1301/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1301/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η πληρεξουσιότητα παρέχει στον πληρεξούσιο το δικαίωμα να παριστά στο δικαστήριο εκείνον που την έδωσε, να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της δίκης, στις οποίες περιλαμβάνεται πλην άλλων και η άσκηση ενδίκων μέσων, καθώς και να παρίσταται στις αντίστοιχες δίκες που δημιουργούνται από τις πράξεις αυτές.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1301 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1301/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Νικόλαο Τσάκο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου (οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης) με την επωνυμία "Δήμος Αθηναίων" που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Ευκλείδου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Κ. Α. του Α., 2) Π. Α. του Δ., 3) Σ. Β. του Ε., 4) Τ. Δ. του Γ., 5) Γ. Ε. του Ζ., 6) Κ. Κ. του Δ., 7) Α. Κ. του Σ., 8) Δ. Κ. του Α., 9) Α. Κ. του Λ., 10) Λ. Κ. του Γ., 11) Ε. Κ. του Δ., 12) Ε. Κ. του Π., 13) Γ. Κ. του Κ., 14) Α. Κ. του Α., 15) Γ. Λ. του Β., 16) Α. Λ., 17) Κ. Μ. του Δ., 18) Ι. Μ. του Σ., 19) Λ. Μ. του Α., 20) Α. Ν. του Κ., 21) Μ. Ν. του Ι., 22) Μ. Π. του Ι., 23) Π. Β. του Ι., ως μόνου εκ διαθήκης κληρονόμου του Δ. Π. του Χ., 24) Ν. Σ. του Ι., 25) Κ. Τ. του Ι., 26) Ν. Τ. του Κ., 27) Δ. Τ. του Π., 28) Ε. Ψ. του Σ., 29) Ι. Κ. του Ο.-Σ., 30) Μ. Χ. του Β., 31) Ε. Σ. του Χ., 32) Ι. Κ. του Κ., 33) Α. Κ. του Θ., 34) Ε. Μ. του Δ., 35) Ν. Μ. του Ν., 36) Μ. Τ. του Γ., 37) Κ. Σ. του Κ. και 38) Ν. Σ. του Γ., κατοίκων ..., από τους οποίους ο μεν δέκατος έκτος δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, οι δε λοιποί εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Σωτηρακόπουλο και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-9-2008 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24/2010 του ίδιου δικαστηρίου και 4236/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 15-10-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Τσάκος ανέγνωσε την από 10-5-2016 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση Αρεοπαγίτη Γεωργίου Αναστασάκου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αναιρεσείοντος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3, 97, 104 και 665 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. (όπως η τελευταία ίσχυε μετά την προσθήκη σ' αυτήν τρίτου εδαφίου με το άρθρο 15 παρ. 6 ν. 4055/2012 και πριν από την έμμεση κατάργησή της με το άρθρο 1 άρθρο τέταρτο ν. 4335/2015 και έχει εν προκειμένω εφαρμογή ενόψει του χρόνου άσκησης της υπό κρίση αίτησης), προκύπτουν τα εξής:
Στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά τη διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου στις εργατικές διαφορές η πληρεξουσιότητα δίδεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με ιδιωτικό έγγραφο το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια, δημοτική ή κοινοτική αρχή.
Η πληρεξουσιότητα παρέχει στον πληρεξούσιο το δικαίωμα να παριστά στο δικαστήριο εκείνον που την έδωσε, να ενεργεί όλες τις κύριες ή παρεπόμενες πράξεις που αφορούν τη διεξαγωγή της δίκης, στις οποίες περιλαμβάνεται πλην άλλων και η άσκηση ενδίκων μέσων, καθώς και να παρίσταται στις αντίστοιχες δίκες που δημιουργούνται από τις πράξεις αυτές.
Για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως. Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως σε κάθε στάση της δίκης την έλλειψη της πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της (Ολ.
Α.Π. 13/2008). Εξ άλλου από τις διατάξεις των άρθρων 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει σ' αυτήν με τον προσήκοντα τρόπο κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και, αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολιπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή αν κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (Ολ.
Α.Π. 14/2015). Στην προκειμένη περίπτωση φέρεται για συζήτηση η από 15-10-2015 αίτηση για αναίρεση της 4236/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης νόμιμη δικάσιμο αυτής (24-1-12017) δεν εμφανίστηκε ο δέκατος έκτος αναιρεσίβλητος Α.
Λ.. Οι λοιποί παριστάμενοι αναιρεσίβλητοι επικαλούνται και προσκομίζουν την 11739Γ/18-3-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ν. Γ., από την οποία προκύπτει ότι η επίδοση της υπό κρίση αίτησης στον αναιρεσείοντα έγινε μετά από παραγγελία του δικηγόρου Αθηνών Νικολάου Σωτηρακόπουλου ως πληρεξουσίου όλων των αναιρεσιβλήτων, επομένως και του απολιπομένου.
Όμως δεν προκύπτει ότι ο τελευταίος είχε χορηγήσει στον ανωτέρω δικηγόρο τη σχετική πληρεξουσιότητα να επισπεύσει τη συζήτηση και να τον εκπροσωπήσει στη δίκη ενώπιον του Αρείου Πάγου. Επομένως, εφόσον δεν αποδεικνύεται ότι η συζήτηση επισπεύδεται με επιμέλεια του ανωτέρω απολιπομένου αναιρεσιβλήτου ή ότι αυτός έχει κληθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα προκειμένου να παραστεί κατά τη συζήτηση της αίτησης, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς αυτόν.
Εφόσον δε αυτός συνδέεται με τους λοιπούς παρισταμένους αναιρεσιβλήτους με σχέση απλής ομοδικίας, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση και να ερευνηθεί ως προς τους τελευταίους (άρθρο 576 παρ. 3 εδ. β Κ.Πολ.Δ., όπως το εδ. β προστέθηκε με το άρθρο 62 ν. 4139/2013).
Από τις διατάξεις των άρθρων 34, 35 Α.Κ., 62, 73, 313 παρ. 1 περ. δ Κ.Πολ.Δ. σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 286 επ. του ίδιου κώδικα, που κατά το άρθρο 573 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη, προκύπτει ότι στην περίπτωση που κάποιος διάδικος αποβιώσει πριν από την αμετάκλητη περάτωση της δίκης, αν ο θάνατος επέλθει μετά την έκδοση της οριστικής απόφασης, οπότε δεν υπάρχει εκκρεμής δίκη ούτε στάδιο εφαρμογής των διατάξεων για διακοπή και επανάληψη της δίκης, το ασκούμενο ένδικο μέσο της αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής από τον αντίδικο του αποβιώσαντος πρέπει να απευθύνεται σύμφωνα με το άρθρο 558 Κ.Πολ.Δ.
κατά των καθολικών διαδόχων (κληρονόμων) του αποβιώσαντος. Αν απευθύνεται κατά του τελευταίου είναι απαράδεκτο, υπό την προϋπόθεση όμως ότι ο αναιρεσείων πριν από την άσκηση της αναίρεσης είχε λάβει γνώση με οποιονδήποτε τρόπο του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση.
Η απευθυνόμενη κατά του αποβιώσαντος αναίρεση χωρίς ο αναιρεσείων να γνωρίζει το θάνατο του αντιδίκου του, δεν είναι απαράδεκτη, νόμιμα δε χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Α.Π. 562/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης νόμιμη δικάσιμο αυτής, δεν εμφανίσθηκε (πλην του δέκατου έκτου αναιρεσιβλήτου) και ο εικοστός τρίτος αναιρεσίβλητος Δ. Π.. Αντί αυτού εμφανίσθηκε ο Π. Β., ο οποίος δήλωσε στο ακροατήριο ότι ο ανωτέρω αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις 24-12-2014, δηλαδή πριν από την άσκηση της υπό κρίση αίτησης και ότι ο ίδιος ο εμφανισθείς, ως μόνος εκ διαθήκης κληρονόμος του, συνεχίζει τη δίκη.
Και ναι μεν η υπό κρίση αίτηση ασκήθηκε στις 15-10-2015 με την κατάθεση του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του εκδόντος την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστηρίου (βλ. την 925/15-10-2015 έκθεση κατάθεσης της γραμματέως του Εφετείου Αθηνών), δηλαδή μετά το θάνατο του εικοστού τρίτου αναιρεσιβλήτου, όμως από τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι ο αναιρεσείων γνώριζε το θάνατο αυτού και συνακόλουθα παραδεκτά άσκησε την αναίρεση κατ' αυτού.
Εξ άλλου από τα νομιμοποιητικά έγγραφα που προσκομίζει ο ανωτέρω εμφανισθείς (ήτοι απόσπασμα της …./31/30-12-2014 ληξιαρχικής πράξης θανάτου της Ληξιάρχου Αθηνών, ...7/17-9-2015 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών του Δήμου Αθηναίων, ...3/18-11-2015 πιστοποιητικό μη δημοσίευσης διαθήκης του γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών, 13036/25-11-2015 πιστοποιητικό μη αμφισβήτησης κληρονομικού δικαιώματος της γραμματέως του Πρωτοδικείου Αθηνών και 1150/11-3-2015 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Αθηνών περί δημοσίευσης της ...7/23-12-2014 δημόσιας διαθήκης της συμβολαιογράφου Αθηνών Ε.-Α.
Λ.-Β.) προκύπτει ότι αυτός είναι μόνος εκ διαθήκης κληρονόμος του αποβιώσαντος εικοστού τρίτου αναιρεσιβλήτου και συνακόλουθα η δίκη νομίμως συνεχίζεται από αυτόν. Κατά το άρθρο 556 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση δικαιούται να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Η ύπαρξη του εννόμου συμφέροντος κρίνεται από την προσβαλλομένη απόφαση κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 68 Κ.Πολ.Δ., πρέπει δε τούτο να αναφέρεται στο αναιρετήριο για τη νομιμοποίηση του αιτούντος.
Το έννομο συμφέρον, που πρέπει να είναι ατομικό και άμεσο, εξαρτάται από το αν η απόφαση αναπτύσσει δυσμενείς συνέπειες για το νικήσαντα διάδικο, όπως και όταν αυτός βλάπτεται από την αιτιολογία της απόφασης και συγκεκριμένα αν από αυτή δημιουργείται δεδικασμένο εις βάρος του σε άλλη δίκη, όταν δηλαδή η αιτιολογία αφορά στο νομικό συλλογισμό που αποτελεί αναγκαίο στοιχείο του δικαιώματος ή της έννομης σχέσης που κρίθηκε και άρα φέρει αφ' εαυτής προσόντα διατακτικού κατά το άρθρο 578 του ίδιου κώδικα (Α.Π. 41/2016).
Περαιτέρω με το άρθρο 1 ν. 3320/2005 ορίζονται τα εξής: "Το προσωπικό με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή άλλη σχέση του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ. και των Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού, του οποίου οι συμβάσεις συνιστούν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του π.δ. 164/2004, κατατάσσεται σε υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς την ειδικότητα της σύμβασής του" (παρ. 1). "Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και του οικείου κατά περίπτωση Υπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συνιστώνται οργανικές θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να καλυφθούν, όπου απαιτείται, οι διαπιστωθείσες πάγιες και διαρκείς ανάγκες, κατ' εφαρμογή του π.δ. 164/2004" (παρ. 2). "Η κατάταξη του προσωπικού γίνεται με απόφαση του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου, η οποία δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως" (παρ. 3). "Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους.
Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσομένων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου" (παρ. 4). "Για τους κατατασσόμενους ισχύει ο χρονικός περιορισμός της παρ. 2 του άρθρου 70 του ν. 2683/1999 "Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ.
και άλλες διατάξεις" για τη μετάταξη σε ανώτερη βαθμίδα, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 12 του ν. 3230/2004 (ΦΕΚ 44 Α). Ως ημερομηνία πρόσληψης, νοείται η ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης..." (παρ. 5). Από τις ανωτέρω διατάξεις και ειδικότερα από αυτές του άρθρου 1 παρ. 4 εδ. α και β ν. 3320/2005 προκύπτει ότι για τους απασχοληθέντες σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου ή συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες αναγνωρίσθηκαν ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είτε με δικαστική απόφαση είτε με τη διαδικασία που προβλέπεται στο π.δ. 164/2004, και καταταγέντες σε οργανικές θέσεις, ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου λογίζεται για όλες τις άλλες συνέπειες (επιδόματα εορτών, αδείας, χρόνου υπηρεσίας για κατάταξη στα οικεία μισθολογικά κλιμάκια κ.λπ.) ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ενώ αντιθέτως τις αποδοχές της θέσης στην οποία εντάχθηκαν δικαιούνται αυτοί μόνο από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης και εφεξής (Ολ.
Α.Π. 16/2017). Εξ άλλου κατά μεν το άρθρο 90 παρ. 3 ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού και ελέγχου δαπανών του Κράτους": "Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της", κατά δε το άρθρο 91 εδ.
α του ίδιου νόμου: "Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής". Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι με την πρώτη από αυτές ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ' αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, ορίζεται δε ως χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξιώσεως.
Η διάταξη αυτή είναι ειδική σε σχέση με εκείνη του άρθρου 91 εδ. α του ανωτέρω νόμου, με την οποία ρυθμίζεται γενικώς το θέμα της έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιασδήποτε αξίωσης κατά του Δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής, όπως τούτο συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων που υπάρχει στο άρθρο 91 εδ.
α, και επομένως κατισχύει αυτής (Α.Ε.Δ. 32/2008). Περαιτέρω κατά το άρθρο 93 του ίδιου νόμου (2362/1995): "Με την επιφύλαξη ειδικών διατάξεων, η παραγραφή των χρηματικών απαιτήσεων κατά του Δημοσίου διακόπτεται μόνο: α)... β) Με την υποβολή στην αρμόδια δημόσια αρχή αιτήσεως για την πληρωμή της απαιτήσεως, οπότε η παραγραφή αρχίζει εκ νέου από τη χρονολογία που φέρει η έγγραφη απάντηση του Διατάκτη ή της αρμόδιας για την πληρωμή της απαιτήσεως αρχής.
Αν η αρμόδια δημόσια αρχή δεν απαντήσει, η παραγραφή αρχίζει μετά πάροδο έξι μηνών από τη χρονολογία υποβολής της αιτήσεως...". Εξ άλλου κατά το άρθρο 3 του ν.δ. 31/1968 "περί προστασίας της περιουσίας των οργανισμών τοπικής αυτοδιοικήσεως και ρυθμίσεως ετέρων τινών θεμάτων" οι υπό των αστικών εν γένει νόμων και των ουσιαστικών διατάξεων επί δικών του δημοσίου αναγνωριζόμενες στο Δημόσιο προνομίες ή θεσπισμένες ειδικές προστατευτικές διατάξεις εφαρμόζονται αναλόγως και επί των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, εφόσον οι τυχόν υφιστάμενες αντίστοιχες για τους οργανισμούς αυτούς προνομίες εν γένει δεν είναι ευρύτερες ή ευνοϊκότερες από εκείνες που ισχύουν για το Δημόσιο.
Επίσης με το άρθρο 29 παρ. 5 του ν. 3202/2003 προστέθηκαν παράγραφοι στο τέλος του άρθρου 304 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων που κυρώθηκε με το π.δ. 410/1995, με την πρώτη από τις οποίες ορίζεται ότι στην παραγραφή των αξιώσεων κατά των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης εφαρμόζονται οι διατάξεις που διέπουν την παραγραφή των αξιώσεων κατά του Δημοσίου και ότι κάθε άλλη διάταξη που ορίζει μεγαλύτερο χρόνο παραγραφής των αξιώσεων κατά των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης καταργείται.
Η διάταξη αυτή επαναλαμβάνεται με το ίδιο περιεχόμενο στο άρθρο 276 παρ. 2 του νέου Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων που κυρώθηκε με το ν. 3463/2006 και ισχύει από 1-1-2007.
Συνεπώς τα προαναφερθέντα σχετικά με το χρόνο έναρξης της παραγραφής και τη διακοπή της στις δίκες του Ελληνικού Δημοσίου ισχύουν και στις δίκες των δήμων.
Στην προκειμένη περίπτωση με την από 10-9-2008 αγωγή τους οι ήδη αναιρεσίβλητοι εξέθεσαν τα εξής: Ότι με συμβάσεις ("συμφωνητικά συνεργασίας") που καταρτίσθηκαν στις 8-3-2001 μεταξύ καθενός από αυτούς, του μη διαδίκου νομικού προσώπου με την επωνυμία "Ελληνική Εταιρεία Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης" και του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Δήμου Αθηναίων, προσελήφθησαν από τον τελευταίο και απασχολήθηκαν από αυτόν ως σχολικοί φύλακες με ημερομίσθιο 35,22 ευρώ.
Ότι οι ένδικες συμβάσεις χαρακτηρίστηκαν από τον εναγόμενο ως συμβάσεις για την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, ενώ στην πραγματικότητα επρόκειτο για συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αφού αυτοί κάλυπταν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου, ο χαρακτηρισμός τους δε αυτός έγινε για καταστρατήγηση των διατάξεων περί καταγγελίας των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.
Ότι στις 12-10-2006 με την τήρηση της νόμιμης διαδιακασίας του άρθρου 11 π.δ. 164/2004 κατετάγησαν από τον εναγόμενο σε κενές οργανικές θέσεις εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Ότι ο εναγόμενος τους οφείλει για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 12-10-2006 για τους πρώτο έως και τριακοστό πέμπτο από αυτούς και για το χρονικό διάστημα από 8-3-2001 έως 12-10-2006 για τους τριακοστό έκτο έως και τριακοστό όγδοο από αυτούς: i) τις διαφορές μεταξύ των προβλεπόμενων από τις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας της ΠΟΕ-ΟΤΑ νόμιμων αποδοχών τους και των καταβληθεισών σ' αυτούς κατά τ' ανωτέρω αποδοχών τους (ημερομίσθιο 35,22 ευρώ), ii) τα επιδόματα εορτών (Πάσχα και Χριστουγέννων) και αδείας και την αποζημίωση λόγω μη χορήγησης της κανονικής τους αδείας, η οποία αντιστοιχεί στις αποδοχές 26 ημερομισθίων προσαυξημένες κατά 25% που δικαιούνται βάσει των οικείων συλλογικών συμβάσεων εργασίας της ΠΟΕ-ΟΤΑ, αφαιρουμένου του ποσού που ζήτησαν με προγενέστερη αγωγή τους, iii) τις νόμιμες προσαυξήσεις 75% και 25% για την παρεχόμενη εργασία τους κατά τις Κυριακές και αργίες και κατά τη νύκτα (Κυριακές και καθημερινές) και iv) τα προβλεπόμενα από τις αναφερόμενες κοινές υπουργικές αποφάσεις κατ' αποκοπή έξοδα κίνησής τους.
Ζήτησαν δε να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να τους καταβάλει για τις πιο πάνω αιτίες τα αναφερόμενα για τον καθένα ποσά κυρίως με βάση τις συμβάσεις εργασίας τους, επικουρικά με βάση τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες και πιο επικουρικά με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε στο σύνολό της την αγωγή ως μη νόμιμη.
Μετά από έφεση των εναγόντων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το εφετείο δέχθηκε: α) ότι από την 5947/2010 αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών προέκυπτε δεδικασμένο για το ότι οι συμβάσεις που συνέδεαν τους διαδίκους ήταν συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και β) ότι η αγωγή ήταν αόριστη ως προς το αναφερόμενο πιο πάνω με το στοιχείο ii κονδύλιό της για το λόγο ότι δεν αναφέρεται ποιο είναι το ποσό που οι ενάγοντες ζητούσαν με την προγενέστερη αγωγή τους, ώστε να μπορεί να προσδιορισθεί επακριβώς το ζητούμενο για την αιτία αυτή ποσό.
Στη συνέχεια το εφετείο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Ο εναγόμενος... προτείνει την ένσταση διετούς παραγραφής των επίδικων αξιώσεων των εναγόντων, ένσταση που σε κάθε περίπτωση... λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (άρθρο 52 του ν.δ. 496/1974). Απαντώντας στην ένσταση αυτή της παραγραφής οι ενάγοντες...
ισχυρίζονται κατ' αντένσταση παραδεκτά για πρώτη φορά στον παρόντα βαθμό, ενόψει του ότι αποδεικνύεται εγγράφως (άρθρα 527 παρ. 3, 269 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) ότι η παραγραφή των επίδικων αξιώσεων διακόπηκε με την υποβολή εκ μέρους τους στον εναγόμενο της... 155253/29-12-2006 αίτησής τους περί καταβολής των ένδικων αξιώσεών τους.
Όπως από το κείμενο της εν λόγω αίτησης προκύπτει οι ενάγοντες ζητούσαν ειδικότερα την καταβολή των διαφορών αποδοχών τους που προκύπτουν από την εφαρμογή της οικείας συλλογικής σύμβασης εργασίας της ΠΟΕ-ΟΤΑ κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2002 έως την κατάταξή τους σε θέσεις ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου.
Ο εναγόμενος δεν απάντησε εντός προθεσμίας έξι (6) μηνών από την ημερομηνία υποβολής της, με αποτέλεσμα τη διακοπή της παραγραφής στις 29-12-2006 ως προς τις αξιώσεις αυτές, την έναρξη εκ νέου της διετούς παραγραφής για τις ίδιες αξιώσεις μετά ένα εξάμηνο, ήτοι στις 29-6-2007 και την εκ νέου διακοπή της παραγραφής με την...
επίδοση της αγωγής στον εναγόμενο στις 30-12-2008... Επομένως σύμφωνα με τα παραπάνω οι ένδικες αξιώσεις των εναγόντων για καταβολή διαφορών αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 και εντεύθεν, των οποίων η παραγραφή άρχισε από 1-1-2005, δεν έχουν υποπέσει σε παραγραφή και τούτο γιατί η παραγραφή τους διακόπηκε πριν τη συμπλήρωση διετίας και συγκεκριμένα στις 29-12-2006 με την υποβολή εκ μέρους των εναγόντων της πιο πάνω αίτησης και μέχρι την επίδοση της αγωγής στις 30-12-2008 δεν είχε συμπληρωθεί διετία από τη νέα έναρξη της παραγραφής στις 29-6-2007.
Όμως οι ίδιες αξιώσεις των εναγόντων που γεννήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 8-3-2001 μέχρι 31-12-2003 υπέπεσαν στην ως άνω διετή παραγραφή, αφού η παραγραφή άρχισε την 1-1-2004 και συμπληρώθηκε στις 31-12-2005, δηλαδή πριν την υποβολή της ως άνω αίτησης, χωρίς να διακοπεί με κάποιο νόμιμο τρόπο. Επίσης οι ένδικες αξιώσεις των εναγόντων για καταβολή των προσαυξήσεων για νυχτερινή εργασία και εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες, καθώς και για έξοδα κίνησης που γεννήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 8-3-2001 μέχρι 31-12-2005 υπέπεσαν στην ως άνω διετή παραγραφή, αφού η παραγραφή άρχισε την 1-1-2006 και συμπληρώθηκε στις 31-12-2007, δηλαδή πριν από την επίδοση της υπό κρίση αγωγής στις 30-12-2008, χωρίς να διακοπεί με κάποιο νόμιμο τρόπο, αφού τις αξιώσεις αυτές δεν τις ζητούσαν οι ενάγοντες με την προαναφερθείσα αίτησή τους.
Αντίθετα οι ίδιες ως άνω αξιώσεις (προσαυξήσεις, έξοδα κίνησης) που γεννήθηκαν από 1-1-2006 και εντεύθεν και των οποίων η παραγραφή άρχισε από 1-1-2007 δεν έχουν υποπέσει σε παραγραφή και τούτο γιατί η παραγραφή τους διακόπηκε πριν τη συμπλήρωση διετίας με την επίδοση της υπό κρίση αγωγής στις 30-12-2008. Επομένως κατά μερική παραδοχή της ανένστασης των εναγόντων...
περί διακοπής της παραγραφής των επίδικων αξιώσεών τους, πρέπει η ένσταση παραγραφής να γίνει δεκτή κατά ένα μέρος ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και δη όσον αφορά τις ένδικες αξιώσεις για καταβολή διαφορών αποδοχών για το χρονικό διάστημα από 8-3-2001 μέχρι 31-12-2003 και όσον αφορά τις αξιώσεις για καταβολή προσαυξήσεων και εξόδων κίνησης για το χρονικό διάστημα από 8-3-2001 μέχρι 31-12-2005".
Με βάση αυτές τις παραδοχές (και άλλες που αφορούν την απόρριψη του κονδυλίου για διαφορές αποδοχών των εναγόντων ως κατ' ουσίαν αβασίμου, καθώς και τον υπολογισμό των οφειλόμενων στους ενάγοντες: α) για προσαύξηση 75% επί του νομίμου ημερομισθίου τους για την εργασία τους, β) για προσαύξηση 25% επί του νομίμου ωρομισθίου τους για νυκτερινή εργασία κατά τις Κυριακές και αργίες, γ) για προσαύξηση 25% επί του νομίμου ωρομισθίου τους για νυκτερινή εργασία κατά τις εργάσιμες ημέρες και δ) για έξοδα κίνησης) το εφετείο δέχθηκε την έφεση των εναγόντων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία κατά τα προεκτεθέντα είχε απορριφθεί στο σύνολό της η αγωγή ως μη νόμιμη, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, αφού δε κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την δέχθηκε μερικώς ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη, υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στους ενάγοντες και αναγνώρισε ότι αυτός οφείλει να τους καταβάλει τα αναλυτικά αναφερόμενα για τον καθένα ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Έτσι που έκρινε το εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 90 παρ. 3, 91 εδ. α, 93 ν. 2362/1995 και 3 ν.δ. 31/1968, αφού, σε σχέση με τις ένδικες αξιώσεις των εναγόντων για προσαυξήσεις 75% και 25% για την παρεχόμενη εργασία τους κατά τις Κυριακές και αργίες και κατά τη νύκτα (Κυριακές και καθημερινές) και για τα κατ' αποκοπή έξοδα κίνησής τους (κονδύλια της αγωγής με τα στοιχεία iii και iv), με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων αυτών δέχθηκε ότι η παραγραφή τους άρχισε από το τέλος του έτους κατά το οποίο γεννήθηκαν οι ανωτέρω αξιώσεις και όχι, όπως πράγματι από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει, από τη γένεση κάθε αντίστοιχης αξίωσης, με αποτέλεσμα να καταλήξει στο εσφαλμένο συμπέρασμα ότι οι ανωτέρω αξιώσεις (οι οποίες κατά τις παραδοχές του γεννήθηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2004 μέχρι 12-10-2006 για τους πρώτο έως και τριακοστή πέμπτη και από 8-3-2001 μέχρι 12-10-2006 για τους τριακοστή έκτη έως και τριακοστό όγδοο και των οποίων κατά τις ίδιες παραδοχές δεν είχε διακοπεί η παραγραφή με άλλο τρόπο πλην της άσκησης της αγωγής στις 30-12-2008) δεν είχαν υποπέσει σε παραγραφή στο σύνολό τους αλλά μόνο εκείνες που είχαν γεννηθεί κατά το διάστημα από 8-3-2001 μέχρι και 31-12-2005.
Συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος του με το οποίο ο αναιρεσείων παραπονείται για την απόρριψη της ένστασης παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων για προσαυξήσεις και για έξοδα κίνησης του χρονικού διαστήματος από 1-1-2004 μέχρι 12-10-2006, είναι βάσιμος. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος του με το οποίο ο αναιρεσείων παραπονείται για την απόρριψη της ένστασής του για παραγραφή των αγωγικών αξιώσεων για διαφορές αποδοχών (κονδύλιο αυτής με το στοιχείο i), είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, ενόψει του ότι η αγωγή των αναιρεσιβλήτων απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη ως προς το πιο πάνω κονδύλιό της και συνακόλουθα ο αναιρεσείων, ως νικών διάδικος, δεν έχει έννομο συμφέρον για την αναίρεση της προσβαλλόμενης κατά το αντίστοιχο μέρος της.
Ενόψει όλων αυτών πρέπει να γίνει δεκτός ο προαναφερθείς αναιρετικός λόγος και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση όσον αφορά τους λοιπούς πλην του δέκατου έκτου αναιρεσιβλήτους και κατά το μέρος που δέχθηκε την από 10-9-2008 αγωγή των αναιρεσιβλήτων αυτών, παρελκούσης της έρευνας του δεύτερου λόγου αναίρεσης, με τον οποίο προσβάλλονται τα ίδια πιο πάνω κεφάλαια της προσβαλλομένης.
Εφόσον δε η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, πρέπει να κρατηθεί και να δικασθεί από το παρόν δικαστήριο (άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α Κ.Πολ.Δ.), να ερευνηθεί κατ' ουσίαν η από 7-9-2012 έφεση των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων κατά της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία αυτοί παραπονούνταν για την απόρριψη της αγωγής τους ως μη νόμιμης.
Εξ άλλου η αγωγή, έχοντας το περιεχόμενο που αναφέρθηκε στην προηγούμενη σκέψη, ήταν απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί προηγουμένως, για τους απασχοληθέντες σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου ή συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, οι οποίες αναγνωρίσθηκαν ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είτε με δικαστική απόφαση είτε με τη διαδικασία που προβλέπεται στο π.δ. 164/2004, και καταταγέντες σε οργανικές θέσεις, ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου λογίζεται για όλες τις άλλες συνέπειες (επιδόματα εορτών, αδείας, χρόνου υπηρεσίας για κατάταξη στα οικεία μισθολογικά κλιμάκια κ.λπ.) ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ενώ αντιθέτως τις αποδοχές της θέσης στην οποία εντάχθηκαν δικαιούνται αυτοί μόνο από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης και εφεξής.
Με βάση τα ανωτέρω το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, αν και με διαφορετική αιτιολογία, δεν υπέπεσε σε σφάλμα και γι' αυτό πρέπει να αντικατασταθούν οι αιτιολογίες της εκκαλούμενης απόφασης με τις πιο πάνω και να απορριφθεί η έφεση των εναγόντων (άρθρο 534 Κ.Πολ.Δ). Τέλος πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολό της η εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των παρισταμένων διαδίκων του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της παρούσας δίκης διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179 περ.
β και 183 Κ.Πολ.Δ.)
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 15-10-2015 αίτησης για αναίρεση της 4236/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς τον δέκατο έκτο αναιρεσίβλητο.
Αναιρεί την ανωτέρω απόφαση ως προς τους λοιπούς αναιρεσιβλήτους και κατά το μέρος που αναφέρεται στο σκεπτικό.
Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την από 7-9-2012 έφεση των αναιρεσιβλήτων αυτών.
Απορρίπτει αυτήν.
Συμψηφίζει στο σύνολό της την εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των παρισταμένων διαδίκων του δευτέρου βαθμού δικαιοδοσίας και της παρούσης δίκης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Ιουλίου 2018.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ