1301/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-1-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4347/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2677/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-10-2019 αίτησή του.
Legislator headnote
AI generated1301/2020 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Σε κάθε όμως περίπτωση για να ιδρυθεί λόγος αναιρέσεως πρέπει ο περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός να προτείνεται, κατά τρόπο σαφή, στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.
Full text
Απόφαση 1301 / 2020 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1301/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παρασκευή Καλαϊτζή, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Παπανδρέου, Αναστασία Περιστεράκη, Μαρία Μουλιανιτάκη, Σοφία Πολύζου-Θεοχαρίδη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Άννα Μαλιαρά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Λ. Σ. του Ν., κατοίκου ..., 2) Ι. Τ. του Α., κατοίκου ..., 3) Μ. χήρας Α. Τ., το γένος Σ. Κ., κατοίκου Αθηνών, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Βασιλική Αναστασάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-1-2017 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4347/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2677/2019 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-10-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 8-10-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, με αριθμό 2677/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που δέχθηκε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και εξαφάνισε την 4347/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και στη συνέχεια δέχθηκε την αγωγή ως προς το αίτημα της για αναγνώριση των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων ως δικαιούχων της αποζημίωσης απαλλοτριωθέντων ακινήτων. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα και, συνεπώς, είναι παραδεκτή [άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔικ, 11 του Δ/τος της 26.06/10.07.1944 "Περί Κώδικος των Νόμων περί Δικών του Δημοσίου"], πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔικ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 26 παρ.11 του ν. 2882/2001 "Κώδικας Αναγκαστικών Απαλλοτριώσεων Ακινήτων" " Το δικαστήριο απέχει να εκδώσει απόφαση αναγνωρίσεως δικαιούχων της αποζημίωσης: α) εάν η κυριότητα του απαλλοτριωμένου ή άλλο εμπράγματο δικαίωμα επ' αυτού πιθανολογείται ότι ανήκει στο δημόσιο, β) ... γ) ... Εάν το δικαστήριο απόσχει να εκδώσει απόφαση αναγνώρισης του δικαιούχου της αποζημίωσης, η κυριότητα του απαλλοτριωμένου και τα άλλα εμπράγματα δικαιώματα επ' αυτού κρίνονται κατά την τακτική διαδικασία". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στη δίκη που ανοίγεται μετά την αποχή, για τους ανωτέρω λόγους, του δικαστηρίου να εκδώσει απόφαση για την αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης και η οποία (δίκη) διεξάγεται κατά την τακτική διαδικασία, κατόπιν σχετικής αγωγής του ενδιαφερομένου, κύριο αντικείμενο είναι η κυριότητα και τα άλλα εμπράγματα δικαιώματα επί του απαλλοτριωμένου ακινήτου, τα οποία κρίνονται στη δίκη αυτή, όχι δε η αναγνώριση των δικαιούχων της αποζημίωσης, με παρεμπίπτον ζήτημα την κυριότητα (ΑΠ 298/2020).
Εξάλλου, η ποιοτική ή ποσοτική αοριστία του δικογράφου της αγωγής υπάρχει όταν στο δικόγραφο αυτό δεν αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του κανόνα δικαίου στον οποίο στηρίζεται το αίτημα της αγωγής (ποσοτική αοριστία) ή όταν στο δικόγραφο γίνεται απλώς επίκληση των όρων του νόμου χωρίς να αναφέρονται τα περιστατικά που θεμελιώνουν την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ποιοτική αοριστία).
Στην περίπτωση αυτή η αγωγή απορρίπτεται ως αόριστη και η σχετική παράβαση ελέγχεται αναιρετικά, με τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον το δικαστήριο, κατά παράβαση της δικονομικής διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔ, παραλείπει να κηρύξει ακυρότητα του δικογράφου, ενώ η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ, αν το δικαστήριο για την κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα.
Περαιτέρω για το ορισμένο αγωγής, αναγνωριστικής ή διεκδικητικής κυριότητας ακινήτου, απαιτείται από απόψεως ακριβούς περιγραφής του αντικειμένου της διαφοράς (αρθρ.216 παρ.1 ΚΠολΔ), ο καθορισμός, κατά τρόπο λεπτομερή και σαφή της θέσεως στην οποία κείται το ακίνητο και οπωσδήποτε των ορίων και της έκτασης του, ώστε να μη γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητα του, όταν δε πρόκειται για τμήμα μεγαλυτέρου ακινήτου, υφίσταται υποχρέωση, εκτός από την έκταση του διεκδικουμένου τμήματος, να προσδιορίζεται και η θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο.
Το γεγονός ότι το μνημονευόμενο τοπογραφικό διάγραμμα, στο οποίο εμφαίνεται το επίδικο ακίνητο δεν προσαρτήθηκε στην αγωγή, δεν την καθιστά αόριστη ως προς την περιγραφή του, αν από την όλη περιγραφή του ακινήτου στο δικόγραφο δεν γεννιέται αμφιβολία για την ταυτότητά του, δεν απαιτείται δε για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρονται στο δικόγραφο οι πλευρικές διαστάσεις του ακινήτου, ούτε ο καθ' όρια προσανατολισμός του, ούτε επίσης να κατονομάζονται οι ιδιοκτήτες των ομόρων ακινήτων.
Σε κάθε όμως περίπτωση για να ιδρυθεί λόγος αναιρέσεως πρέπει ο περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός να προτείνεται, κατά τρόπο σαφή, στο δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο σχετικός ισχυρισμός δεν είναι από εκείνους οι οποίοι κατ' εξαίρεση λαμβάνονται υπόψη και χωρίς να προταθούν στο δικαστήριο της ουσίας και ειδικώς δεν αφορά τη δημόσια τάξη.
Για να είναι δε ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο περί αοριστίας της αγωγής ισχυρισμός προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του. (ΑΠ 522/2017, 944/2013,1276/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής που αντικείμενο έχει την διάγνωση της κυριότητας των εναγόντων-αναιρεσιβλήτων επί των απαλλοτριωμένων ακινήτων (αρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ), αυτοί ισχυρίστηκαν ότι έχουν καταστεί συγκύριοι με παράγωγο τρόπο αλλά και με έκτακτη χρησικτησία, κατά τα αναφερόμενα εξ αδιαιρέτου ποσοστά, όπως ειδικότερα αναφέρεται σ' αυτή (αγωγή), της υπ' αριθμ.
… και ο πρώτος απ' αυτούς αποκλειστικός κύριος της υπ' αριθμ. …. στο κτηματολογικό διάγραμμα και στον αντίστοιχο κτηματολογικό πίνακα όμορων ιδιοκτησιών, εμβαδού 2.533,60 τ.μ. και (2.214,88 τ.μ, που απαλλοτριώθηκαν αναγκαστικά για λόγους δημόσιας ωφέλειας με την υπ' αριθμ. Δ. 12/33635/21-6-2000 απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων, που βρίσκονται στο ... (θέση ...) στο … Ο.Τ και επί της οδού ...
και συνορεύουν, όπως εμφαίνεται στο από 10 Δεκεμβρίου 1992 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Ν. Μ., το μεν πρώτο (αρ. …) βόρεια εν μέρει σε πρόσωπο με δρόμο (…) επί πλευράς 6-7 μήκους μέτρων 20,81 και εν μέρει με ιδιοκτησία Ζ. Κ. σε πλευρά 4-5 μήκους μέτρων 17,06, ανατολικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Ν. Σ., σε πλευρά 7-15, μήκους μέτρων 72,99, νότια με ρέμα (...) και σε καμπύλη πλευράς 15-16-17-18 δηλαδή σε πλευρά 15-16 μήκους μέτρων 20,25 συν σε πλευρά 16-17 μήκους μέτρων 21,41 συν πλευρά 17-18 και δυτικά εν μέρει με ιδιοκτησία αγνώστου και (κατά την ΠΑ33/2000 του ΥΠΕΧΩΔΕ) με Κ.
Ρ., σε πλευρά 4-18, μήκους μέτρων 8,99 και εν μέρει με ιδιοκτησία Ζ. Κ. σε πλευρά 5-6, μήκους μέτρων 27,15, το δε δεύτερο (αρ. 10) από το οποίο είχε απαλλοτριωθεί προγενέστερα τμήμα 299 τ.μ και είχε απομείνει εμβαδό 2.214,88 τ.μ, βορειοδυτικά σε πλευρά Α-Η μήκους μέτρων 10,51 με δρόμο, σε πλευρά Η-Ζ μήκους μέτρων 15,47 με δρόμο και Ε-Ζ μήκους μέτρων 9,01 με δρόμο (ονομαζόμενη ...), βορειοανατολικά σε πλευρά Ε-Δ μήκους μέτρων 41,23 και σε πλευρά Δ- Γ μήκους μέτρων 22,73 με ρέμα (...), νοτιοδυτικά σε πλευρά Α-Β, μήκους μέτρων 72,99 με ιδιοκτησία κληρονόμων Α.
Τ. (ήτοι ιδιοκτησία …) και νοτιοανατολικά σε πλευρά Β- Γ μήκους μέτρων 38,77 με ρέμα (...). Ότι τα απαλλοτριωθέντα ως άνω ακίνητα αποτελούσαν τμήματα μεγαλύτερου ακινήτου κείμενου στη θέση ... του χωρίου …, επιφανείας 5 στρεμμάτων ή όσης εκτάσεως και αν ήταν, τα οποία είχε αγοράσει ο δικαιοπάροχος παππούς τους Α.
Τ., από τον Π. Δ. Μ., με το υπ' αριθμ. ...../…-8-1916 συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Γρηγορίου Φορτούνα που μεταγράφηκε νόμιμα και συνόρευε ανατολικά με την οδό ..., δυτικά με κτήματα αγνώστων, βόρεια με οδό και νότια με Σ. Β. και κτήμα Μονής Πεντέλης, σύμφωνα δε με το από 2 Ιουνίου 1926 τοπογραφικό διάγραμμα του αρχιτέκτονα Δ.
Π., που κατατέθηκε από τον προαναφερόμενο δικαιοπάροχο τους ενώπιον του συμβολαιογράφου Αθηνών Αλέξανδρου Πολυκαλά και επισυνάφθηκε στην υπ' αριθμ. …/…-9-1954 πράξη καταθέσεως του ανωτέρω συμβολαιογράφου, η αρχική αυτή ενιαία έκταση (αγρός) που φερόταν να έχει εμβαδόν 5 στρέμματα ή όσης έκτασης και αν ήταν, είχε εντέλει συνολικό εμβαδόν 8.360 τ.μ και συνόρευε όπως αναφέρθηκε παραπάνω.
Στο υπόμνημα δε που έχει καταχωρηθεί επί του ανωτέρω σχεδιαγράμματος αναγράφηκε ότι το "ανωτέρω κτήμα υπό στ. ΑΒΓΔΕΖΗΘΙΚΛΜΑ καταμετρηθέν αποτελείται 1) από το επίπεδο ικλμνξοπρσι εκ μέτρων τετρ. 1.970, 2) από κοιλώματα προς την δεξιάν όχθην του ρεύματος και της προς βορράν αυτού πλευράς, ιδιωτικής οδού (ήδη οδό ...) ΚαβγδεζηθΗΘΙτυφΚ, τετρ.
μέτρων 3.407, 3) από κοιλώματα της αριστεράς όχθης του ρεύματος και του άνωθεν αυτών αγρού μέχρι του μικρού γεφυριδίου της οδού ... και εξ αυτού, δια της κοίτης του ρυακίου, εις το ρεύμα υπό στοιχεία ΖΕΔΓΒΑΜΛΖ, τετρ. μέτρων 2.983, ήτοι σύνολο 8.360 τ.μ.". Σύμφωνα δε με τα παραπάνω οι υπ' αριθμ. … και … ιδιοκτησίες των εναγόντων ταυτίζονται με τις δύο πρώτες εκτάσεις των 1970 και 3.407 τ.μ αντίστοιχα του ακινήτου που αγοράστηκε με το υπ' αριθμ.
…/…-8-1916 συμβόλαιο και έχουν προς ανατολάς όρια προς την δεξιά όχθη του ρέματος εκτεινόμενα μέχρι την οδό .... Εξέθεταν περαιτέρω ότι με την υπ' αριθμ. 1234/2003 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αναγνωρίστηκαν αυτοί δικαιούχοι της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης που είχε καθοριστεί με την υπ' αριθμ. 3093/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, όσον αφορά την ιδιοκτησία αριθμ.
… σε τμήμα της, επιφανείας 1.485,60 τ.μ, και όσον αφορά την υπ' αριθμ. … ιδιοκτησία, σε τμήμα της επιφανείας 2.107,88 τ.μ, απείχε δε το δικαστήριο από την αναγνώριση τους ως δικαιούχων της αποζημίωσης ως προς τμήματα των απαλλοτριωθέντων, εμβαδού 1.048 και 107 τ.μ αντίστοιχα, τα οποία εμφαίνονται περιμετρικά, εκείνο μεν των 1.048 τ.μ με τα στοιχεία 43'-43-41-42-83-82-81-81'-43' στο συνημμένο διάγραμμα που υπάρχει στο υπ' αριθμ.
…/…/….12.2002 πόρισμα της Κτηματικής Υπηρεσίας Ανατολικής Αττικής και έχει συντάξει η τοπογράφος μηχανικός Α. Γ., συνορεύει δε γύρωθεν επί πλευράς με στοιχεία 43 -43-41 με ιδιοκτησία (8) Ζ. Κ., επί πλευράς με στοιχεία 41-42 με ιδιοκτησία (5) Γ. Ρ., επί πλευράς 42-83-82-81 με όριο ρέματος, επί πλευράς 81- 81 με ιδιοκτησία (…) και επί πλευράς 81'-43'με υπόλοιπη ιδιοκτησία (…), εκείνο δε των 107 τ.μ εμφαίνεται με τα στοιχεία 81-79-76-73-70'-81'81 στο προαναφερόμενο διάγραμμα και συνορεύει γύρωθεν επί πλευράς 81-79-76-73-70 με όριο ρέματος και επί πλευράς 70 -81 με υπόλοιπη ιδιοκτησία (…) και επί πλευράς 81-81 με ιδιοκτησία (…), βρίσκονται δε τα τμήματα αυτά πέραν της δεξιάς όχθης του ρέματος.
Κατόπιν αυτών, ζήτησαν να αναγνωριστούν, δικαιούχοι της αποζημίωσης που καθορίστηκε με την υπ' αριθμ. 3093/2003 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά την αναλογία καθενός απ' αυτούς. Η ως άνω περιγραφή των επιδίκων ακινήτων στην ένδικη αγωγή είναι επαρκής, αφού σ' αυτήν περιγράφονται επαρκώς κατά θέση, έκταση και όρια καθώς και πλευρικές διαστάσεις, ανεξαρτήτως της μη ενσωματώσεως στο δικόγραφο της των τοπογραφικών διαγραμμάτων τα οποία οι ενάγοντες αναφέρουν στην αγωγή, τόσο οι αμφισβητούμενες εκτάσεις, όσο και οι μεγαλύτερες εκτάσεις των οποίων αποτελούν τμήματα, ενώ καθορίζεται και η θέση αυτών μέσα στην μεγαλύτερη έκταση των 8.360 τ.μ, με αποτέλεσμα να καθίσταται σαφής η ταυτότητα τους και να μη δημιουργείται αμφιβολία ως προς αυτές.
Το Εφετείο απορρίπτοντας σχετικό λόγο εφέσεως του αναιρεσείοντος για αοριστία της αγωγής ως αβάσιμο, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, της παρά τον νόμο δηλαδή μη κηρύξεως απαραδέκτου και επομένως ο σχετικός πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος του, από τη διάταξη αυτή, λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Ο ίδιος λόγος, κατά το δεύτερο, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, σκέλος του, σύμφωνα με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο παραβίασε την διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ, διότι δεν έκρινε αόριστη την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων λόγω μη αναφοράς σ' αυτήν του μοναδικού για κάθε ακίνητο Κωδικού Αριθμού Εθνικού Κτηματολογίου (Κ.Α.Ε.Κ) ή έστω τη θέση, τα όρια και τις συντεταγμένες κορυφών, σύμφωνα με το σύστημα ΕΓΣΑ 87, είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι η παραβίαση κανόνων δικονομικού δικαίου δεν ιδρύει τον εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης (ΑΠ 1330/2007).
Σε κάθε δε περίπτωση ο ως άνω λόγος είναι και πάλι απαράδεκτος σύμφωνα με το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι η συγκεκριμένη αοριστία της μη αναφοράς του αριθμού Κ.Α.Ε.Κ των ακινήτων, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, δεν είχε προβληθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά μόνο με την προσθήκη και αντίκρουση των προτάσεων του αναιρεσείοντος στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 "η αίτηση για την αναγνώριση δικαιούχων κοινοποιείται, με επιμέλεια του ενδιαφερόμενου, στους Προϊσταμένους της αρμόδιας Κτηματικής Υπηρεσίας και της οικείας δασικής αρχής, οι οποίοι υποχρεούνται, εντός δύο (2) μηνών από την κοινοποίηση, να χορηγήσουν στον ενδιαφερόμενο ή να υποβάλλουν απευθείας στο Δικαστήριο έγγραφη βεβαίωση περί προβολής ή μη δικαιωμάτων του Δημοσίου στο απαλλοτριούμενο, σύμφωνα με τις ισχύουσες περί δημοσίων κτημάτων διατάξεις και τις αντίστοιχες της δασικής νομοθεσίας. Η κοινοποιούμενη ως άνω αίτηση συνοδεύεται υποχρεωτικά με όλα τα απαιτούμενα για την απόδειξη του δικαιώματος ιδιοκτησίας του αιτούντος έγγραφα και διαγράμματα". Με την μεταβατική διάταξη της παρ. 9 του άρθρου 146 του Ν. 4070/2012 ορίσθηκε ότι η ανωτέρω υποχρέωση εφαρμόζεται σε όλες τις εκκρεμείς απαλλοτριώσεις.
Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον παραπονείται ότι το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 26 παρ. 4 του Ν. 2882/2001 σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 146 παρ. 9 του ίδιου ως άνω νόμου, δέχθηκε ότι για την άσκηση της αγωγής δεν απαιτείται η τήρηση της προδικασίας που προβλέπεται από το παραπάνω άρθρο 26 παρ. 4 του Ν. 2882/2001, διότι η εν λόγω προδικασία εφαρμόζεται μόνο στο πλαίσιο της δίκης για αναγνώριση δικαιούχων.
Ο λόγος αυτός, ο οποίος, κατ' ορθή εκτίμηση του, αποτελεί παράβαση του αρ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι της παρά τον νόμο δηλαδή μη κηρύξεως απαραδέκτου (και όχι του αρ. 1 του ίδιου άρθρου, όπως αναγράφεται στο αναιρετήριο, δεδομένου ότι η παράβαση αυτή αφορά κανόνα του δικονομικού δικαίου και στο αναιρετήριο εκτίθενται με πληρότητα όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη στοιχειοθέτηση του λόγου αυτού), είναι αβάσιμος και απορριπτέος, αφού η τήρηση της ως άνω προδικασίας δεν επιβαλλόταν στην κρινόμενη περίπτωση, δεδομένου ότι η αγωγή αφορούσε την διάγνωση της κυριότητας των αναιρεσιβλήτων επί των απαλλοτριωθέντων ακινήτων, μετά την αποχή του αρμοδίου δικαστηρίου να αναγνωρίσει αυτούς ως δικαιούχους της καθορισθείσας γι' αυτά αποζημίωσης και όχι δίκη της ειδικής διαδικασίας του άρθρου 26 του Ν. 2882/2001 με αντικείμενο τη δικαστική αναγνώριση δικαιούχων της αποζημίωσης επί της οποίας και εφαρμόζεται η ως άνω προδικασία.
Το δικαστήριο της ουσίας, οφείλει, κατά το σχηματισμό της κρίσης του για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια, που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ.
γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών, κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο) κατά τις παραπάνω διακρίσεις.
Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη του. Ωστόσο, στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου.
Για την πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο, που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται, ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά, ότι υπήρξε παραδεκτή επίκληση του στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 561/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 11 γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ πλημμέλεια κατά την οποία το Εφετείο κατά τον σχηματισμό του δικαστικού του πορίσματος δεν έλαβε υπόψη το νομίμως, κατ' άρθρο 529 ΚΠολΔ, προσκομισθέν υπ' αριθμ.
πρωτ. …/…-2-2019 έγγραφο του Τμήματος Β' της Δ/νσης Απαλλοτριώσεων, Τοπογραφήσεων και Γεωπληροφορικής της Γενικής Δ/νσης Προδιαγραφών της Γενικής Γραμματείας Υποδομών από το οποίο προέκυπτε η δασική μορφή των επιδίκων εκτάσεων και μάλιστα ο χαρακτηρισμός τους ως Δ.Δ. (δάσος-δασικές εκτάσεις) και ότι αυτές ανήκαν, πριν τη συντέλεση της απαλλοτριώσεως, στην κυριότητα του Δημοσίου, ως δημόσιες δασικές εκτάσεις.
Ο ως άνω λόγος είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι το ως άνω έγγραφο προσκομίστηκε από το αναιρεσείον προς απόδειξη ισχυρισμού του (χαρακτήρα των επιδίκων εκτάσεων ως δημοσίων δασικών) που δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, διότι δεν είχε προβληθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, απαράδεκτα δε είχε προβληθεί το πρώτον στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο με τις έγγραφες προτάσεις του και όχι με λόγο εφέσεως, ο οποίος (ισχυρισμός) και δεν εξετάστηκε από το δικαστήριο αυτό.
Ενόψει τούτων και εφόσον δεν υφίσταται προς έρευνα άλλος λόγος, η κρινόμενη αναίρεση πρέπει να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ) μειωμένα, όμως, σύμφωνα με άρθρο 22 ν. 3693/1957, κατά τα αναφερόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-10-2019 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2677/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Νοεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 18 Δεκεμβρίου 2020.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ