Legislator Case Law & Legislation
1301/2012 AI generated

1301/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1301/2012
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1301/2012 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, μετά την έκδοση αρχικά της υπ' αριθμ. 11138/2001 προδικαστικής περί αποδείξεων αποφάσεως, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς τη βάση της αυτή με την υπ' αριθμ. 40151/2007 απόφασή του και υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν στην ενάγουσα, εις ολόκληρον καθένας, το ποσό των 65.121 ευρώ νομιμοτόκως.

Keywords

AI generated
right to know one's parentage action to contest paternity agreement on an unopened succession proof of minority hearing of a parent acknowledgment of a child
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1301 / 2012 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1301/2012

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο, Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεράσιμο Φουρλάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Μ. Σ. του Θ.. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος Γεώργιος Γώγος δήλωσε ότι η αναιρεσείουσα απεβίωσε την 26-2-2010 και κληρονομήθηκε από τον υιό της Ε. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος συνεχίζει την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπείται από αυτόν τον ίδιο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ε. Χ. του Ν. συζ. Γ. Η. και 2. Γ. Η. του Χ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Τουσιάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-8-1999 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 40151/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 2509/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 10-1-2010 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Παπαντωνοπούλου ανέγνωσε την από 21-11-2011 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, έχει ως εξής: Με την αγωγή της η ενάγουσα και αρχικά αναιρεσείουσα (στη δικονομική θέση της οποίας υπεισήλθε μετά τον θάνατό της, στις 26-2-2010, ο παραστάς κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως και συνεχίζων την δίκη, ήδη αναιρεσείων, γιος της Ε.

Κ., ως μόνος εξ αδιαθέτου κληρονόμος αυτής), επικαλούμενη αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, συνιστάμενη στην απάτη που διέπραξαν σε βάρος της, κατά την ανάθεση σ' αυτούς της ανέγερσης πολυώροφης οικοδομής, σε οικόπεδο ιδιοκτησίας της, στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης, με το σύστημα της αντιπαροχής, ζήτησε την καταψήφιση των εναγομένων στην καταβολή ποσού 59.202.922 δραχμών ως αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, μετά την έκδοση αρχικά της υπ' αριθμ. 11138/2001 προδικαστικής περί αποδείξεων αποφάσεως, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή ως προς τη βάση της αυτή με την υπ' αριθμ. 40151/2007 απόφασή του και υποχρέωσε τους εναγομένους να καταβάλουν στην ενάγουσα, εις ολόκληρον καθένας, το ποσό των 65.121 ευρώ νομιμοτόκως.

Κατά της αποφάσεως αυτής άσκησαν αντίθετες εφέσεις οι διάδικοι και επ' αυτών εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας, δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση των αναιρεσιβλήτων κατά το εκκληθέν περί αδικοπραξίας κεφάλαιο και μετ' εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, απέρριψε την αγωγή ως προς την εξ αδικοπραξίας βάση της.

Για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος και κατά το ενδιαφέρον τους αναιρετικούς λόγους μέρος, το Εφετείο δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα: "Από την τέως Επιτροπή Αποκατάστασης Προσφύγων είχε παραχωρηθεί στην ενάγουσα ένα οικόπεδο, εμβαδού 330,54 τ.μ. ... . Η ενάγουσα μέχρι το έτος 1986 έμενε μόνη της, σε υπάρχουσα εντός του άνω οικοπέδου παλαιά πλινθόκτιστη οικία και μετά παντρεύτηκε έναν υπερήλικα, τον Ι.

Κ., με τον οποίο συμβίωσε μέχρι τον Ιούλιο του 1994., οπότε αυτός απεβίωσε. Είχε αποκτήσει έναν υιό, τον Ε. Κ., τον οποίο από μικρό παιδί είχε δώσει προς υιοθεσία σε συγγενικά της πρόσωπα, ο οποίος ήταν παντρεμένος και ζούσε με την οικογένειά του στους ... . Για την υιοθεσία αυτή ο υιός της έμαθε σε ηλικία 14 ετών.

Έκτοτε οι σχέσεις τους διαταράχτηκαν, στη συνέχεια εξομαλύνθηκαν, πάντοτε όμως τελούσαν σε λεπτή ισορροπία. Η ενάγουσα, εκτός από το ανωτέρω οικόπεδο, δεν είχε άλλη περιουσία, τα τελευταία δε χρόνια κατοικούσε σε ισόγειο διαμέρισμα παρακείμενης πολυκατοικίας, λόγω ακαταλληλότητας της επί του οικοπέδου υπάρχουσας οικίας και αντιμετώπιζε σοβαρά οικονομικά προβλήματα, καθώς τα προηγούμενα χρόνια εργαζόταν ως καθαρίστρια σε διάφορα σπίτια, ενώ σταμάτησε να εργάζεται μετά την τέλεση του γάμου της.

Αρχές του έτους 1993, η ενάγουσα, η οποία διήνυε τότε το 69ο έτος της ηλικίας της ... ενώ εκκρεμούσε η αναγνώριση της κυριότητάς της επί του άνω οικοπέδου της, επιθυμώντας την αξιοποίηση αυτού, αποφάσισε να αναθέσει σε εργολάβο κατασκευαστή την ανέγερση πολυώροφης επ' αυτού οικοδομής με το σύστημα της αντιπαροχής.

Προς τούτο με το υπ' αριθμ. .../3.6.1993 ειδικό πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Θεανώς Μαρέτη, διόρισε ως αντιπρόσωπο και αντίκλητο της το μοναχογιό της Ε. Κ., στον οποίο έδωσε την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να ανεύρει εργολάβο της επιλογής του και να συνυπογράψει μαζί του εργολαβικό συμβόλαιο ή συνυποσχετικό προσύμφωνο εργολαβίας, με σκοπό την ανέγερση πολυώροφης οικοδομής στο ανωτέρω οικόπεδο.

Σε εκτέλεση της εντολής αυτής ο υιός της, ήλθε σε επαφή με τον εργολάβο οικοδομών Π. Μ. και ύστερα από σχετικές διαπραγματεύσεις υπέγραψαν το υπ' αριθμ. .../27.7.1993 συνυποσχετικό προσύμφωνο μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου, με το δικαίωμα ανοικοδόμησης της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Θεανώς Μαρέτη.

Όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του συνυποσχετικού αυτού, ο εργολάβος ανέλαβε την υποχρέωση να ανεγείρει στο οικόπεδο της ενάγουσας πολυώροφη οικοδομή και να παραδώσει στην οικοπεδούχο ποσοστό, ανερχόμενο στο 45% των μικτών τ.μ. που θα ανοικοδομηθούν, συμπεριλαμβανομένου στο ποσοστό αυτό και του δικαιώματος της καθ' ύψος επέκτασης της οικοδομής.

Το Μάρτιο του έτους 1... η ενάγουσα ήλθε σε επαφή με το ζεύγος Α. και Χ. Σ., με τους οποίους διατηρούσε από δεκαπενταετίας στενές φιλικές και κοινωνικές σχέσεις και τους εκμυστηρεύτηκε ότι οι σχέσεις της με τον υιό της Ε. Κ., επιδεινώθηκαν σε τέτοιο βαθμό, ώστε ο τελευταίος να διακόψει κάθε επαφή μαζί της και στην ουσία να την εγκαταλείψει αβοήθητη και σε απελπιστική κατάσταση.

Για το λόγο αυτό και διαπιστώνοντας ότι ο εργολάβος Π. Μ., δεν προέβαινε σε καμία σχετική ενέργεια για την έναρξη των οικοδομικών εργασιών στο οικόπεδό της, παρακάλεσε τους ανωτέρω Α. και Χ. Σ., να αναζητήσουν και να τη φέρουν σε επαφή με άλλον εργολάβο, προκειμένου να διαπραγματευθεί πλέον ή ίδια την ανέγερση οικοδομής επ' αυτού με το σύστημα της αντιπαροχής.

Πράγματι οι τελευταίοι αναζήτησαν και γνώρισαν στην ενάγουσα το ζεύγος των εναγόμενων, οι οποίοι ήταν εργολάβοι οικοδομών. Επακολούθησαν διαπραγματεύσεις μεταξύ τους και τελικά συμφώνησαν να υπαναχωρήσει η ενάγουσα από το ανωτέρω υπ' αριθμ. .../27.7.1993 συνυποσχετικό προσύμφωνο, που συνυπέγραψε για λογαριασμό της ο υιός της Ε.

Κ., με τον εργολάβο Π. Μ. και να αναθέσει την ανέγερση οικοδομής στο οικόπεδο της με το σύστημα της αντιπαροχής στους εναγομένους. Στη συνέχεια καταρτίσθηκε και υπογράφηκε μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης, εργολάβου-πολιτικού μηχανικού το υπ' αριθμ. .../10.3.1995 εργολαβικό προσύμφωνο ... Σύμφωνα με το εν λόγω προσύμφωνο, η πρώτη εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση να ανεγείρει πολυώροφη οικοδομή, αποτελούμενη από υπόγειο, ισόγειο (πυλωτή), πέντε κύριους ορόφους και δώμα.

Περαιτέρω συμφωνήθηκε να παρακρατήσει η ενάγουσα για τον εαυτό της, ως οικοπεδούχος, ποσοστό 37% εξ αδιαίρετου μικτά επί του οικοπέδου και να μεταβιβάσει στην εναγομένη-εργολάβο τα υπόλοιπα 53% εξ αδιαιρέτου, καθώς και ποσοστό 10% εξ αδιαιρέτου για την μελλοντική καθ' ύψος επέκταση της οικοδομής. Ως αντάλλαγμα για τα ανωτέρω ποσοστά που θα μεταβίβαζε η ενάγουσα στην πρώτη εναγόμενη, συμφωνήθηκε να λάβει κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή:

α) ολόκληρο τον πρώτο όροφο της οικοδομής, ο οποίος περιλαμβάνει δύο διαμερίσματα, συνολικού μικτού εμβαδού, 127 τ.μ. (53 + 74) και β) ολόκληρο τον δεύτερο όροφο της οικοδομής, ο οποίος περιλαμβάνει δύο διαμερίσματα, συνολικού μικτού εμβαδού 177 τ.μ. (70 + 107) . Τα ως άνω τέσσερα διαμερίσματα αναλογούν και αντιστοιχούν σε συνολικό ποσοστό 37% εξ αδιαιρέτου όλου του οικοπέδου....ενώ περαιτέρω συμφωνήθηκε η ενάγουσα να λάβει ακόμη και τέσσερις αποθήκες στο υπόγειο της οικοδομής, ως παρακολουθήματα των διαμερισμάτων.

Στη συνέχεια με το υπ' αριθμ. .../16.10.1995 οριστικό συμβόλαιο της ίδιας ... συμβολαιογράφου ... που μεταγράφηκε νόμιμα, η ενάγουσα μεταβίβασε λόγω πώλησης στην πρώτη εναγομένη, ποσοστό 10% εξ αδιαιρέτου του όλου οικοπέδου, το οποίο αντιστοιχεί και αναλογεί στην επέκταση της οικοδομής καθ' ύψος (αέρας), εάν αυτή επιτραπεί μελλοντικά.

Η μεταβίβαση αυτή έγινε σε εκτέλεση σχετικής υποχρέωσης που είχε αναλάβει η ενάγουσα με το ανωτέρω υπ' αριθμ. .../10.3.1995 εργολαβικό προσύμφωνο. Από τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι οι εναγόμενοι κατά τις σχετικές διαπραγματεύσεις, καθώς και κατά τη διαδικασία κατάρτισης και υπογραφής των προαναφερθέντων συμβολαιογραφικών πράξεων ...

δεν παρέστησαν κανένα ψευδές γεγονός σαν αληθινό στην ενάγουσα, ούτε απέκρυψαν αθέμιτα ή παρασιώπησαν αληθινά γεγονότα. Αντιθέτως προέκυψε ότι η ενάγουσα ήταν μία έξυπνη γυναίκα, η οποία είχε την ικανότητα να διαπραγματεύεται και να ξεχωρίζει τι τη συνέφερε και τι όχι, συμβλήθηκε δε με τους εναγόμενους έχοντας πλήρη συνείδηση, πεποίθηση, γνώση και κρίση των περιστατικών που αποτέλεσαν αντικείμενο των σχετικών διαπραγματεύσεων και συμφωνιών.

Ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι εξαπατήθηκε από τους εναγόμενους σε ότι αφορά τις συνθήκες κατάρτισης και υπογραφής του υπ' αριθμ. .../10.3.1995 εργολαβικού προσυμφώνου μεταβίβασης ποσοστών, οι οποίοι εκμεταλλεύτηκαν την άγνοια της για τα θέματα που περιλαμβάνονταν σ' αυτό σχετικά με το ποσοστό της αντιπαροχής που της προσέφεραν, την απειρία της στις συναλλαγές, τις περιορισμένες της γραμματικές γνώσεις και πνευματικές ικανότητες και τη μεγάλη ηλικία της και της παρέστησαν εν γνώσει ψευδώς ότι ο υιός της Ε.

Κ., τη συκοφαντούσε, την εξύβριζε και δεν την αγαπούσε πραγματικά, αλλά επεδίωκε σε συνεργασία με τον εργολάβο οικοδομών Π. Μ. να καρπωθεί ο ίδιος το οικόπεδο της, χωρίς αυτή να πάρει τίποτε, ενώ εκείνοι την αγαπούσαν πραγματικά και θα τη γηροκομούσαν, ουδόλως αποδείχτηκαν. Αντίθετα αποδείχτηκε ότι η ίδια η ενάγουσα παραπονέθηκε στο ζεύγος Α.

και Χ. Σ., ότι ο υιός της την είχε εγκαταλείψει αβοήθητη και σε απελπιστική κατάσταση και εκείνοι στη συνέχεια γνώρισαν στην ενάγουσα το ζεύγος των εναγομένων. Σημειωτέον ότι οι σχέσεις της ενάγουσας με τον υιό της αποκαταστάθηκαν το Δεκέμβριο του έτους 1995, με πρωτοβουλία της συζύγου του τελευταίου Ε. Γ., η οποία τα Χριστούγεννα του έτους αυτού κάλεσε την ενάγουσα στην οικία τους.

Αλλά και από τη σύγκριση των δύο εργολαβικών, δηλαδή του υπ' αριθμ. .../27.7.1993 συνυποσχετικού προσυμφώνου, που υπέγραψε ο υιός της ενάγουσας με τον εργολάβο Π. Μ. και του υπ' αριθμ. .../10.3.1995 προσυμφώνου που υπογράφηκε μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης, προκύπτει ότι δεν επήλθε καμία συγκεκριμένη βλάβη στην περιουσία της ...

Τελικά δε, παρεδόθησαν στην ενάγουσα 317,70 μικτά, τα οποία αναλογούσαν σε δύο διαμερίσματα του 1ου ορόφου 64,16 τ.μ. και 88, 45 τ . μ . αντίστοιχα και 2 διαμερίσματα του 2ου ορόφου, 71,56 τ.μ. και 93,53 τ.μ. αντίστοιχα, ήτοι ανάλογα ποσοστά που κάλυπταν το 37%. Επίσης σύμφωνα με το υπ' αριθμ. .../10.3.1995 εργολαβικό προσύμφωνο, (άρθρο 22) η πρώτη εναγομένη-εργολάβος ανέλαβε ρητώς την υποχρέωση να καταβάλει το φόρο χρησικτησίας της ενάγουσας οικοπεδούχου και τα έξοδα μεταγραφής των αναγνωριστικών κυριότητας του επιδίκου οικοπέδου αποφάσεων, κατά τη μεταβίβαση των ποσοστών 63% εξ αδιαιρέτου, ενώ στο υπ ' αριθμ. .../1993 συνυποσχετικό με τον εργολάβο Π.

Μ., ο φόρος χρησικτησίας και τα έξοδα βάρυναν αποκλειστικά την ενάγουσα. Σημειωτέον ότι το ποσό της αναλογίας αυτής της πρώτης εναγομένης, ύψους 2.680.372 δραχμών, το κατέβαλε για λογαριασμό της τελευταίας, ο δεύτερος εναγόμενος σύζυγος της, όπως έγινε δεκτό με την εκκαλούμενη απόφαση, που απέρριψε το εν λόγω αγωγικό κονδύλιο ως κατ' ουσίαν αβάσιμο, χωρίς να πλήττεται σχετικά με λόγο έφεσης.

Περαιτέρω, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχτηκε ο ισχυρισμός της ενάγουσας ότι κατά τη διαδικασία υπογραφής του υπ' αριθμ. .../16.10.1995 οριστικού συμβολαίου της ιδίας ως άνω συμβολαιογράφου, οι εναγόμενοι της παρέστησαν εν γνώσει ψευδώς ότι η υπογραφή του εν λόγω συμβολαίου ήταν απαραίτητη για να χρησιμοποιηθεί ως δικαιολογητικό στην πολεοδομία για τη λήψη πρόσθετης οικοδομικής άδειας για την έναρξη των εργασιών της οικοδομής, αποκρύπτοντας σ' αυτή ότι με το συμβόλαιο αυτό μεταβίβαζε χωρίς αντάλλαγμα το ποσοστό 10% που αναλογούσε στην καθ' ύψος επέκταση της οικοδομής.

Αντίθετα αποδείχτηκε ότι η ενάγουσα γνώριζε τι μεταβίβαζε με την εκ μέρους της υπογραφή του ανωτέρω συμβολαίου, η οποία μεταβίβαση αποτελούσε, όπως προαναφέρθηκε, εκπλήρωση σχετικής υποχρέωσης της που είχε αναλάβει κατά την κατάρτιση του υπ' αριθμ. .../10.3.1995 προσυμφώνου εργολαβικού συμβολαίου. Μάλιστα, κατά την κατάρτιση του συμβολαίου αυτού παρέστησαν για λογαριασμό των συμβαλλομένων και οι δικηγόροι Ι.

Σ. και Ν. Τ., οι οποίοι εξεταζόμενοι ενώπιον του Ανακριτή, (μετά από σχετική έγκληση της ενάγουσας κατά των εναγομένων και της συμβολαιογράφου Β. Φ.), κατέθεσαν ότι αναγνώσθηκε ενώπιον όλων, πράγμα που σημαίνει ότι η ενάγουσα έλαβε γνώση του περιεχομένου του ... Κατ' ακολουθίαν των όσων προεκτέθηκαν,(καταλήγει το Εφετείο), δεν αποδείχθηκε αδικοπρακτική συμπεριφορά των εναγομένων σε βάρος της ενάγουσας ...

και επομένως τα αγωγικά κονδύλια ... για αποζημίωση ... και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης αντίστοιχα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα κατ' ουσίαν". Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, διερευνώνται περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο αυτών, οι κατωτέρω κατ' ιδίαν αναφερόμενοι αναιρετικοί λόγοι.

Κατά το άρθρο 559 αριθ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Περαιτέρω, κατά την έννοια του αριθ. 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία, που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.

Μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Ως "ζητήματα" εξάλλου, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, ενώ τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, προκύπτει ότι γενεσιουργό λόγο της υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απάτη σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βουλήσεως ή επιχείρηση πράξης, από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενομένη δήλωση βουλήσεως ή την επιχειρηθείσα πράξη.

Στην προκειμένη περίπτωση, υπό τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο με το να δεχθεί ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αδικοπρακτικής ευθύνης των αναιρεσιβλήτων και να απορρίψει ακολούθως την αγωγή, κατ' αποδοχή των σχετικών λόγων της εφέσεως των αναιρεσιβλήτων, δεν παραβίασε με την μη εφαρμογή τους τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 914, 298 ΑΚ, 27 και 386 ΠΚ ούτε και τις μη εφαρμοστέες εν προκειμένω διατάξεις των άρθρων 1, 2, 4, 5 και 8 του ν. 3741/1929, 1002 και 1117 ΑΚ, ούτε στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, εξ αιτίας ελλείψεως αιτιολογίας ή ελαττώματος σ' αυτήν, αφού εξέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς αντιφάσεις, το από τις αποδείξεις πόρισμα, στο οποίο κατέληξε και ειδικότερα τα περί της μη συνδρομής εν προκειμένω των περιστατικών που είναι κατά νόμο (ΑΚ 914, 297,298 και ΠΚ 386) αναγκαία για την εφαρμογή των τελευταίων διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, η οποία (έλλειψη), αποκλείει την εφαρμογή τους στο πρόσωπο της αναιρεσείουσας.

Ειδικότερα, οι διαλαμβανόμενες στο αναιρετήριο αιτιάσεις περί ανεπαρκών αιτιολογιών της προσβαλλόμενης (δεν αιτιολογεί: α) γιατί η αναιρεσείουσα αποτάνθηκε στο ζεύγος Α. και Χ. Σ. για να αναζητήσουν και να της συστήσουν άλλο εργολάβο, β) τι είδους διαπραγματεύσεις διεξήγαγε η αναιρεσείουσα με τους αναιρεσιβλήτους ενόψει της μεγάλης ηλικίας της, ώστε να είναι σε θέση να υπαναχωρήσει από το προηγούμενο συμφωνητικό και να αναθέσει την ανέγερση της οικοδομής στους αναιρεσιβλήτους, γ) γιατί θεώρησε πλεονεκτικότερη τη συμφωνία με τους αναιρεσιβλήτους, δ)γιατί το ποσοστό που παρακράτησε ως οικοπεδούχος η αναιρεσείουσα υπήρξε πλεονεκτικότερο εκείνου που είχε παρακρατήσει με το προγενέστερο συνυποσχετικό προσύμφωνο, ε) πως προέκυψε ότι ήταν έξυπνη γυναίκα και είχε την ικανότητα να διαπραγματεύεται), δεν αποτελούν "ζητήματα" των οποίων η ανεπαρκής αιτιολόγηση στερεί την απόφαση από τη νόμιμη βάση της αλλά επιχειρήματα της αναιρεσείουσας, συνεχόμενα με την εκτίμηση των αποδείξεων, για τη θεμελίωση της ιστορικής βάσης της αγωγής της.

Κατά συνέπεια, ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι ο σχετικός αναιρετικός λόγος ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων προσέδωσε σε αποδεικτικό μέσο αυξημένη αποδεικτική δύναμη που δεν την είχε κατά νόμο ή δεν του προσέδωσε τέτοια δύναμη, μολονότι την είχε κατά νόμο, όχι δε αν έκρινε περισσότερο ή λιγότερο αξιόπιστο ένα από τα πολλά ισοδύναμα κατά νόμο αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 26/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την απόφαση, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, κατά το μέρος του με το οποίο, κατ' επίκληση πλημμέλειας από την ανωτέρω διάταξη, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι απέδωσε πλήρη αποδεικτική δύναμη στο υπ' αριθμ. 534/2001 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, με την έννοια (κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας), ότι υιοθέτησε πλήρως τη λεκτική διατύπωση αυτού. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 περ. α' ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία άντλησε την απόδειξη γι' αυτά (ΑΠ 96/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον ίδιο ως άνω λόγο αναίρεσης, κατ' άλλο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη η από την ανωτέρω διάταξη πλημμέλεια και ειδικότερα α)ότι το Εφετείο, χωρίς απόδειξη, δέχθηκε ότι είναι ουσιαστικά βάσιμοι οι πρώτος, τρίτος, πέμπτος και έκτος λόγοι της εφέσεως των αναιρεσιβλήτων, σχετικά με την ανυπαρξία αδικοπρακτικής συμπεριφοράς τους προς την ενάγουσα για την κατάρτιση των υπ' αριθμ. .../1995 εργολαβικού προσυμφώνου και .../1995 συμβολαίου μεταβίβασης ποσοστών οικοπέδου της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Β.

Φ., εκτιμώντας μόνον τις μαρτυρικές καταθέσεις που περιλαμβάνονται στην ποινική δικογραφία και όχι εκείνες που διεξήχθησαν ενώπιον του Εισηγητή Δικαστή, κατ' επιταγή της προδικαστικής απόφασης του δικαστηρίου και β)δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά στοιχεία πορίσθηκε την απόρριψη ως μη αληθινής της αδικοπρακτικής βάσης της αγωγής περί εξαπατήσεως της αναιρεσείουσας από τους αναιρεσιβλήτους, για ποιο λόγο υπαναχώρησε η πρώτη από το συνυποσχετικό εργολαβικό προσύμφωνο που είχε συνάψει με τον εργολάβο οικοδομών Π.

Μ. και ως προς το τι υπήρξε συμφερότερο το εργολαβικό συμβόλαιο που κατάρτισε με τους αναιρεσιβλήτους. Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, στην ως άνω κρίση του περί του ότι οι αναιρεσίβλητοι δεν παρέστησαν στην αναιρεσείουσα κανένα ψευδές γεγονός σαν αληθινό, ούτε απέκρυψαν ή παρασιώπησαν αληθινά γεγονότα, κατέληξε ύστερα από εκτίμηση, όπως βεβαιώνεται στην απόφαση, των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων απόδειξης και ανταπόδειξης που περιέχονται στην υπ' αριθμ. 22687/2001 εισηγητική έκθεση του ως εισηγητή ορισθέντος με την προδικαστική απόφαση δικαστή, όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, τα οποία και έλαβε υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα έγγραφα της ποινικής δικογραφίας.

Επομένως, στις ως άνω παραδοχές του, το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και ο λόγος είναι αβάσιμος. Από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλομένων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.

Εξάλλου, δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα. Μη λήψη υπόψη, πάντως, δεν συνάγεται από μόνο το γεγονός ότι μνημονεύονται ορισμένα μόνον έγγραφα και δεν μνημονεύονται άλλα (ΑΠ 1698/2009, ΑΠ 624/1993).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον ίδιο ως άνω πρώτο λόγο, κατά το τελευταίο μέρος του και τον πέμπτο λόγο του αναιρετηρίου, κατ' επίκληση πλημμέλειας από την ανωτέρω διάταξη, ψέγεται το Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη την υπ' αριθμ. 22687/2006 εισηγητική έκθεση που περιέχει τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων επί των διαταχθέντων με την προδικαστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αποδεικτέων θεμάτων και τις εμπεριεχόμενες σ' αυτή έγχρωμες φωτογραφίες της προσωπικής και οικογενειακής ζωής της αναιρεσείουσας, καθώς και τα ακόλουθα έγγραφα, ήτοι την τεχνική έκθεση της Τεχνολόγου Πολιτικού Μηχανικού Μ.

Σ., τον πίνακα ποσοστών που επισυνάπτεται στο υπ' αριθμ. .../1995 εργολαβικό προσύμφωνο, την υπ' αριθμ. .../1995 οικοδομική άδεια, την υπ' αριθμ. .../1996 οικ. Άδεια προσθήκης με μεταφορά συντελεστή δόμησης, το υπ' αριθμ. 29/ΕΚ/ΟΙΚ.36544/1996 έγγραφο Διακοπής Εργασιών της Διεύθυνσης Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης, το υπ' αριθμ. .../1995 συμβόλαιο αγοραπωλησίας διαμερίσματος αντιπαροχής της, το υπ' αριθμ. .../1995 συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο με το οποίο ο δεύτερος αναιρεσίβλητος εισέπραττε για λογαριασμό της αναιρεσείουσας το συμφωνηθέν τίμημα αγοραπωλησίας διαμερισμάτων αντιπαροχής της, την υπ' αριθμ. 31890/1997 τακτική αγωγή αποζημιώσεως του εκ προσυμφώνου αγοραστή διαμερίσματός της, το υπ' αριθμ. .../1995 προσύμφωνο αγοραπωλησίας διαμερίσματος αντιπαροχής της με αγοραστές τους αναιρεσιβλήτους και το απόσπασμα από 16-11-1995 του βιβλίου Πρωτοκόλλου Συμβολαιογραφικών πράξεων της Συμβολαιογράφου Β.

Φ., ήτοι έγγραφα τα οποία είχαν προσκομισθεί νομίμως με επίκληση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, τα οποία αν συνεκτιμούσε το Εφετείο, θα κατέληγε σε διαφορετικό συμπέρασμα, ως προς την εξαπάτηση της αναιρεσείουσας από τους αναιρεσιβλήτους. Όμως από την επισκόπηση του όλου περιεχομένου της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου μάλιστα υπάρχει η ρητή διαβεβαίωση σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, δεν παραμένει καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις για το σχηματισμό του ως άνω αποδεικτικού του πορίσματος και τα παραπάνω έγγραφα, που διαλαμβάνονται στους κρινόμενους λόγους της αναίρεσης.

Η υιοθέτηση της λεκτικής και μόνον διατύπωσης κατά μεγάλο μέρος του υπ' αριθμ. 534/2001 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Θεσσαλονίκης, δεν σημαίνει ότι το Εφετείο παρέλειψε να λάβει υπόψη τις περιεχόμενες στην εισηγητική έκθεση καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, την οποία μάλιστα (εισηγητική έκθεση) ρητά μνημονεύει και τα άλλα έγγραφα που επικαλείται η αναιρεσείουσα, ενώ δεν είχε υποχρέωση να καθορίσει την βαρύτητα που αποδόθηκε σ' αυτά ή και την επιρροή τους στα αποδεικτέα θέματα.

Το γεγονός δε ότι το δικαστήριο δεν μνημονεύει ειδικώς τα πιο πάνω έγγραφα, δεν δημιουργεί, εν όψει των ως άνω παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως, αμφιβολία ότι τα έλαβε επίσης υπόψη του. Κατά συνέπεια οι ως άνω λόγοι είναι αβάσιμοι. Παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν το Δικαστήριο από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου δέχθηκε ως περιεχόμενό του κάτι το διαφορετικό από το πραγματικό (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Πάντως, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος, θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος.

Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο από τον αριθμό 20 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ ψέγεται το Εφετείο ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ' αριθμ. .../1993 συνυποσχετικού προσυμφώνου του εργολάβου Π. Μ. με το να δεχθεί ότι προβλεπόταν σ' αυτό ιδιαίτερο ποσοστό, ανερχόμενο σε 10%, εξ αδιαιρέτου στο δικαίωμα της καθ' ύψος επέκτασης της οικοδομής που παρακράτησε η ίδια ως οικοπεδούχος, ενώ ρητά αναφερόταν στο ως άνω προσύμφωνο, ποσοστό αντιπαροχής της 45% εξ αδιαιρέτου.

Ο λόγος είναι αβάσιμος, προεχόντως, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης, την κρίση του περί μη εξαπατήσεως της αναιρεσείουσας από τους αναιρεσιβλήτους σχημάτισε από τη συνεκτίμηση όλων των υπό των διαδίκων επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων και όχι κυρίως ή κατ' έξαρση του περιεχομένου του ανωτέρω εγγράφου.

Σε κάθε περίπτωση είναι αβάσιμος, διότι όπως προκύπτει ειδικότερα από την παραδοχή του εφετείου "όπως προκύπτει από το περιεχομένου του συνυποσχετικού αυτού (δηλαδή του φερόμενου ως παραμορφωθέντος) ο εργολάβος (Π. Μ.) ανέλαβε την υποχρέωση να ανεγείρει στο οικόπεδο της ενάγουσας πολυώροφη οικοδομή και να παραδώσει στην οικοπεδούχο ποσοστό ανερχόμενο στο 45% των μικτών τ.μ που θα ανοικοδομηθούν, συμπεριλαμβανομένου στο ποσοστό αυτό και του δικαιώματος της καθ' ύψος επέκτασης της οικοδομής", ορθά το δικαστήριο της ουσίας ανέγνωσε το κρίσιμο περιεχόμενο του εγγράφου, το γεγονός δε ότι ακολούθως εκτίμησε από τις αποδείξεις ότι το μη προσδιοριζόμενο ποσοστό του δικαιώματος της καθ' ύψος επέκτασης, ανέρχεται σε 10%, δεν υποδηλώνει ότι υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος.

Από το άρθρο 352 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι δικαστική ομολογία, η οποία αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, δεν είναι κάθε ομολογία, αλλά μόνο αυτή που έγινε με σκοπό την αποδοχή του αμφισβητούμενου και επιβλαβούς γι' αυτόν που ομολογεί γεγονότος.

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τέταρτο αναιρετικό λόγο, από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ ΚΠολΔ, προβάλλεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του (ως πλήρη απόδειξη) την ομολογία των αναιρεσιβλήτων, γενόμενη το πρώτον με την έφεση και τις προτάσεις τους ενώπιον του Εφετείου, την οποία επικαλέσθηκε με τις προτάσεις της η αναιρεσείουσα, περί του ότι η συμφωνία μεταξύ τους για την ανοικοδόμηση επί του οικοπέδου της τελευταίας πολυώροφης οικοδομής με αντιπαροχή "ήταν συνολικά 47% εκ των οποίων ποσοστό 37% επί των χώρων της μέλλουσας να ανεγερθεί οικοδομής και το ποσοστό 10% στο δικαίωμα της καθ' ύψος επέκτασης της οικοδομής, ποσοστό το οποίο παρακρατούν οι οικοπεδούχοι και ειδικά το απαίτησε η αναιρεσείουσα".

Ο λόγος είναι απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεως των αναιρεσιβλήτων, πέραν της ανωτέρω δηλώσεως, περιέχεται σ' αυτό και δήλωση ότι κατά την ανάγνωση στη συμβολαιογράφο του εργολαβικού με το ανωτέρω περιεχόμενο, η αναιρεσείουσα "λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός ότι και σύμφωνα με το άρθρο 22 αναλάμβανε η πρώτη αναιρεσίβλητη την πληρωμή του φόρου χρησικτησίας, προέβη, με απόλυτα χαριστική διάθεση στην πρόταση να μεταβιβάσει και το ποσοστό του αέρα δηλαδή το ποσοστό του 10% της μελλοντικής καθ' ύψος επέκτασης της, αιτιολογώντας την απόφασή της αυτή ότι θα ήταν παντελώς αδύνατον στο μέλλον στην ίδια να προβεί σε καθ' ύψος επέκταση της οικοδομής ακόμη και στην περίπτωση που ήθελε παρασχεθεί τέτοιο δικαίωμα οικοδομής".

Οι δηλώσεις αυτές των αναιρεσιβλήτων δεν ενέχουν καμία παραδοχή ότι οι αναιρεσίβλητοι παρέστησαν ψευδώς στην αναιρεσείουσα ότι θα ελάμβανε ποσοστό αντιπαροχής 47% αντί ποσοστού 37% που την έπεισαν και συνομολόγησε, αποσιωπήσαντες την πραγματικότητα, όπως αβάσιμα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα. Επομένως, δεν αποτελούν δικαστική ομολογία αυτών και δη κατά την έννοια που εκτέθηκε, και ως εκ τούτου το Εφετείο, το οποίο δεν δέχθηκε τέτοια ομολογία, δεν υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ πλημμέλεια.

Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, ως "πράγματα", νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Κατά συνέπεια, ο έκτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο κατ' επίκληση πλημμέλειας από την ανωτέρω διάταξη, ψέγεται το Εφετείο, ότι καθ' υπέρβαση των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης των αναιρεσιβλήτων, δέχθηκε πράγματα που δεν προτάθηκαν και ειδικότερα περιστατικά "σχετικά με την προσωπικότητα και την ικανότητα της ενάγουσας να διαπραγματεύεται" και σχετικά "με το ευεπίφορο ή μη του χαρακτήρα της αναιρεσείουσας" είναι απαράδεκτος, προεχόντως, διότι τα περιστατικά αυτά δεν είναι πράγματα κατά την ανωτέρω εκτεθείσα έννοια αλλά επιχειρήματα του δικαστηρίου προερχόμενα από την εκτίμηση των αποδείξεων. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης με παράλληλη καταδίκη του ήδη αναιρεσείοντος στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10 Ιανουαρίου 2010 αίτηση της Μ. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2509/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τον υπεισελθόντα στη δικονομική θέση της αρχικά αναιρεσείουσας Ε. Κ., ως μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο αυτής, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2012. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιουλίου 2012.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ