Legislator Case Law & Legislation
1300/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for vague grounds failing to specify legal error or lack of basis.

Case Number 1300/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn a final judgment regarding land ownership on the island of Skyros. The appellant argued the lower court erred in classifying the property as forest rather than agricultural land, but failed to pinpoint specific legal errors or lack of basis. The court rejected these grounds as too vague, noting that arguments regarding evidence evaluation fall outside the appellate court's authority.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal must specify the exact legal error or lack of basis, as vague arguments regarding evidence evaluation are inadmissible.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague grounds evidence evaluation legal error specification appellate jurisdiction land classification common sense doctrine

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553(1)(b), 556(1), 558(a), 564(3), 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(2) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 242(2) of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 2/2008
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1300 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1300/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μ. Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη-Εισηγητή, Αγαθή Δερέ, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 15 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Π. Μ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ι. Β. του Ν. και της Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Κακογιάννη, και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Χριστίνα Γιωτοπούλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-7-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 100/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 63/2009 μη οριστική του Εφετείου Αθηνών (Μεταβατική έδρα Χαλκίδας, 69/2012 του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 29-5-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Θεοφάνης ανέγνωσε την από 6-11-2023 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 29.05.2014 αίτηση αναιρέσεως, προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων και κατά την τακτική διαδικασία, εκδοθείσα, υπ' αριθμ. 69/19.06.2012 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας, το οποίο δέχθηκε την από 27.11.2007 έφεση του αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθμ. 100/27.04.2007 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκίδας, το οποίο είχε κάνει δεκτή την από 28.07.2004 αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή του αναιρεσείοντος, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, διακράτησε την αγωγή, δίκασε αυτή και την απέρριψε κατ' ουσίαν.

Η αίτηση αυτή αναιρέσεως ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553§1 στοιχ. β', 556§1, 558 εδάφ. α', 564§3, 566§1 του Κ.Πολ.Δ.). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρο 577§1 του Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρο 577§2 του Κ.Πολ.Δ.). Η προσβαλλόμενη δικαστική απόφαση υπήρξε, σύμφωνα με την παραδεκτά γενόμενη επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561§2 του Κ.Πολ.Δ.), κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:

Ο αναιρεσείων (Ι. Β. του Ν. και της Κ.) ήγειρε κατά του αναιρεσιβλήτου (Ελληνικό Δημόσιο, νομίμως εκπροσωπούμενο) την απευθυνόμενη στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας από 28.07.2004 αγωγή του, με την οποία ζήτησε να αναγνωρισθεί κύριος αγρού, κειμένου στη νήσο Σκύρο, το οποίο περιήλθε στην κυριότητά του κυρίως παραγώγως, άλλως πρωτοτύπως και του οποίου την κυριότητα αμφισβητεί το αναιρεσίβλητο.

Η ως άνω έχουσα αγωγή δικάσθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκίδας, κρίθηκε παραδεκτή, εν μέρει νόμιμη και αντιστοίχως κατ' ουσίαν βάσιμη, αναγνωρίσθηκε δε ότι, έναντι του αναιρεσιβλήτου, ο αναιρεσείων είναι κύριος του ενδίκου ακινήτου. Το αναιρεσίβλητο προσέβαλε την ως άνω κρίνασα δικαστική απόφαση με την απευθυνθείσα στο Εφετείο Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδας) και στραφείσα κατά του αναιρεσείοντος από 27.11.2007 έφεσή του.

Η ούτως έχουσα έφεση του αναιρεσείοντος δικάσθηκε στο Εφετείο Αθηνών (μεταβατική έδρα Χαλκίδας) και το επιληφθέν αυτής Δικαστήριο εξέδωσε την υπ' αριθμ. 63/10.04.2009 μη οριστική απόφασή του, με την οποία, αφού έκρινε τυπικά δεκτή την έφεση του αναιρεσείοντος, ανέβαλε την έκδοση οριστικής αποφάσεως επί της εφέσεως και διέταξε τη συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια τεχνικής πραγματογνωμοσύνης.

Ακολούθως, μετά τη διενέργεια της πραγματογνωμοσύνης, η έφεση του αναιρεσιβλήτου, με την από 18.10.2010 κλήση του αναιρεσείοντος, επανήλθε προς συζήτηση στο νεοϊδρυθέν Τριμελές Εφετείο Ευβοίας, ενώπιον του οποίου αυτή (έφεση) εκδικάσθηκε κατά τη δικάσιμο της 10.01.2012, εκδοθείσης της υπ' αριθμ. 69/19.06.2012 οριστικής και επί της ουσίας αποφάσεώς του, δια της οποίας η έφεση του αναιρεσιβλήτου έγινε δεκτή και κατ' ουσίαν, εξαφανίσθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, διακρατήθηκε προς εκδίκαση η από 28.07.2004 αγωγή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν.

Την απόφαση αυτή προσέβαλε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου ο αναιρεσείων, με την από 29.05.2014 αίτησή του, και ζητεί την αναίρεσή της για τους περιεχομένους στο αναιρετήριο λόγους. Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, για τη διαμόρφωση της κρίσεώς του και την εκφορά αυτής, δέχθηκε τα ακόλουθα: " .... Το επίδικο ακίνητο φέρεται κατά την αγωγή ως αγρός, που έχει έκταση 30.244,49 τ.μ., βρίσκεται στη θέση "Κυρά Παναγιά" της κτηματικής περιφέρειας Σκύρου του ομώνυμου δήμου και συνορεύει βόρεια με αγροτική οδό, ανατολικά με ιδιοκτησία αγνώστων, νότια με ιδιοκτησία Ι.

Χ. (κληρονόμων Μ. Ε. και κληρονόμων Γ. Μ.) και δυτικά με δάσος, ως φαίνεται αποτυπωμένο στο από 17.06.2003 τοπ/κό διάγραμμα της μηχ/κού δομικών έργων Σ. Τ. Κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος εφεσίβλητου το ως άνω επίδικο ακίνητο περιήλθε στη κυριότητα του: α) κατ' αρχήν και προεχόντως με παράγωγο τρόπο και συγκεκριμένα με κληρονομική εκ διαθήκης διαδοχή παρά του παππού του Ι.

Ν. Β., δυνάμει της υπ' αριθμ. ....1972 δημοσίας διαθήκης του συμβ/φου Σκύρου Κ. Μ., που αποδέχθηκε δυνάμει της νομίμως μετ/νης υπ' αριθμ. .../1973 δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς του ιδίου ως άνω συμβ/φου. Στον ως άνω δε παππού του τούτο είχε περιέλθει, πριν την ισχύ του ΑΚ, με κληρονομική εκ διαθήκης διαδοχή παρά του πατέρα του Ν.

Ι. Β. (προπάππου του ενάγοντος) δυνάμει της υπ' αριθμ. ....1933 δημόσιας διαθήκης του συμβ/φου Σκύρου Μ. Μ. και στην οποία κληρονομιά αυτός υπεισήλθε, ενώ αυτό είχε περιέλθει στον τελευταίο (προπάππο του) με δωρεά αιτία θανάτου παρά της Μ. Γ. Κ., δυνάμει του νομίμως μετ/νου υπ' αριθμ. ....1918 συμβολαίου του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκου Σκύρου Μ.

Μ. Στη δε απώτερη δικαιοπάροχο του Μ. Γ. Κ. είχε περιέλθει με κληρονομική εξ αδιαθέτου διαδοχή της μητέρας της Α. Α. Β., στην κληρονομιά της οποίας υπεισήλθε, και στην οποία μητέρα της ο ως άνω αγρός είχε περιέλθει με αδιατίμητη προίκα, που συνέστησαν υπέρ αυτής οι αδελφοί της Δ., Π. και Γ. Β., δυνάμει του νομίμως μετ/νου υπ' αριθμ. ....1893 προικοσυμφώνου συμβολαίου του συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδικειακού Γραμματέα Σκύρου Ν.

Μ., β) άλλως με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με (τακτική και έκτακτη) χρησικτησία, με προσαύξηση στο δικό του χρόνο καλόπιστης νομής και εκείνου της επίσης καλόπιστης νομής όλων των ως άνω δικαιοπαρόχων του από το έτος 1860 (που είχε οπωσδήποτε συμπληρωθεί πριν την 11η Σεπτεμβρίου 1915). Στην ως άνω διαθήκη στην οποία ο ενάγων στηρίζει τα δικαιώματα κυριότητας του επί του επιδίκου αγρού γίνεται σαφής και ακριβής αναφορά ότι ο δικαιοπάροχός του αφήνει στον εγγονό του (ενάγοντα) έναν αγρό στη θέση "Κυρά Παναγιά" έκτασης δέκα (10) στρεμμάτων πλησίον Ι.

Χ. και δάσους. Σε όλους τους προγενέστερους τίτλους των δικαιοπαρόχων του παππού του, ήτοι στην υπ' αριθμ. ....1933 δημόσια διαθήκη του Ν. Ι. Β., προπάππου του ενάγοντος, στο υπ' αριθμ. .../1918 δωρητήριο συμβόλαιο, καθώς και στο υπ' αριθμ. .../1893 προικοσυμβόλαιο που αναφέρονται στην αγωγή, δεν προσδιορίζεται η έκταση του αγρού, που περιέρχεται στους δικαιοπαρόχους του ενάγοντος, αφού στην ως άνω δημόσια διαθήκη του έτους 1933 αναφέρεται ότι ο διαθέτης αφήνει έναν αγρό στη θέση "Κυρά Παναγιά" της Σκύρου "όπως ευρίσκεται", στο δωρητήριο συμβόλαιο αναφέρεται ότι η δωρήτρια "δωρείται δια δωρεάς αιτία θανάτου" "ένα αγρόν εις θέσιν Κυρά Παναγιά της Σκύρου, όσης εστίν εκτάσεως συνορευόμενον με ομοίους Ι.

Γ. Χ. και δάσους" και στο προικοσύμφωνο αναφέρεται ως "αγρός εις θέσιν Κυρά Παναγιά της Σκύρου εκτάσεως όσης είναι πλησίον ομοίου αγρού Ι. Γ. Χ. και δάσους". Η κατά την αγωγή έκταση των τριάντα (30) στρεμμάτων περίπου ή όσης είναι πλέον ή έλαττον αναφέρεται μόνο στη προαναφερθείσα υπ' αριθμ. ....2003 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς του ενάγοντος εφεσιβλήτου και διαφέρει σημαντικά κατά το τριπλάσιο και πλέον εκείνης, που καταλήφθηκε σ' αυτόν με την διαθήκη του παππού του.

Σε απάντηση των τεθέντων με την προαναφερθείσα απόφαση του Εφετείου Αθηνών σχετικών ερωτημάτων, με την ως άνω πραγματογνωμοσύνη του, ο πραγματογνώμονας τοποθετεί την έκταση των δέκα στρεμμάτων εντός της ευρύτερης των τριάντα σε επαφή με το υπάρχον δάσος και ανατολικά αυτού.

Περαιτέρω δε αναφέρει ότι ολόκληρη η έκταση των τριάντα στρεμμάτων "δεν εμφάνιζε διαχρονικά αμιγώς δασική έκταση από το έτος 1945 και μετά", ενώ εκφράζει την απόψη ότι "πιθανόν να ήταν αγρός και να καλλιεργείτο" λόγω της ύπαρξης αλωνιού και αποθηκευτικού οικίσκου και μονοπατιών (κειμένων ωστόσο εκτός του επιδίκου), διάσπαρτων ελαιοδένδρων (τα οποία ωστόσο δεν αποτυπώνει κατά θέση και αριθμό) και με βάση πληροφορίες κατοίκων της περιοχής (τα στοιχεία των οποίων ωστόσο δεν αναφέρει).

Αντίθετα στην προσκομιζόμενη από το εναγόμενο εκκαλούν έκθεση αντίκρουσης της εν λόγω πραγματογνωμοσύνης της δασολόγου του Δασαρχείου Α. Π. Σ. αναφέρεται ότι το επίδικο που συνορεύει νότια και δυτικά με δάσος Χαλεπίου Πεύκης, ανατολικά με έκταση δασικού χαρακτήρα και βόρεια με αγροτική οδό και πέραν αυτής έκταση δασικού χαρακτήρα, είναι εντός του πευκοδάσους Σκύρου και "έφερε κυρίως δασική βλάστηση αειφύλλων πλατυφύλλων σε μίξη με φρύγανα σε ποσοστό δασοκάλυψης μεγαλύτερης του 25% όλα τα χρόνια".

Εν όψει αυτών δεν κρίνεται πειστική και η ούτως ή άλλως αόριστη και γενικόλογη κατάθεση του μη έχοντος ιδία γνώση των πραγμάτων μάρτυρα του ενάγοντος εφεσιβλήτου περί της αγροτικής μορφής του επιδίκου και της ενέργειας επ' αυτού (καλλιεργητικής φύσης) πράξεων νομής από τους δικαιοπαρόχους του τελευταίου μη αναγόμενες πάντως σε κάθε περίπτωση προ του έτους 1915.

Κατά συνέπεια κρίνεται ότι δεν αποδείχθηκε η ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού του ενάγοντος εφεσίβλητου περί της κτήσης κυριότητας επί του επιδίκου με πρωτότυπο τρόπο, δηλαδή με (τακτική ή έκτακτη) χρησικτησία, η οποία μάλιστα να είχε συμπληρωθεί στο πρόσωπο των απωτέρων δικαιοπαρόχων του πριν την 11η Σεπτεμβρίου 1915, αφού δεν προέκυψε μετά της απαιτούμενης βεβαιότητας προς σχηματισμό πλήρους δικανικής πεποίθησης ούτε ο παλαιόθεν αγροτικός χαρακτήρας του εν λόγω ακινήτου (καθόσον αφορά την όλη έκταση των 30 στρεμμάτων, αλλά και την εμπεριεχόμενη σ' αυτήν των 10 στρεμμάτων), αλλά ούτε και εντεύθεν οι καλλιεργητικής φύσης πράξεις νομής των φερομένων ως δικαιοπαρόχων του, ενώ εξάλλου τέτοιου είδους πράξεις δεν επικαλείται ούτε ο ίδιος για τον εαυτό του.

Κατ' επέκταση, ούτε με τον επικαλούμενο παράγωγο τρόπο απέκτησε την κυριότητα επί του επιδίκου ο ενάγων, εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, δεν την διέθεταν, ώστε να την μεταβιβάσουν, ούτε ο άμεσος, αλλά ούτε και οι απώτεροι φερόμενοι ως δικαιοπάροχοι του. ....". Επειδή, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 8 παρ.1 κωδ. (7-39), ν. 9 παρ. 1 πανδ. (50-4), ν. 2 παρ. 20 πανδ. (41-4), ν. 6 πρ.πανδ. (44-3), ν.76 παρ. 1 πανδ. (18-1) και 7 παρ. 3 πανδ. (23-3) του βζρδ, με τις οποίες κρίνεται η απόκτηση του δικαιώματος κυριότητας πριν από την εισαγωγή του Α.Κ., κατ' άρθρο 51 Εισ.Ν.Α.Κ., μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα με έκτακτη χρησικτησία, μετά από άσκηση νομής με καλή πίστη και διάνοια κυρίου αδιαλείπτως, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού ο οποίος χρησιδέσποζε να συνυπολογίζει στον χρόνο της νομής του και εκείνο του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού (Α.Π. 279/2019, Α.Π. 69/2018, Α.Π. 946/2017).

Ως "καλή πίστη" δε νοείται, κατά τις διατάξεις των ν. 27 πανδ. (18.1), 15 παρ. 3, 48 πανδ. (41.3) 11 πανδ. (51.4), 5 παρ. 5, 1 (41.10) και 109 πανδ. (50.16) του βζρδ, η ειλικρινής πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας, άλλου επ' αυτού (Α.Π. 1789/2005).

Επίσης, προκειμένου για έκτακτη χρησικτησία που άρχισε υπό το κράτος του προϊσχύσαντος βζρδ, είναι απαραίτητη η ύπαρξη καλής πίστεως, η οποία προϋποθέτει την ύπαρξη περιστατικών που καθιστούν εύλογη την πεποίθηση του χρησιδεσπόζοντος για το ανεπίληπτο της νομής του (Α.Π. 464/2004). Από τον συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21.06/10.07.1837 "Περί διακρίσεως κτημάτων" συνάγεται ότι έκτακτη χρησικτησία χωρεί, με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν, και σε δημόσια κτήματα, όπως είναι τα δάση ή η δασικές εκτάσεις, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός μεν του ν. ΔΞΗ (4068)/1912 "Περί αναστολής παραγραφών, προθεσμιών και δικαστικών εν γένει πράξεων εν καιρώ επιστρατείας" και των διαταγμάτων, που εκδόθηκαν με βάση τη διάταξη του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.04/16.05.1926 "Περί διοικητικής αποβολής από των Κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης, περί απαγορεύσεως λήψεως προσωρινών μέτρων κατά του Δημοσίου και της Αεροπορικής Αμύνης κλπ" (Ολ. Α.Π. 75/1987, Α.Π. 78/2015).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 1033 του Α.Κ., για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σε αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Απαραίτητη όμως προϋπόθεση για τη μεταβίβαση με τον παράγωγο αυτό τρόπο της κυριότητας του ακινήτου (αλλά και οποιοδήποτε παράγωγο τρόπο) αποτελεί η ύπαρξη κυριότητας στο πρόσωπο εκείνου, ο οποίος συμφώνησε στη μεταβίβασή της (Α.Π. 111/2020, Α.Π. 99/2019, Α.Π. 860/2018).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1045 και 1051 του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία απαιτείται στη μεν πρώτη περίπτωση άσκηση νομής με νόμιμο ή νομιζόμενο τίτλο, καλή πίστη και πάροδος δεκαετίας στη δε δεύτερη άσκηση νομής επί είκοσι συνεχή έτη, με δυνατότητα του νομέα, σε αμφότερες τις περιπτώσεις, να συνυπολογίσει τον δικό του χρόνο χρησικτησίας στον χρόνο χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων του. Άσκηση νομής, η οποία απαιτείται για την κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, αποτελούν, όταν πρόκειται για ακίνητο, οι υλικές και εμφανείς επάνω σε αυτό πράξεις με τις οποίες φανερώνεται η βούληση του νομέα να έχει το πράγμα για δικό του, ενώ, όταν πρόκειται, ειδικότερα, για δασική έκταση πράξεις νομής αποτελούν η βοσκή, η υλοτομία, η εκμίσθωση σε τρίτους, η οριοθέτηση, η επίβλεψη, η καταμέτρηση τούτου, η σύνταξη τοπογραφικών διαγραμμάτων (Α.Π. 503/2021, Α.Π. 175/2020, Α.Π. 336/2019, Α.Π. 984/2017).

Επιπλέον, κατά τη διάταξη του άρθρου 51 του Εισ.Ν.Α.Κ., η απόκτηση κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν έγιναν τα πραγματικά γεγονότα για την απόκτησή τους. Τέλος, στο άρθρο 62§1 εδάφ. β' του ν. 998/1979 "Περί των προστασίας δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της Χώρας", όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 37§1 ν. 4280/2014, ορίζεται ότι, κατ' εξαίρεση, το κατά την §1 εδάφ.

α' του ίδιου άρθρου τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου επί των δασών και εν γένει δασικών εκτάσεων "... δεν ισχύει στις περιφέρειες των Πρωτοδικείων των Ιονίων Νήσων, της Κρήτης, των Νομών Λέσβου, Σάμου, Χίου και Κυκλάδων, των νήσων Κυθήρων, Αντικυθήρων, της Δωδεκανήσου, πλην των νήσων που ισχύει ο κτηματολογικός κανονισμών καθώς και της περιοχής της Μάνης, όπως αυτή ορίζεται από τα διοικητικά όρια των Καλλικρατικών Δήμων Ανατολικής και Δυτικής Μάνης.".

Με τη διάταξη αυτή καθιερώθηκε νομοθετικώς η μόνη και ορθή (Α.Π. 340/1985) ερμηνευτική άποψη για τη νομική θέση δασών στις άνω περιοχές, κατά την οποία το Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει δικαίωμα στα δάση αυτών των περιοχών και δεν ισχύει στην περίπτωση αυτή το τεκμήριο κυριότητας αυτού Ελληνικού Δημοσίου επί των δασών που προβλέπεται στο β.δ.

της 17.11/01.12.1836 "Περί ιδιωτικών δασών", με αποτέλεσμα, προκειμένου περί δασών που βρίσκονται στις εν λόγω περιοχές, μόνη η επίκληση από το Ελληνικό Δημόσιο και απόδειξη της δασικής μορφής της διεκδικούμενης εκτάσεως να μην αρκεί για τη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητάς του σ' αυτήν, αλλά (να) πρέπει το Ελληνικό Δημόσιο, σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, να επικαλείται και να αποδεικνύει ότι έγινε κύριο με οποιονδήποτε από τους τρόπους που προβλέπονται από τον Αστικό Κώδικα, μετά τις 23.02.1946, ή τυχόν ειδικούς νόμους (Α.Π. 284/2021, Α.Π. 984/2017).

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύθηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ.Α.Π. 2/2013, Ολ.Α.Π. 7/2006, Ολ.Α.Π. 4/2005).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της αποφάσεως. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παράβαση (Α.Π. 1641/2021, Α.Π. 24/2015).

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναιρέσεως, για να είναι αυτός ορισμένος, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (Α.Π. 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (Α.Π. 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 20/2005).

Αντίθετα, η έλλειψη μείζονος προτάσεως στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ' αυτή ως προς την έννοια διατάξεως ουσιαστικού δικαίου, δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν τον λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της αποφάσεως δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.

Ωσαύτως, με τον λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561§1 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 1641/2021, Α.Π. 849/2007).

Εξάλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ., λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για να κριθεί αν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, συντρέχουν οι όροι εφαρμογής της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93§3 του Συντάγματος 1975/1986/2001/2008/2019, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.Α.Π. 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σ' αυτή και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και τον νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Αντιστοίχως, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά τον νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.Α.Π. 15/2006).

Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π. 448/2020, Α.Π. 1633/2018).

Τέλος, ως προς τον από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, που ιδρύεται όταν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, για να είναι ο λόγος αυτός ορισμένος και, κατά συνέπεια, παραδεκτός, πρέπει, εκτός της παραθέσεως των παραδοχών του δικαστηρίου της ουσίας, να προσδιορίζεται σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως (Ολ.Α.Π.1300/2007, Α.Π. 1126/2008. Α.Π. 587/2007).

Με τους δύο λόγους αναιρέσεως, που περιέχονται στο αναιρετήριο και επιχειρείται να θεμελιωθούν στους αριθμούς 1α' και 19, αντίστοιχα, του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., ο αναιρεσείων διατείνεται ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 369, 974, 976, 983, 1033, 1041, 1042, 1045, 1051, 1192 του Α.Κ., ν. 8 παρ.1 κωδ. (7-39), ν. 9 παρ. 1 πανδ. (50-4), ν. 2 παρ. 20 πανδ. (41-4), ν. 6 πρ.πανδ. (44-3), ν.76 παρ. 1 πανδ. (18-1), 7 παρ. 3 πανδ. (23-3), ν. 27 πανδ. (18.1), 15 παρ. 3, 48 πανδ. (41.3) 11 πανδ. (51.4), 5 παρ. 5, 1 (41.10), 109 πανδ. (50.16) του βζρδ, 18 και 21 του ν.

δ. της 21.06/10.07.1837 "Περί διακρίσεως κτημάτων" εφόσον δέχθηκε ότι τόσο οι απώτατοι όσο και οι απώτεροι δικαιοπάροχοί του, αλλά και αυτός (αναιρεσείων) δεν χρησιδέσποσαν επί του επίδικου ακινήτου, το οποίο είχε αρχήθεν αγροτικό και όχι δασικό χαρακτήρα, τόσο με τις προϋποθέσεις του βζρδ όσο και με τις προϋποθέσεις του Α.Κ.

κατά το χρονικό διάστημα που περιλαμβάνεται μεταξύ των ετών 1860 έως και το έτος 1972 παρέλειψε δε να αιτιολογήσει επαρκώς τα της μη αγροτικής φύσεως αυτού (ενδίκου ακινήτου) αν και οι αναφερόμενες μεταβιβαστικές πράξεις έγιναν μεταξύ προσώπων που ήσαν κατ' επάγγελμα αγρότες και, επιπλέον, υπήρχαν ενδείξεις καλλιέργειας αυτού εντός αυτού.

Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως είναι αόριστοι και, ως εκ τούτου, απαράδεκτοι και απορριπτέοι. Ο πρώτος από τους λόγους αυτούς είναι αόριστος, και, τούτο, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται σε τι ακριβώς έγκειται η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των παρατιθεμένων σ' αυτό (αναιρετήριο) διατάξεων του ουσιαστικού δικαίου, ποιο, δηλαδή, είναι το νομικό σφάλμα του εκδώσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, που οδήγησε σε εσφαλμένο συμπέρασμα με μορφή διατακτικού.

Περαιτέρω, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι και αυτός αόριστος, και, τούτο, διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια της ελλείψεως νόμιμης βάσεως. Αντιθέτως, ο αναιρεσείων εξαντλείται στον σχολιασμό των αποδεικτικών παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως, των οποίων προσπαθεί να αναδείξει τα σφάλματα, υπό το πρόσχημα των ως άνω αναιρετικών πλημμελειών, καίτοι ο έλεγχος των αποδεικτικών παραδοχών της αυτής αποφάσεως εκφεύγει της εξουσίας του Δικαστηρίου τούτου.

Τέλος, ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 1β' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύεται μόνον όταν τα διδάγματα αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς και όχι όταν χρησιμεύουν για εκτίμηση αποδείξεων (Ολ.Α.Π. 2/2008).

Συνεπώς, ο επιμέρους λόγος αναιρέσεως, που αναπτύσσεται στο πλαίσιο του πρώτου λόγου, με τον οποίο προβάλλεται παράβαση του διδάγματος της κοινής πείρας, σύμφωνα με το οποίο η μεταβιβάσεις του ενδίκου ακινήτου που έλαβαν χώρα μεταξύ των απωτάτων και απωτέρων δικαιοπαρόχων του αναιρεσείοντος, αγροτών κατ' επάγγελμα, αποδεικνύει ότι το μεταβιβαζόμενο ακίνητο ήταν αγρός, χρησιμεύει στην εκτίμηση αποδείξεων και όχι στην ερμηνεία κανόνων δικαίου, είναι απαράδεκτος. Επομένως, εφόσον δεν υπάρχει έτερος λόγος αναιρέσεως προς εξέταση, η αίτηση περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 69/2012 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας πρέπει να απορριφθεί. Διάταξη για την επιβολή και προσδιορισμό δικαστικών εξόδων δεν περιλαμβάνεται στην παρούσα και, τούτο, διότι, λόγω της παραστάσεως του αναιρεσιβλήτου με δήλωση, κατ' άρθρο 242§2 του Κ.Πολ.Δ., και της μη υποβολής προτάσεων, δεν υποβλήθηκε σχετικό αίτημα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29.05.2014 αίτηση του Ι. Β. του Ν. και της Κ. περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 69/19.06.2012 τελεσίδικης αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ευβοίας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Σεπτεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Σεπτεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης, και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου