Supreme Court dismisses appeal on labor contract termination and safety inspection report misinterpretation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision terminating her employment contract. The appellant argued the lower court misinterpreted a safety inspection report to claim her workplace was unsuitable, whereas the report merely listed conditions needing improvement. The court held that the lower court correctly read the document and its conclusion was a matter of fact evaluation beyond appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 1, Art. 559 no. 20, Art. 561 para. 1 K.Pol.D: An appeal based on distortion of a document is inadmissible if the lower court correctly interpreted the document and reached a different conclusion based on its own evaluation of the facts, which falls outside the scope of appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1301 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1301/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Μάριο - Φώτιο Χατζηπανταζή, Ειρήνη Αθανασίου, Αλέξανδρο Νικάκη και Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Μαΐου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεόδωρο - Μιχαήλ Φραράκη, που δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Τουριστικαί Επιχειρήσεις Εσπέρια Α.Ε.", που εδρεύει στη Ρόδο και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κυριάκο Τσέλιο, που διόρισε στο ακροατήριο ως συνπληρεξούσιο και τον δικηγόρο Κων/νο Καλαβρό.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 2-4-2004 και 7-6-2004 αγωγές της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 145/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 68/2006 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-5-2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος - Φώτιος Χατζηπανταζής, διάβασε την από 3-9-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πέμπτου λόγου της αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, με την παράγραφο 3 της υπ' αριθ. 146/1984 αποφάσεως του ΔΔΔΔ Αθηνών "περί των όρων αμοιβής και εργασίας των λογιστών και βοηθών λογιστών όλης της Χώρας", που κηρύχθηκε εκτελεστή με την υπ' αριθ. 10262/15.1.1985 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β' 17/1985), ορίζεται ότι ως βοηθοί λογιστές θεωρούνται οι απασχολούμενοι με τις κατευθύνσεις και τις οδηγίες των υπευθύνων λογιστών στα λογιστήρια (συμπεριλαμβανομένης και της εργασίας σε τμήμα ή χώρο άλλο, που έχει οργανική σχέση με το λογιστήριο) για την τήρηση και την ενημέρωση των λογιστικών βιβλίων, όπως και οι απασχολούμενοι με τη σύνταξη καταστάσεων ή άλλων εγγράφων, που έχουν ανάλυση και λογιστική διατύπωση οικονομικών πράξεων, συνδεομένων στενά με λογιστικά βιβλία, στα οποία κατά πλήρη αντιγραφή ή περιληπτικά καταχωρούνται αυτά στη συνέχεια, ασχέτως του χρησιμοποιουμένου μέσου (χειρόγραφο, χρήση ηλεκτρικής μηχανής), με τις οδηγίες υπευθύνου λογιστή, είτε τηρούντες διάφορα στοιχεία, που χρησιμεύουν στο λογιστήριο (τιμολόγια, διπλότυπα εισπράξεων, εξωλογιστικό ημερολόγιο, ημερήσιες καταστάσεις συναλλακτικών πράξεων κλπ), είτε απασχολούμενοι με την ενημέρωση καρτελλών ή καταμέτρηση εμπορευμάτων, μη αποκλειομένης και της αναθέσεως από τον εργοδότη και άλλων υπαλληλικών εργασιών για τη συμπλήρωση του νομίμου ωραρίου.
Η απλή και μόνο καταμέτρηση εμπορευμάτων, όπως και η απλή και μόνο ενημέρωση των καρτελλών περί των εισαγομένων και εξαγομένων ειδών, κατά την ποσότητα και το είδος αυτών, δεν προσδίδει στον εκτελούντα τις εργασίες αυτές εργαζόμενο την ιδιότητα του βοηθού λογιστή. Ο ορισμός αυτού, που περιέχεται στην ως άνω διαιτητική απόφαση, δεν μεταβλήθηκε από τις μεταγενέστερες ρυθμίσεις των οικείων ΣΣΕ περί των όρων εργασίας των λογιστών και των βοηθών λογιστών.
Από την προαναφερόμενη διάταξη συνάγεται ότι δεν αποτελεί βοηθό λογιστή ο αποθηκάριος, ο οποίος ασχολείται κατά κύριο λόγο με τη διακίνηση (παραλαβή, εναπόθεση στον οικείο χώρο και εξαγωγή) εμπορευμάτων και άλλων ειδών, ακόμη και αν με τις οδηγίες του λογιστή της επιχειρήσεως προβαίνει σε καταμετρήσεις εμπορευμάτων και στην παραλαβή και καταχώρηση των σχετικών παραστατικών (τιμολογίων, δελτίων αποστολής κλπ) σε καταστάσεις ή καρτέλλες, καθώς και στην απογραφή του περιεχομένου της αποθήκης, αφού οι εργασίες αυτές συνίστανται σε απλή απεικόνιση των σχετικών ενεργειών με ενημερωτικό χαρακτήρα, χωρίς ανάλυση και λογιστική διατύπωση οικονομικών πράξεων, οι οποίες γίνονται στη συνέχεια από εκείνους που τηρούν τα ανωτέρω λογιστικά βιβλία.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα τα εξής: Η αναιρεσείουσα στις 3.5.1993 προσλήφθηκε από την αναιρεσίβλητη με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, προκειμένου να εργασθεί ως βοηθός λογιστή στο ξενοδοχείο της "..." στο ... Ρόδου, στο οποίο στεγάζεται το λογιστήριο και των τριών άλλων ξενοδοχείων της "....", "...." ΚΑΙ "....", που βρίσκονται και αυτά στο ...
Ρόδου. Η αναιρεσείουσα προσέφερε έκτοτε τις υπηρεσίες της ως βοηθός λογιστή στο ξενοδοχείο "...." μέχρι και το μήνα Φεβρουάριο του έτους 1998, οπότε, κατόπιν αιτήματός της, άλλαξε τμήμα εργασίας από το λογιστήριο του εν λόγω ξενοδοχείου και τοποθετήθηκε στις αποθήκες του ξενοδοχείου ".....", όπου το νέο αντικείμενο της εργασίας της ήταν η καταχώρηση στο "κομπιούτερ" των εισαγομένων και εξαγομένων εμπορευμάτων στις αποθήκες του ξενοδοχείου αυτού κατ' είδος, ποσότητα και αξία.
Στο τέλος εκάστου μηνός συνέτασσε η ίδια συγκεντρωτικές καταστάσεις, τις οποίες απέστειλε για έλεγχο στο λογιστήριο της αναιρεσίβλητης, που στεγάζεται στο ξενοδοχείο "...", το δε "κομπιούτερ" αυτής δεν ήταν συνδεδεμένο με το σύστημα on line με το "κομπιούτερ" του λογιστηρίου της αναιρεσίβλητης. Ακολούθως δέχθηκε το Εφετείο ότι η αναιρεσείουσα εργάσθηκε στις αποθήκες του ξενοδοχείου αυτού μέχρι και το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2002, οπότε μετακινήθηκε στις αποθήκες του ξενοδοχείου "..." λόγω ενοποιήσεως σ' αυτές των αποθηκών των ξενοδοχείων "...." και "...." και ως εκ τούτου ήταν αναγκαία η μετακίνησή της αυτή, το δε αντικείμενο της εργασίας της σ' αυτές ήταν το ίδιο με εκείνο που εκτελούσε στο ξενοδοχείο "....." και το γραφείο, στο οποίο εγκαταστάθηκε, βρισκόταν πλησίον της εισόδου της ισόγειας αποθήκης, ώστε να μπορεί να ελέγχει τα εισαγόμενα και εξαγόμενα προϊόντα στις εν λόγω αποθήκες.
Η αναιρεσείουσα εργάσθηκε στο ξενοδοχείο "....." μέχρι και το μήνα Μάρτιο του έτους 2003, οπότε, κατόπιν αιτήματός της, μετακινήθηκε στο ξενοδοχείο "....", όπου το αντικείμενο της εργασίας της ήταν το ίδιο με εκείνο που εκτελούσε προηγουμένως στα ξενοδοχεία "...." και "...", το δε γραφείο, στο οποίο εγκαταστάθηκε, βρισκόταν πλησίον της εισόδου της ισόγειας αποθήκης, ώστε να έχει τη δυνατότητα να ελέγχει τα εισαγόμενα και εξαγόμενα προϊόντα στις αποθήκες του ξενοδοχείου αυτού.
Με βάση τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά έκρινε στη συνέχεια το Εφετείο, ότι οι εν λόγω εργασίες της αναιρεσείουσας στις αποθήκες των ως άνω ξενοδοχείων της αναιρεσίβλητης από το μήνα Μάρτιο του έτους 1998 και εφεξής δεν προσδίδουν σ' αυτή την ιδιότητα της βοηθού λογιστή, αλλ' εκείνη της βοηθού αποθηκαρίου, αφού οι εργασίες της αυτές συνίσταντο σε απλές καταχωρήσεις των εισαγομένων και εξαγομένων εμπορευμάτων στις αποθήκες των τριών αυτών ξενοδοχείων και στη σύνταξη στο τέλος εκάστου μηνός συγκεντρωτικών καταστάσεων, που απέστειλε η ίδια προς έλεγχο στο λογιστήριο της αναιρεσίβλητης στο ξενοδοχείο "....." και οι οποίες δεν αποτελούν λογιστικά βιβλία και δεν περιείχαν καμιά οικονομική ανάλυση και λογιστική διατύπωση, η δε παροχή οδηγιών σ' αυτή από τον προϊστάμενο του λογιστηρίου Γ1 δεν αφορούσε στην εκτέλεση λογιστικών εργασιών, αλλά στην καταχώρηση των εισαγομένων και εξαγομένων προϊόντων στις αποθήκες των τριών ως άνω ξενοδοχείων της αναιρεσίβλητης.
Κατόπιν αυτών, το Εφετείο απέρριψε την ένδικη από 2.4.2004 αγωγή της αναιρεσείουσας, κατά το αίτημά της περί καταβολής μισθολογικών διαφορών, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με την κρίση του αυτή δεν παραβίασε τούτο τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Επομένως, ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ είναι βάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
ΙΙ. Επειδή, ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβιάζει την υποχρέωσή του να λάβει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για την απόδειξη νόμιμα προταθέντος ισχυρισμού, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Για να είναι όμως ορισμένος ο σχετικός αναιρετικός λόγος πρέπει να καθορίζονται τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, που δεν έλαβε υπόψη το δικαστήριο και ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή των αποδεικτικών μέσων κατά τη συζήτηση ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, που εξέδωκε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, στην οποία φέρεται ότι υπέπεσε το Εφετείο με το να μη λάβει υπόψη του έγγραφο και συγκεκριμένα, το υπ' αριθ. ....., .... και ... δελτίο εργατικής διαφοράς του Σώματος Επιθεωρήσεως Εργασίας στη Ρόδο του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων, που είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει η αναιρεσείουσα, από το οποίο προέκυπτε ότι η τελευταία παρείχε στην αντίδικό της την προαναφερόμενη εργασία της βοηθού λογιστή.
Από την περιεχόμενη όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη την κατάθεση του νομίμως εξετασθέντος ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου μάρτυρα της αναιρεσίβλητης, τις διασαφήσεις, τις οποίες παρέσχε προφορικά η αναιρεσείουσα ενώπιον του αυτού Δικαστηρίου, τις αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων των διαδίκων και όλα ανεξαιρέτως τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με τις αιτιολογίες της αποφάσεως - στις οποίες γίνεται σαφής μνεία της συνδέουσας τις διαδίκους σχέσεως κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, που ήταν εκείνη της βοηθού αποθηκαρίου και συνάγεται από τα αναφερόμενα λεπτομερώς ως άνω πραγματικά περιστατικά - προκύπτει αναμφίβολα ότι το Εφετείο για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη και το ανωτέρω έγγραφο, το οποίο συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις.
Επομένως, ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Επίσης, με τον ίδιο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 11 ΚΠολΔ αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η μομφή, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το αποδεικτικό μέσο της εξώδικης ομολογίας της αναιρεσίβλητης, περί της ιδιότητας της αναιρεσείουσας κατά τον ως άνω χρόνο της εργασίας της σ' αυτή ως βοηθού λογιστή, για την απόδειξη του προαναφερόμενου αγωγικού ισχυρισμού της, η οποία περιέχεται στις από ..., ..., ...., ....
και ... βεβαιώσεις της αναιρεσίβλητης, που αφορούν τα εισοδήματα της αναιρεσείουσας των ετών 1999, 2000, 2001, 2002 και 2003, όπου χαρακτηρίζεται αυτή στην πρώτη ως υπάλληλος γραφείου, στις δεύτερη και τρίτη ως βοηθός λογιστή και στις τέταρτη και πέμπτη ως αποθηκάριος. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι προεχόντως απαράδεκτος και απορριπτέος, διότι δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ότι έγινε επίκληση και πρόταση του ως άνω αποδεικτικού μέσου της εξώδικης ομολογίας κατά τη συζήτηση ενώπιον του Εφετείου της υποθέσεως.
ΙΙΙ. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 670 και 671 ΚΠολΔ, οι οποίες έχουν εφαρμογή και στην κατ' έφεση δίκη (άρθρο 674 παρ. 2 του αυτού Κώδικα), προκύπτει ότι κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη και μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα, τα οποία εκτιμά ελευθέρως, χωρίς να υποχρεούται να τηρήσει τους κανόνες του νόμου ως προς την αποδεικτική δύναμη αυτών, με εξαίρεση την ομολογία και τα δημόσια έγγραφα, που αποτελούν πλήρη απόδειξη.
Ενόψει αυτών, η διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 112 ΚΠολΔ, με την οποία ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, δεν έχει εφαρμογή στην περίπτωση αυτή, ως ασυμβίβαστη με την ως άνω ειδική διαδικασία, που προβλέπεται από τα άρθρα 663 επ.
ΚΠολΔ. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο παραβίασε τους κανόνες του νόμου, ως προς την αποδεικτική δύναμη των επικαλεσθέντων και προσκομισθέντων από την αναιρεσίβλητη αποδεικτικών μέσων, ήτοι της καταθέσεως του μάρτυρα αυτής Γ1 και των ενόρκων βεβαιώσεων των μαρτύρων της ..., ....
και ...., που άπαντες είναι υπάλληλοί της και παρέχουν μειωμένη αξιοπιστία λόγω της ενεργούς εργασιακής σχέσεώς τους με αυτή, για την ανταπόδειξη του αναφερομένου στο ανωτέρω δημόσιο έγγραφο (δελτίο εργατικής διαφοράς) γεγονότος, ότι η αναιρεσείουσα κατά την εργασία της στην αναιρεσίβλητη κατά τον επίδικο χρόνο είχε την ιδιότητα της βοηθού λογιστή, είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί.
IV. Επειδή, κατά μεν το άρθρο 17 παρ. 1 και 2 του Ν. 1568/1985 "περί της υγιεινής και ασφάλειας των εργαζομένων", η μελέτη των χώρων εργασίας πρέπει να αποβλέπει στη δημιουργία ασφαλούς και υγιεινούς περιβάλλοντος και ακώλυτης ροής της εργασίας. Σε κάθε θέση εργασίας πρέπει να υπολογίζεται ελεύθερη επιφάνεια, ώστε ο εργαζόμενος να μπορεί να κινείται ανεμπόδιστα κατά την εκτέλεση της εργασίας του, κατά δε το άρθρο 21 παρ. 1 και 3 του αυτού Νόμου, στους χώρους εργασίας ο αέρας πρέπει να ανανεώνεται κατάλληλα, ανάλογα με τη φύση της εργασίας και τη σωματική προσπάθεια, που απαιτείται για την εκτέλεσή της. Οι χώροι εργασίας, διαλείμματος και πρώτων βοηθειών πρέπει να έχουν άμεση οπτική επαφή με εξωτερικό χώρο, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από ειδική διάταξη. Ο τεχνητός φωτισμός πρέπει να είναι ανάλογος με το είδος και τη φύση της εργασίας, να έχει χαρακτηριστικά φάσματος παραπλήσια με του φυσικού φωτισμού, να ελαχιστοποιεί τη θάμβωση, να μη δημιουργεί αντιθέσεις και εναλλαγές φωτεινότητας και να διαχέεται, διευθύνεται και κατανέμεται σωστά. Εξάλλου, κατά το παράρτημα
ΙΙ παρ. 6 και 9 του άρθρου 10 του Π.Δ. 16/1996 "περί των ελαχίστων προδιαγραφών ασφάλειας και υγείας στους χώρους εργασίας σε συμμόρφωση με την οδηγία 89/654/ΕΟΚ", στους κλειστούς χώρους εργασίας πρέπει να υπάρχει επαρκής νωπός αέρας, λαμβανομένων υπόψη των μεθόδων εργασίας και της σωματικής προσπάθειας, την οποία καταβάλλουν οι εργαζόμενοι.
Οι χώροι εργασίας, διαλείμματος και πρώτων βοηθειών πρέπει να έχουν άμεση οπτική επαφή με εξωτερικό χώρο, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά από ειδική διάταξη. Ο τεχνητός φωτισμός, όπως και κατά τον ανωτέρω Νόμο, πρέπει να είναι ανάλογος με το είδος και τη φύση της εργασίας, να έχει χαρακτηριστικά παραπλήσια με του φυσικού φωτισμού, να ελαχιστοποιεί τη θάμβωση, να μη δημιουργεί υπερβολικές αντιθέσεις και εναλλαγές φωτεινότητας και να διαχέεται, κατευθύνεται και κατανέμεται σωστά.
Περαιτέρω, ως πράγματα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη, αν και προτάθηκαν, ή η λήψη υπόψη, αν και δεν προτάθηκαν, ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο.
Ο λόγος αναιρέσεως από τη διάταξη αυτή δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 12/1991). Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα και τα εξής:
Ο χώρος εργασίας της αναιρεσείουσας, όπου προσέφερε τις υπηρεσίες της τόσο στο ξενοδοχείο "...." όσο και στο ξενοδοχείο ".....", ήταν διαμορφωμένος κατάλληλα, ώστε ο κάθε εργαζόμενος να έχει δικό του γραφείο, ο δε χώρος των γραφείων αυτής πληρούσε τις αναγκαίες προϋποθέσεις υγιεινής και ασφάλειας των εργαζομένων, αφού είχε κατάλληλο τεχνητό και φυσικό φωτισμό, καθώς και αερισμό, ενόψει του ότι το γραφείο της και στα δύο αυτά ξενοδοχεία βρισκόταν πλησίον της μεγάλης κεντρικής εισόδου της αποθήκης και ως εκ τούτου εισερχόταν σ' αυτό φυσικό φως και αέρας.
Ακολούθως δέχθηκε το Εφετείο ότι η αναιρεσίβλητη στις 10.11.2003 χορήγησε στην αναιρεσείουσα την ετήσια κανονική της άδεια, μολονότι η τελευταία δεν την είχε ζητήσει και, ενώ έπρεπε να επιστρέψει στην εργασία της στις 10.12.2003, δεν επέστρεψε, ισχυριζόμενη ότι με την από 12.11.2003 εξώδικη δήλωσή της, που επέδωκε στην αντίδικό της στις 14.11.2003, προέβη σε επίσχεση της εργασίας της μέχρι να διαμορφώσει η τελευταία το χώρο της εργασίας της, ώστε να είναι κατάλληλος από πλευράς υγιεινής και ασφάλειας.
Το ίδιο έπραξε στη συνέχεια με τις από 14.1.2004 και 4.3.2004 εξώδικες δηλώσεις της, που επέδωκε στην αναιρεσίβλητη στις 15.1.2004 και 5.3.2004 αντίστοιχα. Στη συνέχεια έκρινε το Εφετείο ότι η αναιρεσείουσα δεν προέβη νόμιμα σε επίσχεση εργασίας, αφού οι συνθήκες της εργασίας της ήταν κατάλληλες από πλευράς υγιεινής και ασφάλειας και συνεπώς, η αναιρεσίβλητη δεν κατέστη υπερήμερη.
Κατόπιν αυτών, απέρριψε τούτο την ένδικη ως άνω αγωγή, κατά τα λοιπά αιτήματά της, ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις. Επομένως, ο τέταρτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Περαιτέρω, η αναιρεσείουσα με τον ίδιο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για μη λήψη υπόψη των ασκούντων ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και προταθέντων ισχυρισμών της, κατά τους οποίους α) η απασχόλησή της δεν είχε καμιά λειτουργική σχέση με τις αποθήκες, γιατί δεν παρελάμβανε και δεν παρέδινε εμπορεύματα σε κανένα, ούτε καταμετρούσε αυτά, β) ο χώρος της εργασίας της ήταν υπόγειος και δεν πληρούσε τους όρους υγιεινής και, παρά το γεγονός αυτό, η αναιρεσίβλητη αρνείτο να τη μεταφέρει προς εργασία σε χώρο του ισογείου για λόγους εκδικήσεως, διότι κατήγγειλε αυτή στην Επιθεώρηση Εργασίας τόσο για τον ακατάλληλο χώρο της εργασίας της, όσο και για το μειωμένο μισθό, που της κατέβαλε, με αποτέλεσμα να αναγκασθεί να ασκήσει το δικαίωμα επισχέσεως της εργασίας της.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος, διότι, ενόψει των ανωτέρω παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως, καθίσταται σαφές ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και απέρριψε εκ του πράγματος τους ως άνω αγωγικούς ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας.
V. Επειδή, κατά το άρθρο 2 παρ. 1 του Ν. 3198/1955, η κατά το Ν. 2112/1920 αποζημίωση του απολυομένου υπαλλήλου καταβάλλεται κατά την ημέρα της λύσεως της εργασιακής συμβάσεως. Ο εργοδότης, συγχρόνως με την εγχείριση της έγγραφης καταγγελίας, πρέπει να προσφέρει και να καταβάλει στον απολυόμενο μισθωτό την οφειλομένη αποζημίωση.
Δεν αρκεί μόνο η προσφορά του χρηματικού ποσού της αποζημιώσεως στον απολυόμενο και η περιέλευση αυτού σε υπερημερία, αλλ' απαιτείται πραγματική καταβολή. Αν ο εργαζόμενος αρνείται να εισπράξει την πραγματικώς και προσηκόντως προσφερόμενη αποζημίωση, ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να προβεί σε δημόσια κατάθεση του ποσού της αποζημιώσεως στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων (άρθρο 427, 431 ΑΚ).
Αν η αποζημίωση δεν καταβληθεί στον απολυόμενο ή, στην περίπτωση αρνήσεώς του, δεν κατατεθεί δημοσίως εντός ευλόγου χρόνου, η καταγγελία είναι άκυρη, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 3 του Ν. 3198/1955. Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα και τα εξής:
Η αναιρεσίβλητη στις 30.3.2004 επέδωκε στην αναιρεσείουσα το από 29.3.2004 έγγραφό της, με το οποίο κατήγγειλε τη μεταξύ αυτών υφιστάμενη ως άνω εργασιακή σχέση, λόγω αυθαίρετης απουσίας αυτής από την εργασία της μετά την κατά τη 10.12.2003 λήξη της ετήσιας κανονικής της άδειας και συγχρόνως την κάλεσε εντός πέντε (5) ημερών από την επίδοση του εγγράφου της καταγγελίας να προσέλθει στα γραφεία της για να εισπράξει τη νόμιμη αποζημίωσή της.
Η αναιρεσείουσα δεν προσήλθε προς τούτο στα γραφεία της αντιδίκου της και για το λόγο αυτό η τελευταία παρακατέθεσε στις ... στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων το ποσό των 5.299 ευρώ της αποζημιώσεώς της και στη συνέχεια κατέθεσε στο συμβολαιογράφο Ρόδου Μιχαήλ Λέργο στις 6.4.2004 το οικείο υπ' αριθ. .... γραμμάτιο συστάσεως παρακαταθήκης, τη δε σχετική υπ' αριθ. .....
πράξη καταθέσεως του γραμματίου αυτού επέδωκε αυθημερόν σ' αυτή, η οποία το ανέλαβε στις 16.4.2004 και ακολούθως εισέπραξε το ανωτέρω ποσό της αποζημιώσεως. Με βάση τα εν λόγω πραγματικά περιστατικά, το Εφετείο έκρινε στη συνέχεια ότι η καταγγελία της ως άνω συμβάσεως εργασίας είναι έγκυρη. Κατόπιν αυτών, απέρριψε τούτο την ένδικη από 7.6.2004 αγωγή της αναιρεσείουσας, ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού η εργοδότρια αναιρεσίβλητη, κατά την ημέρα της λύσεως της εργασιακής αυτής συμβάσεως, συγχρόνως με την επίδοση στην αναιρεσείουσα του εγγράφου της καταγγελίας (30-3-2004) προσκάλεσε την ίδια να προσέλθει εντός πενθημέρου από την εν λόγω ημερομηνία στα γραφεία της, για να εισπράξει τη νόμιμη αποζημίωσή της, ενώ στη συνέχεια, λόγω μη προσελεύσεως αυτής προς τούτο στον υποδειχθέντα τόπο, προέβη εντός του ως άνω ευλόγου χρόνου (5-4-2004) στην παρακατάθεση στο Ταμείο Παρακαταθηκών και δανείων του προαναφερόμενου ποσού της αποζημιώσεώς της και στην επίδοση στην ίδια την επομένη ημέρα (6-4-2004) της ανωτέρω συμβολαιογραφικής πράξεως καταθέσεως του οικείου γραμματίου συστάσεως παρακαταθήκης και συνεπώς, η άνω καταγγελία της συμβάσεως εργασίας της αναιρεσείουσας είναι έγκυρη.
Επομένως, ο αντίθετος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. VI. Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ, παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας από κακή ανάγνωση του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου απέδωσε σ' αυτό περιεχόμενο καταδήλως διάφορο από το αληθινό.
Παραμόρφωση όμως με την ως άνω έννοια δεν υπάρχει όταν το δικαστήριο ανέγνωσε σωστά το έγγραφο και, αξιολογώντας το αληθινό περιεχόμενό του, οδηγήθηκε σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, αφού η κρίση του αυτή αποτελεί εκτίμηση πραγμάτων, που εκφεύγει, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, τον αναιρετικό έλεγχο (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ' αριθ. .... εγγράφου του Κέντρου Πρόληψης Επαγγελματικού Κινδύνου Πειραιά και Νοτίου Αιγαίου του Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας, το οποίο διενήργησε στις ...
έλεγχο στο γραφείο, όπου η αναιρεσείουσα προσέφερε τις υπηρεσίες της στο ξενοδοχείο "...." της αναιρεσίβλητης, προς διαπίστωση των συνθηκών εργασίας αυτής, με το να δεχθεί ότι το εν λόγω Κέντρο δεν διαπίστωσε κάτι σχετικό με την ακαταλληλότητα του χώρου εργασίας της αναιρεσείουσας και ότι στο έγγραφο αυτό διατυπώνονται μόνο οι προϋποθέσεις για τη λειτουργία του γραφείου αυτής στο συγκεκριμένο χώρο, ενώ το αληθές περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου είναι ότι το ως άνω Κέντρο απαρίθμησε απλώς στο έγγραφό του αυτό τις τέσσερις (4) προϋποθέσεις, που διαπίστωσε ότι δεν υπάρχουν στο χώρο εργασίας της αναιρεσείουσας και έπρεπε να δημιουργηθούν για να καταστεί αυτός κατάλληλος προς εργασία.
Ο ανωτέρω λόγος της αναιρέσεως είναι απαράδεκτος και πρέπει να απορριφθεί, διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, μετά από ορθή ανάγνωση του ως άνω εγγράφου και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του, κατέληξε στο προαναφερόμενο συμπέρασμα, το οποίο είναι διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ως ορθό, η δε κρίση του αυτή αποτελεί εκτίμηση των περιεχομένων στο εν λόγω αποδεικτικό έγγραφο πραγματικών περιστατικών.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5-5-2006 αίτηση της χ1, για αναίρεση της υπ' αριθ. 68/2006 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαΐου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 12 Ιουνίου 2008.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ