Legislator Case Law & Legislation
1301/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in labor dispute, ruling new grounds inadmissible and refunding security deposit.

Case Number 1301/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a labor court decision regarding wrongful dismissal compensation. The appellant attempted to introduce a new ground for invalidating the employment contract termination via the appeal, which the court found inadmissible as it constituted an impermissible change of the original lawsuit's basis. Consequently, the court ordered the refund of the security deposit paid for the appeal and condemned the appellant to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 224, 526, 281 of the Code of Civil Procedure; Article 495 of the Code of Civil Procedure: An appeal cannot introduce new grounds or bases for the lawsuit that were not presented in the initial complaint, rendering such an appeal inadmissible on that basis.

Keywords

AI generated
labor dispute invalidation of contract new grounds appeal impermissible change security deposit refund legal costs admissibility

Cited Legislation

AI generated
Article 224 of the Code of Civil Procedure
Article 526 of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1301 / 2022 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1301/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Mαρία Σιμιτσή - Βετούλα, Αριστείδη Βαγγελάτο - Εισηγητή, Κωνσταντίνα Νάκου και Νικόλαο Πουλάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Απριλίου 2022, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αιμιλία Αλεξοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., η oποία κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Παναγιώτα Πετρόγλου, η oποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13/10/2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1631/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 6394/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14/5/2021 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου της στη δικαστική δαπάνη της.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (Α 87) και όπως το πρώτο εδάφιο της παρ.3 αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου 35 του Ν.4446/2016 (ΦΕΚ Α 240), προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την περίπτωση της αναίρεσης κατά απόφασης Εφετείου, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο.

Σύμφωνα όμως με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει, μεταξύ των άλλων, και για τις διαφορές του άρθρου 614 αριθ. 3 (εργατικές διαφορές). Στη προκειμένη περίπτωση κατά την κατάθεση της ένδικης από 14 Μαΐου 2021 με αριθ. καταθ. 3207/438/14.5.2021 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 6394/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που έκρινε επί υπόθεσης με αντικείμενο εργατική διαφορά μεταξύ των διαδίκων, ο αναιρεσείων προέβη στην επισύναψη του υπ' αριθ. .../2021 ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την άσκηση της αναίρεσης.

Η ως άνω διαφορά, όμως, ως εργατική, απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και κατά συνέπεια το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στον αναιρεσείοντα, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της ως άνω αίτησης (ΑΕΔ 3, 4/2014, ΑΠ 484/2019).

Με τη διάταξη του άρθρου 564 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης. Κατά την έννοια της εν λόγω διάταξης, η οριζόμενη από αυτήν τριακονθήμερη προθεσμία αρχίζει από την επομένη ημέρα της επίδοσης της απόφασης, καθόσον με τη διάταξη αυτή καθορίζεται απλώς η διάρκεια της προθεσμίας και το γεγονός που την κινεί, ενώ ο τρόπος υπολογισμού της προθεσμίας ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 144 παρ.1 του ΚΠολΔ, κατά την οποία οι προθεσμίες που ορίζονται από το νόμο αρχίζουν από την επομένη ημέρα μετά την επίδοση του σχετικού εγγράφου (ΑΠ 951/2019, ΑΠ 124/2013).

Εξάλλου κατά την παρ.1 του άρθρου 83 του Ν. 4790/2021 (ΦΕΚ Α' 48/31.03.2021) ορίζεται ότι "Το χρονικό διάστημα από τις 7.11.2020 έως και την ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και των εισαγγελιών της χώρας, δυνάμει της κοινής υπουργικής απόφασης του άρθρου 11 της από 11.3.2020 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 55), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 2 του ν. 4682/2020 (Α 76), δεν υπολογίζεται στις νόμιμες και δικαστικές προθεσμίες για τη διενέργεια διαδικαστικών και εξώδικων πράξεων, καθώς και άλλων ενεργειών ενώπιον των δικαστηρίων, συμβολαιογράφων ως υπαλλήλων του πλειστηριασμού, υποθηκοφυλακείων, κτηματολογικών γραφείων και άλλων τρίτων προσώπων, καθώς και στις προθεσμίες παραγραφής των συναφών αξιώσεων.

Μετά τη λήξη του χρονικού διαστήματος του πρώτου εδαφίου, οι προθεσμίες αυτές τρέχουν για όσο χρονικό διάστημα υπολείπεται για να συμπληρωθεί η αντίστοιχη προβλεπόμενη από τον νόμο προθεσμία. Οι προθεσμίες που ανεστάλησαν κατά τα προηγούμενα εδάφια, δεν συμπληρώνονται, εάν δεν παρέλθουν επιπλέον δέκα (10) ημέρες από την προβλεπόμενη λήξη τους" και τέλος κατά την ερμηνευτική διάταξη του άρθρου 25 του Ν 4792/2021 (ΦΕΚ A' 54/09.04.2021) ορίζεται ότι ''Κατά την αληθή έννοια του άρθρου 83 του ν. 4790/2021 (Α 48), ως ημερομηνία λήξης της επιβολής του μέτρου της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των πολιτικών δικαστηρίων της χώρας για τον υπολογισμό των νόμιμων και δικαστικών προθεσμιών, λογίζεται η ημερομηνία άρσης της αναστολής των προθεσμιών, η οποία επήλθε με τη λήξη ισχύος της υπό στοιχεία Δ1α/Γ.Π.οικ.18877/26.3.2021 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών, Ανάπτυξης και Επενδύσεων, Προστασίας του Πολίτη, Εθνικής Άμυνας, Παιδείας και Θρησκευμάτων, Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, Υγείας, Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Πολιτισμού και Αθλητισμού, Δικαιοσύνης, Εσωτερικών, Μετανάστευσης και Ασύλου, Ψηφιακής Διακυβέρνησης, Υποδομών και Μεταφορών, Ναυτιλίας και Νησιωτικής Πολιτικής, Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων και του Υφυπουργού στον Πρωθυπουργό "Έκτακτα μέτρα προστασίας της δημόσιας υγείας από τον κίνδυνο περαιτέρω διασποράς του κορωνοϊού COVID-19 στο σύνολο της Επικράτειας για το διάστημα από τη Δευτέρα 29 Μαρτίου 2021 και ώρα 6:00 έως και τη Δευτέρα, 5 Απριλίου 2021 και ώρα 6:00" (Β` 1194), ήτοι η 6.4.2021.'' Με την κρινόμενη από 14 Μαΐου 2021 με αριθ.

κατάθεσης 3207/438/14.5.2021 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος κατά της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών με αριθ. 6394/20.11.2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, κατόπιν άσκησης της από 19.9.2019 με αριθμ. καταθ. 79857/6226/19.9.2019 έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία με αριθμ. 1631/19.9.2017 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την οριστική του απόφαση δικάζοντας την από 13.10.2016 και με αριθ. κατάθ. 62463/1860/13.10.2016 αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης, με την οποία ο ενάγων ζητούσε να κηρυχθεί άκυρη η από 14.7.2016 καταγγελία της σύμβασης εργασίας του εκ μέρους της εναγομένης και να υποχρεωθεί αυτή να του καταβάλει α) για μισθούς υπερημερίας το ποσό των 8.484,96 ευρώ, β) για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 20.000 ευρώ και γ) επικουρικά για αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 32.397,12 ευρώ, με το νόμιμο τόκο, απέρριψε την αγωγή κατά την επικουρική εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού βάση της ως αόριστη και κατά την κυρία βάση της ως κατ'ουσία αβάσιμη.

Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσία την από της από 19.9.2019 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος. Η ως άνω αναιρεσιβαλλομένη απόφαση επιδόθηκε από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα στις 21.1.2021 όπως προκύπτει από την επισημείωση στο προσκομιζόμενο αντίγραφο αυτής της δικαστικής επιμελητρίας Γ.

Λ.. Σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, λόγω της προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας για το χρονικό διάστημα από 7.11.2020 έως 6.4.2021, η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα στις 14.5.2021 (ημερομηνία κατάθεσής της στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών), δεδομένου ότι η νόμιμη προθεσμία για την άσκησή της, που άρχισε από την επομένη της λήξης του χρονικού διαστήματος προσωρινής αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της Χώρας (7.4.2021) συμπληρωνόταν στις 17.5.2021, αρχικά με την πάροδο της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών του άρθρου 564 παρ.1 του ΚΠολΔ και στη συνέχεια με την πάροδο της επιπλέον προθεσμίας των δέκα (10) ημερών από τη λήξη της ως άνω προθεσμίας των 30 ημερών (άρθρο 83 παρ.1 του Ν. 4790/2021).

Συνακόλουθα η ως άνω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 167, 648, 669 του ΑΚ, 1 και 3 του Ν. 2112/1920, 1, 3 παρ.1, 5 του ΒΔ από 16/7/1920 και 5 του Ν. 3198/1955 συνάγεται ότι καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία, που θεωρείται έγκυρη, όταν γίνει εγγράφως και καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση.

Περαιτέρω, η ακυρότητα της καταγγελίας μπορεί να οφείλεται είτε στη μη τήρηση των ως άνω προϋποθέσεων, είτε στο ότι έγινε με καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος του εργοδότη να καταγγείλει τη σύμβαση, δηλαδή καθ' υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 του ΑΚ, οπότε η καταγγελία είναι άκυρη και θεωρείται σαν να μην έγινε (άρθρο 180 ΑΚ).

Σε περίπτωση ακυρότητας, ο εργοδότης που αρνείται έκτοτε να αποδεχθεί την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία του μισθωτού καθίσταται υπερήμερος και υποχρεούται στην πληρωμή του μισθού του. Ο μισθωτός αντίστοιχα δικαιούται είτε να εμμείνει στην ακυρότητα της καταγγελίας και να αξιώσει κατά το άρθρο 656 ΑΚ τους μισθούς του είτε, ενόψει του ότι η ακυρότητα της καταγγελίας τάσσεται υπέρ αυτού και είναι επομένως σχετική, να θεωρήσει την καταγγελία έγκυρη και να ζητήσει την προβλεπόμενη από το Ν. 2112/1920 ή από το Β.Δ από 16-07-1920 αποζημίωση, δυνάμενος να ενώσει στο δικόγραφο της αγωγής και τα δύο αιτήματα, εφόσον το δεύτερο από αυτά προβάλλει επικουρικά (άρθρο 219 ΚΠολΔ), για την περίπτωση δηλαδή απόρριψης του πρώτου (ΑΠ 749/2020, ΑΠ 785/2017, ΑΠ 429/2016).

Περαιτέρω, στην περίπτωση που ο μισθωτός, θεωρώντας άκυρη την καταγγελία της εργασιακής σύμβασης, εμμείνει στην σύμβαση αυτή, η αξίωσή του για μισθούς υπερημερίας, λόγω της άρνησης του εργοδότη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του (άρθρο 656 ΑΚ), δεν στηρίζεται στην ακυρότητα της καταγγελίας, αλλά στην σύμβαση εργασίας, η οποία αποτελεί και την βάση της σχετικής αγωγής.

Έτσι, ο εργαζόμενος πρέπει να αναφέρει στην αγωγή του την κατάρτιση της σύμβασης, τον συμβατικό ή νόμιμο μισθό και την άρνηση του εργοδότη να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες του, ενώ δεν απαιτείται αναφορά στην καταγγελία και την ακυρότητά της. Αν ο εργοδότης κατά την συζήτηση της αγωγής επικαλεσθεί κατ' ένσταση την καταγγελία της σύμβασης, ο ισχυρισμός του μισθωτού για την ακυρότητα αυτής (για οποιονδήποτε λόγο) αποτελεί αντένσταση, η οποία μπορεί να προταθεί με τις προτάσεις της συζήτησης στον πρώτο βαθμό ή ακόμη και στον δεύτερο βαθμό, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 527 του ΚΠολΔ, ενώ εξάλλου ο μισθωτός έχει την δυνατότητα να επικαλεσθεί την ακυρότητα της καταγγελίας και τους λόγους που την θεμελιώνουν ήδη με το δικόγραφο της αγωγής (καθ' υποφοράν), να προβάλει δηλαδή εκ προοιμίου την αντένσταση αυτή κατά της τυχόν ένστασης του εργοδότη για καταγγελία της σύμβασης.

Κατά συνέπεια, εφόσον και στην περίπτωση αυτή η ακυρότητα της καταγγελίας δεν αποτελεί στοιχείο της βάσης της αγωγής, ο εργαζόμενος ενάγων έχει την δυνατότητα να συμπληρώσει και να βελτιώσει τον ισχυρισμό του για ακυρότητα της καταγγελίας, επικαλούμενος, κατά την συζήτηση της υπόθεσης στον πρώτο ή στον δεύτερο βαθμό (με τις προϋποθέσεις πάντοτε του άρθρου 527 ΚΠολΔ), νέους λόγους (περιστατικά) ακυρότητας ή διαφορετικούς απ' αυτούς που περιέχονται στην αγωγή.

Εάν, όμως, ο εργαζόμενος περιλάβει την αγωγή του και αυτοτελές αίτημα (κατ' άρθρο 70 ΚΠολΔ) αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας, τότε οφείλει να εκθέσει στο εισαγωγικό δικόγραφο με σαφήνεια και πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ακυρότητα, τα οποία αποτελούν στοιχεία της βάσης αυτής της αγωγής, που στηρίζουν το αντίστοιχο αίτημα (για αναγνώριση της ακυρότητας), χωρίς να είναι δυνατή μεταγενέστερη, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης με τις επ' αυτής προτάσεις ή, κατά μείζονα λόγο, με την μετά την συζήτηση προσθήκη και αντίκρουση ή ενώπιον του Εφετείου, συμπλήρωση ή βελτίωση του σχετικού ισχυρισμού (περί ακυρότητας της καταγγελίας, της βάσης δηλ.

της αγωγής) με επίκληση και νέων λόγων ακυρότητας, διότι έτσι μεταβάλλεται ανεπίτρεπτα κατ' άρθρο 224 του ΚΠολΔ η βάση της αγωγής (ΑΠ 749/2020, ΑΠ 750/2020 ΑΠ 179/2016, ΑΠ 460/2013). Περαιτέρω, με το άρθρο 5 παρ.1 του Ν. 2112/1920 ορίζεται ότι "Δύναται ο εργοδότης να καταγγείλει την σύμβασιν άνευ τηρήσεως προθεσμίας τινός, εάν εναντίον του υπαλλήλου υπεβλήθη μήνυσις δι' αξιόποινον πράξιν, διαπραχθείσαν εν τη εξασκήσει της υπηρεσίας του ή απηγγέλθη κατ` αυτού κατηγορία δι` αδίκημα εν γένει φέρον χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος", με την παρ.2 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι "Υπάλληλος απαλλαγείς διά βουλεύματος ή δικαστικής αποφάσεως των ως άνω κατηγοριών, δικαιούται να ζητήσει την κατά το άρθρον 3 αποζημίωσιν", με το άρθρο 6 παρ.2 του Β.Δ/τος 16/18.7.1920 ορίζεται ότι "Δύναται ωσαύτως να καταγγελθεί άνευ προθεσμίας η σύμβασις, εάν εναντίον εργάτου ή υπηρέτου υπεβλήθη μήνυσις δι' αξιόποινον πράξιν εν τη εκτελέσει της εργασίας ή απηγγέλθη κατ` αυτού κατηγορία δι` αδίκημα εν γένει φέρον χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος.

Εάν ο εργάτης ή υπηρέτης απηλλάγη έστω και δια βουλεύματος δικαιούται να ζητήσει την κατ' άρθρο 3 αποζημίωσιν" και τέλος με το άρθρο 7 του Ν. 3198/1955 ορίζεται ότι "Αι διατάξεις του παρόντος δεν εφαρμόζονται επί μισθωτών απολυομένων συνεπεία υποβολής κατ' αυτών μηνύσεως, συμφώνως προς τα υπό της παρ.1 του άρθρου 5 του ν. 2112 ή της παρ.1 του άρθρου 6 του β.δ της 16/18 Ιουλίου 1920 οριζόμενα.

Εάν, όμως, επακολουθήσει απαλλαγή του μισθωτού δια βουλεύματος ή δικαστικής αποφάσεως, αι διατάξεις του παρόντος έχουσι εφαρμογήν και επ` αυτού από της εις τον εργοδότην κοινοποιήσεως υπό του ενδιαφερομένου του απαλλακτικού βουλεύματος ή της αποφάσεως". Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι μπορεί ο εργοδότης να καταγγείλει χωρίς προμήνυση τη σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου αν κατά του μισθωτού υποβλήθηκε μήνυση για αξιόποινη πράξη η οποία διαπράχθηκε κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του ή απαγγέλθηκε κατ' αυτού κατηγορία για αδίκημα που φέρει χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος.

Απαραίτητη προϋπόθεση για το κύρος της ως άνω καταγγελίας είναι η υποβολή της μήνυσης ή η απαγγελία της κατηγορίας να έχει ήδη γίνει πριν από την καταγγελία. Η αξιόποινη πράξη για την οποία υποβλήθηκε μήνυση πρέπει να έχει σχέση με την εκτέλεση της υπηρεσίας, διότι αν είναι άσχετη και απαγγέλθηκε κατά του εργαζόμενου κατηγορία, πρέπει να έχει το χαρακτήρα τουλάχιστον πλημμελήματος.

Εάν επακολουθήσει απαλλαγή με βούλευμα ή δικαστική απόφαση, το κύρος της καταγγελίας κατ' αρχήν δεν επηρεάζεται, αλλά ο εργαζόμενος αποκτά δικαίωμα να απαιτήσει την αποζημίωση για τη λύση της σύμβασης. Και μόνο εάν ο εργοδότης παραλείψει την καταβολή της αποζημίωσης μέσα σε εύλογο χρόνο από την προς αυτόν κοινοποίηση του απαλλακτικού βουλεύματος ή της δικαστικής απόφασης, επέρχεται εκ των υστέρων ακυρότητα της καταγγελίας και αυτός καθίσταται υπερήμερος ως εργοδότης.

Η καταγγελία της αορίστου χρόνου εργασιακής σύμβασης για τον πιο πάνω λόγο της αξιόποινης συμπεριφοράς του μισθωτού δεν υπόκειται στις διατυπώσεις του Ν. 3198/1955, ούτε προσκρούει στις διατάξεις του άρθρου 281 του ΑΚ, εκτός αν στην πραγματικότητα η καταγγελία της παραπάνω εργασιακής σύμβασης έγινε για λόγους που εμπίπτουν στις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ (όπως όταν η μήνυση υποβλήθηκε επίτηδες παρά το αβάσιμο της κατηγορίας και ήταν έτσι ψευδής και προσχηματική και έγινε από εκδίκηση ή εχθρότητα προς το μισθωτό ή για καταστρατήγηση των νομίμων δικαιωμάτων του), οπότε η απόλυση είναι άκυρη από τον ανεξάρτητο αυτό λόγο (ΑΠ 725/2020, ΑΠ 1340/2018, ΑΠ 930/2017, ΑΠ 444/2016).

Αν ο απολυθείς μισθωτός απηλλάγη με βούλευμα ή δικαστική απόφαση για λόγο που δεν αφορά την ουσία της υπόθεσης, το υποστατό ή μη της κατηγορίας εξετάζεται παρεμπιπτόντως από το αρμόδιο πολιτικό δικαστήριο που δικάζει επί της σχετικής απαίτησης του μισθωτού (ΑΠ 444/2016, ΑΠ 1214/2004). Εξάλλου, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 του Ν. 4842/2021 (ΦΕΚ Α 190), και εφαρμόζεται και επί εκκρεμών ενδίκων μέσων, κατ' άρθρο 116 παρ.2 εδ.β του ως άνω νόμου, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο τη ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, αν δεν συντρέχει μία από στην ως άνω διάταξη εξαιρετικές περιπτώσεις, είχε προταθεί νομίμως στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπ' όψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας (Ολ.ΑΠ 43/1990, ΑΠ 911/2019, ΑΠ 179/2019).

Ειδικότερα αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρο 240 του ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρο 527 του ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 309/2020, ΑΠ 720/2019, ΑΠ 109/2019, ΑΠ 159/2018 ΑΠ 605/2015, ΑΠ 354/2011).

Εάν τα ανωτέρω δεν παρατίθενται στο αναιρετήριο, ο σχετικός αναιρετικός λόγος είναι αόριστος και κατά συνέπεια απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 309/2020, ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 199/2017, ΑΠ 132/2016). Το απαράδεκτο αυτό αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης (ΑΠ 216/2019, ΑΠ 1059/2017). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΑΠ 1044/2020).

Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει αιτιολογία ή έχει ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Η διάταξη αυτή αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει δε από αυτήν ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 308/2020).

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ως ζητήματα επί των οποίων η απουσία πλήρους αιτιολογίας ή η ύπαρξη ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών ιδρύει το λόγο αυτό αναίρεσης, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε ως επιθετικό ή αμυντικό μέσο.

Έτσι, για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός πρέπει ο ισχυρισμός να έχει προταθεί ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση κατά τρόπο παραδεκτό και ορισμένο, να είναι νόμιμος και να ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 1106/2020, ΑΠ 450/2019, ΑΠ 2186/2007). Από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης που επισκοπούνται για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής :

Με την από 13-10-2016 με αριθ. καταθ. 62463/1860/2016 αγωγή ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εξέθετε ότι δυνάμει σύμβασης εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προσλήφθηκε στις 23.4.1990 από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία, η οποία δραστηριοποιείται στον τομέα παροχής ιατρικών υπηρεσιών, προκειμένου να προσφέρει την εργασία του με την ειδικότητα του υπαλλήλου νοσηλευτή, υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης με πενθήμερο ωράριο, έναντι αποδοχών, οι οποίες κατά τον μήνα Ιούλιο του έτους 2016, ανέρχονταν στο ποσό των 1.542,72 ευρώ.

Ότι στις 14-7-2016 η εναγομένη ανώνυμη εταιρεία προέβη σε άτακτη έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου στην οποία αναγραφόταν ότι δεν του καταβάλλεται αποζημίωση απόλυσης λόγω υποβολής εκ μέρους της μήνυσης σε βάρος του. Ότι ειδικότερα η εναγόμενη υπέβαλε ενώπιον της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών σε βάρος του την από 12-7-2016 και με ΑΒΜ Δ/2016/1637 έγκληση για το αδίκημα της δυσφήμησης ανώνυμης εταιρείας που, κατά τα εκτιθέμενα σ'αυτή, φέρεται ότι τέλεσε ενώπιον τρίτων επισκεπτών, ασθενών και εργαζομένων, στις 19-6-2016, ημερομηνία κατά την οποία δεν βρισκόταν σε υπηρεσία, όταν μετέβη σε ώρα επισκεπτηρίου στη νοσηλευτική στάση της μονάδας εντατικής θεραπείας (ΜΕΘ) της εναγομένης, όπου νοσηλευόταν εκεί ασθενής, τον οποίο κατά το παρελθόν περιποιούταν κατ' οίκον, προκειμένου να ρωτήσει για την πορεία της υγείας αυτού και ότι, προέβη ενώπιον τρίτων, επισκεπτών, ασθενών και των ως άνω εργαζομένων, σε χαρακτηρισμούς συκοφαντικούς για την εναγομένη εταιρεία, αλλά και για το υπηρετούν σε αυτήν, ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, αναφορικά με την ιατροφαρμακευτική περίθαλψη του ανωτέρω ασθενούς.

Ότι η ως άνω καταγγελία της σύμβασης εργασίας του είναι άκυρη ως καταχρηστική καθότι πραγματοποιήθηκε αντίθετα προς την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, καθότι η πιο πάνω φερόμενη σε βάρος του κατηγορία για τη διάπραξη του πλημμελήματος της δυσφήμησης της εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας είναι αβάσιμη και ψευδής και ότι η εναγόμενη, αν και γνώριζε το ψευδές της κατηγορίας, έχουσα προαποφασίσει την απόλυσή του, πριν την υποβολή της ανωτέρω έγκλησης, ανέμενε την κατάλληλη ευκαιρία για να την πραγματοποιήσει χωρίς να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση.

Ότι η εναγόμενη λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του οφείλει σ'αυτόν για μισθούς υπερημερίας για το διάστημα από 15.7.2016 έως 31.12.2016 το συνολικό ποσό των 8.484,96 ευρώ και επικουρικά σε περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του δεν ήταν άκυρη ως καταχρηστική και ότι λύθηκε έγκυρα στις 14.7.2016 οφείλει να του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης ύψους 32.397,12 ευρώ (1.542,72 ευρώ Χ 18 μήνες + 1/6 αναλογία επιδομάτων εορτών και αδείας).

Ότι επιπρόσθετα για τους σ'αυτή εκτιθέμενους λόγους υπέστη ηθική βλάβη και πρέπει να του επιδικασθεί ως χρηματική ικανοποίηση το ποσό των 20.000 ευρώ. Ζητούσε δε α) να αναγνωριστεί η ακυρότητα της από 14-7-2016 έγγραφης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, β) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει για μισθούς υπερημερίας το ποσό των 8.484,96 ευρώ και επικουρικά να του καταβάλει το ως άνω ποσό με τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, με το νόμιμο τόκο, γ) να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης το ποσό των 20.000 ευρώ με το νόμιμο τόκο, δ) άλλως και όλως επικουρικώς, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει ως νόμιμη αποζημίωση απόλυσης το ποσό των 32.397,12 ευρώ, με το νόμιμο τόκο.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, όπως προεκτέθηκε, με την με αριθ. 1631/2017 οριστική του απόφαση απέρριψε την αγωγή ως προς την επικουρική εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού βάση της ως αόριστη και ως προς την κυρία βάση της ως κατ'ουσία αβάσιμη. Επί της από 19.9.2019 με αριθμ. 79857/6226/19.9.2019 έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος εκδόθηκε η προβαλλόμενη με αριθμ. 6394/2020 απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου η οποία κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος δέχθηκε τα εξής : "...Δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ο ενάγων και νυν εκκαλών (ήδη αναιρεσείων), προσελήφθη στις 23-4-1990 από την εναγομένη και νυν εφεσίβλητη εταιρεία (ήδη αναιρεσίβλητη), δραστηριοποιούμενη στον τομέα παροχής ιατρικών υπηρεσιών, προκειμένου να απασχοληθεί σε αυτήν υπό την ειδικότητα του υπαλλήλου-νοσηλευτή, και δη υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης έναντι αποδοχών, οι οποίες κατά το μήνα Ιούλιο του έτους 2016 ανέρχονταν στο ποσό των 1.542,72 ευρώ.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι, η επί τουλάχιστον 26 συναπτά έτη συνεργασία των διαδίκων μερών, υπήρξε εν γένει αγαστή και εύρυθμη, γεγονός άλλωστε που ουδόλως αμφισβητείται από την ίδια την εναγομένη εταιρεία. Ωστόσο, στις 19-6-2016, ημέρα Κυριακή, ο ενάγων, ο οποίος ήταν εκτός υπηρεσίας, καθόσον είχε λάβει πενθήμερη αναρρωτική άδεια, ήτοι από 17-6-2016 έως και 21-6-2016, μετέβη κατά την ώρα του επισκεπτηρίου, στη νοσηλευτική στάση της ΜΕΘ της εναγομένης, όπου νοσηλευόταν ασθενής, τον οποίο κατά το παρελθόν ο ενάγων περιποιείτο και κατ' οίκον, προκειμένου να ενημερωθεί για την πορεία της κλινικής κατάστασης αυτού, από τους εκείνη την ώρα υπηρεσίας, ευρισκόμενους στο σημείο ετέρους νοσηλευτές, και συγκεκριμένα τους Β.

Γ., Θ. Κ. και Σ. Μ.. Ακολούθως, και αφού προηγουμένως, ο ανωτέρω νοσηλευτής Β.ς Γ. γνωστοποίησε στον ενάγοντα την εξέλιξη της υγείας του εν λόγω ασθενούς και την αναλόγως αυτής εφαρμοσθησόμενη ιατρική μέθοδο (αποσωλήνωσης ή τραχειοτομής/ τραχειοστομίας), ο εναγών εξεμάνη και προέβη ενώπιον τρίτων και εις επήκοον τούτων, συμπεριλαμβανομένου σε αυτούς, μεταξύ άλλων, και του υιού του ίδιου ως άνω ασθενούς, ο οποίος παρευρίσκετο στη ΜΕΘ εν ώρα επισκεπτηρίου, σε χαρακτηρισμούς συκοφαντικούς για την εναγομένη εταιρεία, καθώς επίσης για το υπηρετούν σε αυτήν ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, αναφορικώς με την έως εκείνη τη χρονική στιγμή (19-6-2016) ακολουθηθείσα ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, ενώ παράλληλα, προέβη, αν και στερείται της ιδιότητας του θεράποντος ιατρού του εν λόγω ασθενούς, σε υποδείξεις για τις δέουσες θεραπευτικές μεθόδους, με αποτέλεσμα να λάβει χώρα έντονο επεισόδιο, την αποτροπή του οποίου επεχείρησαν οι ως άνω έτεροι τρεις νοσηλευτές, οι οποίοι ως αυτόπτες και αυτήκοοι μάρτυρες, επιβεβαίωσαν τούτο, στις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις τους.

Εν συνεχεία δε, και εντός ευλόγου χρόνου, ήτοι στις 12-7-2016 η εναγομένη εταιρεία, νομίμως εκπροσωπούμενη, υπέβαλε σε βάρος του ενάγοντος έγκληση ενώπιον του αρμοδίου Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών Αθηνών για το πλημμέλημα της δυσφήμησης ανώνυμης εταιρείας (άρθ. 364 ΠΚ), όπου ο ίδιος φέρεται ότι τέλεσε ευρισκόμενος μεν εκτός υπηρεσίας, πλην όμως, η τέλεση της πράξεως αυτής, προδήλως επηρεάζει δυσμενώς την περαιτέρω εύρυθμη λειτουργία της ένδικης εργασιακής σχέσης και την απορρέουσα από αυτήν σχέση εμπιστοσύνης (βλ...).

Η προαναφερόμενη έγκληση της εναγομένης εταιρείας κατά του ενάγοντος, έλαβε ΑΒΜ Δ2016/1637 και ΕΓ 154/2017/216, χρεώθηκε δε στις 3-5-2017 σε Εισαγγελικό Λειτουργό προς περαιτέρω επεξεργασία, ακολούθως δε ο ενάγων υπέβαλε το από 24-1-2017 υπόμνημα παροχής εξηγήσεων μετά των συνημμένων σε αυτό εγγράφων, κατά τη διενέργεια προκαταρκτικής εξετάσεως και χωρίς να έχει ασκηθεί σε βάρος αυτού ποινική δίωξη για την ως άνω πράξη.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη εταιρεία, σε συνέχεια της ανωτέρω υποβληθείσας εγκλήσεως, προέβη στην από 14-7-2016 έγγραφη καταγγελία της ένδικης σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, μη υποχρεούμενη, ωστόσο, σε καταβολή αποζημίωσης απόλυσης (λόγω της ως άνω υποβληθείσας εγκλήσεως), ο δε ενάγων, αν και υπέγραψε ανεπιφυλάκτως την ως άνω καταγγελία, προσέφυγε στις 15-7-2016 στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας, καταγγέλλοντας την εναγομένη για παράνομη και καταχρηστική εκ μέρους της καταγγελία της ένδικης σύμβασης εργασίας, και δη προσχηματική, με σκοπό την αποφυγή καταβολής της υψηλής αποζημίωσης απόλυσης, την οποία δικαιούται κατά νόμο και διεκδικεί (επικουρικώς) με την υπό κρίση αγωγή.

Στο σημείο αυτό, πρέπει να επισημανθεί ότι η εναγομένη εταιρεία, με την προαναφερόμενη έγκλησή της, επεδίωξε την άσκηση ποινικής διώξεως κατά του ενάγοντος (μηνυόμενου), για το αδίκημα της δυσφημήσεως ανώνυμης εταιρείας, πράξη που προβλέπετο και τιμωρείτο από τις διατάξεις του άρθρου 364 παρ. 1 του παλαιού ΠΚ, το οποίο ωστόσο, καταργήθηκε υπό τις διατάξεις του νέου Ποινικού Κώδικα (Ν. 4637/2019 ΦΕΚ Α 180/18-11-2019).

Επομένως, η φερόμενη "απαλλαγή" του ενάγοντος εργαζομένου για την πράξη της δυσφήμησης ανώνυμης εταιρείας, στηρίχθηκε προφανώς (δεδομένου ότι ουδείς εκ των διαδίκων προσκομίζει πρόσφατο πιστοποιητικό πορείας της ανωτέρω εγκλήσεως της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών), στη συνδρομή του ανωτέρω λόγου, ήτοι της κατάργησης του ανωτέρω άρθρου (364 ΠΚ) και συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο (όπως και το παρόν Δικαστήριο), είχε υποχρέωση να ερευνήσει παρεμπιπτόντως το υποστατό ή μη της κατηγορίας, όπως ορθά έπραξε, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ως άνω μείζονα σκέψη της παρούσας, δεδομένου επιπρόσθετα και του ότι, επί του αγωγικού αιτήματος περί καταβολής της αποζημίωσης και της προβληθείσας παραδεκτά πρωτοδίκως ενστάσεως της εναγομένης περί της απαλλαγής της από την υποχρέωση αυτή (λόγω της υποβολής μηνύσεως), ο ενάγων προτείνει κατ' αντένσταση, καθ' υποφορά ήδη με την αγωγή, αλλά και με τους σχετικούς λόγους εφέσεώς του, ότι η καταγγελία της εργασιακής του σύμβασης για τον προαναφερθέντα λόγο, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 281 Α.Κ., καθώς έγινε:

α) προσχηματικά, χωρίς συνεπώς, όπως εκτιμάται ο ισχυρισμός αυτός, να στηρίζεται σε βάσιμα περιστατικά και β) ενώ έχει διακοπεί ο μεταξύ της όποιας ενδεχομένως αξιόποινης πράξης υφιστάμενος αιτιώδης σύνδεσμος, λόγω της κατάργησης της σχετικής ποινικής διατάξεως. Πλην όμως, όπως αποδείχθηκε και ορθά έκρινε η εκκαλουμένη απόφαση, η επίδικη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος τυγχάνει καθ' όλα έγκυρη και ισχυρή, ουδόλως δε παράνομη, ούτε καταχρηστική, με αποτέλεσμα ο τελευταίος να μη δικαιούται τους κυρίως διεκδικούμενους μισθούς υπερημερίας, αλλά ούτε και την επικουρικώς αξιούμενη αποζημίωση απόλυσης, πολλώ δε μάλλον χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, αφού ο ενάγων, ο οποίος φέρει και το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών της αγωγής του (ως επιθετικής πράξεως), ουδόλως απέδειξε αυτούς (ισχυρισμούς) περί ψευδούς έγκλησης και εμπάθειας της εναγομένης εταιρείας προς το πρόσωπό του, η οποία αναζητούσε, κατά τους ισχυρισμούς του, αφορμή για να προβεί στην καταγγελία της ένδικης σύμβασης εργασίας του.(...) Εξάλλου ούτε ο ίδιος ο ενάγων εξετασθείς στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (βλ.

ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά) αλλά ούτε και οι ενόρκως βεβαιώσαντες τρεις (3) μάρτυρες αυτού, εισέφεραν οιοδήποτε στοιχείο αναφορικά με το επίδικο περιστατικό, και τούτο διότι, αφενός ο ενάγων ουδεμία πειστική και αξιόπιστη εξήγηση κατέθεσε, αναφορικά με τους αγωγικούς ισχυρισμούς του περί προσχηματικής έγκλησης και περί αναζήτησης από την εναγομένη αφορμής επί σκοπώ απόλυσης αυτού (βλ.

σελ.14 πρακτικών), δεδομένου ότι, όπως ο ίδιος συνομολογεί, υπήρχε μεταξύ του ιδίου και της εναγομένης και για ιδιαίτερα μεγάλο χρονικό διάστημα των 26 ετών, ομαλή και απρόσκοπτη συνεργασία, χωρίς μεταξύ τους έριδες και διενέξεις, με αποτέλεσμα να αυτοαναιρείται και να υποπίπτει σε αντιφάσεις, αφού, με βάση όλα τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά και σε συνδυασμό με τους κανόνες της κοινής λογικής και τα διδάγματα της κοινής πείρας, αποδεικνύεται, τελικώς, ότι, το επίδικο επεισόδιο ήταν η αιτία και όχι η αφορμή, για την καταγγελία της ένδικης σύμβασης εργασίας του, το γεγονός δε της παρέλευσης σχεδόν ενός μήνα από το επισυμβάν περιστατικό έως την απόλυσή του καταδεικνύει, και κατά την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου, την ιδιαίτερη βαρύτητα που επέδειξε η εναγομένη, αναφορικώς με την αντιμετώπιση του ενάγοντος, με τον οποίο κατά τα προεκτεθέντα υπήρξε έως τότε (14-7-2016) άψογη συνεργασία και επικοινωνία.

Αφετέρου δε, από την ανάγνωση των ενόρκων βεβαιώσεων των μαρτύρων του ενάγοντος, δεν προέκυψε απόδειξη των αγωγικών ισχυρισμών αυτού, αφού ουδείς από αυτούς, είχε ιδία αντίληψη για το ένδικο περιστατικό, περιοριζόμενων απάντων είτε σε απλή αναπαραγωγή των όσων έχουν διαμειφθεί μεταξύ αυτών και του ενάγοντος λόγω της μεταξύ τους φιλικής ή συγγενικής σχέσης, είτε σε προσωπικές κρίσεις μεταξύ άλλων για το ήθος και χαρακτήρα, την εργατικότητα και τον επαγγελματισμό του ενάγοντος, χαρακτηριστικά τα οποία ουδέποτε αμφισβητήθηκαν από την εναγομένη εταιρεία.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ορθώς εκτίμησε τις αποδείξεις και σε ουδεμία πλημμέλεια υπέπεσε, αιτιολογώντας πλήρως και με σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, ορθά δε ερμήνευσε και εφάρμοσε τις κείμενες νομικές και ως εκ τούτου οι λόγοι της υπό κρίση εφέσεως περί εσφαλμένης εκτιμήσεως αυτών, συνεχόμενων δια ταυτοσήμου επιχειρηματολογίας πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Ως εκ τούτου η υπό κρίση έφεση πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμη..." Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τους πρώτο και δεύτερο εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγους αναίρεσης, αντίστοιχα, προσάπτει κατά της προσβαλλόμενης απόφασης τις πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των άρθρων 6 παρ.2 του β.δ/τος της 16/18 Ιουλίου 1920, 5 παρ.1 του Ν. 2112/1920 και 7 του Ν. 3198/1955, και ειδικότερα α) με τον πρώτο λόγο αναίρεσης ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παραβίασε δια της εσφαλμένης εφαρμογής τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθότι, ενώ δέχθηκε ότι κατά το χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του εκ μέρους της εναγομένης κι ήδη αναιρεσίβλητης στις 14.7.2016, δεν είχε ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη για την πράξη της δυσφήμησης της εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας, για την οποία αυτή είχε υποβάλει την από 12.7.2016 έγκληση κατ'αυτού ενώπιον του Εισαγγελέως Πρωτοδικών Αθηνών, η οποία έλαβε ΑΒΜ Δ 2016/1637 και ΕΓ 154/2017/216 και αφορούσε το επίδικο συμβάν (επεισόδιο) που έλαβε χώρα στις 19.6.2016 και ενώ αυτός (αναιρεσείων) βρισκόταν εκτός υπηρεσίας έχοντας μεταβεί σε ώρα επισκεπτηρίου στη Μονάδα Εντατικής Θεραπείας της εναγομένης εργοδότριάς του προκειμένου να επισκεφθεί νοσηλευόμενο, κατήχθη σε εσφαλμένη νομικά κρίση ότι η ως άνω έγκληση της εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας αρκούσε για την εγκυρότητα της από 14.7.2016 έγγραφης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, χωρίς η εναγόμενη να υποχρεούται να καταβάλει σ'αυτόν αποζημίωση απόλυσης, ενώ όφειλε να κρίνει ότι, εφόσον δεν είχε ασκηθεί σε βάρος του ποινική δίωξη και δεν είχε απαγγελθεί κατηγορία για την πλημμεληματικού χαρακτήρα πράξη της δυσφήμισης ανώνυμης εταιρείας (αναιρεσίβλητης) που φέρεται ότι τέλεσε αυτός καθό χρόνο βρισκόταν εκτός υπηρεσίας, η εναγόμενη άσκησε παράνομα το ως άνω δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του καθότι δεν του κατέβαλε αποζημίωση απόλυσης και β) με το δεύτερο λόγο αναίρεσης ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, διέλαβε ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο για το αν εφαρμόσθηκαν ορθά ή όχι οι προαναφερόμενες διατάξεις και ειδικότερα αα) ενώ δέχεται ότι η αξιόποινη πράξη που φέρεται ότι διέπραξε αυτός έγινε εκτός της εκτέλεσης της εργασίας του δεν διευκρινίζεται αν κατά το χρόνο άσκησης εκ μέρους της αναιρεσίβλητης της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του στις 14.7.2016 είχε ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος του, η οποία τελικά ασκήθηκε στις 17.4.2019, ββ) αν η διάπραξη της αξιόποινης πράξης, έχει σχέση με την εκτέλεση της υπηρεσίας του και με ποιο τρόπο και δεν διαλαμβάνει στις παραδοχές της πραγματικά περιστατικά με βάση τα οποία κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι η προηγούμενη υποβολή της σε βάρος του μήνυσης αρκούσε για την έγκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του χωρίς να του καταβληθεί αποζημίωση απόλυσης και ότι αν είχε διευκρινίσει τα πραγματικά περιστατικά που ήταν αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων θα είχε καταλήξει στη νομικά ορθή κρίση ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του στις 14.7.2016 χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης ήταν άκυρη αφού δεν είχε την ως άνω ημερομηνία απαγγελθεί σε βάρος του κατηγορία για την πλημμεληματικού χαρακτήρα αξιόποινη πράξη της δυσφήμισης ανώνυμης εταιρείας που φέρεται ότι διέπραξε εκτός εκτέλεσης της υπηρεσίας του και γγ) ότι ενώ δέχθηκε ότι η ως άνω τέλεση εκ μέρους του της αξιόποινης πράξης επηρέασε δυσμενώς την περαιτέρω εύρυθμη λειτουργία της μεταξύ τους συναφθείσας εργασιακής σχέσης και την απορρέουσα από αυτή σχέση εμπιστοσύνης, δεν έχει παραδοχές για ποιο λόγο η αναιρεσίβλητη δεν προέβη άμεσα στην άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του αλλά μεσολάβησε χρονικό διάστημα 25 ημερών κατά το οποίο δεχόταν ανεπιφύλακτα της υπηρεσίες του.

Οι ως άνω πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των προαναφερθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, αντίστοιχα, ήτοι των διατάξεων των άρθρων 6 παρ.2 του β.δ/τος της 16/18 Ιουλίου 1920, 5 παρ.1 του Ν. 2112/1920 και 7 του Ν. 3198/1955, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, λόγω της αοριστίας τους, αφού κατά τα προαναφερόμενα στο οικείο μέρος της μείζονος σκέψης που προηγήθηκε, για την πληρότητά τους έπρεπε να διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο εκτός από τις πραγματικές παραδοχές της απόφασης, ότι είχε προβληθεί με το δικόγραφο της αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος ο ως άνω ισχυρισμός του περί ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του από την εναγόμενη και ήδη αναιρεσίβλητη γιατί δεν του καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση απόλυσης, αν και η φερόμενη ως αξιόποινη πράξη (δυσφήμιση ανώνυμης εταιρείας) που αποτέλεσε αφορμή της καταγγελίας έλαβε χώρα εκτός υπηρεσίας, ως αυτοτελής λόγος ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, για τον οποίο (ισχυρισμό) με τους ως άνω λόγους αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.

Σε κάθε δε περίπτωση και από την επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) του δικογράφου της από 13.10.2016 αγωγής του ενάγοντος προκύπτει ότι αυτός είχε προβάλλει ως μόνο λόγο ακυρότητας της από 14.7.2016 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του την καταχρηστική άσκηση του ως άνω δικαιώματος εκ μέρους της εναγομένης (άρθρο 281 ΑΚ) με τη υποβολή ψευδούς έγκλησης, παραποιώντας τις συνθήκες του πιο πάνω περιστατικού της 19-6-2016, προκειμένου να μην του καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση, και δεν είχε προβάλλει ως αυτοτελή λόγο ακυρότητας αυτής (καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του) τη μη καταβολή της αποζημίωσης απόλυσης για το λόγο ότι δεν είχε απαγγελθεί σε βάρος του κατηγορία, κατά το χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, κατόπιν άσκησης ποινικής δίωξης για το πλημμέλημα της δυσφήμισης της εναγόμενης ανώνυμης εταιρείας, εφόσον η ως άνω αξιόποινη πράξη έλαβε χώρα ενώ αυτός βρισκόταν εκτός υπηρεσίας, η δε αναφορά του ενάγοντος σ' αυτή (αγωγή) περί μη καταβολής εκ μέρους της εναγομένης της αποζημίωσης απόλυσης σχετιζόταν αφενός με την, κατά την άποψη του ενάγοντος, καταχρηστική άσκηση εκ μέρους της εναγομένης του δικαιώματος καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του, με την υποβολή της ψευδούς και προσχηματικής έγκλησής της προκειμένου να μην του καταβάλει τη νόμιμη αποζημίωση απόλυσης και αφετέρου με το επικουρικό αγωγικό αίτημα περί της καταβολής της νόμιμης αποζημίωσης απόλυσης σε περίπτωση που ήθελε κριθεί έγκυρη η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του.

Εφόσον δε, δεν είχε προταθεί ο ως άνω ισχυρισμός του ενάγοντος (περί ακυρότητας της καταγγελίας λόγω μη καταβολής αποζημίωσης) με το δικόγραφο της αγωγής του, απαράδεκτα προβλήθηκε από αυτόν (ενάγοντα-εκκαλούντα), ο ως άνω ισχυρισμός στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με τον πρώτο λόγο της από 19.9.2019 έφεσής του, καθότι, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν στο οικείο μέρος της μείζονος σκέψης που προηγήθηκε, συνιστά ανεπίτρεπτη μεταβολή της βάσης της από 13.10.2016 αγωγής του (άρθρα 224 και 526 ΚΠολΔ), και συγκεκριμένα προσθήκη, με την έφεση, νέου λόγου ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του (νέα βάση), πέραν της αγωγικής βάσης που έχει ως μοναδικό λόγο ακυρότητας αυτής (καταγγελίας) την καταχρηστική άσκηση του σχετικού δικαιώματος εκ μέρους της εναγομένης (άρθρο 281 ΑΚ).

Τέλος, πρέπει να σημειωθεί, ότι καθό μέρος η προσβαλλόμενη απόφαση με το αποδεικτικό της πόρισμα δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη δεν άσκησε καταχρηστικά το ως άνω δικαίωμα καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του αναιρεσείοντος, απορρίπτοντας ως κατ'ουσία βάσιμο το σχετικό αγωγικό αίτημα αυτού, που στηριζόταν στο άρθρο 281 του ΑΚ, αυτός δεν προσάπτει κατ'αυτής (προσβαλλόμενης απόφασης), με την ένδικη αίτηση αναίρεσης, αιτιάσεις ως προς την κρίση της αυτή, ούτε, άλλωστε, προσάπτει σ'αυτή αιτιάσεις κατά το μέρος που απέρριψε κατ'ουσία το επικουρικά ασκηθέν αγωγικό του αίτημα για καταβολή αποζημίωσης απόλυσης.

Επομένως, μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τέλος πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 του ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Διατάσσει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του υπ' αριθ. .../2021 ηλεκτρονικού παραβόλου, ύψους τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ.

Απορρίπτει την από 14 Μαΐου 2021 και με αριθ. κατάθ. 3207/438/14.5.2021 αίτηση αναίρεσης της με αριθ. 6394/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών .

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ