6-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 234/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 8858/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 2-5-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής διάβασε την από 3-9-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1β, 4 παρ. 1 και 10 παρ. 5β του Οργανισμού Υπηρεσίας της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ο οποίος έχει ισχύ νόμου, διότι εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 του ν.δ. 2510/1953, κυρώθηκε με το β.δ. της 17/26.9.1953 και τροποποιήθηκε με τα διατάγματα 290/1966, 253/1971, 456/1974 και 552/1976, συνάγεται ότι οι προαγωγές του προσωπικού μέχρι τον βαθμό του τμηματάρχη Α' γίνονται από τον Διοικητή της Τράπεζας, ενώ από τον βαθμό του συμπράττοντος υποδιευθυντή και άνω ενεργούνται από το Διοικητικό Συμβούλιο αυτής, κατ' απόλυτη εκλογή, αν υπάρχει κενή οργανική θέση και ο υπάλληλος έχει συμπληρώσει τριετή τουλάχιστον ευδόκιμη υπηρεσία σε κάθε βαθμό.

Η κρίση περί προαγωγής ή μη γίνεται βάσει των στοιχείων του ατομικού φακέλου κάθε υπαλλήλου και ειδικότερα, των εκθέσεων ποιότητας, που συντάσσονται κάθε έτος από τα αρμόδια όργανα και περιέχουν κρίσεις σχετικές με τις γνώσεις, την ειδικότητα, την επιμέλεια, την ευσυνειδησία, την επάρκεια ως προς την εκτέλεση της υπηρεσίας, το ήθος και τη συμπεριφορά του υπαλλήλου προς τους συναδέλφους του και το κοινό.

Η κρίση αυτή των ανωτέρω οργάνων της Τράπεζας υπόκειται στον έλεγχο των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων μόνο για κατάχρηση δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ), η οποία υπάρχει όταν κατά προφανή υπέρβαση των αρχών της καλής πίστεως παραλείφθηκε η προαγωγή υπαλλήλου, ο οποίος υπερείχε καταφανώς ως προς τα υπηρεσιακά προσόντα έναντι των συναδέλφων του, που προήχθησαν.

Η δικαστική δε αναγνώριση του δικαιώματος προαγωγής, αφενός μεν ανατρέχει στο χρόνο που διαπιστώθηκε η καταχρηστική παράλειψη της εργοδότριας, αφετέρου δε στηρίζει δικαίωμα αποζημιώσεως του δικαιωθέντος υπαλλήλου ίσης προς την ανακύπτουσα διαφορά των αποδοχών του. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής:

Ο αναιρεσείων προσελήφθη από την αναιρεσίβλητη Τράπεζα στις 30.11.1970 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου και τον ενέταξε στον λογιστικό κλάδο αυτής, ενώ συνέχισε να εργάζεται σ' αυτή, προαχθείς από 1-1-1990, κατ' απόλυτη εκλογή, στο βαθμό του Τμηματάρχη Α'. Ο αναιρεσείων είναι πτυχιούχος της Ανωτάτης Βιομηχανικής Σχολής Πειραιά, έχει γνώσεις της αγγλικής γλώσσας, για την οποία αξιολογείται με βαθμολογία 5 με ανώτατη κλίμακα βαθμολογίας το 9 και παρακολούθησε 18 σεμινάρια, που διοργάνωσε η αναιρεσίβλητη.

Άρχισε να ασκεί υπεύθυνα καθήκοντα από: α) 4-2-1986 μέχρις 12-8-1991 του προϊσταμένου υπηρεσίας καθυστερήσεων του καταστήματος Πλατείας Συντάγματος της αναιρεσίβλητης (7ο κλιμάκιο ευθύνης), β) από 13-8-1991 μέχρι 5-6-1998 του εντεταλμένου στο ως άνω κατάστημα (6ο κλιμάκιο ευθύνης) και γ) από 9-6-1998 έως 18-4-2003, οπότε αποχώρησε από την υπηρεσία του υποδιευθυντή στο ως άνω κατάστημα (4ο κλιμάκιο ευθύνης).

Στα δελτία αξιολόγησης υπαλλήλου για τη χρονική περίοδο 1995-1998 η συνολική βαθμολογία του ανέρχεται σε 131, 131, 136 και 132 αντίστοιχα με ανώτατο βαθμό το 140. Στα δελτία αυτά, από απόψεως δυνατότητας εξέλιξης, κατατάσσεται από τους κριτές του στη θέση 1 (άμεση ανάληψη ανώτερης θέσης ευθύνης), περιέχονται δε ευμενείς γι' αυτόν παρατηρήσεις και ειδικότερα, ότι είναι ικανό στέλεχος με υψηλό επίπεδο υπηρεσιακής κατάρτισης στο σύνολο σχεδόν των τραπεζικών εργασιών, ότι συνεργάζεται άριστα με τους προϊσταμένους του και ενδιαφέρεται για την ανάπτυξη και ασφαλή διεξαγωγή των εργασιών της αναιρεσίβλητης.

Περαιτέρω, η τελευταία, κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 1-7-1998, προήγαγε κατ' απόλυτη εκλογή από τμηματάρχη Α' σε συμπράττοντα υποδιευθυντή, μεταξύ άλλων, και τους Γ1 και Γ2. Οι ως άνω προαχθέντες είχαν τα κατωτέρω τυπικά και ουσιαστικά προσόντα: 1) Ο Γ1 προσελήφθη στις 1.8.1966 και προήχθη στο βαθμό του τμηματάρχη Α' τη 1-7-1985.

Είναι απόφοιτος Γυμνασίου και φοίτησε στη Νομική, έχει γνώση της αγγλικής γλώσσας, για την οποία αξιολογείται με βαθμολογία 2 και με ανώτατη κλίμακα βαθμολογίας το 9 και παρακολούθησε 19 σεμινάρια της αναιρεσίβλητης Τράπεζας. Άρχισε να ασκεί υπεύθυνα καθήκοντα από: α) 17-2-1986 μέχρι 9-3-1992 του διευθυντή στο κατάστημα Λαγκαδά (7ο κλιμάκιο ευθύνης), β) 10-3-1992 μέχρι 1-12-1992 του υποδιευθυντή του καταστήματος της Πλατείας Δημοκρατίας Θεσσαλονίκης (6ο κλιμάκιο ευθύνης), γ) από 2-12-1992 έως 14-8-2001 του διευθυντή του καταστήματος Σταυρούπολης (5ο κλιμάκιο ευθύνης).

Στα δελτία αξιολόγησης υπαλλήλου για τη χρονική περίοδο 1995 έως 1997 η συνολική βαθμολογία του ανέρχεται σε 129, 131 και 130 αντίστοιχα με ανώτατο βαθμό το 140. Στα ως άνω δελτία αξιολόγησης, από απόψεως δυνατότητας εξέλιξης κατατάσσεται από τους κριτές του στην θέση 1 (άμεση ανάληψη ανώτερης θέσης ευθύνης) περιέχονται δε ευμενείς γι' αυτόν παρατηρήσεις και ειδικότερα, ότι είναι ικανό και εργατικό στέλεχος, με πολύ καλή υπηρεσιακή κατάρτιση, καθώς και ότι επιδεικνύει ενδιαφέρον για την ανάπτυξη των εργασιών του καταστήματος και την εξυπηρέτηση των πελατών. 2) Ο Γ2, προσελήφθη τη 1-10-1970 και προήχθη στο βαθμό του τμηματάρχη τη 1-1-1994.

Είναι απόφοιτος Γυμνασίου, έχει γνώση της αγγλικής γλώσσας, για την οποία αξιολογείται με βαθμό 5 και με ανώτατο βαθμό 9 και παρακολούθησε 41 σεμινάρια της αναιρεσίβλητης. Άρχισε να ασκεί υπεύθυνα καθήκοντα από: α) 30-7-1986 έως 9-8-1990 του προϊσταμένου υπηρεσίας στην Διεύθυνση Γενικού Λογιστηρίου (7ο κλιμάκιο ευθύνης), β) 10-8-1990 έως 9-12-1992 του προϊσταμένου υπηρεσίας της Διεύθυνσης Ειδικών Λειτουργιών (7ο κλιμάκιο ευθύνης), γ) 10.12.1992 μέχρι 10.1.1997 του προϊσταμένου τμήματος στη Διεύθυνση Ειδικών Λειτουργιών (5ο κλιμάκιο ευθύνης), δ) 13.1.1997 έως 1.11.2004 του υποδιευθυντή στη Διεύθυνση Διαχείρισης Διαθεσίμων και Χρηματαγοράς (3ο κλιμάκιο ευθύνης).

Στα δελτία αξιολόγησης υπαλλήλου για τη χρονική περίοδο 1995 έως 1997 η συνολική βαθμολογία του ανέρχεται σε 130, 127 και 135 αντίστοιχα με ανώτατο βαθμό 140. Στα ανωτέρω δελτία αξιολόγησης, από απόψεως δυνατότητας εξέλιξης, κατατάσσεται από τους εκάστοτε κριτές του στη θέση 1 (άμεση ανάληψη ανώτερης θέσης ευθύνης), περιέχονται δε ευμενείς γι' αυτόν παρατηρήσεις και ειδικότερα, ότι είναι εργατικό και δυναμικό στέλεχος με άρτια γνώση του αντικειμένου του, με πολύ μεγάλη πείρα σε θέματα συναλλάγματος και πολλές γνώσεις σε θέματα μηχανοργάνωσης και ότι επιδεικνύει μεγάλο ενδιαφέρον για την εύρυθμη λειτουργία του Τμήματος, που προΐσταται.

Στον υπάλληλο αυτό επιβλήθηκε στις 18.11.1971 η πειθαρχική ποινή της έγγραφης επίπληξης για αδικαιολόγητη απουσία και στις 24.4.1999 η πειθαρχική ποινή της έγγραφης επίπληξης με ευχή. Από τη σύγκριση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του αναιρεσείοντος με εκείνα των ως άνω προαχθέντων συναδέλφων του προκύπτει ότι:

α) όσον αφορά τον Γ1, ο αναιρεσείων υπερτερεί στη γενική μόρφωση, στη γνώση ξένης γλώσσας, στην ουσιαστική άσκηση των υπευθύνων καθηκόντων, αφού ο αναιρεσείων άσκησε αυτά από 4-2-1986 και κατά το χρόνο των προαγωγικών κρίσεων κατείχε το 4ο κλιμάκιο ευθύνης, ενώ ο Γ1 από 17-2-1986 και κατά τον χρόνο των προαγωγικών κρίσεων κατείχε το 5ο κλιμάκιο ευθύνης, καθώς και στη συνολική βαθμολογία των δελτίων αξιολόγησης των ετών 1995 έως 1997.

Αντίθετα, υστερεί στη γενική και ειδική αρχαιότητα, γενική μόρφωση, καθώς και στον αριθμό σεμιναρίων, που παρακολούθησε, β) όσον αφορά τον Γ2, ο αναιρεσείων υπερτερεί στην ειδική αρχαιότητα, στη γενική μόρφωση, καθώς και στη συνολική βαθμολογία των δελτίων αξιολόγησης των ετών 1995-1997. Αντίθετα, υστερεί στη γενική αρχαιότητα, την ουσιαστική άσκηση των υπευθύνων καθηκόντων, αφού ο αναιρεσείων άσκησε αυτά από 4-2-1986, κατά το χρόνο των προαγωγικών κρίσεων κατείχε το 4ο κλιμάκιο ευθύνης, ενώ ο Γ2 από 30-7-1986, πλην όμως κατά το χρόνο των προαγωγικών κρίσεων κατείχε το 3ο κλιμάκιο ευθύνης, καθώς και στην παρακολούθηση σεμιναρίων.

Η επιβολή των πειθαρχικών ποινών της 18.11.1971 και 24.4.1999 δεν ασκούν κάποια επιρροή στην παρούσα περίπτωση, καθόσον η πρώτη επιβλήθηκε σε χρόνο κατά πολύ απέχοντα από την προαγωγή του, ενώ η δεύτερη σε χρόνο μεταγενέστερο των ενδίκων προαγωγικών κρίσεων.

Συνεπώς, η παράλειψη της προαγωγής του αναιρεσείοντος από την αναιρεσίβλητη Τράπεζα στον ως άνω βαθμό δεν είναι καταχρηστική με την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ. Κατόπιν αυτών, το Εφετείο απέρριψε την αγωγή, κατά την πρώτη επικουρική βάση της, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Ακολούθως, δέχθηκε τούτο ότι η αναιρεσίβλητη, κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 1.1.1999, προήγαγε κατ' απόλυτη εκλογή από τμηματάρχη Α' σε συμπράττοντα υποδιευθυντή, μεταξύ άλλων, και το Γ3, ο οποίος προσελήφθη στις 6-3-1978 και προήχθη στον βαθμό του τμηματάρχη Α' την 1-1-1996.

Είναι πτυχιούχος του Οικονομικού Τμήματος της Νομικής Σχολής, έχει γνώση της αγγλικής γλώσσας, για την οποία αξιολογείται με βαθμολογία 4 και με ανώτατη κλίμακα βαθμολογίας το 9 και παρακολούθησε 7 σεμινάρια της αναιρεσίβλητης. Άρχισε να ασκεί υπεύθυνα καθήκοντα από: α) 2-1-1986 έως 20-9-1994 του προϊσταμένου υπηρεσίας καθυστερήσεων στο ναυτιλιακό κατάστημα της αναιρεσίβλητης (7ο κλιμάκιο ευθύνης), β) 21-9-1994 μέχρι 14.5.1998 του προϊσταμένου τμήματος της Διεύθυνσης Ναυτιλιακών χορηγήσεων της αναιρεσίβλητης (5ο κλιμάκιο ευθύνης), γ) 15-5-1998 έως 4-9-2001 του υποδιευθυντή στην Διεύθυνση Ναυτιλιακών Εργασιών της αναιρεσίβλητης (3ο κλιμάκιο ευθύνης).

Στα δελτία αξιολόγησης υπαλλήλου για τη χρονική περίοδο 1996 έως 1998 η συνολική βαθμολογία του ανέρχεται σε 122, 122 και 126 αντίστοιχα με ανώτατο βαθμό το 140. Στα ανωτέρω δελτία αξιολόγησης, από απόψεως δυνατότητας εξέλιξης, κατατάσσεται από τους κριτές του στην θέση 1 (άμεση ανάληψη ανώτερης θέσης ευθύνης), περιέχονται δε ευμενείς γι' αυτόν παρατηρήσεις και ειδικότερα, ότι έχει πολύ καλή γνώση του αντικειμένου της εργασίας του, γεγονός που τον καθιστά ιδιαίτερα αποτελεσματικό στη διεκπεραίωση των καθηκόντων του και επιδεικνύει ικανότητα στην εκπαίδευση και καθοδήγηση νεωτέρων στελεχών.

Από τη σύγκριση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του αναιρεσείοντος με εκείνα του ως άνω προαχθέντος συναδέλφου του προκύπτει ότι ο αναιρεσείων υπερτερεί στη γενική και ειδική αρχαιότητα, τη γνώση ξένης γλώσσας, την παρακολούθηση σεμιναρίων, καθώς και στη συνολική βαθμολογία των δελτίων αξιολόγησης των ετών 1996 έως 1998.

Αντίθετα, υστερεί στην ουσιαστική άσκηση των υπευθύνων καθηκόντων, αφού ο αναιρεσείων άσκησε αυτά από 4.2.1986 και κατά το χρόνο των προαγωγικών κρίσεων κατείχε το 4ο κλιμάκιο ευθύνης, ενώ ο Γ3 άσκησε αυτά από 2.1.1986 και κατά το χρόνο των προαγωγικών κρίσεων κατείχε το 3ο κλιμάκιο ευθύνης.

Συνεπώς, η παράλειψη της προαγωγής του αναιρεσείοντος από την αναιρεσίβλητη Τράπεζα στον ως άνω βαθμό δεν είναι καταχρηστική με την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ. Κατόπιν αυτών, το Εφετείο απέρριψε την αγωγή, κατά τη δεύτερη επικουρική βάση της, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Στη συνέχεια δέχθηκε τούτο ότι η αναιρεσίβλητη, κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 1.7.1999, προήγαγε κατ' απόλυτη εκλογή από τμηματάρχη Α' σε συμπράττοντα υποδιευθυντή, μεταξύ άλλων, και τον Γ4, ο οποίος προσελήφθη στις 16-11-1970 και προήχθη στο βαθμό του τμηματάρχη Α' την 1-1-1996.

Είναι απόφοιτος Γυμνασίου, έχει γνώση της αγγλικής γλώσσας, για την οποία αξιολογείται με βαθμολογία 3 και με ανώτατο βαθμό το 9 και παρακολούθησε 6 σεμινάρια, που διοργάνωσε η αναιρεσίβλητη. Άρχισε να ασκεί υπεύθυνα καθήκοντα από: α) 20-5-1983 μέχρι 28-2-1992 του προϊσταμένου υπηρεσίας στη Διεύθυνση Περιουσίας και Επενδύσεων (7ο κλιμάκιο ευθύνης), β) 15-4-1992 έως 24-6-1994 του προϊσταμένου υπηρεσίας αξιών στο κατάστημα της Πλατείας Συντάγματος της αναιρεσίβλητης (8ο κλιμάκιο ευθύνης), γ) 27-6-1994 έως 30-11-1998 του προϊσταμένου τμήματος στη Διεύθυνση περιουσίας (5ο κλιμάκιο ευθύνης), δ) 1-12-1998 έως 19-9-2004 του υποδιευθυντή στη Διεύθυνση Περιουσίας (3ο κλιμάκιο ευθύνης).

Στα δελτία αξιολόγησης υπαλλήλου για τη χρονική περίοδο 1996 έως 1998 η συνολική βαθμολογία του ανέρχεται σε 133, 134 και 136 αντίστοιχα, με ανώτατο βαθμό το 140. Στα ως άνω δελτία αξιολόγησης, από απόψεως δυνατότητας εξέλιξης, κατατάσσεται από τους κριτές του στην θέση 1 (άμεση ανάληψη ανώτερης θέσης ευθύνης), περιέχονται δε ευμενείς γι' αυτόν παρατηρήσεις και ειδικότερα ότι ανταποκρίνεται επιτυχώς στα καθήκοντά του παρά τον φόρτο εργασίας και τα σοβαρά προβλήματα, ότι έχει ολοκληρωμένη προσωπικότητα και επιδεικνύει απεριόριστο ζήλο στην εργασία του.

Από τη σύγκριση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του αναιρεσείοντος με εκείνα του προαχθέντος ως άνω συναδέλφου του προκύπτει ότι ο αναιρεσείων υπερτερεί στην ειδική αρχαιότητα, τη γενική μόρφωση, τη γνώση ξένης γλώσσας και την παρακολούθηση σεμιναρίων. Αντίθετα, υστερεί στη γενική αρχαιότητα, στην ουσιαστική άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, αφού ο αναιρεσείων άσκησε αυτά από 4.2.1986 και κατά το χρόνο των προαγωγικών κρίσεων κατείχε το 4ο κλιμάκιο ευθύνης, ενώ ο Γ4 άσκησε αυτά από 20.5.1983 και κατά το χρόνο των προαγωγικών κρίσεων κατείχε το 3ο κλιμάκιο ευθύνης και στη συνολική βαθμολογία των δελτίων αξιολόγησης των ετών 1996-1998.

Συνεπώς, ο αναιρεσείων δεν υπερείχε καταφανώς έναντι του ως άνω συναδέλφου του. Κατόπιν αυτών, το Εφετείο απέρριψε την αγωγή ως προς αυτόν, κατά την τρίτη επικουρική βάση της, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με την ανωτέρω κρίση του δεν παραβίασε τούτο τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Οργανισμού της αναιρεσίβλητης Τράπεζας και του άρθρου 281 ΑΚ, αφού με βάση τα προεκτεθέντα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του αναιρεσείοντος και των άνω προαχθέντων συναδέλφων του δεν προέκυπτε καταφανής, αλλ' απλή υπεροχή αυτού έναντι των προταθέντων από τον ίδιο προς σύγκριση εν λόγω συναδέλφων του, ενόψει του ότι σε ορισμένα από τα απαιτούμενα για την προαγωγή του στον επόμενο βαθμό τυπικά και ουσιαστικά προσόντα είναι ισοδύναμος με αυτούς και από τα υπόλοιπα σε άλλα υπερέχει και σε άλλα υστερεί έναντι αυτών.

Ειδικότερα, καθόσον αφορά το ουσιαστικό προσόν της ασκήσεως υπευθύνων καθηκόντων, το οποίο βαρύνει περισσότερο στην κρίση των αρμοδίων οργάνων για τις προαγωγές, διότι έχει σχέση με τη διοικητική του δεξιότητα (εύστοχες υπηρεσιακές ενέργειες, τρόπος χειρισμού των υπηρεσιακών θεμάτων και αντιμετωπίσεως των αναφερομένων προβλημάτων, αναπτυσσόμενες πρωτοβουλίες στον τομέα του κρινομένου) και την υπηρεσιακή ικανότητα και ουσιαστική επαγγελματική καταλληλότητα του υπαλλήλου στις εργασίες της τράπεζας και την εξ αυτών ουσιαστική καταλληλότητα αυτού να αντιμετωπίσει με επιτυχία τα καθήκοντά της ανώτερης θέσεως, που θα καταλάβει με την προαγωγή και μάλιστα εκείνα του συμπράττοντος υποδιευθυντή, ο αναιρεσείων υπερέχει χρονικά έναντι των ως άνω συναδέλφων του Γ1 και Γ2, λόγω αναλήψεως προγενέστερα υπευθύνων καθηκόντων (από 4-2-1986 ο αναιρεσείων, από 17-2-1986 ο Γ1 και από 30-7-1986 ο Γ2), πλην όμως το χρονικό αυτό πλεονέκτημα αμβλύνεται από το ότι οι εν λόγω συνάδελφοί του άσκησαν καθήκοντα υποδιευθυντή ο πρώτος από 10-3-1992 και ο δεύτερος από 13-1-1997, ενώ ο αναιρεσείων άσκησε τέτοια καθήκοντα από 9-6-1998.

Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος πρέπει να απορριφθεί.

ΙΙ. Επειδή, επί αγωγής αναγνωρίσεως του δικαιώματος προς προαγωγή στον ανώτερο από τον κατεχόμενο βαθμό, στον οποίο ο ενάγων μισθωτός, κατά παράβαση διατάξεων ουσιαστικού νόμου, έχει παραλειφθεί να προαχθεί κατά τις ενεργηθείσες από τα όργανα της εναγομένης εργοδότριας προαγωγές του προσωπικού της, η τελευταία μπορεί να προτείνει νομίμως τη "διακωλυτική ένσταση" της γενέσεως του ενασκουμένου με την αγωγή δικαιώματος, ότι άλλος ή άλλοι συνάδελφοι του ενάγοντος υπερείχαν έναντι αυτού, αντί του οποίου θα είχαν προαχθεί, αν δεν είχαν προαχθεί οι αναφερόμενοι στην αγωγή συνάδελφοί του (άρθρα 297, 298, 914 ΑΚ).

Για την ευδοκίμηση της ενστάσεως αυτής αρκεί απλή υπεροχή των προτεινομένων με την ένσταση έναντι του ενάγοντος, αφού η διαπίστωση της απλής υπεροχής αυτών ενεργεί μόνο ως στοιχείο, που διακόπτει τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της προαγωγής των επιλεγέντων από την εργοδότρια και της παραλείψεως του ενάγοντος, οπότε εκείνοι είναι που προσεβλήθησαν από την πρόκριση των προαχθέντων και όχι ο ενάγων.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε περαιτέρω ανέλεγκτα και τα εξής: Η αναιρεσίβλητη, κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 1.7.1999, προήγαγε κατ' απόλυτη εκλογή από τμηματάρχη Α' σε συμπράττοντα υποδιευθυντή, μεταξύ άλλων, και τον Γ5, ο οποίος προσελήφθη στις 14.5.1973 και προήχθη στο βαθμό του τμηματάρχη Α' τη 1.7.1996.

Είναι απόφοιτος Γυμνασίου, έχει γνώση της αγγλικής γλώσσας, για την οποία αξιολογείται με βαθμολογία 3 και με ανώτατη κλίμακα το 9 και παρακολούθησε 33 σεμινάρια της αναιρεσίβλητης. Άρχισε να ασκεί υπεύθυνα καθήκοντα από α) 1.2.1982 μέχρι 14.6.1987 του εντεταλμένου στο κατάστημα Ηγουμενίτσας (9ο κλιμάκιο ευθύνης), β) 15.6.1987 μέχρι 6.9.1996 του υποδιευθυντή του ως άνω καταστήματος και γ) 9.9.1996 και εφεξής του διευθυντή του αυτού καταστήματος.

Στα δελτία αξιολόγησης των ετών 1998 και 1996, από απόψεως δυνατότητας εξέλιξης, κατατάσσεται από τους κριτές του στη θέση 1 (άμεση ανάληψη ανώτερης θέσης ευθύνης), ενώ στο δελτίο αξιολόγησης του 1997 κατατάσσεται στη θέση 2 (μελλοντική ανάληψη ανώτερης θέσης ευθύνης). Στα δελτία αυτά περιέχονται ευμενείς γι' αυτόν παρατηρήσεις και ειδικότερα, ότι είναι ικανό και δραστήριο στέλεχος με σωστή κρίση και γρήγορη αντίληψη.

Από τη σύγκριση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του αναιρεσείοντος με εκείνα του προαχθέντος ως άνω συναδέλφου του προκύπτει ότι ο αναιρεσείων υπερτερεί στη γενική και ειδική αρχαιότητα, τη γενική μόρφωση, τη γνώση ξένης γλώσσας, την ουσιαστική άσκηση υπευθύνων καθηκόντων, αφού ο αναιρεσείων άσκησε αυτά από 4.2.1996 και κατά το χρόνο των προαγωγικών κρίσεων κατείχε το 4ο κλιμάκιο ευθύνης, ενώ ο Γ5 άσκησε αυτά από 1.2.1982, πλην όμως κατά το χρόνο των προαγωγικών κρίσεων κατείχε το 5ο κλιμάκιο ευθύνης και τη συνολική βαθμολογία των δελτίων αξιολόγησης των ετών 1995-1997.

Συνεπώς, ο αναιρεσείων υπερτερεί καταφανώς έναντι του προαχθέντος συναδέλφου του Γ5 ως προς τα υπηρεσιακά του προσόντα, που εκτιμώνται συνολικά: Όμως κατά τις προαγωγικές κρίσεις της 1-7-1999, εκτός από τον αναιρεσείοντα δεν προήχθη, μεταξύ άλλων, και η υπάλληλος της αναιρεσίβλητης Τράπεζας Γ6. Η ως άνω υπάλληλος προσελήφθη στις 2-1-1976 και προήχθη στον βαθμό του τμηματάρχη Α' τη 1-1-1996.

Είναι πτυχιούχος του Μαθηματικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών, έχει γνώση της αγγλικής γλώσσας, για την οποία αξιολογείται με βαθμολογία 8 με ανώτατη κλίμακα το 9 και παρακολούθησε 16 σεμινάρια της αναιρεσίβλητης. Άρχισε να ασκεί υπεύθυνα καθήκοντα από: α) 20-2-1989 έως 10-2-1991 της προϊσταμένης υπηρεσίας στη Διεύθυνση Διεθνών Δραστηριοτήτων (7ο κλιμάκιο ευθύνης), β) 11-2-1991 έως 20-1-1993 της προϊσταμένης στο ως άνω τμήμα (5ο κλιμάκιο ευθύνης), γ) 21-1-1993 μέχρι 29-5-1998 της προϊσταμένης τμήματος στη Διεύθυνση Επενδύσεων και Κεφαλαιαγοράς (5ο κλιμάκιο ευθύνης), δ) 1-6-1998 έως 31-5-1999 της υποδιευθύντριας στην ως άνω Διεύθυνση (3ο κλιμάκιο ευθύνης), ε) 1-6-1999 μέχρις 26-9-1999 της υποδιευθύντριας στη Διεύθυνση Θεσμικών και Μεγάλων Πελατών (3ο κλιμάκιο ευθύνης).

Στα δελτία αξιολόγησης υπαλλήλου για τη χρονική περίοδο 1995 έως 1997 η συνολική βαθμολογία της ανερχόταν σε 139, 137 και 140 αντίστοιχα, με ανώτατο βαθμό το 140. Στα ως άνω δελτία αξιολόγησης, από απόψεως δυνατότητας εξέλιξης, κατατάσσεται από τους κριτές της στη θέση 1 (άμεση ανάληψη ανώτερης θέσης ευθύνης), περιέχονται δε ευμενείς γι' αυτήν παρατηρήσεις και ειδικότερα, ότι πρόκειται για πάρα πολύ ικανό και εξειδικευμένο στέλεχος με ιδιαίτερα διοικητικά και ηγετικά προσόντα, που ενδιαφέρεται για την άρτια εκτέλεση της εργασίας της και αντιμετωπίζει με αποτελεσματικές λύσεις τα προβλήματα, που εμφανίζονται.

Από τη σύγκριση των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων του αναιρεσείοντος, με εκείνα της επίσης μη προαχθείσης συναδέλφου του Γ6 προκύπτει ότι ο αναιρεσείων υπερτερεί στη γενική και ειδική αρχαιότητα, καθώς και στην παρακολούθηση σεμιναρίων, ενώ υστερεί στην ουσιαστική άσκηση των υπευθύνων καθηκόντων, αφού ο αναιρεσείων άσκησε αυτά από 4-2-1986 και κατά το χρόνο των προαγωγικών κρίσεων κατείχε το 4ο κλιμάκιο ευθύνης, ενώ η Γ6 άσκησε αυτά από 20.2.1989, πλην όμως κατά το χρόνο των προαγωγικών κρίσεων κατείχε το 3ο κλιμάκιο ευθύνης, στη συνολική βαθμολογία των δελτίων αξιολόγησης των ετών 1995-1997, καθώς και στη γνώση ξένης γλώσσας.

Επομένως, αφού η Γ6 υπερείχε του αναιρεσείοντος ως προς τα υπηρεσιακά της προσόντα, συνολικά εκτιμώμενα, ακόμη και αν δεν είχε προαχθεί ο υστερών σε σύγκριση με τον αναιρεσείοντα Γ5, την αντίστοιχη κενή θέση θα καταλάμβανε αυτή.

Συνεπώς, η παράλειψη της προαγωγής του αναιρεσείοντος από την αναιρεσίβλητη Τράπεζα στον ως άνω βαθμό δεν είναι καταχρηστική με την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ. Κατόπιν αυτών, το Εφετείο, αφού προηγουμένως δέχθηκε τη διακωλυτική ένσταση της αναιρεσίβλητης, ως κατ' ουσία βάσιμη, απέρριψε στη συνέχεια την αγωγή και ως προς αυτόν, κατά την τρίτη επικουρική βάση της, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με την ανωτέρω κρίση του δεν παραβίασε τούτο τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού με βάση τα προεκτεθέντα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα του αναιρεσείοντος και της ως άνω παραλειφθείσης και αντιπροταθείσης προς σύγκριση από την αναιρεσίβλητη Τράπεζα συναδέλφου του προκύπτει απλή υπεροχή της τελευταίας έναντι αυτού, ενόψει και του ότι η Γ6 άσκησε καθήκοντα υποδιευθύντριας από 1-6-1998, ενώ ο αναιρεσείων άσκησε αντίστοιχα καθήκοντα από 9-6-1998. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 2-5-2006 αίτηση του Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ. 8858/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2008.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Ιουνίου 2008.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ