Legislator Case Law & Legislation
1301/2016 AI generated

1301/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1301/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεωργέλλη), Μαρία Χυτήρογλου - Εισηγήτρια, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1301/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατά τη δικάσιμο αυτή και, ενώ είχε αναβληθεί ήδη η παρούσα δίκη για τις 24.4.2015, η πρώτη των εκκαλούντων κατηγορουμένων, αφού άσκησε (απαραδέκτως λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως της κατά τα άρθρα 1667 § 1 ΑΚ και 803 § 2 ΚΠολΔ) πρόσθετη παρέμβαση στη δίκη για την υποβολή του δευτέρου εξ αυτών σε δικαστική συμπαράσταση, ζήτησε και πέτυχε να αναβληθεί η συζήτηση της υπόθεσης για τη δικάσιμο της 25.2.2015.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1301 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

Αριθμός 1301/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως, (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Γεωργέλλη), Μαρία Χυτήρογλου - Εισηγήτρια, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 24 Μαΐου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανάσιου Ακριτίδη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων: 1. Ε. Ν. του Α. κατοίκου ..., και 2.Α. Ν. του Α. κατοίκου ..., ατομικά και ως δικαστικής συμπαραστάτριας του αδελφού της Ε. Ν. του Α. που αμφότεροι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Κωνσταντίνο Σπανορρήγα, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 1089/2015 απόφασης του Τριμελούς Πλημ/κείου Ναυπλίου.

Το Τριμελές Πλημ/κείο Ναυπλίου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Δεκεμβρίου 2015 κοινή αίτησή τους αναιρέσεως η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 55/2016.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Φέρεται ενώπιον του Αρείου Πάγου η από 7-12-2015 δήλωση αναίρεσης της 1089/2015 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου, με την οποία οι αναιρεσείοντες καταδικάστηκαν σε ποινή φυλάκισης εξ μηνών ο καθένας, η οποία ανεστάλη επί τριετία, για το αδίκημα της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, και, πρέπει, αφού είναι τυπικά δεκτή) ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική της βασιμότητα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 381 παρ. 1 του Π Κ, όποιος με πρόθεση καταστρέφει ή βλάπτει ξένο (ολικά ή εν μέρει) πράγμα ή με άλλον τρόπο καθιστά ανέφικτη τη χρήση του, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών. Για τη στοιχειοθέτηση του υπαλλακτικώς μικτού πιο πάνω εγκλήματος της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας απαιτείται αντικειμενική μεν αλλοτριότητα του πράγματος, η οποία κρίνεται κατά τις περί κυριότητας διατάξεις του ΑΚ, ήτοι απαιτείται καταστροφή ή βλάβη του ξένου πράγματος ή να καταστεί ανέφικτη η χρήση αυτού, υποκειμενικώς δε γνώση ότι το πράγμα ήταν ξένο και θέληση (ή αποδοχή) της ολικής ή μερικής καταστροφής ή βλάβης κ.λ.π.

του πράγματος αυτού, αρκεί δε και ενδεχόμενος δόλος. Η καταδικαστική δε απόφαση, έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δν του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται & αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχτηκε η κρίση του Δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα πρέπει να προκύπτει από την απόφαση με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη και εκτιμηθεί όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνο από αυτά.

Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα από αυτά, δεν υποδηλώνει ότι δε λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.

Δεν αποτελούν όμως λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της μεταξύ τους αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας.

Ιδιαίτερη αιτιολογία για την ύπαρξη του δόλου, στο εν λόγω αδίκημα της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, είναι αναγκαία, αφού, ανεξάρτητα του ότι αυτός ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος και προκύπτει από τις ειδικότερες συνθήκες τελέσεως του, αξιώνεται από το νόμο πρόσθετο στοιχείο, για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος και δη η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού, του ότι το πράγμα ανήκει σε τρίτο, τέλεση της πράξεως και βούληση ή αποδοχή ολικής ή μερικής καταστροφής του.(.../2014) .

Η κατά τα άνω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της αποφάσεως δεν αφορά μόνο την κυρία απόφαση αλλά απαιτείται για όλες ανεξαιρέτως τις αποφάσεις, ανεξάρτητα αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή η έκδοση τους έχει αφεθεί στη διακριτική, ελεύθερη ή ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου. Εκ τούτου παρέπεται ότι και η παρεμπίπτουσα απόφαση του δικαστηρίου, με την οποία απορρίπτεται αίτημα του κατηγορουμένου περί αναβολής της δίκης, πρέπει να είναι ειδικά αιτιολογημένη .-Περαιτέρω, απόλυτη ακυρότητα κατ’ άρθρο 171 παρ.1 ΚΠοινΔ, η οποία ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ.

Α’ ΚΠοινΔ, επέρχεται [μεταξύ άλλων περιπτώσεων και] όταν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που εξασφαλίζουν την αποτελεσματική υπεράσπιση του κατηγορουμένου, είτε αυτές περιλαμβάνονται στο εθνικό δίκαιο είτε στις διεθνείς συμβάσεις, που έχουν κυρωθεί από την Ελλάδα και αποκτήσει την ισχύ του άρθρου 28 παρ.1 του Συντάγματος.

Μεταξύ των διατάξεων αυτών συγκαταλέγονται και όσες κατοχυρώνουν το δικαίωμα σε "δίκαιη δίκη", οι εκδηλώσεις του οποίου περιγράφονται στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Στην παρ.3 του άρθρου αυτού ορίζεται ότι "Ειδικώτερον, πας κατηγορούμενος έχει δικαίωμα [μεταξύ άλλων]) όπως διαθέτη τον χρόνο και τας αναγκαίας ευκολίας προς προετοιμασίαν της υπερασπίσεώς του.

γ) όπως υπεράσπιση ο ίδιος εαυτόν ή αναθέση την υπεράσπισίν του εις συνήγορον της εκλογής του, εν ή δε περιπτώσει δεν διαθέτει τα μέσα να πληρώση συνήγορον να τω παρασχεθή τοιούτος δωρεάν, όταν τούτο ενδείκνυται υπό του συμφέροντος της δικαιοσύνης.". Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες αιτιώνται με τον πρώτο, δεύτερο και τρίτο λόγους), ότι απερρίφθη χωρίς ειδική αιτιολογία το αίτημά των για αναβολή της δίκης, και, ότι εξαιτίας της μη παραδοχής του, στερήθηκαν της δυνατότητας να εμφανιστούν ή εκπροσωπηθούν με πληρεξούσιο δικηγόρο και αναπτύξουν τους υπερασπιστικούς τους ισχυρισμούς κατά την διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας με αποτέλεσμα την πλήρη ακυρότητα αυτής.

Από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλομένης απόφασης προκύπτει ότι κατά την συνεδρίαση της 5ης Ιουνίου 2015 υπεβλήθη από τους αναιρεσείοντες, διά του εμφανισθέντος με ειδική εξουσιοδότηση για εκπροσώπηση της πρώτης αυτών πληρεξουσίου δικηγόρου (Κωνσταντίνου Σπανορρήγα, αίτημα αναβολής της δίκης, άλλως, διακοπής της, προκειμένου να ολοκληρωθεί η διαδικασία διορισμού προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη για τον δεύτερο αυτών και πληρεξουσίου δικηγόρου στην συνέχεια, προκειμένου να εκπροσωπηθούν στην υπεράσπιση της εφέσεώς των κατά της 858/2013 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου.

Το αίτημα των αυτό, απορρίφθηκε εν μέρει, δεχθέν το δικαστήριο ότι αρκούσε για την ικανοποίησή του n διακοπή της δίκης για την 18 Ιουνίου 2015. Ειδικότερα έγιναν δεκτά τα εξής: "...Στην προκειμένη περίπτωση κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο δεν εμφανίσθηκαν οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι, αλλά ο δικηγόρος Αθηνών Κωνσταντίνος Σπανορρήγας, ο οποίος προσκόμισε την από 4.6.2015 εξουσιοδότηση της πρώτης εξ αυτών και ζήτησε την αναβολή, άλλως, τη διακοπή της δίκης, για τον λόγο ότι εκκρεμεί ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών διαδικασία για την υποβολή σε δικαστική συμπαράσταση του δευτέρου των εκκαλούντων κατηγορουμένων.

Προς απόδειξη δε του ισχυρισμού αυτού προσκόμισε στο Δικαστήριο: 1] το πινάκιο εγγραφής πολιτικών υποθέσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Εκούσιας Δικαιοδοσίας) για τη δικάσιμο της 24-2-2015, 2] την από 3-6-2015 (υπ’ αριθμ. εκθ. καταθ. ....../2015) αίτηση -της Α. Ν. ενώπιον του Προέδρου Υπηρεσίας του Πρωτοδικείου Αθηνών, 3] την από 29-5-2015 κλήση της Α.

Ν. ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Τμήματος Εκούσιας Δικαιοδοσίας), 4] την υπ’ αριθμ. 4751/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 5] την υπ’ αριθμ. 10793/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 6] το πινάκιο εγγραφής πολιτικών υποθέσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Εκούσιας Δικαιοδοσίας) για τη δικάσιμο της 11-12-2014, 7] την υπ’ αριθμ. 910/23-3- 2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (Εκούσιας Δικαιοδοσίας) και τα ταυτάριθμα με αυτήν πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του ανωτέρω Δικαστηρίου, 8] την υπ’ αριθμ.

πρωτ. .../... /5.9.2014 βεβαίωση του Τ.Α. Κυψέλης, 9] την από 2.10.2014 γνωμάτευση, το από 2-10-2014 ιατρικό ιστορικό, το από 2-10-2014 δελτίο εισαγωγής αρρώστου (εισιτήριο), την υπ’ αριθμ. πρωτ. ... βεβαίωση νοσηλείας, το από 22-12-2014 εξιτήριο αρρώστου και το από 22-12-2014 κατατοπιστικό ιατρικό σημείωμα νοσηλευθέντα ασθενή του Ψ.Ν.Α. "Δρομοκαίτειο", 12] το υπ’ αριθμ.

πρωτ. .../15-10-2014 έγγραφο του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, 13] την από 17.10.2014 (υπ’ αριθμ. εκθ. καταθ. 118282/3110/2014) πράξη του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και 14] την από 14.10.2014 αίτηση της Α. Ν. ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (δια του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών). Από τα ανωτέρω έγγραφα, που αναγνώσθηκαν νομότυπα στο ακροατήριο, αποδεικνύεται ότι στις 2.10.2014 ο δεύτερος των εκκαλούντων κατηγορουμένων μεταφέρθηκε με εισαγγελική παραγγελία στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής "Δρομοκαίτειο", όπου εξετασθείς, αυθημερόν, βρέθηκε πάσχων από ψυχωτική συνδρομή σε υποτροπή, με κύρια συμπτώματα τις διαταραχές ύπνου, τις παραληρητικές ιδέες δίωξης και μεγαλείου, την άρνηση λήψης φαρμακευτικής αγωγής, την έλλειψη ευαισθησίας, τις άσκοπες περιπλανήσεις και την έντονη παραμέληση του εαυτού του.

Εξαιτίας της ανωτέρω νόσου, η οποία είχε αρχίσει από μηνών, ο δεύτερος των εκκαλούντων κατηγορουμένων εισήχθη με εισαγγελική διαταγή στο ανωτέρω Ψυχιατρικό Νοσοκομείο, όπου παρέμεινε νοσηλευόμενος μέχρι τις 22.12.2014, οπότε του χορηγήθηκε εξιτήριο με σύσταση για τακτική ψυχιατρική παρακολούθηση και λήψη φαρμακευτικής αγωγής.

Εν τω μεταξύ n πρώτη των εκκαλούντων κατηγορουμένων άσκησε, (δια του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών), την από 14.10.2014 αίτηση της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ισχυρίσθηκε ότι ο δεύτερος εξ αυτών, (αδελφός της), πάσχει μακροχρόνια από ψυχική διαταραχή (παραληρηματικές διαταραχές και παραληρηματικές ιδέες δίωξης), εξαιτίας της οποίας εμφανίζει μειωμένη αντίληψη για τα πράγματα και το περιβάλλον, δυσχέρεια στην επικοινωνία του με τους άλλους και μειωμένη ενεργητικότητα, με αποτέλεσμα να χρειάζεται βοήθεια, για να επιτελεί τις καθημερινές του δραστηριότητες και αδυνατεί να φροντίσει μόνος του τον εαυτό του και τις νομικές υποθέσεις του.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποβληθεί ο δεύτερος των εκκαλούντων κατηγορουμένων σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση ή άλλη ρύθμιση κατά την κρίση του Δικαστηρίου, να διορισθεί δικαστική συμπαραστάτριά του, (μέχρι την τελεσιδικία ης απόφασης προσωρινή και στην συνέχεια οριστική) ,η ίδια και να διορισθούν ως μέλη του εποπτικού συμβουλίου τα προτεινόμενα από αυτήν πρόσωπα.

Η ανωτέρω αίτηση διαβιβάσθηκε στον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών με το υπ’ αριθμ. πρωτ. 177.981/15.10.2014 έγγραφο του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και επ’ αφορμή αυτής εκδόθηκε η από 17.10.2014 (υπ1 αριθμ. εκθ. καταθ. 118.282/3.110/21.10.2014) πράξη του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε η εισαγωγή της υπόθεσης προς συζήτηση, έτσι ώστε να κριθεί εάν συντρέχει ή όχι περίπτωση να υποβληθεί ο δεύτερος των εκκαλούντων-κατηγορουμένων σε δικαστική συμπαράσταση και σε καταφατική περίπτωση να ορισθεί το είδος και η έκταση της δικαστικής συμπαράστασης και να διορισθεί ο προσωρινός και ο οριστικός δικαστικός συμπαραστάτης του, καθώς και τα μέλη του εποπτικού συμβουλίου.

Ακολούθως, εκδόθηκε η από 24.10.2014 προσωρινή διαταγή του Προέδρου Υπηρεσίας, με την οποία η πρώτη των εκκαλούντων - κατηγορουμένων ορίσθηκε αυτεπαγγέλτως προσωρινή δικαστική συμπαραστάτρια του δευτέρου εξ αυτών, προκειμένου να ενεργεί όλες τις επείγουσες πράξεις σχετικά με το πρόσωπο του μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης και υπό τον όρο συζήτησης της κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 11.12.2014.

Κατά τη δικάσιμο αυτή ασκήθηκε πρόσθετη παρέμβαση από την πρώτη των εκκαλούντων κατηγορουμένων, αναβλήθηκε κατόπιν αιτήματος της η εκδίκαση της υπόθεσης για τη δικάσιμο της 25.2.2015 και διατηρήθηκε η προσωρινή διαταγή μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης και υπό τον όρο συζήτησης της κατά την ανωτέρω δικάσιμο (της 25.2.2015).

Κατά την τελευταία αυτή δικάσιμο συζητήθηκε η υπόθεση ερήμην του δευτέρου των εκκαλούντων κατηγορουμένων και διατηρήθηκε η προσωρινή διαταγή μέχρι την έκδοση της απόφασης. Επιπλέον, στις 23.3.2015 εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 910/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης, για τον λόγο ότι δεν είχε κλητευθεί νομίμως ο δεύτερος των εκκαλούντων κατηγορουμένων, με αποτέλεσμα να παύσει έκτοτε η ισχύς της προσωρινής διαταγής.

Στις 3.6.2015 παραιτήθηκε η δικηγόρος Αθηνών Α. Μ., που είχε διορισθεί με την υπ’ αριθμ. 10793/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών ως νομική βοηθός της πρώτης των εκκαλούντων κατηγορουμένων και την ίδια ημέρα κατέθεσε η τελευταία την από 3.6.2015 (υπ’ αριθμ. εκθ. καταθ. .../3.6.2015) αίτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζήτησε την αντικατάσταση της ως άνω δικηγόρου από άλλον δικηγόρο, προκειμένου να μεριμνήσει για την επίσπευση της συζήτησης της υπόθεσης και τον διορισμό της ως προσωρινής δικαστικής συμπαραστάτριας του δευτέρου των εκκαλούντων κατηγορουμένων.

Επί της ανωτέρω αιτήσεως εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 4751/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διορίσθηκε ως νομικός βοηθός της πρώτης των εκκαλούντων κατηγορουμένων, (εις αντικατάσταση της ως άνω δικηγόρου Α. Μ.), ο δικηγόρος Αθηνών Κ. Γ., προκειμένου να καταθέσει αίτηση για την επίσπευση της συζήτησης της υπόθεσης περί υποβολής του δευτέρου των εκκαλούντων κατηγορουμένων σε δικαστική συμπαράσταση και να εκπροσωπήσει την πρώτη εξ αυτών στη σχετική δίκη.

Όμως από την έκδοση της ανωτέρω απόφασης, που έλαβε χώρα στις 3.6.2015, δεν έχει επισπευσθεί η συζήτηση της υπόθεσης, με αποτέλεσμα να εκκρεμεί μέχρι σήμερα η διαδικασία για την υποβολή του δευτέρου των εκκαλούντων κατηγορουμένων σε δικαστική συμπαράσταση και να μην έχει εκδοθεί νέα προσωρινή διαταγή για τον διορισμό του (προσωρινού) δικαστικού συμπαραστάτη του.

Με βάση τα προαναφερόμενα αποδεικνύεται ότι συντρέχουν πράγματι σοβαροί Λόγοι υγείας στο πρόσωπο του, που καθιστούν αδύνατη την εμφάνιση του αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου στο Δικαστήριο και την υποστήριξη της εφέσεως του κατά τη σημερινή δικάσιμο. Εφόσον, όμως, υπάρχει η δυνατότητα διακοπής της δίκης για τις 18.6.2015 και μπορεί ο λόγος αναβολής να αντιμετωπισθεί με τη διακοπή, πρέπει, αντί της αναβολής, να διαταχθεί η διακοπή της δίκης για την ανωτέρω δικάσιμο, έτσι ώστε, κατά το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί να επισπευσθεί η διαδικασία υποβολής του δευτέρου των εκκαλούντων κατηγορουμένων σε δικαστική συμπαράσταση και διορισθεί ο προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης του, ο οποίος θα μεριμνήσει για τον διορισμό του συνηγόρου του, εφόσον ο ως άνω εκκαλών κατηγορούμενος και κατά τη μετά διακοπή συνεδρίαση δεν μπορεί να εμφανισθεί ή να διορίσει αυτοπροσώπως συνήγορο, άλλως, να παραστεί αυτοπροσώπως ή δια διορισμένου από τον ίδιο συνηγόρου για την υποστήριξη της εφέσεώς του.".

Την 18-6-2015, οι αναιρεσείοντες δεν εμφανίστηκαν και η πρώτη δια ίδιου πληρεξουσίου δικηγόρου, υπέβαλε εκ νέου αίτημα αναβολής της εκδίκασης με την αιτιολογία ότι δεν είχε ολοκληρωθεί η διαδικασία διορισμού προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη προκειμένου να έχει την δυνατότητα διορισμού πληρεξουσίου συνηγόρου για τον δεύτερο, και λόγω συναφείας για αυτήν.

Το δικαστήριο απέρριψε το εκ νέου υποβληθέν αίτημα αναβολής της υπόθεσης, μετά την παράθεση των οικείων νομικών διατάξεων, με την εξής αιτιολογία: "...Στην προκειμένη περίπτωση εισάγονται προς συζήτηση οι εφέσεις, που άσκησαν οι εκκαλούντες- κατηγορούμενοι κατά της υπ’ αριθμ. 858/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου, που συνεδρίασε στη μεταβατική έδρα του στο ..., όσον αφορά την δΓ αυτής καταδίκη τους σε φυλάκιση ενός έτους για φθορά ξένης ιδιοκτησίας, την οποία φέρεται ότι τέλεσαν στις 2.10.2008.

Όπως αποδεικνύεται από τα έγγραφα που αναγνώστηκαν στο ακροατήριο και τα στοιχεία του φακέλου της δικογραφίας, η εκδίκαση της υπόθεσης προσδιορίσθηκε αρχικώς για τη δικάσιμο της 30.5.2014 και μετά την απόσυρση αυτής από το πινάκιο λόγω εκλογών για τη δικάσιμο της 25.11.2014. Κατά την ανωτέρω δικάσιμο η εκδίκαση της υπόθεσης αναβλήθηκε λόγω αποχής του συνηγόρου υπεράσπισης του δευτέρου των εκκαλούντων* κατηγορουμένων Κωνσταντίνου Σπανορρήγα και για το ενιαίο της κρίσεως και για την πρώτη εξ αυτών για τη δικάσιμο της 24.4.2015, οπότε αναβλήθηκε εκ νέου για σοβαρούς λόγους υγείας του δευτέρου των εκκαλούντων κατηγορουμένων για τη δικάσιμο της 5.6.2015.

Κατά τη τελευταία αυτή δικάσιμο απορρίφθηκε το αίτημα αναβολής και διακόπηκε η δίκη για τη σημερινή δικάσιμο, προκειμένου κατά το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί να επισπευσθεί η διαδικασία υποβολής του δευτέρου των εκκαλούντων κατηγορουμένων σε δικαστική συμπαράσταση και να διορισθεί προσωρινός δικαστικός συμπαραστάτης αυτού, ο οποίος θα μεριμνήσει για τον διορισμό του συνηγόρου του, εφόσον ο ως άνω εκκαλών κατηγορούμενος και κατά τη μετά διακοπή συνεδρίαση δεν μπορεί να εμφανισθεί ή να διορίσει αυτοπροσώπως συνήγορο, άλλως, να παραστεί αυτοπροσώπως ή δια διορισμένου από τον ίδιο συνηγόρου για την υποστήριξη της εφέσεως του.

Κατά τη σημερινή μετά διακοπή συνεδρίαση δεν εμφανίσθηκαν οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι, αλλά ο δικηγόρος Αθηνών Κωνσταντίνος Σπανορρήγας, ο οποίος δήλωσε ότι η πρώτη των εκκαλούντων κατηγορουμένων τον εξουσιοδότησε να παραστεί αντ’ αυτής ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και ζητεί την αναβολή της εκδίκασης της εφέσεως του δευτέρου των εκκαλούντων κατηγορουμένων και για το ενιαίο της κρίσεως και της δικής της εφέσεως, για τον λόγο ότι:

α) ο δεύτερος των εκκαλούντων κατηγορουμένων αδυνατεί να εμφανισθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου και να διορίσει δικηγόρο, για να τον εκπροσωπήσει στην παρούσα δίκη και β) δεν έχει περατωθεί ακόμη η διαδικασία για την υποβολή του σε δικαστική συμπαράσταση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ούτε έχει διορισθεί μέχρι σήμερα ο (προσωρινός) δικαστικός συμπαραστάτης του.

Επιπλέον, στις από 17.6.2015 και 18.6.2015 έγγραφες δηλώσεις της η πρώτη των εκκαλούντων κατηγορουμένων αναφέρει ότι για τους ανωτέρω λόγους αδυνατεί και η ίδια να εμφανισθεί αυτοπροσώπως ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τη σημερινή συνεδρίαση, ότι αδυνατεί να διορίσει συνήγορο, διότι είναι άνεργη, δεν έχει εισοδήματα και n αίτηση της για παροχή νομικής βοήθειας έχει απορριφθεί, ότι ο δεύτερος των εκκαλούντων κατηγορουμένων αδυνατεί να εμφανισθεί αυτοπροσώπως στο Δικαστήριο, διότι είναι κλονισμένη η υγεία του και ότι στις 22.6.2015 συζητείται προσωρινή διαταγή για τον αυτεπάγγελτο διορισμό του προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη του.

Ενόψει των ανωτέρω ζητεί την αναβολή της εκδίκασης των ενδίκων εφέσεων σε μεταγενέστερη δικάσιμο ή την αναβολή της δίκης, προκειμένου να διενεργηθεί ψυχιατρική πραγματογνωμοσύνη στον δεύτερο των εκκαλούντων κατηγορουμένων κατ’ άρθρον 80 ΚΠοινΔ. Προς απόδειξη δε των ισχυρισμών αυτών προσκόμισε στο Δικαστήριο δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της: 1] την από 12.6.2015 (υπ’ αριθμ.

εκθ. καταθ. 65482/2009/15.6.2015 πράξη του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, 2] το υπ’ αριθμ. πρωτ. 2278/13-11-2014 έγγραφο του Προέδρου του Τμήματος Εκούσιας Δικαιοδοσίας του Πρωτοδικείου Αθηνών προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών, 3] την από 17-6-2015 υπεύθυνη δήλωση της Α. Ν. προς το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Ναυπλίου, 4] την υπ’ αριθμ.

πρωτ. .../12.9.2014 διαπιστωτική πράξη της Γενικής Γραμματείας Δημοσίων Εσόδων, 5] τα υπ’ αριθμ. πρωτ. .../17-10-2014 έγγραφα της Διεύθυνσης Κανονισμού και Εντολής Πληρωμής Πολιτικών Συντάξεων του Υπουργείου Οικονομικών, 6] το υπ1 αριθμ. πρωτ. .../13.10.2014 έγγραφο της Διεύθυνσης Διαχείρισης Ανθρωπίνου Δυναμικού του Υπουργείου Οικονομικών, 7] το υπ’ αριθμ.

πρωτ. .../23-4-2015 έγγραφο της Διεύθυνσης Κανονισμού και Εντολής Πληρωμής Πολιτικών Συντάξεων του Υπουργείου Οικονομικών, 8] την υπ’ αριθμ. …/2014 διαταγή απόδοσης χρήσης μισθίου του Ειρηνοδικείου Αθηνών, 9] το από 27-2-2014 μισθωτήριο συμφωνητικό κατοικίας, 10] φωτοαντίγραφο του από 3-3-2015 λογαριασμού της ΔΕΗ, 11] φωτοαντίγραφο του από 18-2-2015 λογαριασμού της ΕΥΔΑΠ, 12] την υπ’ αριθμ. 55/2015 διάταξη της Προέδρου Πρωτοδικών Ναυπλίου, 13] την υπ’ αριθμ. 94/2012 πράξη της Προέδρου Πρωτοδικών Ναυπλίου, 14] την υπ’ αριθμ.

πρωτ. .../2-7-2014 απόφαση του Δημάρχου Αθηναίων, 15] την από 14-8-2014 υπεύθυνη δήλωση της Α. Ν. και 16] την από 6-5-2008 γνωμάτευση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Αργολίδας. Ωστόσο, το ανωτέρω αίτημα είναι αβάσιμο και πρέπει να απορριφθεί, διότι: α) αφ’ ενός μεν η πρώτη των εκκαλούντων κατηγορουμένων δεν επικαλείται οποιοδήποτε λόγο, εξαιτίας του οποίου να αδυνατεί n ίδια να εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου στο Δικαστήριο και να υποστηρίξει την έφεση της, παρά μόνον την οικονομική αδυναμία της για διορισμό συνηγόρου και την απόρριψη της αιτήσεως της για παροχή νομικής βοήθειας, οι οποίες όμως δεν συνιστούν λόγο ανωτέρας βίας, ήτοι απρόβλεπτο και εξαιρετικό γεγονός, το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση να μην μπορούσε να αποτραπεί ακόμα και με μέτρα εξαιρετικής επιμέλειας και συνέσεως, εφόσον μάλιστα δεν γίνεται επίκληση οποιουδήποτε ανυπέρβλητου κωλύματος αυτοπρόσωπης εμφάνισης της στο Δικαστήριο, β) αφ’ ετέρου δε δεν αποδεικνύεται ότι κατά τη σημερινή συνεδρίαση ο δεύτερος των εκκαλούντων κατηγορουμένων αδυνατεί να εμφανισθεί αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου στο Δικαστήριο, για σοβαρούς λόγους υγείας ή Λόγους ανωτέρας βίας, έτσι ώστε να μπορεί να χορηγηθεί αναβολή για Λόγους, που αφορούν το πρόσωπο του.

Ειδικότερα, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι στις 2.10.2014 ο δεύτερος των εκκαλούντων κατηγορουμένων μεταφέρθηκε με εισαγγελική παραγγελία στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής "Δρομοκαίτειο", όπου εξετασθείς αυθημερόν βρέθηκε πάσχων από ψυχωτική συνδρομή σε υποτροπή, με κύρια συμπτώματα τις διαταραχές ύπνου, τις παραληρητικές ιδέες δίωξης και μεγαλείου, την άρνηση λήψης φαρμακευτικής αγωγής, την έλλειψη ευαισθησίας, τις άσκοπες περιπλανήσεις και την έντονη παραμέληση του εαυτού του.

Εξαιτίας της ανωτέρω νόσου, η οποία είχε αρχίσει από μηνών, ο δεύτερος των εκκαλούντων κατηγορουμένων εισήχθη με εισαγγελική διαταγή στο ανωτέρω Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής, όπου παρέμεινε νοσηλευόμενος μέχρι τις 22.12.2014. Όμως κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του βελτιώθηκε η κατάσταση της υγείας του, με αποτέλεσμα κατά τον ανωτέρω χρόνο, (στις 22.12.2014), να του χορηγηθεί εξιτήριο με σύσταση για τακτική ψυχιατρική παρακολούθηση και λήψη φαρμακευτικής αγωγής.

Όσον αφορά δε το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, δεν προσκομίζεται κάποιο έγγραφο νοσηλευτικού ιδρύματος, ιατρικό πιστοποιητικό ή οποιοδήποτε άλλο αποδεικτικό στοιχείο, από το οποίο να αποδεικνύεται ότι εξαιτίας της ανωτέρω πάθησης αδυνατεί να μετακινηθεί και να εμφανισθεί στο Δικαστήριο ή να διορίσει αυτοπροσώπως συνήγορο, για να τον εκπροσωπήσει και να υποστηρίξει την έφεση του, έτσι ώστε/ να μπορεί να κριθεί ότι συντρέχει ανυπέρβλητο κώλυμα εμφάνισης αυτού, που να δικαιολογεί την αναβολή της δίκης για σοβαρούς λόγους υγείας ή λόγους ανωτέρας βίας, αναγόμενους στο πρόσωπο του.

Και ναι μεν είναι αληθές ότι έχει κινηθεί αυτεπαγγέλτως η διαδικασία για την υποβολή του σε δικαστική συμπαράσταση και την έκδοση προσωρινής διαταγής για τον διορισμό προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη του, η οποία δεν έχει περατωθεί ακόμη, πλην, όμως, μόνο το γεγονός αυτό δεν αρκεί, για να αποδειχθεί η επικαλούμενη αδυναμία του να εμφανισθεί σήμερα αυτοπροσώπως ή δια συνηγόρου στο Δικαστήριο και να υποστηρίξει την έφεση του, έτσι ώστε να συντρέχει περίπτωση αναβολής της δίκης για λόγους που αφορούν το πρόσωπο του.

Απεναντίας, από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι η πρώτη των εκκαλούντων κατηγορουμένων άσκησε, (δια του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών), την από 14.10.2014 αίτηση της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ισχυρίσθηκε ότι ο δεύτερος εξ αυτών (αδελφός της) πάσχει μακροχρόνια από ψυχική διαταραχή (παραληρηματικές διαταραχές και παραληρηματικές ιδέες δίωξης), εξαιτίας της οποίας εμφανίζει μειωμένη αντίληψη για τα πράγματα και το περιβάλλον, δυσχέρεια στην επικοινωνία του με τους άλλους και μειωμένη ενεργητικότητα, με αποτέλεσμα να χρειάζεται βοήθεια, για να επιτελεί τις καθημερινές του δραστηριότητες και να αδυνατεί να φροντίσει μόνος του τον εαυτό του και τις νομικές υποθέσεις του.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποβληθεί ο δεύτερος των εκκαλούντων κατηγορουμένων σε πλήρη στερητική δικαστική συμπαράσταση ή άλλη ρύθμιση κατά την κρίση του Δικαστηρίου, να διορισθεί δικαστική συμπαραστάτριά του (μέχρι την τελεσιδικία της απόφασης προσωρινή και στην συνέχεια οριστική) η ίδια και να διορισθούν ως μέλη του εποπτικού συμβουλίου τα προτεινόμενα από αυτήν πρόσωπα.

Η ανωτέρω αίτηση διαβιβάσθηκε στον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών με το υπ’ αριθμ. πρωτ. 177.981/15.10.2014 έγγραφο του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και επ’ αφορμή αυτής εκδόθηκε η από 17.10.2014 (υπ’ αριθμ. εκθ. καταθ. 118.282/3.110/21.10.2014) πράξη του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε η εισαγωγή της υπόθεσης προς συζήτηση, έτσι ώστε να κριθεί εάν συντρέχει ή όχι περίπτωση να υποβληθεί ο δεύτερος των εκκαλούντων κατηγορουμένων σε δικαστική συμπαράσταση και σε καταφατική περίπτωση να ορισθεί το είδος και η έκταση της δικαστικής συμπαράστασης και να διορισθεί ο προσωρινός και (μετά την τελεσιδικία της σχετικής απόφασης), ο οριστικός δικαστικός συμπαραστάτης του, καθώς και τα μέλη του εποπτικού συμβουλίου.

Ακολούθως, εκδόθηκε η από 24.10.2014 προσωρινή διαταγή του Προέδρου Υπηρεσίας, με την οποία η πρώτη των εκκαλούντων κατηγορουμένων ορίσθηκε αυτεπαγγέλτως προσωρινή δικαστική συμπαραστάτρια του δευτέρου εξ αυτών, προκειμένου να ενεργεί όλες τις επείγουσες πράξεις, σχετικά με το πρόσωπο του μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης και υπό τον όρο συζήτησης της κατά την ορισθείσα δικάσιμο της 11.12.2014.

Κατά τη δικάσιμο αυτή και, ενώ είχε αναβληθεί ήδη η παρούσα δίκη για τις 24.4.2015, η πρώτη των εκκαλούντων κατηγορουμένων, αφού άσκησε (απαραδέκτως λόγω ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως της κατά τα άρθρα 1667 § 1 ΑΚ και 803 § 2 ΚΠολΔ) πρόσθετη παρέμβαση στη δίκη για την υποβολή του δευτέρου εξ αυτών σε δικαστική συμπαράσταση, ζήτησε και πέτυχε να αναβληθεί η συζήτηση της υπόθεσης για τη δικάσιμο της 25.2.2015.

Στις 11.12.2014 διατηρήθηκε η προσωρινή διαταγή μέχρι τη συζήτηση της υπόθεσης και υπό τον όρο συζήτησης της κατά την ανωτέρω μετ’ αναβολή δικάσιμο (της 25.2.2015), ενώ στις 25.2.2015 συζητήθηκε η υπόθεση ερήμην του δευτέρου των εκκαλούντων κατηγορουμένων και διατηρήθηκε η προσωρινή διαταγή μέχρι την έκδοση της απόφασης.

Όμως στις 23.3.2015 εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 910/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της υπόθεσης, λόγω μη νόμιμης κλήτευσης του δευτέρου των εκκαλούντων κατηγορουμένων, με αποτέλεσμα να παύσει ,έκτοτε, η ισχύς της προσωρινής διαταγής, με την οποία είχε διορισθεί ως προσωρινή δικαστική συμπαραστάτρια η πρώτη των εκκαλούντων -κατηγορουμένων.

Επομένως, εάν ο δεύτερος εξ αυτών ήταν πράγματι ανίκανος να διορίσει συνήγορο, για να τον εκπροσωπήσει στην παρούσα δίκη, που είχε ορισθεί ήδη για τις 24.4.2015, η πρώτη των εκκαλούντων κατηγορουμένων θα έπρεπε λογικά να υποκινήσει πάραυτα την επίσπευση της διαδικασίας υποβολής του σε δικαστική συμπαράσταση, καταθέτοντας, και χωρίς τη σύμπραξη δικηγόρου, όπως δικαιούταν και μπορούσε), μία απλή αίτηση στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών. .Ωστόσο, η πρώτη των εκκαλούντων κατηγορουμένων δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια παρά μόνο στις 3.6.2015, οπότε κατέθεσε την με την ίδια ημερομηνία (υπ αριθμ.

εκθ. καταθ. .../3.6.2015) αίτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζήτησε να αντικατασταθεί, (λόγω της παραιτήσεως της), η δικηγόρος Αθηνών Α. Μ., που είχε διορισθεί ως νομική βοηθός της με την υπ’ αριθμ. 10793/2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, από άλλον δικηγόρο, προκειμένου να επισπεύσει τη συζήτηση της υπόθεσης για την υποβολή του δευτέρου των εκκαλούντων κατηγορουμένων σε δικαστική συμπαράσταση και την εκπροσώπηση της (ως προσθέτως παρεμβαίνουσας) στην ανωτέρω δίκη.

Επί της αιτήσεως αυτής εκδόθηκε αυθημερόν η υπ’ αριθμ. 4751/2015 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διορίσθηκε ως νομικός βοηθός της πρώτης των εκκαλούντων κατηγορουμένων, (εις αντικατάσταση της ως άνω δικηγόρου Α. Μ.), ο δικηγόρος Αθηνών Κ. Γ., προκειμένου να καταθέσει αίτηση για την επίσπευση της συζήτησης της υπόθεσης περί υποβολής του δευτέρου των κατηγορουμένων σε δικαστική συμπαράσταση και να την εκπροσωπήσει στη σχετική δίκη.

Κατόπιν τούτου κατατέθηκε στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών η από 29.5.2015 κλήση της πρώτης των εκκαλούντων κατηγορουμένων, που διαβιβάσθηκε στον Πρόεδρο του Τριμελούς Συμβουλίου Διοίκησης του Πρωτοδικείου Αθηνών με το υπ’ αριθμ. πρωτ. 166.494/10.6.2015 έγγραφο του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών και εκδόθηκε η από 12.6.2015 (υπ’ αριθμ.

εκθ. Καταθ. 65.482/2009/15.6.2015) πράξη του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκε η εισαγωγή της υπόθεσης προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο της 25.9.2015. Όμως, ενώ είχε διακοπεί ήδη η παρούσα δίκη για τις 18.6.2015, στην ανωτέρω κλήση δεν αναφέρθηκε οτιδήποτε για την ανάγκη άμεσου διορισμού συνηγόρου υπεράσπισης για λογαριασμό του δευτέρου των εκκαλούντων κατηγορουμένων, ούτε και επισημάνθηκε καθ’ οιονδήποτε τρόπο n ανάγκη προτίμησης για τον ορισμό της ημέρας συζήτησης της προσωρινής διαταγής, με αποτέλεσμα στις 15.6.2015 να ορισθεί δικάσιμος για την προσωρινή διαταγή n 22.6.2015 (με κλήση του δευτέρου των εκκαλούντων κατηγορουμένων και επίδοση στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Αθηνών επιμέλεια της Γραμματείας προ 24 ωρών) και μέχρι σήμερα να μην έχει αποφανθεί το ως άνω Δικαστήριο για το εάν συντρέχει ή όχι περίπτωση να εκδοθεί προσωρινή διαταγή για τον διορισμό (προσωρινού) δικαστικού συμπαραστάτη του δευτέρου των εκκαλούντων κατηγορουμένων.

Το γεγονός αυτό οφείλεται σε υπαιτιότητα της πρώτης εξ αυτών, καθώς: α) ενώ η εκδίκαση των ενδίκων εφέσεων είχε προσδιορισθεί μετά από αναβολή για τη δικάσιμο της 24.4.2015 και μετά από νέα αναβολή για τις 5.6.2015, η τελευταία, αν και μπορούσε, δεν φρόντισε να επισπευσθεί η διαδικασία υποβολής του δευτέρου των εκκαλούντων κατηγορουμένων σε δικαστική συμπαράσταση και m εκδοθεί άμεσα νέα προσωρινή διαταγή για τον διορισμό του προσωρινού δικαστικού συμπαραστάτη του μετά την έκδοση της υπ’ αριθμ. 910/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (στις 23.3.2015), οπότε έπαυσε η ισχύς της από 24.10.2014 προσωρινής διαταγής για τον διορισμό της ως προσωρινής δικαστικής συμπαραστάτριας και β) παρότι κατά τη δικάσιμο της 5.6.2015 διακόπηκε η δίκη για σήμερα (18.6.2015), δηλαδή σε χρόνο, που ήταν επαρκής για τον διορισμό (προσωρινού) δικαστικού συμπαραστάτη με προσωρινή διαταγή, δεν επέδειξε τη δέουσα επιμέλεια και σύνεση, έτσι ώστε να επισπευσθεί πάραυτα η διαδικασία υποβολής του δευτέρου εξ αυτών σε δικαστική συμπαράσταση και να εκδοθεί νέα προσωρινή διαταγή για τον διορισμό του (προσωρινού) δικαστικού συμπαραστάτη του έως τη σημερινή μετά διακοπή συνεδρίαση (της 18.6.2015).

Όμως, ενώ η δίκη διακόπηκε για τη σημερινή συνεδρίαση, κυρίως, για να συζητηθεί η προσωρινή διαταγή για τον διορισμό, (προσωρινού), δικαστικού συμπαραστάτη του δευτέρου των εκκαλούντων κατηγορουμένων, πράγμα που δεν έγινε από υπαιτιότητα της πρώτης εξ αυτών, οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι δεν εμφανίσθηκαν, όπως όφειλαν, στη σημερινή μετά διακοπή συνεδρίαση, για να υποστηρίξουν τις εφέσεις τους, αν και γνωρίζουν ότι κινδυνεύει να υποκύψει σε παραγραφή n πλημμεληματική πράξη, (φθορά ξένης ιδιοκτησίας), για την οποία καταδικάσθηκαν και έχουν ασκήσει τις εφέσεις αυτές, αλλά n μεν πρώτη των εκκαλούντων κατηγορουμένων εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, αποκλειστικά και μόνον για να υποβάλει εκ νέου αίτημα αναβολής της δίκης, ο δε δεύτερος εξ αυτών, αν και μπορούσε, εφόσον δεν γίνεται επίκληση ούτε και αποδεικνύεται η συνδρομή οποιουδήποτε λόγου, που να καθιστά αδύνατη τη μετακίνηση του, δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο, έτσι ώστε να μην μπορεί το Δικαστήριο να σχηματίσει άμεσα άποψη για τη διανοητική ή ψυχική υγεία του και να δεχθεί το ως άνω αίτημα αναβολής της δίκης.

Ενόψει των ανωτέρω αποδεικνύεται πλέον, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι ο δεύτερος των εκκαλούντων κατηγορουμένων νοσηλεύθηκε μεν για την ανωτέρω ψυχική ασθένεια από 2.10.2014 έως και 22.12.2014, πλην όμως ,από την ασθένεια αυτή δεν εμποδίζεται σήμερα να εμφανισθεί αυτοπροσώπως στο Δικαστήριο ή να διορίσει συνήγορο για την εκπροσώπηση του, ούτε και βρίσκεται σε κατάσταση διατάραξης των πνευματικών λειτουργιών του, που να επιφέρει αδυναμία του να παρακολουθήσει την εναντίον του ποινική διαδικασία και να υπερασπισθεί τον εαυτό του.

Οι δε περί του αντιθέτου ισχυρισμοί της πρώτης εξ αυτών είναι προσχηματικοί και προβάλλονται αποκλειστικά και μόνον στην προσπάθεια των εκκαλούντων κατηγορουμένων να παρελκύσουν τη δίκη, έτσι ώστε να παραγραφεί η πράξη, για την οποία καταδικάσθηκαν και έχουν ασκήσει έφεση ή και να παύσουν να προσέρχονται οι μάρτυρες κατηγορίας.

Επομένως, εφόσον δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση αναβολής της δίκης κατά τα άρθρα 349 και 80 ΚΠΔ, πρέπει να απορριφθούν τα σχετικά αιτήματα της πρώτης των εκκαλούντων κατηγορουμένων και να διαταχθεί η πρόοδος της δίκης". Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο περιέλαβε την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται και για τις παρεμπίπτουσες αποφάσεις όπως αυτή της αναβολής εκδίκασης της υπόθεσης, αναλύοντας και εξειδικεύοντας κατά τρόπο σαφή, κατηγορηματικό και πλήρη τους λόγους για τους οποίους έκρινε, (ανελέγκτως), ότι δεν συντρέχει, μετά την διακοπή της δίκης, λόγος παραδοχής του σχετικού αιτήματος αναβολής της, χωρίς να παραβιάζονται από την απόφασή του αυτά τα δικαιώματά των αναιρεσειόντων για δίκαιη δίκη όπως αβάσιμα αυτοί υποστηρίζουν.

Συνεπώς, οι εκ του αριθμού 510 παρ. 1 στοιχ β δ πρώτος, δεύτερος και τρίτος Λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο τέταρτος Λόγος αναίρεσης για πλημμέλεια εκ του άνω αριθμού (510 παρ. 1 στοιχ β Κ.Ποιν.Δ) με τον οποίο παραπονείται η πρώτη ότι το δικαστήριο αρνήθηκε να καταχωρήσει στα πρακτικά κατά την συνεδρίαση της 18-6-2015 το αίτημα αναβολής της υπόθεσης που αυτή υπέβαλε σε μεταγενέστερη δικάσιμο, αφού όχι μόνο όπως προκύπτει, από την επισκόπηση των πρακτικών, καταχώρησε, αλλά, και απάντησε με την άνω αιτιολογημένη απόφαση του.

Κατά την διάταξη του αρθ. 80 παρ: 1 εδ α ΚΠΔ όταν ο κατηγορούμενος βρίσκεται σε κατάσταση διατάραξης των πνευματικών του λειτουργιών το δικαστήριο αν δεν πρόκειται να εκδώσει αθωωτική απόφαση διατάσσει την αναστολή της διαδικασία κατά δε την παρ. 2 του ίδιου άρθρου για την βεβαίωση της ψυχικής κατάστασης του κατηγορουμένου διατάσσεται προηγουμένως πραγματογνωμοσύνη κατά το αρθ. 200 ενώ κατά την παρ 2 του άνω άρθρου (200), αν η ανάγκη ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης προέκυψε στο ακροατήριο τα παραπάνω, δηλαδή, την εισαγωγή του κατηγορουμένου στο δημόσιο ψυχιατρείο για παρατήρηση διατάσσει το δικαστήριο ανεκλήτως αναβάλλοντας τη συζήτηση ως το τέλος της ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης.

Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει ότι η διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης για την βεβαίωση της ψυχικής νόσου του κατηγορουμένου και η συνεπεία αυτής αναστολή της διαδικασίας είναι υποχρεωτική για το δικαστήριο μόνο σε περίπτωση που το δικαστήριο δεχθεί την διατάραξη. Αν, δηλαδή, το δικαστήριο κρίνει ότι ο κατηγορούμενος δεν βρίσκεται σε διατάραξη των πνευματικών λειτουργιών δεν τίθεται θέμα εφαρμογής του αρθ. 80 ΚΠΔ και συνεπώς δεν δημιουργείται απόλυτη ακυρότητα από την μη αναστολή της διαδικασίας (171 παρ. 1 περ.

Γ). Ως εκ τούτου, απορριπτέοι ως αβάσιμοι είναι και οι έβδομος και όγδοος λόγοι αναίρεσης για πλημμέλεια εκ του αριθμού 510 αρθ. 1 στοιχ. β διότι απορρίφθηκε το αίτημα για αναστολή της διαδικασίας, κατόπιν διενέργειας ψυχιατρικής πραγματογνωμοσύνης, αφού δεν έγινε δεκτή n ύπαρξη ψυχικής διατάραξης του δευτέρου η οποία αποτελεί και την προϋπόθεση για την αναστολή της διαδικασίας .

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 14 παρ.3 και 171 παρ.1 εδ.α’ του ΚΠΔ προκύπτει ότι κακή σύνθεση του δικαστηρίου της ουσίας, η ύπαρξη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Α’ του ίδιου Κώδικα λόγο αναίρεσης, δεν υφίσταται όταν στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, που δικάζει έφεση του κατηγορουμένου, εκτελεί καθήκοντα Εισαγγελέα ο αντεισαγγελέας, ο οποίος, με την αυτή ιδιότητα, είχε ασκήσει καθήκοντα Εισαγγελέα κατά την εκδίκαση της ίδιας υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση.

Ο κατά την παράγραφο 3 του άρθρου 14 του ΚΠΔ αποκλεισμός του δικαστή στην εκδίκαση υπόθεσης κατ’ έφεση προϋποθέτει ότι αυτός έχει συμπράξει στην έκδοση της εκκαλούμενης απόφασης. Ο Εισαγγελέας όμως, ο οποίος είναι μεν δικαστικός λειτουργός, με τη συμμετοχή του στη σύνθεση του δικαστηρίου, όπου, αναφορικά με την εκδιδόμενη από αυτό απόφαση, περιορίζεται απλώς να αναπτύσσει την κατηγορία και να προτείνει την ενοχή ή την αθωότητα του κατηγορουμένου δεν συμπράττει στην έκδοση της απόφασης, η οποία προϋποθέτει ψήφο του δικαστή.

Επί πλέον, η συμμετοχή του ίδιου Εισαγγελικού λειτουργού κατά την εκδίκαση έφεσης σε υπόθεση που ο ίδιος είχε ασκήσει εισαγγελικά καθήκοντα κατά την πρωτοβάθμια δίκη, δεν αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου σε τρόπο που να δημιουργεί απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο για κακή σύνθεση του δικαστηρίου.

Η τυχόν δυσπιστία για το αμερόληπτο του Εισαγγελικού αυτού λειτουργού κατά την εκδίκαση της έφεσης μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 15 ΚΠΔ, να προταθεί ως λόγος εξαίρεσης και έτσι εξασφαλίζεται το δικαίωμα του προσώπου να δικασθεί η υπόθεση του με δίκαιο τρόπο από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο. Επομένως, και στην προκειμένη περίπτωση, ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Α’ ΚΤΤΔ (έκτος), λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια της απόλυτης ακυρότητας για κακή σύνθεση του Δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, από το λόγο ότι μετέσχε στη σύνθεση αυτού ως Εισαγγελέας πρόσωπο που είχε μετάσχει και πρωτοδίκως στην ίδια υπόθεση με την ίδια ιδιότητα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Απορριπτέος, όμως, είναι και ο προηγούμενος, (πέμπτος λόγος αναιρέσεως), για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας διότι το δικαστήριο δεν απάντησε στην αίτηση εξαίρεσης του εισαγγελέα της έδρας που υπέβαλε η πρώτη αυτών διά του εξουσιοδοτουμένου δικηγόρου της Κωνσταντίνου Σπανορρήγα, αφού από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της δίκης δεν προκύπτει ότι υποβλήθηκε τέτοιο αίτημα δεδομένου ότι ο πληρεξούσιος δικηγόρος της μετά την απόρριψη του αιτήματος αναβολής που υπέβαλε αποχώρησε δηλώνοντας ότι δεν παρίσταται πλέον ως συνήγορος της για να προχωρήσει το δικαστήριο στην εκδίκαση της υπόθεσης θεωρώντας ωσεί παρόντες τους κατηγορουμένους.

Έκρινε δε στο τέλος της διαδικασίας τους αναιρεσείοντες ενόχους για το αδίκημα της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας διαλαμβάνοντας στο σκεπτικό του τα εξής: "Από όλη τη σχετική με την απόδειξη διαδικασία τα έγγραφα που αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας που εξετάστηκαν νομότυπα στο ακροατήριο και την εν γένει συζήτηση της υπόθεσης αποδείχθηκε και το δικαστήριο πείσθηκε ότι πράγματι στο ...

στις 2-10-2008 οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι, ενεργώντας από κοινού έβλαψαν από πρόθεση ξένο ολικά πράγμα και, συγκεκριμένα προέβησαν στην θραύση κρυστάλλου και την καταστροφή του υγρού στον ηλιακό θερμοσίφωνα ιδιοκτησίας του εγκαλούντος Ι. Κ., προξενώντας σαυτόν ζημία ύψους 200 ευρώ. Ειδικότερα, από την εκτίμηση του συνόλου του προαναφερόμενου αποδεικτικού υλικού αποδεικνύεται ότι οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι και ο εγκαλών Ι.

Κ. είναι συνιδιοκτήτες της πολυκατοικίας επί της οδού ... στο …. Πιο συγκεκριμένα, ο εγκαλών είναι ιδιοκτήτης μίας οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμερίσματος), την οποία εκμισθώνει από ετών στον Κ. Λ., ενώ οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι είναι συγκύριοι της οριζόντιας ιδιοκτησίας (διαμερίσματος) του δώματος, στην οποία και διέμεναν κατά το έτος 2008.

Επειδή οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι θεωρούσαν ότι τους ανήκει κατά αποκλειστική χρήση το ακάλυπτο μέρος του δώματος αυτού, είχαν έλθει επανειλημμένα σε αντιπαράθεση με άλλους συνιδιοκτήτες και ενοίκους της οικοδομής, που είχαν τοποθετήσει εκεί τους ηλιακούς τους θερμοσίφωνες και, αφού τους προειδοποίησαν πως "θα πετάξουν ό,τι υπάρχει στην ταράτσα", στις 2-10-2008 έβλαψαν με πρόθεση τον ηλιακό θερμοσίφωνα του εγκαλούντος Ι.

Κ., ο οποίος βρισκόταν στο ακάλυπτο μέρος του δώματος της ως άνω οικοδομής, προξενώντας σ’ αυτόν ζημίες (θραύση κρυστάλλου και καταστροφή του υγρού αυτού), ύψους διακοσίων ευρώ. Επομένως, πρέπει οι εκκαλούντες κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι για την πιο πάνω αξιόποινη πράξη της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας, όπως αυτή περιγράφεται ειδικότερα στο διατακτικό της παρούσας.

Και στην συνέχεια κήρυξε αυτούς ενόχους τού ότι "Στο ... στις 2-10-2008, ενεργώντας από κοινού, έβλαψαν με πρόθεση ξένο ολικά πράγμα και, συγκεκριμένα, προξένησαν ζημιές στον ηλιακό θερμοσίφωνα (θραύση κρυστάλλου και καταστροφή υγρού) του Ι. Κ. η δε ζημία που προκλήθηκε από την παραπάνω φθορά ανέρχεται στο ποσό των διακοσίων ευρώ (200)".- Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση του την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, για τα οποία προέκυψαν αποδείξεις που συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας για το οποίο κρίθηκαν ένοχοι και δικάστηκαν σε ποινή φυλάκισης έξ μηνών οι αναιρεσείοντες, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27,45 και 381 ΠΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου, με ελλιπή, ή αντιφατική αιτιολογία, ώστε n απόφαση να στερείται νόμιμης βάσης και ο περί του αντιθέτου λόγος (ένατος) αναιρέσεως για πλημμέλεια εκ του αριθμού 510 παρ 1 στοιχ Δ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Οι ειδικότερες αιτιάσεις ότι από κανένα αποδεικτικό στοιχείο προέκυψε ότι τέλεσαν την πράξη της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας είναι αβάσιμες αφού δια αυτών πλήττεται η ανέλεγκτη κρίση περί τα πράγματα του δικαστηρίου .Μετά ταύτα μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η δήλωση αναίρεσης στο σύνολο της και καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα (583 Κποιν.Δ).-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 7-12-2015 δήλωση - αίτηση αναιρέσεως της 1089/2015 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Ναυπλίου .

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των εκ διακοσίων πενήντα ευρώ (250) δικαστικών εξόδων.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Ιουνίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Ιουλίου 2016.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ