Supreme Court corrects its own judgment for a clerical error regarding the word 'not' in an insurance liability clause.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court granted a request to correct a clerical error in a previous judgment regarding an insurance liability clause. The court identified that the word 'not' was omitted by mistake, altering the meaning of the provision concerning the insurer's right of recourse. Consequently, the court ordered the correction of the text to reflect the intended legal meaning and dismissed the costs of the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 315 and 318 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may correct its own judgments for clerical or drafting errors, but not for errors of law or fact, and such corrections require a hearing where all parties can express their views.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1301 / 2014 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1301/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ιωάννα Πετροπούλου, Γεώργιο Σακκά και Παναγιώτη Χατζηπαναγιώτη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Απριλίου 2014, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, προκειμένου να αποφανθεί για την διόρθωση της 1728/2013 αποφάσεως του Αρείου Πάγου (Δ' Τμήμα), μετά από την 19-3-2014 αίτηση της Ξ. συζ. Τ. Β., το γένος Σ. Μ., κατοίκου ..., ως προσωρινής δικαστικής συμπαραστάτριας της Α. Β. του Τ..
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΠΙΣΤΗ Α.Ε.Γ.Α." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Γεωργίου Γεωργουλόπουλου, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε σχετικά.
Της αναιρεσιβλήτου: Α. Β. του Τ., κατοίκου ..., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω, ορίσθηκε εισηγητής ο Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Χατζηπαναγιώτης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Κατά τη διάταξη του άρθρου 315 Κ.Πολ.Δ., που σύμφωνα με το άρθρο 573 § 1 του ίδιου Κώδικα εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία, αν από παραδρομή κατά τη σύνταξη της απόφασης περιέχονται λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό της διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος ή και αυτεπαγγέλτως, να τη διορθώσει με νέα απόφασή του.
Αντικείμενο, συνεπώς, της διόρθωσης αποτελούν ακούσιες πλημμέλειες, που παρεισφρύουν κατά τη σύνταξη ή την καθαρογραφή της απόφασης και όχι διαγνωστικά σφάλματα του δικαστηρίου, που αναφέρονται στην ερμηνεία ή στην εφαρμογή ουσιαστικής διάταξης καθώς και στην εκτίμηση των αποδείξεων και που αίρονται μόνο με την οδό των ενδίκων μέσων (ΑΠ 1595/2003).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των § § 1, 2 του άρθρου 318 Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι η συζήτηση στο ακροατήριο γίνεται κατά τη διαδικασία με την οποία εκδόθηκε η απόφαση που διορθώνεται και αφού κληθούν οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι που αναφέρονται στην απόφαση. Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί ειδική εφαρμογή της αρχής της "εκατέρωθεν ακροάσεως", πρόδηλο έχει σκοπό την προστασία των συμφερόντων των διαδίκων (εκτός του αιτούντος), οι οποίοι μετείχαν στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προς διόρθωση απόφαση και στους οποίους πρέπει να δίδεται η ευχέρεια να διατυπώσουν προσηκόντως και νομοτύπως τις απόψεις τους περί του θέματος της διόρθωσης.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 150 Κ.Πολ.Δ., ο πρόεδρος του δικαστηρίου, ο δικαστής του μονομελούς πρωτοδικείου ή ο ειρηνοδίκης, εφόσον πιθανολογούνται σπουδαίοι λόγοι, μπορούν με απόφασή τους ύστερα από αίτηση κάποιου διαδίκου που δικάζεται κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ. να διατάξουν τη σύντμηση των νομίμων προθεσμιών, με εξαίρεση τις προθεσμίες για την άσκηση ενδίκων μέσων.-
Στην προκειμένη περίπτωση με την από 19.3.2014 υπό κρίση αίτηση της ήδη αιτούσας, όπως το όλο περιεχόμενο αυτής προσηκόντως εκτιμάται, ζητείται η διόρθωση της υπ' αριθμ. 1728/2013 απόφασης του προαναφερόμενου Πολιτικού Τμήματος του ως άνω Δικαστηρίου, η οποία εκδόθηκε κατόπιν της από 28.3.2011 αίτησης αναίρεσης της ήδη καθ' ης κατά της ήδη αιτούσας και της υπ' αριθμ. 4898/2010 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, κατά το μέρος που στη μείζονα σκέψη του αιτιολογικού και ειδικότερα στην 8η σελίδα αυτής όπου εκτίθεται ότι "Η συνομολόγηση του όρου αυτού απαλλάσσει μεν τον ασφαλιστή της υποχρέωσής του να αποζημιώσει τον τρίτο, παρέχει όμως στον ασφαλιστή το δικαίωμα να εναγάγει τον ασφαλισμένο του και να ζητήσει από αυτόν, ό,τι κατέβαλε στον ζημιωθέντα τρίτο για την αποκατάσταση της ζημίας, που ο τελευταίος υπέστη", έχει παραλειφθεί από προφανή παραδρομή η λέξη "δεν" πριν από τη λέξη "απαλλάσσει", έτσι ώστε μετά την προσθήκη της ως άνω παραληφθείσας λέξης η ανωτέρω φράση να έχει την διατύπωση "Η συνομολόγηση του όρου αυτού δεν απαλλάσσει μεν τον ασφαλιστή της υποχρέωσής του να αποζημιώσει τον τρίτο, παρέχει όμως στον ασφαλιστή το δικαίωμα να εναγάγει τον ασφαλισμένο του και να ζητήσει από αυτόν, ό,τι κατέβαλε στον ζημιωθέντα τρίτο για την αποκατάσταση της ζημίας, που ο τελευταίος υπέστη" η οποία διατύπωση και αποδίδει στο κείμενο της απόφασης το κατά τούτο ηθελημένο περιεχόμενό της.
Περαιτέρω, κατά την επ' ακροατηρίου συζήτηση της υπόθεσης δεν εμφανίστηκε η αναιρεσείουσα και ήδη καθ' ης ανώνυμη εταιρία, μολονότι ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε, μετά από νομότυπα γενόμενη σύντμηση της προθεσμίας των οκτώ σε πέντε ημερών, νόμιμα και εμπρόθεσμα σ' αυτήν, όπως τούτο προκύπτει από την προσαγόμενη με επίκληση από την αιτούσα υπ' αριθμ. 1244/24.3.2014 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών ....
Συνεπώς, η διαδικασία πρέπει να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.-
ΙΙ.- Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ήδη αιτούσα Α. Β., ενεργούσα υπό την ιδιότητά της είχε εγείρει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 13.3.2008 αγωγή της, στρεφομένη κατά του Ά. Μ. και της ήδη καθ' ης, με την οποία ισχυριζόμενη ότι υπέστη τις αναφερόμενες σ' αυτήν ζημίες, εξαιτίας του περιγραφόμενου τροχαίου ατυχήματος, το οποίο προκλήθηκε από υπαιτιότητα του πρώτου εναγόμενου Ά.
Μ., οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, ζήτησε να υποχρεωθεί ο πιο πάνω πρώτος εναγόμενος να αποκαταστήσει τις ως άνω ζημίες της, οι οποίες ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 821.787,66 ευρώ.
Παράλληλα, η ενάγουσα, στο ίδιο ως άνω δικόγραφο της προαναφερόμενης κύριας αγωγής της, σώρευσε και πλαγιαστική αγωγή, κατά της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας, με την οποία, επικαλούμενη ότι η ευθεία κατ' αυτής (ασφαλιστικής εταιρίας) από τη σύμβαση ασφάλισης αξίωσή της έχει υποκύψει στη διετή παραγραφή του άρθρου 10 § 2 του Ν. 489/1976, ζήτησε όπως υποχρεωθεί αυτή να καταβάλει στον ασφαλισμένο της εναγόμενο, ο οποίος αδρανεί να ασκήσει τις κατ' αυτής αξιώσεις του, τα ποσά που αυτός θα υποχρεωθεί να καταβάλει, σε περίπτωση ευδοκίμησης της κύριας αγωγής.
Επί των αγωγών αυτών εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 5189/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία, κατ' αποδοχή σχετικής ένστασης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας, απορρίφθηκε ως προώρως εγερθείσα η κατ' αυτής ασκηθείσα πλαγιαστική αγωγή, ενώ έγινε δεκτή, ως και μερικώς κατ' ουσία βάσιμη, για το ποσό των 43.190 ευρώ, η ευθεία κατά του πρώτου εναγόμενου αγωγή.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησε η ενάγουσα την από 2.12.2008 έφεση, στρεφομένη κατ' αμφοτέρων των πρωτοδίκως εναγομένων, με την οποία παραπονείτο, μεταξύ άλλων, και για την απόρριψη της πλαγιαστικής αγωγής. Επί της έφεσης αυτής, η οποία συζητήθηκε κατ' αντιμωλία των και ήδη διαδίκων, εκδόθηκε από το Εφετείο Αθηνών η υπ' αριθμ. 4898/2010 απόφαση, με την οποία έγινε δεκτή αυτή και αφού εξαφανίστηκε η ως άνω πρωτόδικη απόφαση και κρατήθηκε και δικάσθηκε κατ' ουσία η υπόθεση, έγιναν δεκτές ως βάσιμες και κατ' ουσία τόσο η κύρια όσο και η κριθείσα πλέον ως παραδεκτώς ασκηθείσα πλαγιαστική αγωγή.
Κατά της απόφασης αυτής άσκησε η ήδη καθ' ης ασφαλιστική εταιρία την από 28.3.2011 αίτηση αναίρεσης, με τον πρώτο λόγο της οποίας, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 εδάφ. α' Κ.Πολ.Δ., προσάφθηκε στο Εφετείο η αναιρετική πλημμέλεια της κατά παράβαση του νόμου απόρριψης του ισχυρισμού της (ένσταση), που είχε προβληθεί πρωτοδίκως και επαναφέρθηκε νομοτύπως στην κατ' έφεση δίκη, σύμφωνα με τον οποίο η κατ' αυτής ασκηθείσα πλαγιαστική αγωγή έπρεπε να απορριφθεί και τούτο διότι μεταξύ αυτής και του ιδιοκτήτη του ζημιογόνου αυτοκινήτου είχε συμφωνηθεί και γίνει αποδεκτό ότι εξαιρούνται από την ασφάλιση ζημίες οι οποίες προξενούνται από οδηγό ο οποίος δεν έχει την από το νόμο και για την κατηγορία του οχήματος το οποίο οδηγεί προβλεπόμενη άδεια οδήγησης (άρθρ. 25 αριθμ. 6 της ΑΥΕ Κ4/585/1978 και 94 Ν. 2696/1999 - ΚΟΚ) και ο οποίος όρος είχε ενεργοποιηθεί, εφόσον κατά τον χρόνο του ενδίκου ατυχήματος ο οδηγός του ζημιογόνου αυτοκινήτου Ά.
Μ. κατείχε άδεια οδήγησης που είχε εκδοθεί από τις αλβανικές αρχές όχι όμως και τοιαύτη εκδοθείσα από τις ελληνικές αρχές. Κατά την έρευνα δε του λόγου τούτου της αναίρεσης και την κατάστρωση του αιτιολογικού της απόφασης, της οποίας ζητείται η διόρθωση, το Δικαστήριο τούτο δέχθηκε τα ακόλουθα τα οποία εκτίθενται στην έβδομη σελίδα αυτής, στην υπό δύο λατινικό (ΙΙ) σκέψη: "Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 361 ΑΚ για τη σύσταση ή αλλοίωση ενοχής με δικαιοπραξία απαιτείται σύμβαση, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά.
Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό και προς εκείνη του άρθρου 11 § 1 του Ν. 489/1976 που ορίζει ότι "ο ασφαλιστής δεν μπορεί να αντιτάξει κατά του προσώπου που ζημιώθηκε, όταν τούτο ασκεί την κατ' άρθρο 10 § 1 αξίωση, ενστάσεις που απορρέουν από την ασφαλιστική σύμβαση, επιφυλασσομένου σ' αυτόν του δικαιώματος αγωγής κατά του ασφαλισμένου και του οδηγού", προκύπτει ότι μεταξύ ασφαλιστή και ασφαλισμένου μπορεί έγκυρα να συμφωνηθεί, ότι αποκλείεται η κάλυψη από τον ασφαλιστή των ζημιών, που προκαλούνται από την κυκλοφορία του αυτοκινήτου, όταν τούτο οδηγείται από οδηγό, ο οποίος δεν έχει την από το νόμο και για την κατηγορία του οχήματος, το οποίο οδηγεί, προβλεπόμενη άδεια οδήγησης.
Η συνομολόγηση του όρου αυτού απαλλάσσει μεν τον ασφαλιστή της υποχρέωσής του να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα τρίτο, παρέχει όμως στον ασφαλιστή το δικαίωμα να εναγάγει τον ασφαλισμένο του και να ζητήσει από αυτόν, ό,τι κατέβαλε στον ζημιωθέντα τρίτο για την αποκατάσταση της ζημίας, που ο τελευταίος υπέστη".
Από τα προαναφερόμενα και ιδίως από την επίκληση και παράθεση της διάταξης του άρθρου 11 § 1 του Ν. 489/1976, σε συνδυασμό και προς το ότι ο κατά τα άνω ισχυρισμός της εναγόμενης - εκκαλούσας και στη συνέχεια αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρίας κρίθηκε από το Δικαστήριο τούτο ότι ήταν νόμιμος και ότι έπρεπε να είχε γίνει δεκτός και ότι το Εφετείο το οποίο τον απέρριψε είχε σφάλει περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, πράγμα που οδήγησε στην αποδοχή του ως άνω πρώτου λόγου της αναίρεσης της ήδη καθ' ης ασφαλιστικής εταιρίας, συνάγεται αβιάστως ότι κατά την κατάστρωση και διατύπωση της προαναφερόμενης μείζονας σκέψης του παρόντος Δικαστηρίου παραλείφθηκε από παραδρομή η λέξη "δεν", η οποία έπρεπε να είχε τεθεί πριν από τη λέξη "απαλλάσσει", έτσι ώστε μετά την προσθήκη της ως άνω παραληφθείσας λέξης η ανωτέρω φράση να έχει την διατύπωση "Η συνομολόγηση του όρου αυτού δεν απαλλάσσει μεν τον ασφαλιστή της υποχρέωσής του να αποζημιώσει τον τρίτο, παρέχει όμως στον ασφαλιστή το δικαίωμα να εναγάγει τον ασφαλισμένο του και να ζητήσει από αυτόν, ό,τι κατέβαλε στον ζημιωθέντα τρίτο για την αποκατάσταση της ζημίας, που ο τελευταίος υπέστη", η οποία διατύπωση και αποδίδει στο κείμενο της απόφασης το κατά τούτο ηθελημένο ακριβές περιεχόμενό της.
Κατόπιν λοιπόν όλων όσων προαναφέρθηκαν και λαμβανομένου υπόψη του ότι η ανωτέρω παραδρομή οφείλεται σε ασυμφωνία μεταξύ αυτού που θέλησε το Δικαστήριο και εκείνου που διατυπώθηκε στην απόφαση και όχι σε διαγνωστικό σφάλμα ή σφάλμα που αναφέρεται στην ερμηνεία ή εφαρμογή κάποιας ουσιαστικής διάταξης νόμου, η υπό κρίση αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή και να διορθωθεί η ως άνω απόφαση ως προς το προαναφερόμενο σημείο της, η δε παρούσα απόφαση (πρέπει) να σημειωθεί στο περιθώριο της απόφασης που διορθώνεται.
Δεν επιδικάζονται δικαστικά έξοδα υπέρ της αιτούσης και σε βάρος της καθής, δοθέντος ότι την τελευταία ουδεμία βαρύνει υπαιτιότητα ως προς την πρόκληση της παρούσης δίκης, έναντι της οποίας (αρχή της υπαιτιότητας) κάμπτεται εκείνη της ήττας (πρβλ. ΚΠολΔ 177, 184).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δέχεται την αίτηση.-
Διορθώνει την υπ' αριθμ. 1728/2013 απόφαση του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου κατά την υπό δύο λατινικό (ΙΙ) σκέψη της, σελίδα οκτώ, στίχοι τρίτος έως και ένατος, εκ των άνω προς τα κάτω, εκ του εσφαλμένου "Η συνομολόγηση του όρου αυτού απαλλάσσει μεν τον ασφαλιστή της υποχρέωσής του να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα τρίτο, παρέχει όμως στον ασφαλιστή το δικαίωμα να εναγάγει τον ασφαλισμένο του και να ζητήσει από αυτόν, ό,τι κατέβαλε στον ζημιωθέντα τρίτο για την αποκατάσταση της ζημίας, που ο τελευταίος υπέστη", στο ορθό "Η συνομολόγηση του όρου αυτού δεν απαλλάσσει μεν τον ασφαλιστή της υποχρέωσής του να αποζημιώσει τον ζημιωθέντα τρίτο, παρέχει όμως στον ασφαλιστή το δικαίωμα να εναγάγει τον ασφαλισμένο του και να ζητήσει από αυτόν, ό,τι κατέβαλε στον ζημιωθέντα τρίτο για την αποκατάσταση της ζημίας, που ο τελευταίος υπέστη".-
Διατάσσει την σημείωση της παρούσας απόφασης στο περιθώριο του πρωτοτύπου της απόφασης που διορθώνεται.-
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 30η Μαΐου 2014. Και
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 12η Ιουνίου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ