Legislator Case Law & Legislation
1301/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to vague legal characterization and failure to cite specific statutory provisions.

Case Number 1301/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against a final real estate judgment. The appellant argued procedural violations regarding the characterization of facts and the interpretation of the tenancy agreement, but the court found these grounds inadmissible. The court ruled that the appeal lacked specific legal characterization of the substantive facts and failed to cite the exact statutory provisions violated, rendering the arguments legally insufficient.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1a), 559(11g) of the Code of Civil Procedure; The cassation appeal is inadmissible if it fails to specify the exact legal error in the application or interpretation of substantive law.

Keywords

AI generated
cassation appeal inadmissibility legal characterization substantive law Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1a) of the Code of Civil Procedure
Article 559(11g) of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code
Article 166 of the Civil Code
Article 495(3)(e) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189(1) and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 20/2005
Supreme Court Case 57/1990
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1301 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1301/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αγαθή Δερέ, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 20 Σεπτεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Κ. του Ν., εμπόρου, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Κουτσούκο, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. χήρας Μ. Κ., το γένος Α. Ο., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Μ. Κ. του Μ., 3) Α. Κ. του Μ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Ψιλογιάννη, και κατέθεσαν προτάσεις. Ο τελευταίος, ανακάλεσε την από 6-9-2023 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, του δικηγόρου Κωνσταντίνου Σαρή, λόγω θανάτου του.

Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των ως άνω αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι η υπό στοιχείο 1 αναιρεσίβλητη απεβίωσε στις ...-2018 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό .../2018 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Ρόδου, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι κληρονόμοι αυτού υπό στοιχεία 2 και 3 ήδη αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο, και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις υπ' αριθμ. κατάθ. 642/1997 και 110/1998 αγωγές των διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 47/1999, 111/2007 μη οριστικές, 227/2010 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 145/2012 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως και της συνεχόμενης με αυτήν υπ' αριθμ. 227/2010 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-4-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεοφάνης, ανέγνωσε την από 14-8-2023 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 28.04.2014 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 145/06.07.2012 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, το οποίο απέρριψε την από 01.06.2011 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθμ. 227/14.07.2010 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, το οποίο είχε κάνει δεκτή την από 30.10.1996 διεκδικητική κυριότητας ακινήτου αγωγή των αναιρεσιβλήτων και απέρριψε την από 29.09.1997 αγωγή χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος.

Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§3, 566§1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 του Κ.Πολ.Δ.). Η προσβαλλόμενη δικαστική απόφαση υπήρξε, σύμφωνα με την παραδεκτά γενόμενη επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.), κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:

Οι αναιρεσίβλητοι, με την από 30.10.1996 αγωγή τους που απηύθηναν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου και έστρεψαν κατά του δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος (Ν. Κ. του Γ.), επικαλούμενοι παράγωγο τρόπο κτήσεως του δικαιώματος (συγ)κυριότητας του περιγραφομένου ακινήτου και αμφισβήτηση του δικαιώματός τους αυτού επί τμήματος του ακινήτου από τον εναγόμενο, ζήτησαν την αναγνώριση του δικαιώματός τους και την απόδοση νομής του επιδίκου τμήματος.

Περαιτέρω, ο δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντος (Ν. Κ. του Γ.), με την από 29.09.1997 αγωγή του που απηύθηνε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου και έστρεψε κατά των αναιρεσιβλήτων, επικαλούμενος πρωτότυπο τρόπο κτήσεως (κτητική παραγραφή) του δικαιώματος κυριότητας επί των προσδιοριζομένων τμημάτων του περιγραφομένου ακινήτου και το γεγονός ότι στο κτηματολογικό βιβλίο ως τιτλούχοι του όλου ακινήτου είναι γραμμένοι οι αναιρεσίβλητοι, ζήτησε την αναγνώριση του δικαιώματός του επί των προσδιοριζομένων τμημάτων του περιγραφομένου ακινήτου.

Οι ως άνω αγωγές συνεκδικάσθηκαν από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου, αφού προηγουμένως διατάχθηκε η ένωση και συνεκδίκασή τους, το οποίο, με την υπ' αριθμ. 47/1999 προδικαστική απόφασή του, αφού απέρριψε ό,τι ως απορριπτέο κρίθηκε, ανέβαλε την έκδοση της οριστικής του αποφάσεως και διέταξε τη διενέργεια αποδείξεων.

Ακολούθως, η υπόθεση επανήλθε ενώπιον του ανωτέρω δικαστηρίου, το οποίο, μετά από αίτημα των αναιρεσιβλήτων, αφού ανέβαλε και πάλι την έκδοση οριστικής αποφάσεως, χορήγησε νέα προθεσμία για τη διεξαγωγή των αποδείξεων. Μετά την ολοκλήρωση της αποδεικτικής διαδικασίας, η υπόθεση επανήλθε και πάλι ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, το οποίο, με την υπ' αριθμ. 227/2010 οριστική απόφασή του, απέρριψε τη δεύτερη των ως άνω αγωγών και δέχθηκε την πρώτη εξ αυτών διέταξε δε τα στο διατακτικό του διαλαμβανόμενα.

Κατά της οριστικής αυτής αποφάσεως ο δικαιοδόχος του αρχικού ενάγοντος και ήδη αναιρεσείων Ι. Κ. του Ν. άσκησε την από 01.06.2011 έφεσή του, που απηύθηνε ενώπιον του Εφετείου Δωδεκανήσου και έστρεψε κατά των αναιρεσιβλήτων, ζήτησε την παραδοχή της, την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως προς τον σκοπό της παραδοχής της αγωγής του δικαιοπαρόχου του και την απόρριψη της αγωγής των αναιρεσιβλήτων.

Το Τριμελές Εφετείο Δωδεκανήσου, συζητήσεως γενομένης, με την υπ' αριθμ. 145/2012 τελεσίδικη απόφασή του, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε τυπικά την ως άνω έφεση. Την εν λόγω απόφαση προσέβαλε ο ηττηθείς εκκαλών με την ένδικη αίτησή του και ζήτησε την αναίρεσή της. Σημειώνεται ότι μετά την άσκηση της άνω αιτήσεως αναιρέσεως, απεβίωσε η πρώτη αναιρεσίβλητη και στη δικονομική της σχέση στη δίκη υπεισήλθαν με σχετικές δηλώσεις τους στα πρακτικά της συζητήσεως επί της αιτήσεως οι λοιποί δύο αναιρεσίβλητοι (άρθρα 287§1, 290, 573§1 του Κ.Πολ.Δ.).

Το εκδώσαν την προσβαλλόμενη απόφαση δευτεροβάθμιο δικαστήριο για να καταλήξει στη δικανική του κρίση δέχθηκε, κατ' αντιγραφήν, τα ακόλουθα: "Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στη θέση "Ακαντιά" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Ρόδου, έχει έκταση 489 τ.μ., φέρει κτηματολογικά στοιχεία, Τόμος Οικοδομών Ρόδου 27, Φύλλο 11, Μερίδα V-3008, Φάκελλος 5476 του Κτηματολογίου Ρόδου και είναι νομικής φύσεως ελευθέρας κυριότητας.

Το ακίνητο αυτό έχει αποσπαστεί από τη μερίδα Οικοδομών Ρόδου V-3008 BBBAB, μεταγεγραμμένη στον Τόμο Οικοδομών Ρόδου 27, Φύλλο 11 και Φάκελλο 7122 του Κτηματολογίου Ρόδου. Αποτελείται από ένα διαμέρισμα λιθόκτιστο ενός δωματίου, με όγκο κτισμάτων 1.293,80 κ.μ. σε οικόπεδο με καλυμμένη επιφάνεια 235,16 τ.μ. και ακάλυπτη επιφάνεια 254,18 τ.μ..

Το επίδικο περιήλθε στην κυριότητα των εναγόντων της ένδικης διεκδικητικής αγωγής, κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου στην πρώτη και 3/8 εξ αδιαιρέτου σε καθένα από τους δεύτερο και τρίτο εξ αυτών, με παράγωγο τρόπο, ήτοι λόγω κληρονομίας εξ αδιαθέτου του αποβιώσαντος την ....1994 Μ. Κ., συζύγου της πρώτης και πατέρα των δευτέρου και τρίτου εξ αυτών, δυνάμει της υπ' αριθμ. 306/1994 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρόδου, με την οποία εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 196/1994 κληρονομητήριο, που καταχωρίστηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Κτηματολογίου Ρόδου (3901/23.05.1995 εγγραφή).

Στον άμεσο δικαιοπάροχο των εναγόντων Μ. Κ. περιήλθε το επίδικο, ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, με αγορά από τον Οργανισμό Ακινήτου Περιουσίας Δωδεκανήσου, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../1961 συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Ρόδου Χ. Γ., που καταχωρίστηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία του Κτηματολογίου Ρόδου.

Ο Μ. Κ. ανέλαβε, με το υπ' αριθμ. ....1964 προσύμφωνο αγοραπωλησίας ιδανικού μεριδίου ακινήτου του συμβολαιογράφου Ρόδου Γ. Π., να πωλήσει, μεταβιβάσει και παραδώσει στο Ν. Κ. (αρχικώς εναγόμενο της πρώτης αγωγής και ενάγοντα της δεύτερης αγωγής), κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή το 1/2 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου, αντί τιμήματος, ποσού 100.000 δραχμών.

Με την υπογραφή του προσυμφώνου ο Ν. Κ. κατέβαλε το ποσό των 60.000 δραχμών στον αντισυμβαλλόμενό του, ενώ το υπόλοιπο ποσό του συνολικού τιμήματος, ύψους 40.000 δραχμών, προβλέφθηκε ότι θα καταβληθεί σε μετρητά κατά την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου, το οποίο συμφωνήθηκε να υπογραφεί εντός προθεσμίας 11 μηνών από τη σύναψη του προσυμφώνου, άλλως την 23.12.1964.

Σε περίπτωση υπαίτιας ματαίωσης του οριστικού συμβολαίου προβλέφθηκε ότι το αναίτιο μέρος θα δικαιούται να επιδιώξει δικαστικώς την εκτέλεση της οριστικής σύμβασης. Σύμφωνα δε με τον όρο 6 του προσυμφώνου, ο πωλητής ανελάμβανε την υποχρέωση να παραδώσει το υπό πώληση ιδανικό μερίδιο του ακινήτου, κατά το χρόνο υπογραφής του οριστικού συμβολαίου, ελεύθερο κάθε βάρους, χρέους, υποθήκης, προσημείωσης, κατάσχεσης, διεκδίκησης, δουλείας, εκνίκησης τρίτου, ρυμοτομίας, νοµικού και πραγματικού ελαττώματος.

Πρέπει να σημειωθεί ότι κατά την κατάρτιση του προσυμφώνου το επίδικο ακίνητο ήταν ήδη βεβαρημένο με υποθήκη υπέρ του Οργανισμού Ακινήτου Περιουσίας του Δημοσίου, ύψους 102.766 δρχ, η οποία είχε εγγραφεί δυνάμει όρου που περιελήφθη στο προαναφερόμενο υπ' αριθμ. .../1961 συμβόλαιο, δυνάμει του οποίου ο Μ. Κ. απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου.

Το οριστικό συμβόλαιο, όμως, ουδέποτε καταρτίστηκε προφανώς γιατί ο Μ. Κ. δεν φρόντισε για την εξάλειψη της ήδη υπάρχουσας υποθήκης στο ακίνητο κατά το συμφωνηθέντα χρόνο, κατ' εφαρμογή του 6ου όρου του προσυμφώνου, η οποία (υποθήκη) τελικά εξαλείφθηκε στις 05.02.1970 (υπ' αριθµ. ....1970 πράξη του συµβολαιογράφου Ρόδου Χ.

Γ., που καταχωρίστηκε στις 06.02.1970 με αύξοντα αριθμό 412 στο οικείο φύλλο του Κτηματολογίου Ρόδου). Εξ αιτίας της μη υπογραφής της οριστικής σύμβασης μεταβίβασης του επιδίκου ακινήτου, δεν κατέβαλε ο Ν. Κ. στον αντισυμβαλλόμενό του το υπόλοιπο ποσό του τιμήματος, ύψους 40.000 δρχ, όπως είχε προσυµφωνηθεί. Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος ότι, μολονότι δεν καταρτίστηκε το οριστικό συμβόλαιο, το παραπάνω υπόλοιπο ποσό του τιμήματος εξοφλήθηκε, κρίνεται αβάσιμος, αφού ο εκκαλών δεν επικαλείται ούτε προσκομίζει εξοφλητική απόδειξη, ενώ οι εξετασθέντες μάρτυρες δεν έχουν ιδία αντίληψη του γεγονότος της πληρωμής του ποσού αυτού.

Περί το έτος 1964, μετά την υπογραφή του παραπάνω προσυμφώνου, δυνάμει συμβάσεως χρησιδανείου που καταρτίστηκε άτυπα μεταξύ των συμβαλλομένων και λόγω της προσδοκίας υπογραφής του οριστικού συμβολαίου, ο Μ. Κ. παραχώρησε στο Ν. Κ. τη χρήση του τµήµατος του ακάλυπτου χώρου του επιδίκου ακινήτου, εµβαδού 164,64 τ.µ., όπως αυτό εµφαίνεται, ως τµήµα 1, υπό στοιχεία Α, Β, Ι, Η, Θ, Α, στο από 26.08.1997 συνημμένο στη δεύτερη αγωγή σχεδιάγραµµα του πολιτικού µηχανικού Μ.

Γ., καθώς και τη συγκατοχή τµήµατος του ακάλυπτου χώρου του επιδίκου, εµβαδού 89,54 τ.µ., όπως αυτό εµφαίνεται, ως τµήµα 2, υπό στοιχεία Ι, Δ, Ε, Ζ, Η, Ι στο ίδιο σχεδιάγραµµα. Στο τµήµα 1 του επιδίκου ο Ν. Κ. εγκατέστησε το κατάστημα για την επιχείρησή του, με αντικείμενο την αγορά, εναποθήκευση και αποκλειστική χονδρική και λιανική εμπορία παλαιών σιδήρων, ενώ το τμήμα 2 χρησιμοποίησε, από κοινού με το Μ.

Κ., ως διάδρομο για την είσοδο στο επίδικο ακίνητο και στο κατάστημά του. Με βάση τα ανωτέρω, εφόσον το προαναφερόμενο προσύμφωνο δεν επέφερε καμία μεταβολή στις εμπράγματες σχέσεις των συμβαλλομένων και επομένως ούτε απώλεια του δικαιώματος της κυριότητας του Μ. Κ. επί του επιδίκου και εφόσον δεν επακολούθησε η υπογραφή της οριστικής σύμβασης, ο Μ.

Κ. - υποσχεθείς την πώληση του επιδίκου - και στη συνέχεια οι διάδοχοί του - ενάγοντες της πρώτης αγωγής - διατήρησαν τη νομή με διάνοια κυρίων επί του επιδίκου, αλλά και πλήρη την εξουσία νομικής και πραγματικής διάθεσής του, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη της παρούσας. Άλλωστε, δεν αποδείχθηκε το στοιχείο της διάνοιας κυρίου στον κάτοχο του επιδίκου Ν.

Κ., ο οποίος είχε πλήρη γνώση ότι κύριος του ακινήτου ήταν ο υποσχεθείς την πώληση και αντισυμβαλλόμενός του Μ. Κ., κατά παραχώρηση του οποίου κατείχε τα προαναφερθέντα τμήματα του επιδίκου δυνάμει της έννομης σχέσης του χρησιδανείου, όπως προεκτέθηκε. Από τότε δε, που ο Ν. Κ. παρέλαβε τη χρήση των τμημάτων του επιδίκου (1964), μέχρι το χρόνο της άσκησης της πρώτης αγωγής (1997), ουδέποτε αμφισβήτησε το δικαίωμα της κυριότητας επί του επιδίκου, αρχικώς του Μ.

Κ. και στη συνέχεια - μετά το θάνατό του - των κληρονόμων του και εναγόντων της πρώτης αγωγής. Άλλωστε, αν ο Ν. Κ. χρησιμοποιούσε το επίδικο ως κύριος και όχι ως κάτοχος, αυτό θα είχε γίνει αμέσως αντιληπτό από τον αρχικό ιδιοκτήτη του και στη συνέχεια από τους παραπάνω κληρονόμους του, οι οποίοι έχοντας πλήρη εποπτεία του επιδίκου θα ήταν λογικό να διαμαρτυρηθούν και να προσφύγουν στα δικαστήρια για την προστασία της ιδιοκτησίας τους.

Τέτοια, όμως, προγενέστερη δικαστική ή εξωδικαστική αντιδικία, με αντικείμενο την κυριότητα του επιδίκου, δεν προέκυψε ότι υπήρξε μεταξύ των διαδίκων.

Συνεπώς, εφόσον η αντιποίηση του δικαιώματος της κυριότητας εκ μέρους του αρχικώς εναγομένου άρχισε κατά το χρόνο αμέσως πριν από την άσκηση της πρώτης αγωγής και εφόσον δεν αποδείχθηκε ότι έλαβε χώρα προγενέστερη αντιποίηση της νομής ή υπέρβαση του δικαιώματος χρήσης του επιδίκου, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η προβληθείσα ένσταση παραγραφής της αγωγής αυτής.

Επομένως, δεν έσφαλε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που απέρριψε την παραπάνω ένσταση, τα όσα δε αντίθετα υποστηρίζει ο εκκαλών, με σχετικό λόγο εφέσεως, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα. Τέλος, από τα ανωτέρω αποδειχθέντα συνάγεται ότι ουδέποτε ο Μ. Κ. και στη συνέχεια οι κληρονόμοι του ανέχθηκαν τη στέρηση της ιδιοκτησίας τους ούτε υπήρξε εκ μέρους τους μακρά αδράνεια ασκήσεως του δικαιώματος κυριότητάς τους επί του επιδίκου.

Επομένως, η άσκηση του δικαιώματός τους για διεκδίκηση του επιδίκου ακινήτου δεν υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που ορίζονται στη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ. Κατά συνέπεια, είναι απορριπτέα η ένσταση περί καταχρηστικής ασκήσεως της ένδικης διεκδικητικής αγωγής, την οποία προέβαλε πρωτοδίκως με τις προτάσεις του ο αρχικώς εναγόμενος και επαναφέρει ο εκκαλών με σχετικό λόγο εφέσεως, ισχυριζόμενος ότι χρησιμοποιούσε και εκμεταλλευόταν τα προαναφερθέντα τμήματα του επιδίκου επί μακρό χρονικό διάστημα, χωρίς να υπάρξει διαμαρτυρία εκ μέρους του ιδιοκτήτη και στη συνέχεια των κληρονόμων του, έτσι ώστε δημιουργήθηκε σ' αυτόν η εύλογη πεποίθηση ότι τα ως άνω τμήματα είναι δικά του και ότι δεν θα επακολουθούσε ανατροπή της κατάστασης αυτής με την άσκηση του δικαιώματος κυριότητας επ' αυτών.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, έπρεπε: α) η υπ' αριθμ. εκθέσεως καταθέσεως 642/1997 αγωγή να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν και να αναγνωριστούν οι ενάγοντες συγκύριοι του επιδίκου, κατά ποσοστό 2/8 εξ αδιαιρέτου η πρώτη και κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου έκαστος των δευτέρου και τρίτου εξ αυτών, να υποχρεωθεί δε ο εναγόμενος να τους το αποδώσει και β) η υπ' αριθμ.

εκθέσεως καταθέσεως 110/1998 αγωγή να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, εφόσον δεν αποδείχθηκε η με διάνοια κυρίου δεκαπενταετής, πριν από την άσκηση της αγωγής, νομή επί του επιδίκου εκ μέρους του ενάγοντος.

Συνεπώς, η εκκαλουμένη, η οποία όμοια έκρινε, δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ούτε εκτίμησε κακώς τις αποδείξεις, τα αντίθετα δε υποστηριζόμενα με τους λόγους της εφέσεως κρίνονται αβάσιμα. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η έφεση στο σύνολό της ως αβάσιμη κατ' ουσίαν.". Ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.

Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κτλ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολογήσεως εκάστου ή της διακρίσεως από ποιά αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποιά έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 του Κ.Πολ.Δ., υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως (Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 25/2023).

Εξάλλου, δεν επιβάλλεται από κάποια διάταξη νόμου η ειδική μνεία και η χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει, κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος. Περαιτέρω, δεν συνάγεται ότι δεν έχει ληφθεί υπόψη έγγραφο από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται στην πληττόμενη απόφαση όλα τα έγγραφα, εκτός από εκείνο στο οποίο αναφέρεται η αναιρετική αιτίαση (Ολ.Α.Π. 8/2016, Ολ.Α.Π. 2/2008, Α.Π. 25/2023, Α.Π. 136/2022, Α.Π. 83/2021, Α.Π. 50/2020).

Έτι περαιτέρω, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 561§1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 889/2020, Α.Π. 498/2018, Α.Π. 208/2018).

Για την πληρότητα αυτού του αναιρετικού λόγου, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο: α) Το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο, που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) ότι ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε το αποδεικτικό αυτό μέσο στο δικαστήριο της ουσίας, γ) ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, του οποίου αυτό προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του, ώστε να είναι δυνατό να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού, δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου, και ε) ο νόμιμος τρόπος, που αυτό προσκομίσθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (Ολ.Α.Π. 1990/1982, Α.Π. 1185/2022, Α.Π. 1277/2019, A.Π. 1091/2019, Α.Π. 1185/2010).

Τέλος, για τον έλεγχο της ουσιαστικής βασιμότητας του αναιρετικού αυτού λόγου είναι αναγκαία η προσκομιδή των αποδεικτικών μέσων, τα οποία αφορά η εν λόγω αναιρετική αιτίαση, προκειμένου να διακριβωθεί το επικαλούμενο περιεχόμενο αυτών, με βάση το οποίο θα ελεγχθεί η λήψη ή η μη λήψη τους από το δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 1252/2022, Α.Π. 681/2022, Α.Π. 342/2020, Α.Π. 388/2018, ΑΠ 12/2015), ενώ ο λόγος αυτός (από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ' του Κ.Πολ.Δ.) πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για σφάλματα, τα οποία έχουν γίνει κατά την έρευνα της αλήθειας ή όχι των πραγματικών περιστατικών, δηλαδή τα σφάλματα αυτά αναφέρονται στα αποδεικτικά στοιχεία με βάση τα οποία καταστρώνεται η ελάσσων πρόταση του νομικού συλλογισμού.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναιρέσεως δεν μπορεί να ιδρυθεί όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει την αγωγή ή την ένσταση ως αόριστη ή νόμω αβάσιμη ή δεν εισέρχεται στην αποδεικτική διαδικασία, αφού, στις περιπτώσεις αυτές, το δικαστήριο της ουσίας δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (Α.Π. 1409/2018, Α.Π. 663/2017, Α.Π. 481/1991).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. και, τούτο, διότι το εκδώσαν αυτή (προσβαλλόμενη απόφαση) δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του το υπ' αριθμ. ....1964 συμβόλαιο καταρτίσεως προσυμφώνου συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας (το οποίο εσφαλμένως αναφέρεται στο αναιρετήριο με τον αριθμό ....1964), καίτοι τούτο είχε νομίμως προσκομισθεί, μετά προηγηθείσα νόμιμη επίκληση, στο οποίο ο δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντος συμβλήθηκε ισοτίμως με τον τιτλούχο πωλητή, όντας νομέας του επιδίκου από δε το γεγονός αυτό συνάγεται ότι σε αυτόν (δικαιοπάροχο του αναιρεσείοντος) είχε ήδη μεταβιβασθεί η νομή του επιδίκου.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος ως αόριστος και, τούτο, διότι δεν παρατίθεται, εν συντομία έστω, το περιεχόμενο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, του αναιρεσείοντος αρκουμένου να αναφέρει το κατ' αυτόν (αναιρεσείοντα) εξαγόμενο συμπέρασμα (συνυπογραφή του συμβολαιογραφικού εγγράφου με την ιδιότητα του ισοτίμου με τον τιτλούχο υπογραφέα).

Αλλά και υπό την επιεική εκδοχή ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι ορισμένος, τόσο από την σχετική διαβεβαίωση του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου ("Στην προκειμένη περίπτωση, από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, που εξετάστηκαν ενώπιον των Εισηγητών Δικαστών και περιλαμβάνονται στις υπ' αριθμ. 25/2006 και 26/2009 εισηγητικές εκθέσεις, από τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα, καθώς και από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες φωτογραφίες του επιδίκου (άρθρ. 444 αρ. 3, 448 § 2, 457 του ΚΠολΔ), η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητείται, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: ...." ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα επικληθέντα και νομίμως προσκομισθέντα έγγραφα για την κατάρτιση της ελάσσονος προτάσεως της αποφάσεώς του, όσο και από την ανάγνωση του κειμένου της αυτής αποφάσεως δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη του το ανωτέρω έγγραφο χωρίς, βεβαίως, να δώσει σ' αυτό την αποδεικτική αξία που του προσδίδει ο αναιρεσείων.

Κατά το άρθρο 281 του Α.Κ. "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.". Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (Oλ.Α.Π. 17/1995, Α.Π. 1229/2022).

Αντικειμενική καλή πίστη είναι η ευθύτητα και εντιμότητα που υπαγορεύονται σε κάθε άνθρωπο από τις ανάγκες της κοινωνικής συμβιώσεως, ενώ χρηστά ήθη αποτελούν τα κριτήρια της κοινωνικής ηθικής που κρατούν κατά τη γενική αντίληψη των εντίμων και συνετών ανθρώπων. Κοινωνικοοικονομικός δε σκοπός του ιδιωτικού δικαιώματος είναι το όριο που ενυπάρχει στο δικαίωμα από την ανάγκη διαφυλάξεως του γενικοτέρου συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου.

Τα αξιολογικά αυτά κριτήρια θέτουν φραγμό στην ιδιοτελή άσκηση του δικαιώματος, εφόσον αυτή έρχεται σε προφανή, δηλαδή, πρόδηλη και αναμφισβήτητη, αντίθεση προς αυτά (Α.Π. 1229/2022, Α.Π. 524/2020, Α.Π. 1723/2017, Α.Π. 615/1994, Α.Π. 641/2013).

Περαιτέρω, η κατάχρηση μπορεί ιδίως να οφείλεται α) σε κακοβουλία, όπως όταν ο δικαιούχος ενεργεί από κακότητα, χωρίς εύλογο όφελος, β) σε ανακολουθία, όπως όταν ο δικαιούχος δημιούργησε με τη συμπεριφορά του τη δικαιολογημένη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του, εκ των υστέρων δε διαψεύδει την εμπιστοσύνη που με τη διαγωγή του είχε παραγάγει και γ) σε αποδυνάμωση, όπως όταν ο δικαιούχος αδράνησε επί μεγάλο χρονικό διάστημα, ώστε ο υπόχρεος ευλόγως αποκόμισε την πεποίθηση ότι το δικαίωμα δεν επρόκειτο να ασκηθεί, η δε εκ των υστέρων άσκησή του συνεπάγεται επαχθείς επιπτώσεις για τον υπόχρεο (Α.Π. 472/2020, Α.Π. 95/2020, Α.Π. 1270/1994).

Τέλος, η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε μπορεί να συνίσταται σε θετική πράξη ή παράλειψή του, καταχρηστική δε άσκηση του δικαιώματος υφίσταται όχι μόνο στην περίπτωση αδρανείας του δικαιούχου να ασκήσει το δικαίωμά του, η οποία, εάν συνοδεύεται και από άλλες περιστάσεις, μπορεί να θεμελιώσει την ένσταση καταχρηστικότητας υπό την ειδικότερη μορφή της αποδυναμώσεως του δικαιώματος (Oλ.Α.Π. 7/2002), αλλά και στην περίπτωση που η μεταβολή της προηγούμενης συμπεριφοράς του δικαιούχου, που είχε δημιουργήσει στον προσβολέα την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκήσει αυτός το δικαίωμά του και είχε συντελέσει στην ενέργεια πράξεων από εκείνον που αποκρούει το δικαίωμα και στη δημιουργία ορισμένης πραγματικής καταστάσεως, είναι αδικαιολόγητη και μη αναμενόμενη, η λόγω δε της μεταβολής της συμπεριφοράς αυτής άσκηση του δικαιώματος, επιφέρει ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε, με επαχθείς, αν και όχι κατ' ανάγκην αφόρητες ή υπέρμετρα επαχθείς συνέπειες, για την αποτροπή των οποίων, με γνώμονα την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη ή τον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος, να παρίσταται επιβεβλημένη η θυσία του (Ολ.Α.Π. 8/2018, Ολ.Α.Π. 8/2001, Α.Π. 1199/2012, Α.Π. 263/2007).

Περαιτέρω, ατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1α του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε, δηλαδή, έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφήρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφήρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφήρμοσε εσφαλμένα (Ολ.Α.Π. 6/2017, Ολ.Α.Π. 7/2006).

Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υποθέσεως, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στον νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν ήσαν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφήρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 4/2018).

Με τον λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, η ένσταση κτλ ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Α.Π. 1229/2022, Α.Π. 42/2020, Α.Π. 581/2018, Α.Π. 303/2016, Α.Π. 207/2016).

Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, κατά το άρθρο 561§1 του Κ.Πολ.Δ.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93§3 του Συντάγματος 1975/1986/2001/2006/2019, προκύπτει ότι ο συγκεκριμένος λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους.

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561§1 του Κ.Πολ.Δ., εκτός εάν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμά του και, για τον λόγο αυτό, γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της αποφάσεως, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναιρέσεως ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικώς επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναιρέσεως είναι απαράδεκτος (Ολ.Α.Π. 2/2022, Ολ.Α.Π. 2/2019, Ολ.Α.Π. 1/1999).

Για την πληρότητα των άνω λόγων πρέπει με σαφήνεια να αναφέρονται στο αναιρετήριο: 1) Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, και μάλιστα ενάριθμα (Ολ.Α.Π. 32/1996, Α.Π. 24/2021), αφού παγίως γίνεται δεκτό ότι ο Άρειος Πάγος δεν μπορεί να προβεί στην αυτεπάγγελτη θεμελίωση του σχετικού λόγου, βάσει της αρχής jura novit curia, η οποία δεν εφαρμόζεται στην αναιρετική διαδικασία (Α.Π. 1040/2010), 2) οι πραγματικές διαπιστώσεις (παραδοχές της ελάσσονος προτάσεως) που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για το βάσιμο ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού, ήτοι πρέπει να παρατίθενται με πληρότητα και όχι επιλεκτικά και αποσπασματικά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας 3) ο ουσιώδης αυτοτελής ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κτλ) και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη ή ανεπάρκεια και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της αποφάσεως, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας που εξέδωσε την απόφαση και 4) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή τη μνεία ότι δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία ή, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλειπής αιτιολογία, τα επιπλέον ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να περιέχονται στην απόφαση ή να προσδιορίζει ως προς τι υπάρχει και σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών περιστατικών που έγιναν δεκτά (Ολ ΑΠ 20/2005).

Τέλος, η αοριστία του λόγου αυτού δεν μπορεί να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (Ολ.Α.Π. 57/1990).

Στην προκείμενη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1α' και 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., των πλημμελειών τούτων συνισταμένων στο ότι το εκδώσαν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 281 του Α.Κ., την οποία απέρριψε ως ουσία αβάσιμη. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, και, τούτο, διότι στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι το εκδώσαν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο δέχθηκε στο σκεπτικό του ότι ο δικαιοπάροχος του αναιρεσείοντος, Ν. Κ., είχε εγκατασταθεί στα επίδικα ως νομέας, με τη σύμφωνη γνώμη του δικαιοπαρόχου των αναιρεσιβλήτων, Μ. Κ., παραδοχή ωστόσο, ποου δεν υπάρχει στην προσβαλλομένη, η δε ιδιότητα ή μη του νομέα στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος ήταν ζητουμένη και όχι δεδομένη.

Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες από τους αριθμούς 1α' και 11γ' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενες στο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο αφενός μεν δεν έλαβε υπόψη του το συμβολαιογραφικό έγγραφο που αναφέρεται στον πρώτο λόγο αναιρέσεως, αφετέρου δε εσφαλμένα ερμήνευσε το άρθρο 166 του Α.Κ..

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως κατά μεν το σκέλος του που επιχειρείται να στηριχθεί στον αριθμό 1α' του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος, λόγω αοριστίας, εφόσον στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται το νομικό σφάλμα, δηλαδή που ακριβώς εντοπίζεται η παράβαση κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή του ανωτέρω κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, κατά δε το σκέλος του που επιχειρείται να στηριχθεί στον αριθμό 11γ' του αυτού άρθρου του Κ.Πολ.Δ.

προσήκουν όσα ανωτέρω σημειώθηκαν για τον πρώτο λόγο αναιρέσεως. Κατόπιν αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, πρέπει η αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί. Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρο 495§3 εδάφ.

ε' του Κ.Πολ.Δ.). Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος των αναιρεσιβλήτων, ο αναιρεσείων, στα δικαστικά έξοδα αυτών (αναιρεσιβλήτων), λόγω της ήττας του, συμφώνως προς τις προβλέψεις των άρθρων 176, 183, 189§1 και 191§2 του Κ.Πολ.Δ., κατά τα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28.04.2014 αίτηση της Ι. Κ. του Ι. για αναίρεση της υπ' 145/06.07.2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων.

Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των καταθεσάντων προτάσεις αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700,00€).

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Σεπτεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Σεπτεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης, και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου