Supreme Court dismisses appeal on bankruptcy appeal admissibility, ruling old bankruptcy law applies to pending proceedings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the State's appeal against a Third Instance Court decision regarding the admissibility of a bankruptcy appeal. The State argued that the 2007 Bankruptcy Code should apply to the case, but the Court held that the 1977 Bankruptcy Law remained applicable because the proceedings commenced before the 2007 law's entry into force. Consequently, the Court found the appeal inadmissible as it misapplied the correct legal framework governing the pending bankruptcy case.
Legislator headnote
AI generatedArticles 181 and 182 of the Bankruptcy Code 2007; The Bankruptcy Law of 1977 continues to apply to pending proceedings initiated before its repeal, rendering an appeal based on the new law inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1300 / 2023 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1300/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εν προκειμένω από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων (ΑΑΔΕ), ως εκπρόσωπο του Δημοσίου, η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Διοικητή της που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Θεσσαλονίκης. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Νικολέτα Παπαρούνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσιβλήτου: Δ. Κ., δικηγόρου, κατοίκου Θεσσαλονίκης, με την ιδιότητά της ως συνδίκου της πτωχής ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία «G..B..A.. Α. Ε. - Κ. «Ε., που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη. Η ανωτέρω αναιρεσίβλητη παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του δικηγόρου, αφού ανακάλεσε τη με ημερομηνία κατάθεσης 13-1-2023 δήλωσή της για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-4-2017 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17886/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 181/2019 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-2-2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η αυτοπροσώπως παραστάσα αναιρεσίβλητη ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση. Επομένως, αναίρεση κατ' ερήμην απόφασης του Εφετείου είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας (ολΑΠ 15/2001, ΑΠ 564/2021, ΑΠ 92/2017).
Περαιτέρω, το άρθρο 764 ΚΠολΔ, που αναφέρεται στους ειδικούς κανόνες της κατ' έφεση δίκης της διαδικασίας της εκούσιας δικαιοδοσίας ορίζει στην παράγραφο 3 ότι ανακοπή ερημοδικίας επιτρέπεται, αν όποιος δικάστηκε ερήμην δεν κλητεύθηκε καθόλου ή εμπρόθεσμα ή δεν κλητεύθηκε κανονικά ή αν συντρέχει λόγος ανώτερης βίας.
Αντίθετη ρύθμιση δεν εισάγεται με τη διάταξη του άρθρου 55 του Ν. 3588/2007 "Πτωχευτικός Κώδικας", σύμφωνα με την οποία, αν δεν ορίζεται διαφορετικά, οι αποφάσεις του πτωχευτικού δικαστηρίου υπόκεινται σε ανακοπή ερημοδικίας, έφεση και αναίρεση, εκτός των αποφάσεων περί διορισμού ή αντικατάστασης εισηγητή ή του συνδίκου και περί χορήγησης βοηθημάτων προς τον οφειλέτη ή την οικογένειά του (ΑΠ 564/2021).
Έτσι, από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων με τις διατάξεις των άρθρων 577, 309 εδ. 1, 321, 495 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη κατά το χρόνο άσκησης του ενδίκου αυτού μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι δε τελεσίδικη η απόφαση εκείνη, η οποία απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης.
Συνεπώς, η ερήμην απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, δηλαδή η απόφαση που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (ολΑΠ 15/2001), υπόκειται σε αναίρεση μόνον εφόσον έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας.
Ειδικότερα, τούτο συμβαίνει είτε επειδή παρήλθε η δεκαπενθήμερη προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, είτε επειδή ο δικαιούμενος σε άσκηση ανακοπής ερημοδικίας διάδικος, που δικάσθηκε ερήμην, παραιτήθηκε νομίμως από το ασκηθέν ένδικο μέσο ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1 εδ.
β' περ. β' ΚΠολΔ. Η απόδειξη της τελεσιδικίας της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης, γίνεται με την προσκομιδή των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή στο δικόγραφο που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο.
Αν δεν συνομολογείται ή δεν αποδεικνύεται η τελεσιδικία της προσβαλλόμενης με αναίρεση απόφασης, με την προσκόμιση των ως άνω εγγράφων, η αναίρεση απορρίπτεται ως απαράδεκτη κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου. Εξάλλου, το έννομο συμφέρον του απόντος διαδίκου να ασκήσει κατά της απόφασης, που εκδόθηκε ερήμην του, ανακοπή ερημοδικίας, όπως και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής, κρίνει μόνον το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας , το οποίο κρίνει και τη βασιμότητα των λόγων αυτής, δεν μπορεί δε να τις κρίνει παρεμπιπτόντως ο Άρειος Πάγος, όταν εξετάζει αν η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση έχει τελεσιδικήσει (ολΑΠ 15/2001, ΑΠ 247/2021, ΑΠ 530/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθμ. 5489/2017 ανακοπή του, το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ζήτησε να ακυρωθεί ο κηρυχθείς εκτελεστός με την υπ' αριθμ. 186/20.. πράξη της Εισηγήτριας των Πτωχεύσεων πρώτος πίνακας διανομής πτωχευτικής περιουσίας, που συνέταξε η ήδη αναιρεσίβλητη σύνδικος της πτώχευσης της εταιρίας "G. - Τ.
Μ. Ε. Α. Ε. - Κ. Ε.", ώστε να καταταγεί το ίδιο προνομιακά και οριστικά, πέραν του ποσού για το οποίο είχε ήδη καταταγεί, και για το ποσό των 101.777,49 ευρώ, προς μερική ικανοποίηση των αναγγελθεισών απαιτήσεών του. Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με την υπ' αριθμ. 17886/2017 απόφασή του απέρριψε την ανακοπή, γιατί δεν τηρήθηκε η αναγκαία κατά νόμον προδικασία.
Κατά της απόφασης το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 181/2019 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δικάζοντας ερήμην της εφεσίβλητης και ήδη αναιρεσίβλητης, λόγω της ανεπίτρεπτης παράστασής της με δήλωση του άρθρου 242 ΚΠολΔ, απέρριψε ουσιαστικά την έφεση. Η απόφαση αυτή επιδόθηκε στο αναιρεσείον από την αναιρεσίβλητη, όπως προκύπτει από την από 14-2-2019 επισημείωση του δικαστικού επιμελητή Σ.
Σ. στο αντίγραφο της προσβαλλόμενης που επιδόθηκε στο Ελληνικό Δημόσιο.
Συνεπώς, αφού παρήλθε η προθεσμία άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, ενόψει του ότι η επίδοση από κάποιον από τους διαδίκους προς τον αντίδικό του κινεί την προθεσμία των ενδίκων μέσων τόσο κατά του επιδόσαντος όσο και κατ' εκείνου προς τον οποίο έγινε η επίδοση (ΑΠ 1306/2018, ΑΠ 365/2010) και η αναιρεσίβλητη παραστάθηκε στο ακροατήριο του Αρείου Πάγου αυτοπροσώπως και δεν αρνήθηκε την τελεσιδικία της προσβαλλόμενης απόφασης, η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και συνεπώς είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 180 του ν. 3588/2007 (Πτωχευτικός Κώδικας) "Ο παρών κώδικας αρχίζει να ισχύει από την 16η Σεπτεμβρίου 2007", ενώ κατά τις διατάξεις του άρθρου 181 υπό τον τίτλο "Καταργούμενες διατάξεις" του ίδιου κώδικα "Με την επιφύλαξη της διάταξης του επόμενου άρθρου, από την έναρξη της ισχύος του παρόντος, καταργούνται:
α) το Τρίτο Βιβλίο (άρθρα 525 έως 707) του Εμπορικού Νόμου, β) ο α.ν. 635/1937, γ) ... και ι) κάθε άλλη διάταξη που αναφέρεται σε αντικείμενο που ρυθμίζεται από τον παρόντα κώδικα και αντιβαίνει στις διατάξεις αυτού" και τέλος κατά τις διατάξεις του άρθρου 182 του αυτού κώδικα "1. Ο παρών κώδικας εφαρμόζεται επί των διαδικασιών που αρχίζουν μετά την έναρξη ισχύος του. 2.
Οι προϊσχύσασες διατάξεις εξακολουθούν να ισχύουν και να εφαρμόζονται επί των εκκρεμών διαδικασιών...". Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι ο Πτωχευτικός Κώδικας δεν επενέβη στις εκκρεμείς κατά την εισαγωγή του διαδικασίες συλλογικής ικανοποίησης. Αυτές διέπονται ολοσχερώς από τις προϊσχύσασες διατάξεις, χωρίς να επιχειρηθεί κατάτμηση του διαδικαστικού φαινομένου σε "διαδικασία στο σύνολό" της και "σε επιμέρους διαδικαστικές πράξεις" με πλήρη εφαρμογή της γενικής αρχής του διαχρονικού δικαίου για μη αναδρομικότητα των νέων ρυθμίσεων.
Ο ΠτΚ λοιπόν εφαρμόζεται επί των διαδικασιών που αρχίζουν μετά την έναρξη ισχύος του, και ως έναρξη των διαδικασιών κατά τον Κώδικα αυτόν θεωρείται η υποβολή αίτησης για κήρυξη πτώχευσης (άρθρο 5). Οι διατάξεις του προγενέστερου δικαίου διατηρήθηκαν σε ισχύ από τον ΠτΚ ως lex specialis πλέον για την εφαρμογή τους στις κατά την έναρξη ισχύος του εκκρεμείς διαδικασίες. "Διαδικασία" γενικά είναι κάθε είδους μέθοδος που παριστά πρόγραμμα διαδρομής προκαθορισμένο και βαθμηδόν επιτελούμενο με τη βοήθεια του οποίου χωρεί η επίτευξη ενός σκοπού, δηλαδή στην πράξη, ακολουθία σειράς πράξεων - θεσμικά ρυθμιζομένων - των οποίων η εκτέλεση καθιστά δυνατή την επίτευξη ενός σκοπού.
Υπό την έννοια του άρθρου 182 ΠτΚ διαδικασίες νοούνται οι καταργηθείσες με το άρθρο 181 ΠτΚ διαδικασίες συλλογικής εκτέλεσης, εκκρεμείς δε εκείνες για το άνοιγμα των οποίων υποβλήθηκε αίτηση πριν την έναρξη ισχύος του ΠτΚ, ήτοι μέχρι την 15-9-2007.
Συνεπώς ο ΠτΚ καταλαμβάνει μόνο τις νέες διαδικασίες που προβλέπει, εφόσον η εφαρμογή τους ζητηθεί από την 16-9-2007 και εφεξής (πρβλ ΑΠ 1508/2011). Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 580 του ΕμπΝ "Τα υπό των συνδίκων η παρ' άλλων δια λογαριασμόν της πτωχεύσεως κατατεθέντα χρήματα αναλαμβάνονται μόνο δι' αδείας του εισηγητού.
Εάν υπάρχωσι κατασχέσεις, οι σύνδικοι οφείλουσι προηγουμένως να ζητήσωσι την άρσιν αυτών. Ο εισηγητής δύναται να διατάξη ώστε τα χρήματα ν' αποδοθώσιν υπό του ταμείου απ' ευθείας προς τους πιστωτάς της πτωχεύσεως επί τη βάσει λογαριασμού διανομής, συνταχθέντος υπό των συνδίκων και κηρυχθέντος εκτελεστού".
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ο λογαριασμός διανομής δεν συνιστά πίνακα κατάταξης απαιτήσεων κατά την έννοια του άρθρου 974 του ΚΠολΔ, αλλά αποτελεί απλώς λογιστική πράξη διανομής της πτωχευτικής περιουσίας μεταξύ των πιστωτών, των οποίων οι πιστώσεις έγιναν δεκτές κατά την καθορισμένη από τις διατάξεις των άρθρων 975, 976 ΚΠολΔ, 579, 581, 648 επ.
και 660 ΕμπΝ τάξη, εξελεγχθείσες προηγουμένως κατά τη διαδικασία της επαλήθευσης ή, επί απαιτήσεων του Δημοσίου, κατά τη διαδικασία του άρθρου 62 παρ. 1 του ΚΕΔΕ (ΑΠ 1020/2022, ΑΠ 1611/2018). Εφόσον ο λογαριασμός διανομής αποτελεί απλώς λογιστική πράξη, για την αρτιότητά της αρκεί να αναφέρεται το διανεμητέο ενεργητικό της πτώχευσης και το σύνολο των εξελεγχθεισών απαιτήσεων κάθε πιστωτή, χωρίς να είναι αναγκαίο να εξειδικεύσει τις απαιτήσεις αυτές ως προς το είδος και το χρόνο γενέσεώς τους, στους αμφισβητούντες δε απόκειται να ισχυριστούν με τις αντιρρήσεις τους και να αποδείξουν ότι ο λογαριασμός περιέχει νομικά ή λογιστικά σφάλματα (ΑΠ 290/2000).
Το ίδιο πρέπει να ισχύσει και ως προς τα προαφαιρούμενα "δικαστικά και τα χάριν της διοικήσεως της πτωχεύσεως έξοδα και καταβολές", για τα οποία αρκεί η αναφορά στο λογαριασμό διανομής των ποσών και της αιτίας αυτών και, εφόσον αμφισβητηθούν τα εν λόγω προαφαιρούμενα κονδύλια, ο σύνδικος εξειδικεύει πλήρως αυτά, προσκομίζοντας και τα σχετικά δικαιολογητικά, ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει επί των αντιρρήσεων του αμφισβητούντος δανειστή (ΑΠ 1020/2022, ΑΠ 167/2005).
Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων με αυτές των άρθρων 542, 555, 591 και 647 του ΕμπΝ, προκύπτει ότι αν κατά τη διανομή χρημάτων της πτώχευσης αναφυούν διενέξεις ως προς την τάξη της διανομής, τότε οι σχετικές αντιρρήσεις πρέπει να υποβληθούν ενώπιον του Εισηγητή της πτωχεύσεως, ο οποίος μάλιστα, δυνάμενος να αποφασίσει επί της ουσίας προσωρινά, παραπέμπει οπωσδήποτε την υπόθεση, για οριστική επί της ουσίας λύση, στο αρμόδιο δικαστήριο μέσα σε τρεις ημέρες, συντάσσοντας αντίστοιχη έκθεση, η οποία αποτελεί την αναγκαία προδικασία διεξαγωγής της σχετικής δίκης (ΑΠ 1241/2005).
Στη συνέχεια οι αντιρρήσεις αυτές φέρονται ενώπιον του αρμόδιου δικαστηρίου προς κρίση με κλήση, καλούνται δε οι δανειστές, των οποίων προσβάλλεται με τις αντιρρήσεις η κατάταξη στο λογαριασμό διανομής. Αποκλείεται η απευθείας εισαγωγή των αντιρρήσεων στο δικαστήριο, σε περίπτωση δε τέτοιας απευθείας εισαγωγής οι αντιρρήσεις απορρίπτονται ως απαράδεκτες, λόγω έλλειψης της κατά το άρθρο 111 παρ. 2 του ΚΠολΔ αναγκαίας προδικασίας (ΟλΑΠ 538/1981, ΑΠ 1611/2018, ΑΠ 1241/2005).
Η δίκη που ανοίγει με τις ανωτέρω αντιρρήσεις έχει ως αντικείμενο το κατά πόσο ο σύνδικος συνέταξε ή όχι ορθά τον προσβαλλόμενο λογαριασμό, λαμβάνοντας υπόψη τα αποτελέσματα της διαδικασίας της επαλήθευσης και επιτελώντας το από τις γενικές διατάξεις του πτωχευτικού δικαίου απορρέον καθήκον του, της επιδίωξης, με συλλογική οργάνωση των πιστωτών, ικανοποίησης αυτών ύστερα από τήρηση της αρχής της ισότητας αυτών (ΑΠ 1020/2022).
Το δικαστήριο που επιλαμβάνεται της υπόθεσης καταρτίζει το ίδιο ορθά το λογαριασμό διανομής κατά τρόπο που να μην υποστούν βλάβη από αυτήν την κατάρτιση οι πιστωτές οι οποίοι δεν κλήθηκαν στη δίκη με την προαναφερόμενη κλήση προς συζήτηση των αντιρρήσεων ή και με άλλη νόμιμη κλήση που έχει προέλθει από πρωτοβουλία κάποιου από τους διαδίκους ή και από αυτεπάγγελτη ενέργεια του δικαστηρίου (ΑΠ 1611/2018, ΑΠ 1124/1994).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, υπάρχει λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναφέρεται σε ακυρότητες, εκπτώσεις και απαράδεκτα από το δικονομικό δίκαιο και μόνο, ήτοι εκείνες τις ακυρότητες (δικονομικές), κατά την έννοια των άρθρων 159-161 ΚΠολΔ, που αποτελούν νόμιμες κυρώσεις, οι οποίες απαγγέλονται για παράβαση διατάξεων που ρυθμίζουν τη διαδικασία και κυρίως τον τύπο των διαδικαστικών πράξεων (ΑΠ 1636/2022, ΑΠ 1399/2019, ΑΠ 315/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με την από 4-4-2017 ανακοπή του, ζήτησε την ακύρωση του προσβαλλόμενου πίνακα πρώτης διανομής, που περιλαμβάνεται στην υπ' αριθμ. 186/20.. πράξη της Εισηγήτριας πτωχεύσεων, με την οποία έγινε δεκτή η από 10-3-2017 αίτηση της συνδίκου της πτωχής εταιρίας με την επωνυμία "G..B..A..
Α. Ε. - Κ. Ε.". Σύμφωνα με την ως άνω πράξη της εισηγήτριας πτωχεύσεων από την πώληση του ισογείου του βιοτεχνικού κτιρίου της πτωχευτικής περιουσίας, μετά την αφαίρεση των εξόδων, προέκυψε ποσό 68.322,51 ευρώ, δικαιούχος του οποίου αναγνωρίσθηκε το Ελληνικό Δημόσιο, προς ικανοποίηση των προνομιακών απαιτήσεών του από Φ.Π.Α., ύψους 47.945,62 ευρώ, πλέον προσαυξήσεων 20.376,89 ευρώ, σύμφωνα με το άρθρο 975 ΚΠολΔ.
Κατά του πίνακα αυτού διανομής το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την ως άνω από 4-4-2017 ανακοπή του, με την οποία ζήτησε την ακύρωση, άλλως την τροποποίηση του προσβαλλόμενου πίνακα διανομής, ισχυριζόμενο ότι κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των οικείων διατάξεων διατάχθηκε η διανομή του ποσού των 68.322,61 ευρώ αντί του ποσού των 170.100 ευρώ, στο οποίο ανερχόταν το πλειστηρίασμα, από το οποίο προαφαιρέθηκε εσφαλμένα το ποσό των 101.777,49 ευρώ.
Επί της ανωτέρω ανακοπής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 17886/2017 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η ανακοπή ως απαραδέκτως ασκηθείσα ενώπιον του Πτωχευτικού Δικαστηρίου, με την αιτιολογία ότι εφόσον η πτώχευση της ως άνω εταιρίας έλαβε χώρα πριν το έτος 2006, δεν τύγχαναν εφαρμογής οι διατάξεις του Ν. 3588/2007 (του Πτωχευτικού Κώδικα), αλλά οι προγενέστερες διατάξεις του Εμπορικού Νόμου, σύμφωνα με τις οποίες οι αντιρρήσεις που αφορούν τη σύνταξη και το περιεχόμενο του πίνακα διανομής έπρεπε να υποβληθούν ενώπιον του Εισηγητή της πτώχευσης, ο οποίος δυνάμενος να αποφανθεί επί της ουσίας μόνο προσωρινά παραπέμπει την υπόθεση προς οριστική επί της ουσίας επίλυση στο αρμόδιο δικαστήριο, συντάσσοντας αντίστοιχη έκθεση, η οποία αποτελεί την αναγκαία προδικασία για την διεξαγωγή της δίκης.
Επί της ανωτέρω οριστικής απόφασης, το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 11-12-2017 έφεσή του, παραπονούμενο για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 182 παρ. 2 του Ν. 3588/2007, ισχυριζόμενο ότι στην υπό κρίση διαφορά τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του Ν. 3588/2007 και όχι του ΕμπΝ, παρά το γεγονός ότι η πτώχευση της ανωτέρω εταιρίας είχε λάβει χώρα το έτος 2006, δυνάμει της υπ' αριθμ. 5595/14-2-2006 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Επί της έφεσης αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 181/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, το οποίο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε ουσιαστικά την έφεση, με την ίδια ως άνω αιτιολογία. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 181 και 182 του Ν. 3588/2007 και δεν κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο της υπό κρίση ανακοπής εφαρμόζοντας τις σχετικές διατάξεις του ΕμπΝ, που ήσαν εφαρμοστέες στην υπό κρίση υπόθεση, και όχι του Ν. 3588/2007, αφού η ένδικη πτώχευση κηρύχθηκε πριν την έναρξη ισχύος του τελευταίου νόμου, δεδομένου ότι, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, οι διατάξεις του Εμπ.Ν., όπως και ο α.ν. 635/1977, ναι μεν καταργήθηκαν με το άρθρο 181 του ν. 3588/2007 από την έναρξη ισχύος του (16-9-2007), πλην όμως εξακολουθούν να ισχύουν και εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 181 παρ. 2 του ίδιου νόμου, στις εκκρεμείς διαδικασίες, όπως εν προκειμένω, που η διαδικασία πτώχευσης άρχισε πριν τις 16-9-2007, και συγκεκριμένα το έτος 2006.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 και 14 του άρθρου 559 είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και να επιβληθούν στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, που ηττήθηκε, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, μειωμένα όμως κατά το άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, σε συνδυασμό με το άρθρο 2 της υπ' αριθμ.134423/1992 ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό. Σημειώνεται ότι, αφού πρόκειται για μη γνήσια υπόθεση εκούσιας δικαιοδοσίας, όπου υπάρχει αντιδικία, το ζήτημα των δικαστικών εξόδων ρυθμίζεται κατά τις γενικές διατάξεις των άρθρων 173-193 ΚΠολΔ, με βάση την αρχή της ήττας και όχι κατά τη γενική αρχή του πτωχευτικού δικαίου (βλ. ήδη άρθρο 13 ΠτωχΚ), κατά την οποία στις πτωχευτικές δίκες τα έξοδα επιβάλλονται πάντοτε σε βάρος της πτωχευτικής περιουσίας, αν ενεργήθηκαν προς το συμφέρον της, που προϋποθέτει γνήσια υπόθεση εκούσιας δικαιοδοσίας (ΑΠ 1636/2022, ΑΠ 602/2018).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-2-2019 αίτηση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 181/2019 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 26 Απριλίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 29 Αυγούστου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ